Legislator Case Law & Legislation
2239/2013 AI generated

2239/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2239/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

2239/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως, η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε, ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και τον σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2239 / 2013 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2239/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1) Α. Χ. του Π., κατοίκου ... και 2) Ε. Κ. του Σ., κατοίκου ... οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Γεωργία Βελιτζέλου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Κοινωνικής Πολιτικής Πολιτιστικής Ανάπτυξης και Παιδείας" και τον διακριτικό τίτλο "ΚΟΙ.Π.Π.Α.Π.", καθολικού διαδόχου του Β' ΚΑΠΗ Πτολεμαΐδας, που εδρεύει στην Πτολεμαΐδα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευθύμιο Λιάκο, που δήλωσε στο ακροατήριο την συγχώνευση του αρχικού διαδίκου "Β' ΚΑΠΗ Πτολεμαΐδας" στο νεοσύστατο ΝΠΔΔ "Κοινωνικής Πολιτικής Πολιτιστικής Ανάπτυξης και Παιδείας".

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-5-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κοζάνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 338/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 157/2009 του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 15-7-2010 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 8-2-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης κατά το α' σκέλος αυτού και την απόρριψη αυτού κατά τα λοιπά, καθώς και του δεύτερου λόγου αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669, 672 ΑΚ, 6 του ν. 765/1943 (που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθ. 38 του ΕισΝΑΚ) και 1 ν. 2112/1920 προκύπτει ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι, με τους όρους της συμφωνίας τους, αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας που συμφωνήθηκε και στον μισθό, ανεξάρτητ' από τον τρόπο καθορισμού και καταβολής του και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο οδηγίες, ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής των υπηρεσιών του και ν' ασκεί εποπτεία και έλεγχο για την διαπίστωση της συμμόρφωσής του προς αυτές.

Περαιτέρω προκύπτει, ότι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και τον σκοπό της εργασίας. Αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βεβαίου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βεβαίου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, παύει να ισχύει αυτοδικαίως.

Επομένως, η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε, ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και τον σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της.

Η σύμβαση αυτή παύει αυτοδικαίως, σύμφωνα με το άρθ. 669 § 1 ΑΚ, όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημίωσης. Η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας διακρίνεται από την αναφερομένη στο άρθ. 681 ΑΚ σύμβαση μίσθωσης έργου (επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας), κυρίως διότι με την σύμβαση εργασίας οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην εργασία που θα παρέχεται για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ενώ με την σύμβαση μίσθωσης έργου οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην επίτευξη του συμφωνηθέντος τελικού αποτελέσματος, η πραγμάτωση του οποίου συνεπάγεται την αυτόματη λύση της μεταξύ των συμβαλλομένων συμβατικής σχέσης.

Εξάλλου, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999 (που δημοσιεύθηκε την 10-7-1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10-7-2001) έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την λήψη από τα κράτη μέλη, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής (ρήτρα 5 του παραρτήματος αυτής), η Οδηγία δε αυτή ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με τα ΠΔ 81/2003 και 164/2004, που εφαρμόζεται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον δημόσιο τομέα, η ισχύς των οποίων άρχισε από την δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης την 2-4-2003 και 19-7-2004 αντίστοιχα.

Ανεξάρτητα από την Οδηγία αυτή, στην ελληνική έννομη τάξη η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους, με την προσχηματική επιλογή της σύμβασης εργασίας ορισμένου αντί αορίστου χρόνου, αντιμετωπιζόταν με το άρθ. 8 § 3 ν. 2112/1920 (σε συνδυασμό με τα άρθ. 281, 671 ΑΚ, 25 §§ 1 και 3 του Συντάγματος), το οποίο εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα, και ορίζει ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, αν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από την φύση της σύμβασης, αλλά τέθηκε σκόπιμα προς καταστρατήγηση των διατάξεων του ίδιου νόμου περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής σύμβασης (η οποία είναι, άκυρη, εάν δεν γίνει εγγράφως και δεν καταβληθεί η οφειλομένη γι' αυτήν αποζημίωση, άρθ. 5 ν. 3198/1955).

Η διάταξη αυτή, ενώ αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από την μη τήρηση εκ μέρους του εργοδότη των τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την απόλυση ο ν. 2112/1920, αξιοποιήθηκε γενικότερα για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, με πληρέστερη μάλιστα προστασία έναντι εκείνης της μεταγενέστερης ως άνω κοινοτικής Οδηγίας, εφόσον πρόκειται για διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου που καλύπτουν πραγματικά πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες της υπηρεσίας.

Εξάλλου, ο νομικός χαρακτηρισμός ορισμένης σύμβασης (ή σχέσης) ως σύμβασης εργασίας, αορίστου ή ορισμένου χρόνου, ή ως σύμβασης έργου δεν εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό που δίνουν σ' αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθ. 26 § 3 και 87 § 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο (ΑΕΔ 3/2001, ΟλΑΠ 6/2001) το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στην συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ακριβή (ορθό) νομικό χαρακτηρισμό στην σύμβαση, κρίση η οποία στην συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ.

Η δυνατότητα του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης ως σύμβασης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του δημόσιου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, χωρίς παράλληλα ο ορθός αυτός νομικός χαρακτηρισμός εκ μέρους του δικαστηρίου, όταν συντρέχουν οι προαναφερθείσες ουσιαστικές προϋποθέσεις των καλυπτομένων αναγκών, να συνιστά ανεπίτρεπτη "μετατροπή" του ισχύοντος νομικού καθεστώτος απασχόλησης από ορισμένου χρόνου σε αόριστου (ΟλΑΠ 18/2006).

Συνάγεται περαιτέρω από τα προαναφερθέντα ότι επί διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο, ΟΤΑ και άλλα ΝΠΔΔ πριν από την έναρξη ισχύος (1) της ως άνω Οδηγίας 1999/70/ΕΚ (2) των παραγράφων 7 και 8 του άρθ. 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001, ισχύουν από 18-4-2001 (ΦΕΚ Α' 85/2001) και απαγορεύουν την ακόμη και από το νόμο μονιμοποίηση του προσλαμβανομένου ως άνω προσωπικού ή την μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου και των συμβάσεων έργου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου ακόμη και σε περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου, συνεχίζονται δε και είναι ενεργές και μετά ταύτα και καλύπτουν κατά την φύση τους πάγιες και διαρκείς ανάγκες, και (3) των άρθ. 5 και 11 του ΠΔ 164/2004, που άρχισε να ισχύει από 19-7-2004 και διαγράφει τις προϋποθέσεις μετατροπής των κατά την έναρξη της ισχύος του ενεργών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου, δεν εφαρμόζονται οι ως άνω διατάξεις, διότι αυτές (συμβάσεις εργασίας) είχαν προσλάβει ήδη ενιαία κατά τον χρόνο που εκτείνεται η έννομη σχέση και το αντικείμενό της, δηλ.

και πριν την έναρξη ισχύος των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, τον χαρακτήρα της σύμβασης αορίστου χρόνου κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο της σύναψής τους ως τέτοιων (αορίστου χρόνου), τον οποίο διατηρούν και μετά ταύτα, δηλ. και μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω διατάξεων, ως ενιαίες πλέον συμβάσεις αορίστου χρόνου (ΠλΟλΑΠ 7/2001, ΑΠ 928/2013, 455/2012, 1682/2011), ακόμη και αν κατά την πρόσληψη ή την κατάρτιση των συμβάσεων αυτών παραβιάσθηκαν οι διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας, που διέπει την πρόσληψη ή την κατάρτιση της σύμβασης, των άρθ. 21 ν. 2190/1994 και 6 ν. 2527/1997 (ΑΠ 905/2012), το αυτό δε ισχύει, υπό τις προαναφερόμενες προϋποθέσεις, και όταν μία μόνο (η πρώτη) από τις διαδοχικές αυτές συμβάσεις καταρτίσθηκε πριν από την έναρξη της ισχύος των §§7 και 8 του άρθ. 103 του Συντάγματος (18-4-2001) και της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ (10-7-2001, ΑΠ 928/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείουσες με την από 26-5-2003 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης στρεφομένη κατά του Δήμου Πτολεμαΐδας, που δεν είναι διάδικος στην αναιρετική αυτή δίκη, και κατά του αναιρεσιβλήτου ΝΠΔΔ Β' ΚΑΠΗ Πτολεμαΐδας εξέθεσαν, ότι προσλήφθηκαν από τον ως άνω Δήμο με διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, που χαρακτηρίσθηκαν ως "συμβάσεις έργου" ορισμένης χρονικής διάρκειας, προκειμένου να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στο (δεύτερο) εναγόμενο ΚΑΠΗ, απασχολούμενες με την καθαριότητα του χώρου του, την λειτουργία του κυλικείου του και την φροντίδα των μελών του, έναντι της εκεί αμοιβής, ειδικότερα δε κατά τα χρονικά διαστήματα (α) από 24-7-2000 έως 23-7-2001, εξακολουθώντας να εργάζονται με τους ίδιους όρους και μετά την πάροδο αυτού (β) από 7-9-2001 έως 31-12-2001 (γ) από 12-9-2002 μέχρι 31-12-2002, ενώ στην συνέχεια και σύμφωνα με την 15/27-12-2002 απόφαση του ΔΣ του εναγομένου ΚΑΠΗ εξακολούθησαν να εργάζονται μέχρι την 28-2-2003, όταν το εναγόμενο (ΚΑΠΗ) έπαυσε να δέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες απ' αυτές υπηρεσίες, καταγγέλλοντας έτσι τις συμβάσεις τους ακύρως, λόγω μη τήρησης του εγγράφου τύπου και μη καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης, ότι καθόλο το διάστημα της απασχόλησής τους προσέφεραν τις υπηρεσίες τους με καθεστώς πλήρους πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας (από την Δευτέρα μέχρι την Παρασκευή) και επί 8 ώρες ημερησίως, καλύπτοντας πάγιες, μόνιμες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, αναγόμενες στον ημερήσιο άψογο καθαρισμό του χώρου του, την λειτουργία του κυλικείου του και την μέριμνα των εχόντων ανάγκη βοήθειας μελών του, και υποκείμενες σε πλήρη οικονομική, εργασιακή και νομική εξάρτηση από τον εργοδότη τους, τα όργανα του οποίου καθόριζαν κυριαρχικά και δεσμευτικά γι' αυτές τον τόπο, τον τρόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας τους, ενώ αυτές ήσαν υποχρεωμένες ν' ακολουθούν τις εντολές τους, παρέχοντας εξαρτημένη εργασία, ότι ενόψει των ανωτέρω οι συμβάσεις τους ήταν στην πραγματικότητα εξαρχής συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και ο χαρακτηρισμός αυτών από το εναγόμενο ως "συμβάσεων μίσθωσης έργου" έγινε με σκοπό την καταστρατήγηση των προστατευτικών για τους εργαζομένους διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας και δη του άρθ. 8 ν. 2112/1920.

Με βάση τα περιστατικά αυτά ζήτησαν ν' αναγνωρισθεί ότι η μεταξύ των διαδίκων σχέση ήταν σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και ότι η καταγγελία των συμβάσεών τους ήταν άκυρη, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι ν' αποδέχονται τις υπηρεσίες τους και να καταβάλουν σ' αυτές μισθούς υπερημερίας κ.λπ. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Κοζάνης με την 338/2006 απόφασή του έκρινε νόμιμη την αγωγή (εκτός από το αίτημα καταβολής μισθών υπερημερίας για το μετά την επίδοση της αγωγής διάστημα), την απέρριψε σιωπηρά ως προς τον πρώτο εναγόμενο Δήμο Πτολεμαΐδας και στην συνέχεια την δέχθηκε ως ενμέρει βάσιμη και κατ' ουσίαν ως προς το δεύτερο εναγόμενο ΝΠΔΔ Β' ΚΑΠΗ Πτολεμαΐδας.

Το Εφετείο Δυτ. Μακεδονίας κρίνοντας επί της αγωγής αυτής, ύστερ' από έφεση του αναιρεσιβλήτου ως άνω ΝΠΔΔ, στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του οποίου υποκαταστάθηκε ήδη αυτοδίκαια, εξομοιούμενο με καθολικό διάδοχο, λόγω συγχώνευσης αυτού με άλλα ΝΠΔΔ, το παραστάν κατά την συζήτηση ΝΠΔΔ "Κοινωνικής Πολιτικής Πολιτιστικής Ανάπτυξης και Παιδείας" (με διακριτικό τίτλο ΚΟΙ.Π.ΠΑ.Π.) που συστάθηκε μετά την άσκηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, συνεχιζομένης αυτοδίκαια απ' αυτό της εκκρεμούς δίκης χωρίς ν' απαιτείται δήλωση διακοπής και επανάληψης της δίκης (με αριθ. 84/2011 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου Εορδαίας, ΦΕΚ Β' 1134/3-62011, άρθ. 102, 103 ν. 3852/2010), με την προσβαλλομένη 157/2009 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει απέρριψε ως μη νόμιμη την ένδικη αγωγή δεχθέν ειδικότερα, ότι οι επίμαχες συμβάσεις, αφορώσες πρόσληψη προσωπικού από το εναγόμενο ΝΠΔΔ, σύμφωνα με τα άρθ. 103 §§ 7 και 8 του Συντάγματος και 21 ν. 2190/1994 καταρτίσθηκαν υποχρεωτικά από το νόμο ως ορισμένης διάρκειας, απαγορευομένης της μετατροπής τους σε αορίστου χρόνου, ακόμη και κατά το μεσοδιάστημα από 10-7-2002 (ημερομηνία λήξης της προθεσμίας προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας προς την Οδηγία 1999/70 ΕΚ) έως την έναρξη ισχύος του ΠΔ 164/2004 (19-7-2004), ώστε δεν εφαρμόζεται η διάταξη του άρθ. 8 § 3 ν. 2112/1920, ενώ δεν συντρέχουν ούτε οι προϋποθέσεις του ΠΔ 164/2004 και δεν μπορεί να γίνει λόγος για αδικαιολόγητο καθορισμό των συμβάσεων αυτών ως ορισμένου χρόνου.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, εσφαλμένα εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθ. 103 §§ 7 και 8 του Συντάγματος και 21 ν. 2190/1994 που δεν ήταν εφαρμοστέες, ενώ δεν εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθ. 8 § 3 ν. 2112/1920, που ήταν εφαρμοστέες με αποτέλεσμα να απορρίψει ως μη νόμιμη την αγωγή, η οποία, αντίθετα, ήταν νόμιμη, αφού σύμφωνα με τα εκτιθέμενα σ' αυτήν (α) οι επίδικες διαδοχικές συμβάσεις ήταν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας (β) η πρώτη απ' αυτές καταρτίσθηκε αρχικά την 24-7-2000, πριν δηλ.

από την έναρξη ισχύος των παρ. 7 και 8 του άρθ. 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001 και ισχύουν από 18-4-2001, αλλά και πριν την έναρξη ισχύος της ως άνω Οδηγίας 1999/70/ΕΚ και των άρθ. 5 και 11 ΠΔ 164/2004, συνεχίσθηκαν δε και μετά απ' αυτήν (σε σχέση με τις διατάξεις του Συντάγματος και της Οδηγίας) (γ) κάλυπταν μόνιμες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου (δ) καταρτίσθηκαν ως συμβάσεις ορισμένης διάρκειας, και δη κατ' επίφαση μίσθωσης έργου, προς καταστρατήγηση των προστατευτικών για τους εργαζομένους διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας και ειδικότερα του άρθ. 8 ν. 2112/1920, μη δικαιολογουμένου από την φύση των συμβάσεων του καθορισμού τους ως ορισμένου χρόνου (ε) μπορούσαν, έτσι, να προσλάβουν, ενιαία, πριν από την έναρξη ισχύος των ως άνω συνταγματικών διατάξεων, κατά τον χρόνο που εκτείνονται οι ένδικες έννομες σχέσεις και το αντικείμενό τους, τον χαρακτήρα συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου, τον οποίο διατηρούν και μετά ταύτα ως ενιαίες πλέον συμβάσεις αορίστου χρόνου, ανεξάρτητα από τις ρυθμίσεις του άρθ. 103 §§ 7 και 8 του Συντάγματος και της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, οι οποίες δεν έχουν εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση, παρότι οι σχέσεις εργασίας των αναιρεσειουσών συνεχίζονταν ακόμη και ήταν ενεργές κατά την προαναφερθείσα έναρξη της ισχύος τους.

Επομένως, κατά παραδοχή ως βασίμου του συναφούς με στοιχ. Ι λόγου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης από το άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ για ευθεία παραβίαση των ως άνω διατάξεων καθώς και των διατάξεων του άρθ. 5 ν. 3198/1955, πρέπει ν' αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, που χρειάζεται διευκρίνιση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση, εφόσον είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (άρθ. 580 § 3 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθ. 65 § 1 ν. 4139/2013), παρελκούσης της έρευνας του με στοιχ.

ΙΙ λόγου αναίρεσης, που είναι σε κάθε περίπτωση απαράδεκτος, αφού αφορά την (μη ερευνηθείσα) ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής. Τέλος, το αναιρεσίβλητο πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 157/2009 απόφαση του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Νοεμβρίου 2013. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Δεκεμβρίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ