223/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο και Ειρήνη Αθανασίου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated223/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην περίπτωση αυτή η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της πιο πάνω καταστάσεως δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάσταχτες συνέπειες για τον οφειλέτη και να θέτει έτσι σε κίνδυνο την οικονομική υπόσταση της επιχειρήσεώς του, αλλ΄ αρκεί να έχει δυσμενείς απλώς επιπτώσεις στα συμφέροντά του (Ολ.
Full text
Απόφαση 223 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 223/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1΄ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο και Ειρήνη Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ - ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Ανδρέα Πετρόπουλο και Θεοδώρα Ευσταθοπούλου. Των αναιρεσίβλητων: 1) .... , 2) .... και 3) .... . Δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-12-1999 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1204/2000 του ίδιου Δικαστηρίου και 6094/2002 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19-9-2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καράμπελας, διάβασε την από 7-11-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από την αναιρεσείουσα ... , ... και ... εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Αθηνών .... , προκύπτει ότι κατόπιν έγγραφης παραγγελίας του πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσείουσας ακριβές αντίγραφο της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς εμφάνιση κατά τη δικάσιμο της 21-11-2006, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στις αναιρεσίβλητες (άρθρ. 568 παρ. 4, 576 παρ. 2, 126 παρ. 1 εδαφ. α΄, 128 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), οι οποίες όμως, όπως προκύπτει από τα πρακτικά, δεν εμφανίσθηκαν, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας συνεδρίαση, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε κατά τη σειρά του πινακίου. Επομένως, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση παρά την απουσία των αναιρεσιβλήτων.
Κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε της ασκήσεώς του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε, δημιούργησαν στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, σε τρόπο ώστε η μεταγενέστερη άσκησή του, που θα έχει επαχθείς για τον οφειλέτη συνέπειες, να μη δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη τη πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλ' απαιτείται να συντρέχουν επιπρόσθετα ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδρανείας του δικαιούχου η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος που τείνει σε ανατροπή της καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που τίθενται με τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.
Στην περίπτωση αυτή η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της πιο πάνω καταστάσεως δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάσταχτες συνέπειες για τον οφειλέτη και να θέτει έτσι σε κίνδυνο την οικονομική υπόσταση της επιχειρήσεώς του, αλλ΄ αρκεί να έχει δυσμενείς απλώς επιπτώσεις στα συμφέροντά του (Ολ.
Απ 8/2001). Εξάλλου, η μελλοντική άσκηση και από τρίτους παρόμοιων αξιώσεων στην περίπτωση που ευδοκιμήσει η επίδικη δεν συνιστά από μόνη της τις προαναφερόμενες ειδικές περιστάσεις, αφού η ενέργεια αυτή αφορά αποκλειστικά τις συνέπειες που μπορεί να έχει για τον οφειλέτη η ικανοποίηση του ήδη ασκηθέντος δικαιώματος και δεν συνδέεται με τη προηγηθείσα της ασκήσεως του δικαιώματος συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη.
Εάν όμως συντρέχουν οι προερχόμενες από τη συμπεριφορά αυτών ειδικές περιστάσεις, οι ενέργειες των τρίτων, που έχουν ήδη ασκήσει ή αναμένεται βασίμως ότι θα ασκήσουν όμοιες αξιώσεις, μπορούν να ληφθούν υπόψη για την εκτίμηση επαχθών συνεπειών που θα έχει για τον οφειλέτη η ικανοποίηση της επίδικης αξιώσεως, στις περιστάσεις ιδίως που κρίνεται ότι η ικανοποίηση μόνο της επίδικης αξιώσεως δεν θα έχει δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντα του οφειλέτη.
Εν προκειμένω, από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτουν τα εξής : Με την ένδικη αγωγή τους οι αναιρεσίβλητες, που απασχολούντο στην αναιρεσείουσα ως υπάλληλοι με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ζήτησαν να τους καταβληθεί επίδομα για τα ανήλικα τέκνα τους, για τα χρονικά διαστήματα αντιστοίχως 2-2-96 έως 30-4-98, 1-1-94 έως 26-3-98 και 1-1-94 έως 24-3-98, το οποίο η αναιρεσείουσα δεν τους κατέβαλε, επικαλούμενη ότι αυτό καταβαλόταν στους συζύγους τους υπαλλήλους του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα.
Η αναιρεσείουσα προέβαλε παραδεκτά ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων για τη λήψη του ένδικου επιδόματος, ισχυρισθείσα ειδικότερα ότι : 1) από τη γέννηση των τέκνων των αναιρεσιβλήτων (κατά τα έτη 1996, 1982 και 1980 αντίστοιχα) δεν τους κατέβαλε επίδομα τέκνων και ότι αυτές επί μακρά σειρά ετών ουδεμία διαμαρτυρία προέβαλαν για το θέμα αυτό, παρότι η αναιρεσείουσα κάθε μήνα, με το φάκελλο καταβολής των αποδοχών τους τις καλούσε να γνωστοποιήσουν τυχόν αντιρρήσεις τους ως προς το ύψος τούτων. 2) για πρώτη φορά το έτος 1998 οι δύο πρώτες υπέβαλαν δικαιολογητικά για τη χορήγηση επιδόματος τέκνων, ενώ η τρίτη ουδέποτε μέχρι τη συνταξιοδότησή της υπέβαλε παρόμοια δικαιολογητικά. 3) συνεπεία της άνω συμπεριφοράς τους δημιουργήθηκε στην αναιρεσείουσα η πεποίθηση ότι οι αναιρεσίβλητες δεν έχουν καμμία κατ΄ αυτής αξίωση για το εν λόγω επίδομα. 4) σε περίπτωση ευδοκιμήσεως της ένδικης αγωγής, άλλων εκκρεμών και όσων αναμένεται να ασκηθούν σχετικά με την καταβολή του ένδικου επιδόματος (το οποίο διεκδικούν περίπου 4.000 υπάλληλοί της), θα προκληθεί οικονομική επιβάρυνση σ΄ αυτήν τεσσάρων δισεκατομμυρίων δραχμών (4.000 Χ 1.000.000), που θα προκαλέσει τεράστια και ανεπανόρθωτη ζημία στην αναιρεσείουσα, αδυναμία επιχειρησιακής και οικονομικής επιβιώσεώς της, ανατροπή των προϋπολογισμών και του προγράμματος εξυγίανσής της, με περαιτέρω συνέπεια την αναπόφευκτη χρεοκοπία της και την ανεργία 10.000 εργαζομένων σ΄ αυτήν.
Το Πολυμελές Πρωτοδικείο που δίκασε ως Εφετείο έκρινε, ότι από τη μη διατύπωση εγγράφων αντιρρήσεων των αναιρεσιβλήτων ως προς το ύψος των καταβαλλομένων μηνιαίων αποδοχών τους, δεν μπορεί να στηριχθεί εύλογη πεποίθηση της αναιρεσείουσας ότι οι αναιρεσίβλητες δεν θα ασκήσουν την ένδικη αξίωσή τους.
Εξάλλου, σε σχέση με τις επαχθείς οικονομικές συνέπειες που θα έχει για την αναιρεσείουσα η ευδοκίμηση της ένδικης αγωγής, κρίθηκε ότι τούτο δεν θα έχει δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντα της αναιρεσείουσας, ενώ σε σχέση με τις επιπτώσεις της ευδοκιμήσεως των λοιπών ασκηθεισών και μελλουσών να ασκηθούν παρομοίων αγωγών, κρίθηκε ότι δεν προκύπτει η αιτιώδης σχέση μεταξύ της συμπεριφοράς των εργαζομένων και της κακής οικονομικής καταστάσεως της αναιρεσείουσας.
Με την κρίση του αυτή το Πολυμελές Πρωτοδικείο παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και επομένως πρέπει να .γίνει δεκτός, ως βάσιμος ο σχετικός δεύτερος λόγος της αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ.3 K.Πολ.Δ.
βλ. ομοίως ΑΠ 1169, 1031, 1032, 1029/2006) .
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 6094/2002 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1.100) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Δεκεμβρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Φεβρουαρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ