Legislator Case Law & Legislation
223/2009 AI generated

223/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 223/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

223/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από τη διάταξη του άρθρου 138 παρ. 1 ΑΚ, που ορίζει ότι δήλωση βούλησης που δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά (εικονική) είναι άκυρη, προκύπτει, ότι για την εικονικότητα της δικαιοπραξίας αρκεί το γεγονός, ότι η δήλωση βούλησης των δικαιοπρακτούντων βαρύνεται με ελάττωμα, που συνίσταται στο ότι δεν αποσκοπεί πράγματι στην παραγωγή των έννομων αποτελεσμάτων της δικαιοπραξίας που καταρτίζεται.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 223 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 223/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ......, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Σπυρόπουλο.

Της αναιρεσίβλητης: Ψ, κατοίκου ......, η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Κάζα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-6-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3961/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 8210/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10-4-2007 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 2-10.2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ.4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Ειδικά, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου από το δικαστήριο της ουσίας (αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου.

Αν δε το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να εκτίθενται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά ως θεμελιωτικά της κρίσης του για το βάσιμο ή μη της αγωγής, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου, γιατί μέσω των πραγματικών αυτών παραδοχών πραγματώνεται εκάστοτε η συγκεκριμένη ερμηνεία και εφαρμογή του κανόνα ουσιαστικού δικαίου και μόνο ενόψει αυτών μπορεί να ελεγχθεί αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό από το οποίο και εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναίρεσης (ΟλΑΠ 20/2009, 27/1998).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 138 και 139 ΑΚ, με το να δεχθεί ότι η δικαιοπρακτική δήλωση βούλησης των συμβαλλόμενων μερών και ήδη διαδίκων περί πώλησης και μεταβίβασης με συμβολαιογραφικό έγγραφο της κυριότητας της επίδικης κάθετης ιδιοκτησίας από την ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη στον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα υπήρξε εικονική με γνώση και των δύο, μολονότι ο τελευταίος συμβλήθηκε πραγματικά και όχι φαινομενικά στην επίμαχη πώληση, αγνοούσε δε την πρόθεση της αντιδίκου του να συμβληθεί με τον ίδιο εικονικά.

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, διότι δεν διαλαμβάνονται σ' αυτόν με πληρότητα, παρά μόνο αποσπασματικά οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε το Εφετείο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, αν οι αιτιάσεις που προσάπτονται στην εν λόγω απόφαση οδήγησαν σε εσφαλμένο διατακτικό κατά το νομικό μέρος των εφαρμοστέων νομικών κανόνων.

Από τη διάταξη του άρθρου 138 παρ. 1 ΑΚ, που ορίζει ότι δήλωση βούλησης που δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά (εικονική) είναι άκυρη, προκύπτει, ότι για την εικονικότητα της δικαιοπραξίας αρκεί το γεγονός, ότι η δήλωση βούλησης των δικαιοπρακτούντων βαρύνεται με ελάττωμα, που συνίσταται στο ότι δεν αποσκοπεί πράγματι στην παραγωγή των έννομων αποτελεσμάτων της δικαιοπραξίας που καταρτίζεται.

Συνακόλουθα, δεν είναι ανάγκη να προκύπτει και ο σκοπός για τον οποίο έγινε η ελαττωματική αυτή δήλωση, εκτός αν υποκρύπτει άλλη δικαιοπραξία και μόνο για την έρευνα του κύρους ή μη αυτής, σύμφωνα με την παρ. 2 του ίδιου πιο πάνω άρθρου. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού η δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 25/2003, 12/2000 και 3/1997), όχι δε και εκείνοι που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν άρνηση αυτής, ούτε και εκείνοι που δεν έχουν αυτοτέλεια και αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ 469/1984).

Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης, ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 8 περίπτ. α' ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο δέχθηκε ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη "αποφάσισε, προκειμένου να επιλύσει άμεσα το στεγαστικό τους - διαδίκων - πρόβλημα (ως και της συνοικούσας θυγατέρας της από πρώτο γάμο της), την με δική της δαπάνη αγορά νέας κατοικίας, για να εξασφαλίσει δε τη λήψη επιδοτούμενου στεγαστικού δανείου πρώτης κατοικίας ως και φορολογική απαλλαγή (φόρου μεταβίβασης).

προέβη σε κοινή κατά τον ίδιο χρόνο με τον εναγόμενο συμφωνία να του μεταβιβάσει εικονικώς και μόνο, χωρίς καταβολή οποιουδήποτε τιμήματος, την κυριότητα της σεισμόπληκτης ως άνω (μοναδικής) οικίας της - κάθετης ιδιοκτησίας", ακολούθως δε, συμβλήθηκε με τον αντίδικό της εικονικά και μεταβίβασε σ' αυτόν την κυριότητα της προαναφερόμενης ιδιόκτητης κάθετης ιδιοκτησίας της, μολονότι στην ένδικη αγωγή της δεν επικαλείται ως αιτία της από μέρους της σύναψης εικονικής δικαιοπραξίας "την εξασφάλιση της λήψης επιδοτούμενου στεγαστικού δανείου πρώτης κατοικίας για την αγορά της νέας αυτής οικίας της αλλά μόνον την απαλλαγή της από τον φόρο μεταβίβασης λόγω πρώτης κατοικίας".

Ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί ο πιο πάνω ισχυρισμός, που φέρεται να έλαβε υπόψη το Εφετείο, χωρίς να τον έχει προτείνει η αναιρεσίβλητη, ότι δηλαδή η επίμαχη δικαιοπραξία έγινε "για την εξασφάλιση της λήψης επιδοτούμενου στεγαστικού δανείου πρώτης κατοικίας", δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την πιό πάνω έννοια, αλλά επιχείρημα που άντλησε το Δικαστήριο από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Ο ίδιος αναιρετικός λόγος, εκτιμώμενος ως πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υπό την έννοια της ευθείας παραβίασης της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 138 ΑΚ, γιατί το Εφετείο δέχθηκε, ότι η επίμαχη σύμβαση πώλησης καταρτίστηκε από την αναιρεσίβλητη και με το σκοπό της εξασφάλισης της λήψης από μέρους της επιδοτούμενου στεγαστικού δανείου πρώτης κατοικίας, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού το Εφετείο, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη, προκειμένου να χαρακτηρίσει ως εικονική την επίμαχη δικαιοπραξία, ως εκ περισσού προσδιόρισε και το σκοπό, που επιδίωξαν οι συμβαλλόμενοι με την κατάρτισή της.

Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε.

Αντίθετα, η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης και δεν ιδρύεται ο από την πιο πάνω διάταξη λόγος αναίρεσης, όταν οι πιο πάνω ελλείψεις αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και, ειδικότερα, αναφέρονται στην ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, αρκεί μόνο το πόρισμα να εκτίθεται με σαφήνεια (Ολ.ΑΠ 24/1992).

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται επίσης και από την αναφορά ή μη στην επιχειρηματολογία των διαδίκων ή από την επιχειρηματολογία του δικαστηρίου. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με το να δεχθεί την εικονικότητα της πώλησης και μεταβίβασης της αμέσως πιο πάνω κάθετης ιδιοκτησίας, ακολούθως δε, να δεχθεί ως ουσιαστικά βάσιμη την ένδικη αγωγή και, έτσι, στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της λόγω ελλιπών, ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών ως προς τα περιεχόμενα σ' αυτόν ουσιώδη, όπως τα χαρακτηρίζει ο αναιρεσείων ζητήματα, αφού δεν αιτιολογεί, α) γιατί, αν η επίδικη δικαιοπραξία είναι εικονική, καθόλο το χρονικό διάστημα μετά από αυτήν και έως την ημερομηνία της δίκης συνέχιζε αυτός να έχει στην κατοχή του το επίδικο ακίνητο, γιατί αυτός δεν έσπευσε να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη αμέσως τα χρήματα που εισέπραξε από τη σύμβαση αντισεισμικού δανείου που ο ίδιος συνήψε για το παραπάνω ακίνητο και γιατί την ίδια ημέρα και πριν από αυτήν η αναιρεσίβλητη έσπευσε να προβεί σε τακτοποίηση όλων των εκκρεμοτήτων που αφορούσαν το επίδικο ακίνητο, β) πως ήταν δυνατό ο πραγματικός σκοπός της αναιρεσίβλητης να είναι η αποφυγή του φόρου μεταβίβασης λόγω πρώτης κατοικίας από το δεύτερο ακίνητο που αυτή αγόρασε, μολονότι το όφελος από την αιτία αυτήν ήταν μηδαμινό, γ) γιατί, ενώ δέχεται ότι δεν αποδεικνύεται πως τα χρήματα που αναλήφθηκαν από το λογαριασμό του στις 8-6-2001 καταβλήθηκαν στην αναιρεσίβλητη, εντούτοις δέχεται ότι αποδεικνύεται πως τα χρήματα που στις 23-3-2001 υπήρχαν στον τραπεζικό λογαριασμό της καταβλήθηκαν έναντι της αγοράς του νέου της ακινήτου, δ) γιατί η δήλωση βούλησης της αναιρεσίβλητης είναι εικονική "από τη στιγμή που αυτή, βλέποντας να καταρρίπτεται η πρώτη δικαιολογία που είχε προβάλει για τη σύναψη της δήθεν εικονικής δικαιοπραξίας (εξοικονόμηση φόρου), έσπευσε οψιγενώς να προβάλει και έτερη εξίσου αλυσιτελή δικαιολογία ότι δήθεν θα έχανε το δικαίωμα να λάβει στεγαστική συνδρομή" και ε) γιατί καταλήγει στην κρίση ότι για την επίμαχη αγοραπωλησία δεν καταβλήθηκε οποιοδήποτε τίμημα, παρότι στο ......

συμβόλαιο τα μέρη δηλώνουν ρητώς ότι καταβλήθηκε τίμημα 8.000.000 δρχ.. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος, γιατί, από τις πιο πάνω αιτιάσεις, οι μεν υπό στοιχεία α', β' και δ' αποτελούν επιχειρήματα, τα οποία επικαλείται ο αναιρεσείων για την επιστήριξη των απόψεών του, οι δε λοιποί πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου.

Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου, συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 Κ.Πολ.Δ., έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένα, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεώρησε ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.

Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια κρίση του για τον αναιρεσείοντα να σχημάτισε το δικαστήριο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση, η οποία δεν συντρέχει, όταν το εν λόγω έγγραφο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην τελευταία αυτή περίπτωση δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, παραμόρφωσε το περιεχόμενο των, ειδικότερα, μνημονευόμενων σ' αυτόν εγγράφων, δηλαδή: α) Της από 10.1.2004 βεβαίωσης της Αγροτικής Τράπεζας, που επικαλέστηκε και προσκόμισε η αναιρεσίβλητη και β) της από 8.6.2001 βεβαίωσης της ίδιας Τράπεζας, με το να δεχθεί, από εσφαλμένη ανάγνωση τους, ότι το υπόλοιπο του τραπεζικού λογαριασμού της αναιρεσίβλητης στις 23.3.2001 ανερχόταν μόλις σε 9.231.567 δραχμές και όχι σε 13.031.567 δρχ., όπως προκύπτει από την πρώτη βεβαίωση και να μη δεχθεί ότι η αναιρεσίβλητη ανέλαβε από λογαριασμό του αντιδίκου της στις 8.6.2001 το ποσό των δρχ. 3.650.000, θέτοντας την υπογραφή της στο σχετικό αποδεικτικό (παραστατικό), όπως προκύπτει από τη δεύτερη βεβαίωση, έτσι δε, υπέπεσε στην από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια.

Ο εξεταζόμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί, υπό την επίκληση από το Εφετείο παραμόρφωσης των επίμαχων βεβαιώσεων, δεν αποδίδεται σ' αυτό διαγνωστικό σφάλμα, αλλά εκτίμηση του περιεχομένου των εν λόγω βεβαιώσεων διαφορετική από εκείνη που θεωρεί ορθή ο αναιρεσείων, δηλαδή πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση από το Εφετείο της αποδεικτικής αξίας των εν λόγω εγγράφων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), αναφορικά με την κρίση του για την εικονικότητα της επίμαχης δικαιοπραξίας, ανεξάρτητα από το ότι το Εφετείο μόρφωσε την κρίση του αυτή από πλείστα άλλα αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων, έγγραφα) και όχι αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από τα προαναφερόμενα δύο έγγραφα.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 12ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμητων αποδεικτικών μέσων. Ο λόγος αυτός της αναίρεσηςδημιουργείται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά τηνεκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένααποδεικτικά μέσα μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτικήδύναμη από εκείνη που δεσμευτικά γι' αυτό (δικαστήριο) καθορίζει ο νόμος -λ.χ.

στις καταθέσεις των μαρτύρων-,όχι όμως και όταν το δικαστήριο της ουσίας, εκτιμώνταςελεύθερα, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 ΚΠολΔ), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, τα οποίακατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τατελευταία. (ΑΠ 1612/2005, ΑΠ 31/1999, ΑΠ 1376/1996).

Εξάλλου, τα δημόσια έγγραφα, δηλαδή τα έγγραφα, που έχουν συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο μέσα στα όρια της υλικής και τοπικής αρμοδιότητας του, αποτελούν, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 438 ΚΠολΔ, πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται σ' αυτό ότι έγιναν από το πρόσωπο που συνέταξε τα έγγραφα ή ότι έγιναν ενώπιον του (ΑΠ 1612/2005, ΑΠ 1243/1996 και 1265-6/1995, ΑΠ 1698/1980).

Ο αμέσως, όμως, πιο πάνω αναιρετικός λόγος δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, κατά την εκτίμηση του περιεχομένου του (δημόσιου ή ιδιωτικού) εγγράφου, κρίνει ότι το τελευταίο δεν περιέχει στοιχεία που άγουν σε απόδειξη του (αποδεικτέου) θέματος (ΑΠ 562/1985). Τα δημόσια, ειδικότερα, έγγραφα, ως προς τα βεβαιούμενα σ' αυτό γεγονότα ως αληθινά, τα οποία όμως δεν έγιναν από το συντάκτη τους ή δεν έγιναν ενώπιόν του, δεν αποτελούν καθεαυτά, πλήρη απόδειξη, αλλά, εφόσον έχει επιτραπεί η μαρτυρική απόδειξη, λαμβάνονται υπόψη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΑΠ 1612/2005).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν προσέδωσε στην περιεχόμενη στο ...... πωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πειραιά, Κλεοπάτρας Βαρδή - Λατζουράκη, που αποτελεί δημόσιο έγγραφο, κατά την έννοια του άρθρου 438 ΚΠολΔ, δικαιοπρακτική δήλωση της πωλήτριας της περιγραφόμενης σ' αυτό κάθετης ιδιοκτησίας και ήδη αναιρεσίβλητης περί του ότι το συνολικό τίμημα της πώλησης και μεταβίβασης της κυριότητας της τελευταίας στον αγοραστή και ήδη αναιρεσείοντα ανήλθε στο ποσό των 8.000.000 δρχ., το οποίο έδωσε ο αγοραστής και έλαβε η πωλήτρια, όπως δηλώθηκε στη συμβολαιογράφο, "εκτός της παρουσίας της, σε μετρητά", την αυξημένη κατά νόμο (άρθρο 441 παρ. 1 ΚΠολΔ) αποδεικτική δύναμη, αφού η εν λόγω δικαιοπρακτική δήλωση συνιστά σύσταση ή βεβαίωση δικαιοπραξίας (καταβολή τιμήματος πώλησης), αλλιώς έχει άμεση σχέση με το κύριο αντικείμενο του εγγράφου (πώληση και μεταβίβαση), εφόσον αφορά το τίμημα της πώλησης, καθώς και τον τρόπο καταβολής του και, συνακόλουθα, αποτελεί πλήρη απόδειξη, κατά της οποίας επιτρέπεται μεν ανταπόδειξη, αλλά όχι και με μάρτυρες, κατ' εφαρμογή του άρθρου 393 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη όλα τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και το προμνημονευόμενο πωλητήριο συμβόλαιο, το περιεχόμενο του οποίου, ως προς την καταβολή του ποσού τιμήματος της ένδικης πώλησης ακινήτου, ύψους δρχ. 8.000.000, η οποία, όπως δηλώθηκε στη συμβολαιογράφου υλοποιήθηκε "εκτός της παρουσίας της", συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και, ιδιαίτερα, τις καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης, όχι, δηλαδή, ως αποδεικτικό μέσο που, καθεαυτό, οδηγεί σε πλήρη απόδειξη, αλλά προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.

Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ.), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείαςκαι αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεσηαπόδειξη. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον έκτο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περίπτ.

γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις τα σ' αυτόν ειδικότερα μνημονευόμενα έγγραφα δηλαδή: α) το με αριθμό ...... πωλητήριο συμβόλαιο, που προμνημονεύθηκε, β) την ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ένορκη κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης Χρήστου Πολίτη και γ) το με αριθμό ......

πωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Ζαφείρας Σιμοπούλου, που ο αναιρεσείων επικαλέστηκε και παραδεκτά προσκόμισε ενώπιον του, προς απόδειξη των ισχυρισμών του, ότι αυτός κατέβαλε στην αντίδικο του το τίμημα της πώλησης της επίδικης κάθετης ιδιοκτησίας ύψους δρχ. 8.000.000 από δανεισμό και από το τίμημα της πώλησης ιδιόκτητων αυτοκινήτων του και ότι η αντίδικός του κατέβαλε σε μετρητά το πέραν του καλυπτόμενου με τραπεζικό δάνειο τιμήματος της αγοράς από μέρους της της δεύτερης οικίας της ποσό.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος, -προβαλλόμενος επικουρικά ως προς το πρώτο από τα παραπάνω έγγραφα-, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το πιο πάνω Δικαστήριο ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων, "από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ως και τα νομίμως προσκομιζόμενα με επίκληση έγγραφα", σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι στο αιτιολογικό της απόφασης δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για το αν το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τα παραπάνω έγγραφα, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, ότι το εν λόγω Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις τόσο την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης Α, όσο και τα ......

και ...... πωλητήρια συμβόλαια, τα οποία μάλιστα μνημόνευσε ρητά.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-4-2007 αίτηση για αναίρεση της 8210/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 16 Δεκεμβρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιανουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ