223/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 223 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 223/2011
Legislator headnote
AI generated223/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 223 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 223/2011
Full text
Απόφαση 223 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 223/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1 Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Α. του Γ., 2) Δ. Γ. του Σ. και 3) Κ. Τ. του Χ., όλων κατοίκων .... Οι 1η και 3η των αναιρεσειόντων παραστάθηκαν με την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αικατερίνη Συγγενιώτου, ενώ ο 2ος εκπροσωπήθηκε από την ίδια ως άνω πληρεξούσια δικηγόρο του, η οποία δήλωσε στο ακροατήριο ότι ο 2ος αναιρεσείων Διονύσιος Γκουντούνας παραιτείται από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης. Δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Δημοτική Επιχείρηση Ανάπτυξης και Πολιτισμού του Δήμου Γλυφάδας", που εδρεύει στη Γλυφάδα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-10-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1155/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5760/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 8-7-2008 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 22-1-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου αναίρεσης κατά τα με στοιχ. Α' και Β' σκέλη του και την απόρριψη αυτού κατά τα λοιπά καθώς και των υπολοίπων λόγων της κρινόμενης αίτησης. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Όπως αποδεικνύεται από την 2742Γ/11-6-2009 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Αθηνών Δ. Μ., ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης με πράξη προσδιορισμού της αρχικά ορισθείσης δικασίμου της 2-2-2010, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε από το πινάκιο για την αναφερομένη στην αρχή της απόφασης αυτής, επιδόθηκε (με επιμέλεια των νομίμως παρισταμένων αναιρεσειόντων) νόμιμα και εμπρόθεσμα στο αναιρεσίβλητο και επομένως, εφόσον αυτό δεν παρέστη καθοιονδήποτε τρόπο ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά την παρούσα μετ' αναβολή δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα με την σειρά της από το πινάκιο και για την οποία δεν ήταν απαραίτητη ιδιαίτερη κλήτευσή του, πρέπει το δικαστήριο να προχωρήσει στην συζήτηση παρά την απουσία του (άρθ. 226§4, 573§1, 576§2 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 294, 295§1, 296, 297, 299 και 495§1 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 573§1 του ίδιου κώδικα, και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι η παραίτηση από το δικόγραφο του ένδικου μέσου της αναίρεσης που έχει ασκηθεί, ολική ή μερική, μπορεί να γίνει, χωρίς συναίνεση του αντιδίκου του παραιτουμένου, πριν από την έναρξη της προφορικής συζήτησης της υπόθεσης ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου ή με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, είτε από τον ίδιο τον διάδικο είτε από τον κατ' άρθ. 96 ΚΠολΔ πληρεξούσιο δικηγόρο του.
Η νομότυπη ως άνω παραίτηση έχει ως συνέπεια ότι η αναίρεση θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε και επιφέρει αντίστοιχη (ανάλογη με το περιεχόμενο και την έκτασή της) κατάργηση της δίκης, ενώ εξάλλου ειδικότερα η παραίτηση που γίνεται κατά την συζήτηση με δήλωση καταχωριζομένη στα πρακτικά είναι έγκυρη, έστω και αν ο αναιρεσίβλητος δεν συμμετέχει, ούτε κλητεύθηκε να παραστεί στην συζήτηση.
Στην προκειμένη περίπτωση, πριν από την έναρξη της προφορικής συζήτησης της υπόθεσης, κατά την παρούσα μετ' αναβολή δικάσιμο, ο 2ος αναιρεσείων Δ. Γ. με καταχωρισθείσα στα πρακτικά δήλωση της έχουσας ειδική προς τούτο πληρεξουσιότητα δικηγόρου του (με αριθ. …/2011 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Παν.
Παπαϊωάννου) παραιτήθηκε από το δικόγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Επομένως, ως προς αυτόν πρέπει να κηρυχθεί καταργημένη η δίκη.
ΙΙΙ. Κατά την διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, εάν αυτός εφαρμοσθεί, αν και κατά τις σχετικές παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αντίθετα, όταν αυτός δεν εφαρμοσθεί, μολονότι κατά τις παραδοχές αυτές συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλ.
με εσφαλμένη υπαγωγή. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 648 και 652 ΑΚ και 6 του ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την 324/1946 Π.Υ.Σ και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρ. 38 ΕισΝΑΚ), συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας που συμφωνήθηκε και στο μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του, και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη, που εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες, ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο για τη διαπίστωση της συμμόρφωσης του εργαζομένου προς αυτές.
Η υποχρέωση μάλιστα του εργαζομένου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του ως προς τον τρόπο παροχής της εργασίας, αποτελεί το βασικό γνώρισμα της ως άνω εξάρτησης, η οποία μπορεί να είναι χαλαρότερη στις περιπτώσεις που ο εργαζόμενος αναπτύσσει πρωτοβουλία κατά την εκτέλεση της εργασίας του, λόγω των επιστημονικών ή ειδικών γνώσεων και του αντικειμένου της εργασίας, αλλά θα πρέπει να υπάρχει για να θεωρηθεί η εργασία ως εξαρτημένη( ΟλΑΠ 28/2005).
Η ανωτέρω σύμβαση διακρίνεται από την αναφερόμενη στο άρθρο 681 ΑΚ σύμβαση μίσθωσης έργου, επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, κυρίως ως προς το ότι με την σύμβαση εργασίας οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην εργασία, που θα παρέχεται σε ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ενώ με τη σύμβαση έργου οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην επίτευξη του συμφωνηθέντος τελικού αποτελέσματος, η πραγμάτωση του οποίου συνεπάγεται την αυτόματη λύση της μεταξύ των συμβαλλομένων συμβατικής σχέσης.
Σε κάθε περίπτωση την μίσθωση έργου χαρακτηρίζει η έλλειψη εξάρτησης από τον κύριο του έργου, αφού ο εργολάβος έχει την πρωτοβουλία στην εκτέλεση αυτού, επιλέγοντας το χρόνο και τον τρόπο εκτέλεσής του μέσα στις συμβατικές προθεσμίες, χωρίς να υποχρεούται να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες και εντολές του κυρίου του έργου, μη υποκείμενος στον έλεγχό του.
Περαιτέρω, ο χαρακτηρισμός της σύμβασης ως εξαρτημένης εργασίας ή έργου δεν εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό που δίδεται σε αυτή από τους διαδίκους, αλλά αποτελεί έργο του δικαστηρίου, το οποίο σχηματίζει την κρίση του για το χαρακτήρα της σύμβασης από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων (ΟλΑΠ 19/2007). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Αθηνών κρίνοντας, ύστερ' από αντίθετες εφέσεις αμφοτέρων των διαδίκων μερών, επί αγωγής των ήδη αναιρεσειόντων με αντικείμενο κυρίως αξιώσεις από συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας και την άκυρη καταγγελία τους κλπ., με την προσβαλλομένη 5760/2006 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει δέχθηκε, ότι οι 1η και 3η ενάγουσες αναιρεσείουσες (ως προς τις οποίες και μόνο ερευνάται πλέον η υπόθεση μετά την παραίτηση του δεύτερου από την αναίρεση) την 17-7-2002 συνήψαν με το εναγόμενο ν.π.ι.δ. "Δημοτική Επιχείρηση Ανάπτυξης και Πολιτισμού του Δήμου Γλυφάδας" (αναιρεσίβλητο) συμβάσεις διάρκειας 36 μηνών, με τις οποίες ανέλαβαν, έναντι αμοιβής, το έργο η 1η του διοικητικού σχεδιασμού (διευθύντρια-υπεύθυνη εργαστηρίου πληροφορικής) και η 3η του λειτουργικού σχεδιασμού (καθαρίστρια) στο 2ο Κέντρο Δημιουργικής Απασχόλησης Παιδιών του ως άνω Δήμου, για την στέγαση του οποίου είχεν εγκριθεί με αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου του εναγομένου η μίσθωση του εκεί αναφερομένου ακινήτου, ότι οι ενάγουσες αυτές απασχολήθηκαν στο ως άνω Κέντρο η 1η ως υπεύθυνη (διευθύντρια) και η 3η ως καθαρίστρια, με ωράριο εργασίας 16.00'-21.00', ότι ύστερ' από γνωμοδότηση της αρμόδιας επιτροπής της Νομαρχίας Αθηνών διαπιστώθηκε ότι το κτίριο που είχε μισθωθεί για την στέγαση του Κέντρου αυτού ήταν ακατάλληλο και γι' αυτό δεν δόθηκε η απαραίτητη άδεια ίδρυσης και λειτουργίας του (ΚΔΑΠ), ότι με βάση την 32/31-7-2003 απόφαση του Δ.Σ.
του εναγομένου, που κοινοποιήθηκε στις ενάγουσες την 1-8-2003, αφού αναφέρθηκε το πρόβλημα αυτό που διαπιστώθηκε μετά την μίσθωση του ως άνω ακινήτου, καταγγέλθηκε η σύμβαση μίσθωσης του ακινήτου αυτού, όπου στεγαζόταν το ΚΔΑΠ, συνακόλουθα δε και οι συμβάσεις έργου αυτών πριν από την λήξη τους, εφόσον είχε καταστεί αδύνατη η περάτωση του συμφωνηθέντος έργου, ότι οι ως άνω ενάγουσες κάλυψαν ανάγκη περιορισμένης διάρκειας του εναγομένου, το οποίο δημιούργησε το ως άνω Κέντρο, που λόγω των απαιτουμένων διαδικασιών δεν είχε συνέχεια και έπαψε να λειτουργεί, η τροπή δε αυτή συμπαρέσυρε και αυτές, ότι υπό τις παραπάνω συνθήκες απασχόλησης η μεταξύ των διαδίκων σχέση είναι αυτή της σύμβασης έργου, η οποία λύθηκε πριν την λήξη της διάρκειάς της για τους παραπάνω λόγους, ενώ δεν αποδείχθηκε πολιτική σκοπιμότητα γι' αυτήν λόγω αλλαγής της δημοτικής αρχής, με βάση δε τα ως άνω γενόμενα δεκτά, αφού απέρριψε την έφεση των εναγόντων και δέχθηκε την έφεση του εναγομένου κατά τους σχετικούς λόγους της, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή και την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις ευθέως και δη με εσφαλμένη υπαγωγή, καθόσον, ενώ δέχθηκε ότι οι ως άνω ενάγουσες, στα πλαίσια των συναφθεισών με το εναγόμενο συμβάσεων, απασχολήθηκαν στο ως άνω Κέντρο η 1η ως υπεύθυνη (διευθύντρια) και η 3η ως καθαρίστρια με ωράριο εργασίας 16.00'έως 21.00', δέχθηκε δηλ.
περιστατικά που προσιδιάζουν στην σύμβαση εξαρτημένης εργασίας (καθημερινή απασχόληση με ωράριο και με αντικείμενο που δεν προσδιοριζόταν με βάση συγκεκριμένο έργο αλλά με βάση τις ως άνω ειδικότητες) και όχι στην σύμβαση έργου, χαρακτήρισε εντούτοις τις μεταξύ των διαδίκων συμβάσεις ως συμβάσεις έργου, υπήγαγε δηλ.
τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά σε άλλους και όχι τους εφαρμοστέους κανόνες ουσιαστικού δικαίου. Επομένως, πρέπει να γίνει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το σκέλος του από τον αριθ. 1 ΚΠολΔ., παρελκούσης της έρευνας αυτού κατά τα λοιπά καθώς και των υπολοίπων λόγων της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Σύμφωνα με τα παραπάνω πρέπει ν' αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση ως προς τις 1η και 3η αναιρεσείουσες, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ως προς αυτές στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση, εφόσον μπορεί να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθ. 580§3 ΚΠολΔ), και να καταδικασθεί το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα αυτών, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει καταργημένη την δίκη ως προς τον 2ο αναιρεσείοντα Δ. Γ..
Αναιρεί την 5760/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών ως προς τις 1η (Α. Α.) και 3η (Κ. Τ.) αναιρεσείουσες.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ως προς αυτές στο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα αυτών, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Φεβρουαρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Φεβρουαρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ