Legislator Case Law & Legislation
223/2008 AI generated

223/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 223/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

223/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 131 εδ.β' του ΑΚ συνάγεται ότι η δήλωση είναι άκυρη, αν κατά το χρόνο που έγινε, ο δηλών από τις άνω αιτίες δεν είχε έλλογη κρίση, που να επιτρέπει τον ελεύθερο προσδιορισμό της βούλησης με λογικούς υπολογισμούς και αδυνατεί να διαγνώσει το περιεχόμενο και την ουσία της δικαιοπραξίας που επιχειρεί και τις συνέπειες που θα προκύψουν από αυτή.

Keywords

AI generated
purchasing power offer to contract pension buy-in amount maximum and minimum prices bidder at auction capacity to incur bill liability
AI generated
1802/2007
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Μαϊου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-5-2002 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 21171/2004 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 613/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 29 Μαϊου 2006 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Παναγιωτάκη ανέγνωσε την από 5 Μαίου 2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
1714/2009
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-12-1997 αγωγή των αρχικών διαδίκων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3628/1999 μη οριστική, 6470/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 711/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23-10-2006 αίτησή τoυ. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης ανέγνωσε την από 26-1-2008 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη Χαράλαμπου Παπαηλιού, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης για τους τρίτο και πέμπτο λόγους και να απορριφθεί για τους υπόλοιπους. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
832/2014
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.
1298/2020
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-9-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών.
743/2013
Στοιχεία συμβάσεως πωλήσεως.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 223 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 223/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Φώσκολο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο και Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Στρίμπερη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: Καλλιόπης συζ. Θεοδ. Λουλουδάκη, το γένος Θεοχάρη Μυλωνάκη, κατοίκου Χανίων, ως δικαστικής συμπαραστάτιδας της Ψ1 η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σταμάτη Γρύλλη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-7-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 94/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 208/2006 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10-7-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Θεοχαρίδης ανέγνωσε την από 7-11-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

ΕΠΕΙΔΗ, με τη διάταξη του άρθρου 131 εδ.β' του ΑΚ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 16 του ν. 2447/1996, η οποία εφαρμόζεται εν προκειμένω ως εκ του χρόνου σύστασης της επίδικης έννομης σχέσης ( έτος 2001), ορίζεται ότι: "Η δήλωση της βούλησης είναι άκυρη, αν κατά το χρόνο που έγινε, το πρόσωπο ......βρισκόταν σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του".

Η αντίστοιχη διάταξη του ίδιου άρθρου 131 εδ.β' ΑΚ, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άνω άρθρο 16 του ν. 2447/1996, όριζε ότι, "η δήλωση βούλησης είναι άκυρη, αν κατά το χρόνο που έγινε, το πρόσωπο ..... δεν είχε τη χρήση του λογικού επειδή έπασχε από πνευματική ασθένεια". Στην ανωτέρω λεκτική μεταβολή ο νομοθέτης προέβη (όπως και στην αντίστοιχη νέα διάταξη του άρθρου 1666 ΑΚ για τη δικαστική συμπαράσταση) με το σκοπό χρήσης της ορθής ορολογίας "ψυχική ή διανοητική διαταραχή", αντί της "πνευματικής ασθένειας" και "περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του", αντί της "δεν είχε τη χρήση του λογικού", έτσι ώστε να είναι κατανοητό το κείμενο του νόμου από τους ειδικούς, συγχρόνως όμως να εκφράζουν οι νέοι όροι όλες τις καταστάσεις που στο προϊσχύσαν δίκαιο αποδίδονταν με τους ανωτέρω όρους.

Από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 131 εδ.β' του ΑΚ συνάγεται ότι η δήλωση είναι άκυρη, αν κατά το χρόνο που έγινε, ο δηλών από τις άνω αιτίες δεν είχε έλλογη κρίση, που να επιτρέπει τον ελεύθερο προσδιορισμό της βούλησης με λογικούς υπολογισμούς και αδυνατεί να διαγνώσει το περιεχόμενο και την ουσία της δικαιοπραξίας που επιχειρεί και τις συνέπειες που θα προκύψουν από αυτή.

Η ρύθμιση αναφέρεται στην ανικανότητα κατά τη στιγμή της δήλωσης βουλήσεως για τη συγκεκριμένη δικαιοπραξία που προσβάλλεται εκάστοτε. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (Ολ.

ΑΠ 24/1992). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά : Η Ψ1, που εκπροσωπείται στη δίκη από την αναιρεσίβλητη αδελφή της, η οποία, ως δικαστική συμπαραστάτιδα αυτής, άσκησε την ένδικη αγωγή για αναγνώριση, κατά το άρθρο 131 ΑΚ, της ακυρότητας σύμβασης πωλήσεως και μεταβιβάσεως της κυριότητας ακινήτου, με το υπ' αριθμ. ..........

συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Χανίων Βασιλικής Ορφανουδάκη, που μεταγράφηκε νόμιμα, πώλησε στον εναγόμενο το περιγραφόμενο σ' αυτό ακίνητο, ήτοι τον πρώτο όροφο πενταόροφης οικοδομής, εμβαδού 144τ.μ., κειμένης εντός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου της πόλης των .... και επί της οδού ..... αριθμ. ......., πραγματικής αγοραίας αξίας ( του ορόφου ) 50.000.000 έως 60.000.000 δραχμών, αντί του αληθινού τιμήματος των 23.000.000 δραχμών και όχι του τοιούτου των 30.270.000 δραχμών, που αποτελεί την αντικειμενική αξία του ακινήτου και το οποίο εικονικά αναγράφηκε ως τίμημα στο συμβόλαιο αυτό.

Η ανωτέρω πωλήτρια, Ψ1, όπως διαγνώσθηκε ιατρικώς κατά το έτος 1985, πάσχει από χρόνια από ανίατη παρανοειδή σχιζοθυμική ψύχωση, εξαιτίας της οποίας έκτοτε βρίσκεται υπό ψυχιατρική παρακολούθηση και έντονη φαρμακευτική αγωγή. Για το λόγο αυτό νοσηλεύθηκε επανειλημμένα σε ψυχιατρικές κλινικές και κρίθηκε από την αρμόδια υγειονομική επιτροπή του Ι.Κ.Α.

Χανίων ασφαλιστικώς ανάπηρη σε ποσοστό 67 ο/ο. Κάθε φορά που διέκοπτε την υποδειχθείσα από τους ιατρούς θεραπευτική αγωγή της, η νόσος της παρουσίαζε υποτροπές, οι οποίες χαρακτηρίζονται από κλασσικά σχιζοφρενικά συμπτώματα, καθώς και από συμπτώματα, τα οποία άλλοτε είναι μανιακής και άλλοτε μελαγχολικής μορφής.

Κατά τις φάσεις των μελαγχολικής μορφής συμπτωμάτων αυτή παρουσιάζει, πλην άλλων, και τάσεις αυτοκαταστροφής, συνεπεία των οποίων στο παρελθόν οδηγήθηκε σε απόπειρες αυτοκτονίας, ενώ κατά τις φάσεις των μανιακής μορφής συμπτωμάτων αισθάνεται πολύ ικανή για κάθε ενέργεια και αισιόδοξη για το μέλλον, με αποτέλεσμα να προβαίνει σε πράξεις, τις συνέπειες των οποίων δεν είναι σε θέση να εκτιμήσει.

Από τότε που διαγνώσθηκε η νόσος της, αυτή έπαψε να εργάζεται και κατοικούσε σε ιδιόκτητη κατοικία της στα Χανιά, βοηθούμενη από τις αδελφές της και από οικιακές βοηθούς, τις οποίες προσλάμβαναν εκείνες προς επίβλεψη και εξυπηρέτησή της. Κατά τις υποτροπές της νόσου της, οι οποίες ήταν συχνές και ειδικότερα κατά το στάδιο των μανιακών τάσεων αυτής, έδειχνε μεγάλη αδυναμία στα χρήματα και στις αγοραπωλησίες διαφόρων αντικειμένων, χωρίς να ενδιαφέρεται για τη χρησιμότητα και την αξία τους, είχε συχνές επαφές με ανθρώπους και μπορούσε να αυτοεξυπηρετείται, να μετακινείται, να προβαίνει σε μικροαγορές (από σούπερ μάρκετ κ.λ.π.), να εισπράττει κοινόχρηστα και γενικά να προβαίνει μόνη της στις απλές καθημερινές συναλλαγές, που ήταν αναγκαίες για τη διαβίωσή της.

Ουδέποτε, όμως, αυτή προέβη σε σύνθετη και μεγάλη συναλλαγή, εκτός από την κατάρτιση της υπ' αριθμ. ........ πράξης αποδοχής της συμβολαιογράφου Χανίων Βασιλικής Ορφανουδάκη, με την οποία αποδέχθηκε την επαχθείσα σ' αυτήν κληρονομία της μητέρας της, και του υπ' αριθμ. ........ συμβολαίου της ίδιας συμβολαιογράφου, με το οποίο πώλησε και μεταβίβασε στην αδελφή της ......

το ανήκον σ' αυτήν ποσοστό 56 ο/ο εξ αδιαιρέτου επί ενός υπογείου, ισογείου και πρώτου ορόφου της επί της οδού ... αρ.. των ..... κειμένης οικοδομής της. Οι δικαιοπραξίες, όμως, αυτές, που έγιναν προς το συμφέρον της, διεκπεραιώθηκαν με την επίβλεψη των δύο άλλων αδελφών της, οι οποίες και προέβησαν, για λογαριασμό της, στις σχετικές διαδικαστικές ενέργειες ενώπιον των αρμοδίων υπηρεσιών και επομένως από μόνο το γεγονός της κατάρτισης των δικαιοπραξιών αυτών δεν μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα, ότι η ίδια ήταν σε θέση να προβαίνει μόνη της σε σύνθετες συναλλαγές.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα της πνευματικής κατάστασής της είναι και το γεγονός ότι κατά το χρονικό διάστημα της πώλησης του παραπάνω ακινήτου στον εναγόμενο, αυτή συγκατοικούσε με ένδεκα αλλοδαπούς, χωρίς να αντιμετωπίζει οικονομικά προβλήματα, δεδομένου ότι η ίδια λάμβανε επίδομα από το ΙΚΑ και σύνταξη.

Εξάλλου, προτού υπογραφεί το ως άνω επίμαχο πωλητήριο συμβόλαιο, μία από τις αδελφές της Ψ1 ενημέρωσε τη ρηθείσα συμβολαιογράφο και τον εναγόμενο αγοραστή για την ανικανότητα της πωλήτριας αδελφής της και ζήτησε από αυτούς να μην ολοκληρώσουν την επιχειρούμενη σύμβαση πωλήσεως, πλην όμως εκείνοι αρνήθηκαν.

Μετά από αυτό εκδόθηκε, κατόπιν σχετικής αίτησης των αδελφών της Ψ1, η υπ' αριθμ. 144/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων, με την οποία αυτή τέθηκε σε πλήρη δικαστική συμπαράσταση, ενώ στη συνέχεια το διορισθέν εποπτικό συμβούλιο επέτρεψε ομοφώνως στην ενάγουσα αδελφή της, που ορίσθηκε ως δικαστική συμπαραστάτιδα αυτής, να ασκήσει την ένδικη αγωγή.

Σύμφωνα δε με την ενεργηθείσα στα πλαίσια της δίκης εκείνης ψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη, "η ψυχική κατάσταση της Ψ1 βρέθηκε στις 13-4-2002 βελτιωμένη, παρά το γεγονός ότι εξέφρασε κάποια παρανοϊκά στοιχεία..... Η κατάστασή της θεωρείται ότι οφείλεται στην έντονη και συνεχιζόμενη θεραπεία της, στην οποία υποβλήθηκε, δεν αποκλείεται όμως το ενδεχόμενο της υποτροπής της νόσου ανά πάσα στιγμή, οπότε θα εμφανίσει εκ νέου τα ψυχοπαθολογικά εκείνα συμπτώματα, που την καθιστούν ανίκανη να ενεργεί υπεύθυνα και ανάλογα με τα συμφέροντά της".

Έκτοτε αυτή ακολουθεί φαρμακευτική αγωγή και ως εκ τούτου έχει πλέον περιορισμένη επαφή με ανθρώπους, επικουρείται από οικιακές βοηθούς, συνεχίζει να προβαίνει σε περιορισμένης έκτασης δικαιοπραξίες, συνοδευόμενη από πρόσωπα που την εποπτεύουν, όπως και προηγουμένως. Παρόλα αυτά περιοδικώς εξακολουθεί να έχει ανάγκη νοσηλείας και γι' αυτό νοσηλεύεται στο Θεραπευτήριο Ψυχικών Παθήσεων Χανίων.

Από τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι η Ψ1 κατά το χρόνο κατάρτισης του επίμαχου υπ' αριθμ. ..... πωλητηρίου συμβολαίου (....) έπασχε από την προαναφερόμενη ψυχοδιανοητική νόσο (ανίατη παρανοειδή σχιζοθυμική ψύχωση), η οποία επέφερε σημαντικό περιορισμό στην έλλογη κρίση της και δεν επέτρεπε σ' αυτήν τον ελεύθερο προσδιορισμό της βούλησής της με λογικούς υπολογισμούς και έτσι αυτή αδυνατούσε να διαγνώσει το περιεχόμενο και την ουσία της επιχειρηθείσης από αυτήν ως άνω δικαιοπραξίας (σύμβασης πωλήσεως), καθώς και τις συνέπειες αυτής.

Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε ότι η περιεχόμενη στο πιο πάνω συμβόλαιο σύμβαση πωλήσεως και μεταβιβάσεως ακινήτου, είναι άκυρη, λόγω ανικανότητας της πωλήτριας Ψ1, ακολούθως δε, αφού δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης συμπαραστάτιδάς της και εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε κρίνει αντιθέτως, έκανε δεκτή την ένδικη αγωγή περί αναγνωρίσεως της ακυρότητας του εν λόγω συμβολαίου πωλήσεως.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού για το ουσιώδες ζήτημα της συνδρομής στο πρόσωπο της ανωτέρω πωλήτριας, κατά τον κρίσιμο χρόνο κατάρτισης της επίμαχης σύμβασης πωλήσεως, καταστάσεως ψυχικής και διανοητικής διαταραχής που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής της, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 131 εδ.β' του ΑΚ.

Επομένως οι πρώτος και τρίτος λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους ο αναιρεσείων προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο, σε σχέση με την εφαρμογή της πιο πάνω διάταξης του ΑΚ, στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, περιλαμβάνοντας σ' αυτήν ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Οι ίδιοι λόγοι αναίρεσης, κατά το μέρος που περιέχουν αιτιάσεις για ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης αναφορικά με την ικανότητα της Ψ1 να αυτοεξυπηρετείται και να προβαίνει σε απλές καθημερινές συναλλαγές, αλλά όχι και σε σύνθετες και μεγάλες συναλλαγές, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι οι αιτιάσεις αυτές ανάγονται αποκλειστικά στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού του πορίσματος, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εφόσον το πόρισμα που έχει εξαχθεί από τις αποδείξεις, ότι δηλαδή η ανωτέρω πωλήτρια κατά το χρόνο κατάρτισης του επίμαχου πωλητηρίου συμβολαίου έπασχε από ψυχοδιανοητική νόσο, η οποία περιόριζε σημαντικά την έλλογη κρίση της και δεν επέτρεπε σ' αυτήν τον ελεύθερο προσδιορισμό της βούλησής της με λογικούς υπολογισμούς και έτσι αυτή αδυνατούσε να διαγνώσει το περιεχόμενο και την ουσία της επιχειρηθείσης από αυτήν δικαιοπραξίας, διατυπώνεται με πληρότητα και σαφήνεια στην προσβαλλόμενη απόφαση.

ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 559 αριθ.8 περ.α' ΚΠολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, ή αντένστασης και όχι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.

Α.Π.25/2003 και 3/1997). Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ.8 εδ.α' Κ.Π.ολ.Δ. πλημμέλεια, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο παρά το νόμο δέχθηκε και συνεπώς έλαβε υπόψη την από το άρθρο 131 εδ.α'του ΑΚ αγωγική βάση της ακυρότητας του επίμαχου συμβολαίου πώλησης, τη στηριζόμενη στον ισχυρισμό ότι η πωλήτρια κατά το χρόνο της κατάρτισής του δεν είχε συνείδηση των πράξεών της, ενώ τέτοια βάση δεν περιείχε η ένδικη αγωγή.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος, ως στηριζόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, αφού, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, η αγωγή έγινε δεκτή κατά τη μοναδική βάση αυτής, τη θεμελιούμενη στην περίπτωση β' του άρθρου 131 του ΑΚ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 10-7-2006 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 208/2006 απόφασης του Εφετείου Κρήτης.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Ιανουαρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Φεβρουαρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ