Supreme Court dismisses appeal against indictment for theft, rejecting personal appearance request as facts are fully stated.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's indictment for joint theft and rejected his request for personal appearance. The appellant argued the indictment lacked specific reasoning and contained procedural errors regarding dates, while the prosecution contended the facts were clearly established. The court ruled that the indictment provided sufficient detailed reasoning and that the appellant had already fully articulated his arguments in the written appeal, rendering a personal hearing unnecessary.
Legislator headnote
AI generatedArticles 484 and 485 of the Code of Criminal Procedure; An appeal against an indictment is admissible if the indictment lacks specific reasoning, but a request for personal appearance must be rejected if the appellant has already fully and clearly stated the grounds for appeal in the written petition.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2239 / 2006 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 2239/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Πολύκαρπο Βούλγαρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Κιτρίδη - Εισηγητή και Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 8 Δεκεμβρίου 2006, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου X1, περί αναιρέσεως του με αριθμό 359/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Χ2 και με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1.
.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτό και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Ιουλίου 2006 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1390/2006.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 493/9.11.2006 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Φ έ ρ ο μ ε ν ενώπιον του Δικαστηρίου υμών, συμφώνως με το άρθρον 485 παρ. 1 Κ.Π.Δ., την παραδεκτώς, κατά τας διατάξεις των άρθρων 465 παρ. 1, 473 παρ. 1, 474, 482 παρ. 1 και 484 παρ. 1 στοιχ.
α΄, β΄ και δ΄ ιδίου Κώδικος, ασκηθείσαν υπό του κατηγορουμένου Χ1, από 7 Ιουλίου 2006 αίτησιν αναιρέσεως, κατά του υπ΄αριθμ. 359/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτομεν τα εξής: Ι. Δια του πληττομένου βουλεύματος εγένετο κατ΄ουσίαν δεκτή η έφεσις του πολιτικώς ενάγοντος Ψ1 , κατά του υπ΄αριθμ. 2880/2005 απαλλακτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, εξηφανίσθη το βούλευμα τούτο και παρεπέμφθησαν ο αναιρεσείων και ο συγκατηγορούμενός του Χ2 ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, δια να δικασθούν δι΄υπεξαίρεσιν κατά συναυτουργίαν αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, που το είχον εμπιστευθή εις αυτούς λόγω της ιδιότητός των ως εντολοδόχων.
Κατά του βουλεύματος τούτου παραπονείται ήδη ο αναιρεσείων κατηγορούμενος δια της ενδίκου αιτήσεώς του, προβάλλων τους υπό του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. α΄, β΄ και δ΄ λόγους αναιρέσεως,
ΙΙ. Το αίτημα του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου περί αυτοπροσώπου εμφανίσεώς του ενώπιον του Συμβουλίου υμών προς παροχήν διασαφήσεων (άρθρα 309 παρ. 2 και 485 παρ. 1, 3 και 4 Κ.Π.Δ.) πρέπει να απορριφθή ως ουσιαστικώς αβάσιμον, αφού εις την προαναφερθείσαν αίτησιν αναιρέσεως εκτίθενται με σαφήνειαν και πληρότητα, αι πλημμέλειαι που αποδίδονται δια των προβαλλομένων λόγων αναιρέσεως εις το πληττόμενον βούλευμα (Α.Π. 859/2004 Ποιν Δικ 2004 σελ. 1057 κ.ά.),
ΙΙΙ. ΄Ελλειψις της απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος, η οποία ιδρύει τον υπό του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. δ΄ Κ.Π.Δ. προβλεπόμενον λόγον αναιρέσεως, υπάρχει όταν εις το βούλευμα του Συμβουλίου δεν εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνειαν και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκρισιν ή την προανάκρισιν, σχετικώς με την αποδιδομένην εις τον κατηγορούμενον αξιόποινον πράξιν, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και αι σκέψεις με τας οποίας έκρινεν, ότι υπάρχουν αποχρώσαι ενδείξεις δια την παραπομπήν του κατηγορουμένου εις το ακροατήριον (Α.Π. 572/2005 Π Λογ 2005 σελ. 521 κ.ά.).
Εσφαλμένη δε ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδη εις αυτήν διαφορετικήν έννοιαν από εκείνην που πραγματικώς έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται εις την περίπτωσιν που ο δικαστής δεν υπήγαγεν ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που εδέχθη ότι προέκυψαν, εις την ουσιαστικήν ποινικήν διάταξιν που εφηρμόσθη.
Περίπτωσις εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που αποτελεί λόγον αναιρέσεως, υπάρχει και όταν η παραβίασις εγένετο εκ πλαγίου. Η παραβίασις αυτή υπάρχει, όταν εις το πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται εις τον συνδυασμόν του αιτιολογικού και του διατακτικού και ανάγεται εις τα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος δια το οποίον πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειαι, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να μη είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (Α.Π. 572/2005 ενθ.
αντω. κ.ά.), IV. Επειδή, υπό των διατάξεων του άρθρου 375 παρ. 1 και 2 Π.Κ. όπως η παρ. 2 αντικατεστάθη δι΄άρθρου 1 παρ. 9 ν. 2408/1996, προκύπτει ότι, δια την στοιχειοθέτησιν του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως απαιτείται αντικειμενικώς μεν ιδιοποίησις, άνευ δικαιώματος, ξένου ολικώς ή μερικώς κινητού πράγματος περιελθόντος εις την κατοχήν του δράστου καθ΄οιονδήποτε τρόπον, υποκειμενικώς δε δόλος του δράστου ενέχοντος την γνώσιν, ότι το πράγμα που κατέχει είναι ξένον, καθώς και την θέλησίν του να ενσωματώση αυτό εις την περιουσίαν του.
Η υπεξαίρεσις προσλαμβάνει κακουργηματικόν χαρακτήρα (παρ. 2), όταν το αντικείμενόν της είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας και επί πλέον συντρέχει εις το πρόσωπον του υπαιτίου οιαδήποτε εκ των περιοριστικώς εις το ανωτέρω άρθρον προβλεπομένων καταστάσεων ή ιδιοτήτων, όπως και εκείνη του εντολοδόχου (Α.Π. 1320/2005 Ποιν Δικ 2006 σελ. 120 κ.ά.), V.
Εις την προκειμένην περίπτωσιν το Συμβούλιον Εφετών, που εξέδωσε το πληττόμενον βούλευμα, εδέχθη κατά την ανέλεγκτον περί πραγμάτων κρίσιν του, ότι από την εκτίμησιν των αναφερομένων αποδεικτικών στοιχείων, ήτοι ανωμότου καταθέσεως του πολιτικώς ενάγοντος, μαρτυρικών καταθέσεων, εγγράφων της δικογραφίας, απολογιών των κατηγορουμένων, προφορικών διασαφήσεων των διαδίκων ενώπιόν του, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Στις αρχές του έτους 2002 ο μηνυτής Ψ1 είχε στην κυριότητά του το 1/2 εξ αδιαιρέτου του υπ΄αριθμ. κυκλ. ..... ΔΧΕ αυτοκινήτου (ταξί) κατασκευής εργοστασίου MERCEDES μοντέλο 1982. Συγκύριος του υπολοίπου 1/2 εξ αδιαιτέρου του ως άνω ΔΧΕ αυτοκινήτου, ήταν ο Φ1 ο οποίος κατά τον χρόνο αυτό εργαζόταν ως ναυτικός σε εμπορικά πλοία.
Κάτοικος ..... ο μηνυτής και όντας κάτοχος πτυχίου Θεολογίας, έψελνε σε ναό της ενορίας του και γνώριζε τον 1° των κατηγορουμένων Χ2 διατηρούντα στην Αθήνα και επί της οδού ..... εμπορική επιχείρηση-γραφείο Εισαγωγών-Εμπορίας-Μεσιτείας ΔΧΕ αυτοκινήτων (βλ. την προσκομισθείσα από τον μηνυτή μετ' επικλήσεως φωτογραφία της επιχείρησης), όπου υπό την ιδιότητα του ψάλτη, συνόδευε τον ιερέα, κάθε φορά που τον καλούσε, στο ως άνω γραφείο-κατάστημά του, ο ίδιος ή ο πατέρας του, για να κάνει αγιασμό.
Επιδιώκοντας δε τον διορισμό του ως θεολόγου στο Δημόσιο, εν αναμονή του οποίου βρισκόταν κατά το επίδικο διάστημα (αρχές 2002), και ενδιαφερόμενος να πωλήσει το ποσοστό του 1/2 εξ αδιαιρέτου κατά το οποίο ήταν συγκύριος του προαναφερομένου ΤΑΞΙ, απευθύνθηκε στον 1° των κατηγορουμένων, λόγω της σχετικής ενασχόλησής, του στην πιο πάνω επιχείρηση του.
Όμως η ως άνω επιχείρηση αντιμετώπιζε κατά το χρονικό αυτό διάστημα σοβαρά οικονομικά προβλήματα [βλ. προσκομισθέντα φωτοαντίγραφα των εναντίον του 1ου των κατηγορουμένων μόνο ή και του πατέρα του, μηνύσεων των .... κατά των πατρός και υιού (Χ2, Ζ1) και Ζ3 , καθώς και αγωγής του .... και τέλος της υπ'αριθμ. 22722/2004 απόφασης του Μον.
Πλημ. Αθηνών με την οποία κηρύχθηκε ένοχος έκδοσης .... ακάλυπτης επιταγής ποσού 73.367 € πληρωτέας στη ΛΑΪΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ και καταδικάστηκε σε φυλάκιση 2 ετών και χρηματική ποινή 10.000 €]. Συγχρόνως το ΤΑΞΙ "βρισκόταν στην κατοχή του συνεταίρου του μηνυτή, Φ1 με τον οποίο ο μηνυτής είχε χάσει επαφή και ως εκ τούτου έπρεπε να επιδιώξει την επικοινωνία μαζί του και την μετά από συνεννόηση και συμφωνία παράδοση προς πώληση του αυτοκινήτου.
Έτσι, ο 1ος κατηγορούμενος, αφού επικοινώνησε με τον 2° των κατηγορουμένων Χ1 με τον οποίο γνωριζόταν και συνεργαζόταν επαγγελματικά και ο τελευταίος εξεδήλωσε ενδιαφέρον για την εν λόγω αγορά, ενημέρωσε τον μηνυτή σχετικά και του συνέστησε α απευθυνθεί για το σκοπό αυτό (δηλαδή για τη μεσολάβηση στην πώληση του ΤΑΞΙ) σ'εκείνον (Χ1), διαβεβαιώνοντας τον ότι ο Χ1 είναι φερέγγυος επαγγελματίας, και ότι από την πώληση του 1/2 της αδείας και του αυτοκινήτου θα εισέπραττε ποσό 74.000 € (βλ.
την από 4-11-2004 ένορκη ενώπιον του ανακριτή κατάθεση του πατέρα του μηνυτή, Ζ2 ), πρόταση που ο μηνυτής δέχθηκε. Ο 2ος των κατηγορουμένων Χ1, ήταν έμπορος και μίσθωνε επί της οδού ..... στην Αθήνα κατάστημα-γραφείο, ιδιοκτησίας .... όπου λειτουργούσε επιχείρηση του με αντικείμενο εμπορικής δραστηριότητας την αγορά-πώληση και ανταλλαγή ΔΧΕ αυτοκινήτων (βλ.
το υπ'αριθμ. 7008/22-7-2002 πληρεξούσιο πώλησης αυτοκινήτου της Συμβ/φου Αθηνών Μαρίας Δημ. Σωτηροπούλου). Παράλληλα επεδίωκε (ο 1ος κατηγορούμενος) την ανεύρεση και επικοινωνία με το συνεταίρο του μηνυτή, τον οποίο πράγματι εντόπισε, επικοινώνησε μαζί του και αφού πληροφορήθηκε ότι και εκείνος ενδιαφερόταν για την πώληση του ποσοστού του επί του ΤΑΞΙ, μετά από συνεννόηση μαζί του, παρέλαβε απ' αυτόν το ΤΑΞΙ (βλ.
την από 10-11-2004 ενώπιον του ανακριτού απολογία του), το οποίο παραδόθηκε στον 2° κατηγορούμενο Χ1 και στις 22-7-2002 συνετάγη στο επί της οδού .... γραφείο του τελευταίου, το υπ'αριθμ. 7008/22-7-2002 πληρεξούσιο πώλησης αυτοκινήτου της προαναφερομένης Συμβ/φου. Με το πληρεξούσιο αυτό ο μηνυτής έδωσε την εντολή να προβούν στην πώληση του αναλογούντος σ'αυτόν ποσοστού επί του εν λόγω αυτοκινήτου στους : 1) 2° τον κατηγορουμένων Χ1 και 2) στον Φ3 αυτοκινητιστή επίσης, μετερχόμενο το ίδιο με τον 2° των κατηγορουμένων επάγγελμα και διατηρούντα ομοία επιχείρηση, στο επί της οδού ....
γραφείο του, στο οποίο όπως εκτίθεται κατωτέρω, συνετάγη το υπ'αριθμ. 7086/1-8 2002 πληρεξούσιο της ίδιας Συμβ/φου, κατά τα σ'αυτό το πληρεξούσιο βεβαιούμενα. Συνεταϊρος του 2ου των κατηγορουμένων κατ' εκείνο το χρόνο, ήταν ο Φ2 (βλ. ένορκη εξέταση του στις 2-11-2004 ενώπιον του 22ου Ανακριτή). Σε σχέση με τη δοθείσα με το πληρεξούσιο αυτό εντολή πώλησης του ταξί, πρέπει να σημειωθούν τα εξής: 1) στο εν λόγω πληρεξούσιο (7008/22-7-2002), ο μηνυτής-εντολέας δίνει στους προαναφερόμενους εντολοδόχους κατοίκους Αθηνών (....
και οι δύο κατά τα βεβαιούμενα στο ως άνω πληρεξούσιο) την εντολή να πωλήσουν τό ποσοστό του επί του ως άνω ΤΑΞΙ, μαζί και οι δύο ή ο καθένας χωριστά, σε οποιονδήποτε τρίτο ή με αυτοσύμβαση, με οποιουσδήποτε όρους, συμφωνίες και τίμημα, 2) δεν γίνεται κανένας λόγος για το τίμημα ή για σχετική συμφωνία, 3) η εντολή που δόθηκε ήταν ανέκκλητη, και 4) 2ος εντολοδόχος στο ως άνω πληρεξούσιο δεν ήταν ούτε ο 1ος κατηγορούμενος, ούτε ο συνεταίρος του 2ου κατηγορουμένου Χ1, Φ2 , αλλά ο Φ3 , ο οποίος ως προεκτίθεται διατηρεί επιχείρηση με ίδιο επαγγελματικό αντικείμενο εμπορίας (κατ' ουσίαν, ανταγωνιστική εκείνης του Χ1 ), τον οποίο, δεν αποδείχθηκε από κανένα στοιχείο της δικογραφίας ότι γνώριζαν ο μηνυτής ή ο συνεταίρος του οι οποίοι έδωσαν και σ'αυτόν εντολή και δή ανέκκλητη πώλησης του αυτοκινήτου τους.
Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι ο μηνυτής τον μόνο που γνώριζε ήταν ο 1ος κατηγορούμενος, ο οποίος ουσιαστικά διαμεσολάβησε στην πώληση του ΤΑΞΙ και διαβεβαίωσε το μηνυτή ότι από την πώληση του 1/2 της αδείας και του αυτοκινήτου θα εισέπραττε ποσό 74.000 €. Στη συνέχεια, την 1η Αυγούστου 2002 και στο επί της οδού ....
γραφείο του Φ3, που ανήκει στην ιδιοκτησία του, συντάσσεται από την ίδια Συμβ/φο το υπ'αριθμ. 7086/1-8-2002 πληρεξούσιο πώλησης, με το οποίο ο συνεταίρος του μηνυτού, Φ1 παρέχει την ίδια και ομοίου περιεχομένου (με την παρασχεθείσα από τον μηνυτή) εντολή πώλησης του ανήκοντος σ'αυτόν υπολοίπου 1/2 εξ αδιαιρέτου του ταξί, στους 1) Φ3 και 2) Χ1 Δυνάμει των ως άνω πληρεξουσίων και σε εκτέλεση της ανατεθείσης με αυτά εντολής συντάσσεται απ "την ίδια Συμβ/φο, στο επί της οδού ....
γραφείο, ιδιοκτησίας του Φ3 , (το οποίο στο συμβόλαιο αυτό αναφέρεται ως γραφείο του Χ1 ενώ στο υπ'αριθμ. 7086/1-8-2002 πληρεξούσιο, το επί της οδού .... γραφείο, αναφέρεται ως γραφείο του Φ3 , ιδιοκτησίας του ίδιου) το υπ'αριθμ. 7111/6-8-2002 συμβόλαιο-πωλητήριο αυτοκινήτου, στο οποίο συνεβλήθησαν αφ' ενός μεν ο 2ος των κατηγορουμένων Χ1 , ενεργών ως πληρεξούσιος των συνιδιοκτητών του ταξί, Ψ1 (μηνυτού) και Φ1 και αφ' ετέρου, οι αυτοκινητιστές στο επάγγελμα, (αναφέρονται 2) οι οποίοι αγόρασαν, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος το εν λόγω ταξί από τους πωλητές ιδιοκτήτες του, αντί αναγραφομένου στο εν λόγω πωλητήριο, τιμήματος των 2.060 €, πραγματικά καταβληθέντος όμως τιμήματος ποσού 74.000 €, γεγονός που γνώριζε εξ αρχής ο 1ος των κατηγορουμένων, αγνοούσε όμως ο μηνυτής, στον οποίο αποδείχθηκε ότι δεν κατεβλήθη το εισπραχθέν τίμημα της πώλησης του συμφωνηθέντος, εισπραχθέντος, αναλογούντος και οφειλομένου σ'αυτόν ποσοστού του πωληθέντος, την 6-8-2002 ταξί.
Πληροφορήθηκε δε, τον Νοέμβριο του 2002, από τον 1° κατηγορούμενο ότι το ταξί είχε πωληθεί τον Αύγουστο του ίδιου έτους, σε μια από τις συχνές επισκέψεις του στο γραφείο του 1ου κατηγορουμένου, καθόλο το διάστημα που είχε μεσολαβήσει μέχρι τότε από της υπογραφής του ως άνω πληρεξουσίου (7008/2002), και κατά το οποίο βρισκόταν εν αναμονή της πώλησης του ταξί και της εντεύθεν καταβολής σ'αυτόν από τους κατηγορουμένους του οφειλομένου τιμήματος.
Επί πλέον δε, αντί του πραγματικώς καταβληθέντος τιμήματος των 74.000 €, του εμφάνισε (ο 1ος κατηγορούμενος) ως καταβληθέν τίμημα το ποσό των 52.824 €. Για να καθησυχάσει δε τον μηνυτή και να διασκεδάσει την ανησυχία του όταν του ζήτησε το τίμημα της πώλησης, παρά την ύπαρξη της επικαλούμενης και από τους δύο κατηγορούμενους εξοφλητικής απόδειξης (22-7-2002), συνέταξε το από 29-11-2002 ιδιωτικό συμφωνητικό, το οποίο και υπέγραψε ο ίδιος (ο 1ος κατηγορούμενος) και ως μάρτυρες, ο πατέρας του και ο πατέρας του μηνυτή (Ζ1 και Ζ2 αντίστοιχα).
Από το ιδιωτικό υμφωνητικό αυτό και παρά τη σκόπιμη ασάφεια του περιεχομένου του, αποδεικνύονται αληθείς οι ισχυρισμοί του μηνυτού τόσο ως προς την, μη καταβολή προς αυτόν, από τους κατηγορούμενους, του οφειλομένου σ'αυτόν τιμήματος πώλησης του ταξί, όσο και ως προς το ότι, την εν λόγω απόδειξη την υπέγραψε μαζί με το υπ'αριθμ. 7008/22-7-2002 πληρεξούσιο, χωρίς έλεγχο του περιεχομένου της, λόγω της απόλυτης εμπιστοσύνης προς το πρόσωπο του 1ου κατηγορουμένου, η οποία (απόλυτη εμπιστοσύνη) αφ'ενός μεν επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι δίνει την εντολή πώλησης του ταξί, όχι στον 1° κατηγορούμενο, αλλά στους υποδειχθέντες απ' αυτόν και εντελώς αγνώστους σ'εκείνον Χ1 (2° κατηγορούμενο) και Φ3 αφ'ετέρου δε δικαιολογεί και την άνευ ουσιαστικού ελέγχου υπογραφή τόσο του πληρεξουσίου όσο και της σχετικής εξοφλητικής αποδείξεως.
Πράγματι, στην επίδικη και υπογραφείσα από τον μηνυτή από 22-7-2002 έντυπη κατά το κύριο μέρος της, απόδειξη είσπραξης ποσού 52.824 €, το οποίο είχε τεθεί αριθμητικώς και ιδιοχείρως, το μεν δεν αναφέρεται ολογράφως κανένα ποσό ως συμφωνηθέν, το δε, στο έντυπο τμήμα της, περιλαμβάνεται ειδική συμφωνία περί του ότι θα παραμείνει στον πληρεξούσιο του μηνυτή, το επί πλέον του συμφωνηθέντος ποσού, άν το αυτοκίνητο πωληθεί σε τιμή ανώτερη της συμφωνηθείσης, ενώ στην αντίθετη περίπτωση πώλησης σε κατώτερη τιμή, η διαφορά θα είναι σε βάρος του πληρεξουσίου (εντολοδόχου).
Παρά δε το ότι η εν λόγω απόδειξη συνετάγη και υπεγράφη αυθημερόν της υπογραφής του πιο πάνω πληρεξουσίου (22-7-2002) και κατά τους ισχυρισμούς των κατηγορουμένων και του συνεταίρου του 2ου εξ αυτών Φ2 το ποσό των 52.824 €, κατεβλήθη από τον 2° κατηγορούμενο στον μηνυτή προ της υπογραφής του ως άνω πληρεξουσίου, στο τελευταίο δεν γίνεται αναφορά στο ουσιαστικό περιεχόμενο της εν λόγω αποδείξεως, δηλαδή στην καταβολή του συμφωνηθέντος τιμήματος στον μηνυτή και στην εξόφληση του τελευταίου -έστω και χωρίς αναφορά του καταβληθέντος ποσού- και δίδεται από τον μηνυτή η σχετική εντολή πώλησης σε δύο πληρεξουσίους, και όχι στον αναφερόμενο στην απόδειξη ως καταβάλλοντα το ποσό, 1° των πληρεξουσίων και εντολέων του μηνυτή, 2° κατηγορούμενο.
Στο δε προαναφερόμενο ιδιωτικό συμφωνητικό που συντάχθηκε από τον 1° κατηγορούμενο και υπογράφηκε και απ' αυτόν, μετά την πάροδο τριμήνου από της πώλησης του ταξί, αναφέρονται, ως συμφωνηθέντα τα εξής: Στην πρώτη παράγραφο : "Ο Ψ1 πούλησε μια άδεια ταξί Αθηνών ιδιοκτησίας του κατά 50% μαζί με ένα παλαιό αυτοκίνητο μάρκας ΜΕRCEDE5 μοντέλο 1980 ".
Η παράγραφος αυτή, που κατ' ουσίαν βεβαιώνει ότι την πώληση του ταξί, γεγονός γνωστό στον 1° κατηγορούμενο, αγνοούσε ο μηνυτής, δεν θα υπήρχε λόγος να συμπεριληφθεί στο εν λόγω συμφωνητικό, αν ο χρόνος πώλησης ήταν γεγονός γνωστό και στον μηνυτή και δεν συνείχετο, - όπως ισχυρίζεται μέχρι σήμερα συνεχώς ο μηνυτής- με το θέμα της καταβολής σ'αυτόν του οφειλομένου τιμήματος, ισχυρισμοί του, που εμμέσως αποδεικνύονται και από το ότι ο 1ος κατηγορούμενος που συνέταξε το συμφωνητικό περιέλαβε σ' αυτό και τα διαλαμβανόμενα ασαφώς σ'αυτή την παράγραφο.
Στη δεύτερη παράγραφο : "Έναντι των χρημάτων της αδείας ο Ψ1 τα χρήματα τα παραχώρησε στον Χ2 να τα εκμεταλλευθεί και να αποδίδει στον Ψ1 το ποσόν 650 € εξακόσια πενήντα ευρώ. Το ποσόν που αξίζει η άδεια του ταξί και το παλαιό αυτοκίνητο είναι 52.824 € πενήντα δύο χιλιάδες οχτακόσια είκοσι τέσσερα ευρώ." Και απ' αυτή την παράγραφο του παραπάνω συμφωνητικού, παρά την σκόπιμη ασάφεια της, (αφού δεν προσδιορίζει το προτασσόμενο σ' αυτήν "έναντι", ούτε τον χρόνο παράδοσης των χρημάτων ούτε την αιτία, ούτε τον τρόπο εκμετάλλευσης, ούτε τον χρόνο έναρξης της μηνιαίας καταβολής στον μηνυτή του ποσού των 650 €), αποδεικνύονται εμμέσως οι ισχυρισμοί του μηνυτή, περί του ότι το συμφωνηθέν τίμημα ήταν μεγαλύτερο του αναφερομένου στο συμφωνητικό, περί μη καταβολής του οφειλομένου σ΄αυτόν από τους κατηγορουμένους ποσού, περί του ύψους του αναφερομένου στην πιο πάνω από 22-7-2002 απόδειξη είσπραξης, ως συμφωνηθέντος και καταβληθέντος σ΄αυτόν απ΄ τον 2ο των κατηγορουμένων και πληρεξούσιο του μηνυτού ποσού, και εντεύθεν και περί της υπογραφής της εν λόγω αποδείξεως, άνευ ελέγχου του περιεχομένου της.
Στην τρίτη παράγραφο: "Το ποσόν των 650 € θα αποδίδεται στον Ψ1 έως ότου να του δοθεί πίσω το παλαιό αυτοκίνητο και η μισή άδεια ταξί ή τα χρήματα της αξίας των, δηλ. 52.824 € πενήντα δύο χιλιάδες οχτακόσια είκοσι τέσσερα ευρώ". Και από την παράγραφο αυτή, του επιδίκου συμφωνητικού, το οποίο σημειωτέον συντάχθηκε από έμπορο αυτοκινητιστή τελούντα εν γνώσει της ήδη λαβούσης χώρα μεταβίβασης του ταξί, αποδεικνύονται οι ως άνω ισχυρισμοί του μηνυτή, αφού η πρόβλεψη της απόδοσης του αυτοκινήτου και της αδείας του δεν συμπορεύεται με το αναφερόμενο στο σχετικό συμφωνητικό γεγονός της πώλησης του αυτοκινήτου σε τρίτους, ούτε με τον προβαλλόμενο και από τους δύο κατηγορουμένους ισχυρισμό, ότι ο μηνυτής εισέπραξε προκαταβολικά από τον Χ1 (2ο κατηγορούμενο) το ποσό των 52.824 € ως τίμημα πώλησης του αυτοκινήτου, και ως εκ τούτου η περί αυτών ένορκη κατάθεση του συνεταίρου του 2ου κατηγορουμένου, Φ2 δεν κρίνεται πειστική αντικρουόμενη και από τα παραπάνω.
Πλέον αυτών όμως στην παράγραφο αυτή γίνεται προσπάθεια (απ΄τον συντάκτη του 1ο κατηγορούμενο) αφ΄ενός μεν να εμφανισθεί, ως συμφωνηθέν γεγονός μάλιστα, ότι η έναρξη της υποχρέωσης καταβολής στον μηνυτή του ποσού των 650 € αρχίζει με και από της υπογραφής του συμφωνητικού αυτού, (με τη λέξη "θα αποδίδεται") και από όχι από προηγούμενο χρόνο (ενδεχομένως από την πώληση του ταξί αφ΄ότου οφειλόταν από τους κατηγορούμενος το παραπάνω ποσό) και αφ΄ετέρου ότι, από της υπογραφής του ως άνω συμφωνητικού, - με δεδομένη την μεταβίβαση του ταξί και της αδείας του - κατ΄ουσίαν αναλαμβάνει ο 1ος κατηγορούμενος την υποχρέωση απόδοσης στον μηνυτή του ποσού των 52.824 €, επιπρόσθετα δε, και την υποχρέωση καταβολής μέχρι του χρόνου απόδοσης, ποσού 650 € μηνιαίως, στον μηνυτή.
Από την, με το ως άνω συμφωνητικό, ανάληψη από τον 1ο κατηγορούμενο της υποχρέωσης απόδοσης του τιμήματος του ταξί, αλλά και από το όλο αποδεικτικό υλικό και κυρίως από την ακολουθηθείσα διαδικασία πώλησης του ταξί που αποδείχθηκε (μη πληρεξουσιότητα προς τον 1ο κατηγορούμενο, αλλά εντολή προς τους προαναφερομένους αγνώστους στον μηνυτή αυτοκινητιστές, ασάφεια των ισχυρισμών των κατηγορουμένων και του συνεταίρου του 2ου εξ αυτών, Φ2 υπογραφή των δύο πληρεξουσίων πώλησης του ταξί σε διαφορετικό γραφείο για τον κάθε συνεταίρο) αλλά και τα όσα συνάγονται από την πρόταξη της λέξεως "έναντι" στη 2η παράγραφο του ως άνω συμφωνητικού, διαφαίνεται η ύπαρξη συμφωνίας μεταξύ των δύο κατηγορουμένων, της οποίας το περιεχόμενο δεν αποδείχθηκε μεν, πλην όμως συνάγεται εμμέσως ότι αφορά στον τρόπο καταβολής του τιμήματος πώλησης και το ύψος του τιμήματος, το οποίο εισέπραξε από την πώληση του 1/2 εξ αδιαιρέτου του ταξί ο Χ1 (2ος κατηγ).
Το τίμημα αυτό ανέρχεται δε, όχι σ' εκείνο των 52.824 €, όπως ισχυρίζονται οι κατηγορούμενοι, αλλά στο ποσό των 74.000 €, το οποίο και είχε συμφωνηθεί και ανταποκρινόταν στην αγοραία αξία του πωληθέντος 1/2 του ταξί (βλ. τις προαναφερόμενες μηνύσεις και αγωγές κατά των Χ2 και Ζ1 ) το οποίο όμως δεν απέδωσε στο μηνυτή, ως ώφειλε, κανείς από τους κατηγορουμένους, οι οποίοι το ιδιοποιήθηκαν παράνομα, υπό την προεκτεθείσα ιδιότητα τους.
Ο 1ος·κατηγορούμενος στην από 10-11-2004 απολογία του ενώπιον του 22ου Ανακριτή, η οποία δόθηκε δύο χρόνια μετά τη σύνταξη του παραπάνω ιδιωτικού συμφωνητικού ισχυρίζεται ότι την ημέρα υπογραφής του υπ'αριθμ. 7008/22-7-2002 πληρεξουσίου πώλησης του μεριδίου του μηνυτού, κατεβλήθη το ποσό των 52.824 € στον μηνυτή, και ο τελευταίος του πρότεινε να του δανείσει το εισπραχθέν ποσό έναντι μηνιαίου τόκου 650 €, πλην όμως "η συνεργασία αυτή δεν ευδοκίμησε και γι' αυτό έγινε η μήνυση".
Οι ισχυρισμοί αυτοί, που όχι μόνο δε συμπορεύονται με το ιδιωτικό συμφωνητικό (αφού από εκείνο, που συντάχθηκε από τον 1° κατηγορούμενο το 2002, προκύπτει συνεργασία-συμφωνία την οποία και επικαλείται, ενώ στην παραπάνω απολογία του, δοθείσα το 2004 ο κατηγορούμενος καταθέτει ότι η συνεργασία που του πρότεινε ο μηνυτής δεν ευδοκίμησε) αλλά αλληλοαντικρούονται, δεν αποδείχθηκαν από κανένα στοιχείο της δικογραφίας και συγχρόνως δεν αντέχουν στον έλεγχο της λογικής.
Οι εμφανισθέντες ενώπιον του παρόντος Συμβουλίου κατηγορούμενοι δεν διευκρίνισαν κανέναν από τους πιο πάνω ασαφείς ισχυρισμούς τους, τους οποίους δεν μπόρεσαν να αποδείξουν, περιορισθέντες και οι δύο στην επίκληση της από 22-7-2002 αποδείξεως είσπραξης-καταβολής του επιδίκου ποσού στον μηνυτή. Ενώ σχετικά με το παραπάνω ιδιωτικό συμφωνητικό, ο μεν 1ος κατηγορούμενος περιορίστηκε να ομολογήσει ότι εκ του ποσού των 52.824 € (τιμήματος οφειλομένου στον μηνυτή) οφείλει το υπόλοιπο των μηνιαίων δόσεων που έχει ήδη καταβάλλει, χωρίς να διευκρινίσει όμως ούτε πότε ούτε από ποιόν έλαβε το ως άνω ποσό, ούτε πόσες δόσεις είχε καταβάλλει στον μηνυτή, αλλά και κυρίως, ούτε γιατί μετά τη διάρρηξη των σχέσεων του με τον μηνυτή (που κατά τα ως άνω έλαβε χώρα τον Νοεμ. 2002 αφ' ότου ενημερώθηκε ο μηνυτής για την πώληση), κατέβαλε τις μηνιαίες δόσεις, όπως ισχυρίζεται, χωρίς να λαμβάνει απόδειξη από τον εισπράτοντα αυτές.
Ο 2ος δε κατηγορούμενος, στο πιο πάνω απολογητικό υπόμνημά του, επικαλείται ότι ο μηνυτής, μετά τη διατάραξη των σχέσεων του με τον 1° κατηγορούμενο Χ2 σκοπίμως και μετά την πάροδο ικανού χρόνου από την πώληση του ταξί, έστρεψε και κατ' αυτού τη μήνυση του, και επιπρόσθετα στο ίδιο απολογητικό του υπόμνημα προέβαλε ως υπερασπιστικό ισχυρισμό του, την έκπληξη του πατέρα του μηνυτή, όταν του επιδείχθηκε στο ακροατήριο, κατά τη συζήτηση της αίτησης συντηρητικής κατασχέσεως, που είχε καταθέσει εναντίον του και κατά του 1ου κατηγορουμένου ο μηνυτής (βλ.· την προσκομιζόμενη, από 12-9-2003 και υπ'αριθμ.
καταθ. 10661/2003 ενώπιον του Μον. Πρωτ. Αθηνών αίτηση, η οποία, με την υπ'αριθμ. 4003/8-6-2004 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου απορρίφθηκε ως αόριστη) η από 22-7-2002 εξοφλητική απόδειξη, επικαλούμενος μάλιστα ότι, μετά την επίδειξη της εκείνος επέμενε ότι ο μηνυτής γυιός του "θέλει τα χρήματα του". Οι ισχυρισμοί αυτοί του 2ου κατηγορουμένου, όχι μόνο αντικρούουν, αλλά αντίθετα ενισχύουν τα πιο πάνω αποδειχθέντα, και τούτο διότι όπως προέκυψε, ο μηνυτής περίμενε την πώληση του ταξί την οποία πληροφορήθηκε μετά τρίμηνο από τον 1° κατηγορούμενο, ο οποίος προσπάθησε να τον καθησυχάσει με την σύνταξη του από 29-11-2002 ιδιωτικού συμφωνητικού, το οποίο όμως δεν υπέγραψε ο μηνυτής προφανώς διότι δεν τον ικανοποιούσε, από τότε δε κλονισθείσης της εμπιστοσύνης του και αφού παρά τα συμφωνηθέντα από τους κατηγορούμενους ότι το τίμημα της πώλησης του μεριδίου του θα ανήρχετο στις 74.000 € αλλά και τα υποσχεθέντα με το ιδιωτικό συμφωνητικό, δεν έλαβε ούτε το τίμημα, ούτε το ποσό των 650 € μηνιαίως, αντέδρασε διεκδικώντας τα νόμιμα δικαιώματα του προσφεύγοντας στα αρμόδια Δικαστήρια, από δε την αντίδραση του πατέρα του μηνυτή όταν του επιδείχθηκε η εξοφλητική απόδειξη εμμέσως επιβεβαιώνεται το γεγονός ότι ο μηνυτής την υπέγραψε χωρίς έλεγχο του περιεχομένου της, το οποίο (περιεχόμενο) ως εκ τούτου αγνοούσε και ο πατέρας του, VI.
Με αυτά που εδέχθη το Συμβούλιον Εφετών διέλαβεν εις το πληττόμενον βούλευμα την απαιτουμένην ειδικήν και εμπεριστατωμένην αιτιολογίαν δια το προαναφερθέν έγκλημα, αφού εκθέτει εις το εν λόγω βούλευμά του, με σαφήνειαν, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκρισιν, τας αποδείξεις από τας οποίας επείσθη ότι υπάρχουν αποχρώσαι ενδείξεις ενοχής δια την παραπομπήν του αναιρεσείοντος εις το ακροατήριον, καθώς και τας σκέψεις με τας οποίας υπήγαγε τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά εις την ουσιαστικήν ποινικήν διάταξιν που εφήρμοσε, την οποίαν ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παρεβίασε.
Συνεπώς είναι αβάσιμοι οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως περί α) ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας και β) εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Κατά τα λοιπά δια των ανωτέρω λόγων αναιρέσεως πλήττεται απαραδέκτως το προαναφερθέν βούλευμα δι΄εσφαλμένην εκτίμησιν των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών (Α.Π. 387/2005 Ποιν Δικ 2005 σελ. 915 κ.ά.). Εξ άλλου όπως προκύπτει εκ της ημερομηνίας της σχετικής επισημειώσεως επί της Εισαγγελικής προτάσεως, που υπογράφεται από τα μέλη του Συμβουλίου η απόφασις περί παραπομπής ελήφθη την 22/12/2005. Εκ παραδρομής όμως εις το εκδοθέν βούλευμα περιελήφθη ως ημερομηνία αποφάσεως η 25/12/2005 και καταχωρίσεως εις το ειδικόν βιβλίον η 16/12/2005. Αι παραδρομαί όμως αυταί ουδεμίαν ακυρότητα τίκτουν και είναι αβάσιμος ο σχετικός λόγος αναιρέσεως περί απολύτου ακυρότητος. Κατ΄ακολουθίαν πρέπει να απορριφθή η υπό κρίσιν αίτησις αναιρέσεως και να καταδικασθή ο αναιρεσείων εις τα δικαστικά έξοδα εκ 210 ευρώ. Δ Ι Α Τ Α Υ Τ Α
Π ρ ο τ ε ί ν ο μ ε ν: Ι. Να απορριφθή το αίτημα του αναιρεσείοντος περί αυτοπροσώπου εμφανίσεώς του ενώπιον του Συμβουλίου υμών προς παροχήν διασαφήσεων.
ΙΙ. Να απορριφθή η από 7 Ιουλίου 2006 αίτησις αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ1 , κατά του υπ΄αριθμ. 359/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
ΙΙΙ. Να καταδικασθή ο αναιρεσείων εις τα δικαστικά έξοδα εκ 210 ευρώ. Αθήνα 19 Σεπτεμβρίου 2006. Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Ανδρέας Ι. Ζύγουρας".
Αφού άκουσε τον ανωτέρω Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου που αναφέρθηκε στην ως άνω αναφερόμενη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από τις διατάξεις του άρθρου 375 παρ. 1 και 2 του Π.Κ., όπως η τελευταία αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 παρ. 9 του ν.2408/1996, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως απαιτείται το ξένο κινητό πράγμα να έχει περιέλθει με οποιοδήποτε τρόπο στην κατοχή του δράστη. Ο τελευταίος να ιδιοποιηθεί αυτό παρανόμως κατά το χρόνο που βρίσκεται στην κατοχή του και να έχει δόλια προαίρεση προς τούτο, η οποία εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργειά του, που εμφανίζει εξωτερίκευση της θελήσεώς του να το ενσωματώσει στην περιουσία του.
Η κατοχή του ξένου πράγματος διαφέρει κατά την έννοια της πιο πάνω διατάξεως, της αντίστοιχης έννοιας του αστικού δικαίου και συνίσταται αυτή στην πραγματική σχέση η οποία καθιστά δυνατή, κατά τις αντιλήψεις των συναλλαγών, την εξουσίαση του πράγματος από το δράστη κατά τη βούλησή του. Η κακουργηματική μορφή της υπεξαιρέσεως προϋποθέτει πάντοτε, ότι το αντικείμενο αυτής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και επί πλέον ότι συντρέχει μία από τις ειδικές και περιοριστικά προβλεπόμενες περιστάσεις εμπιστοσύνης, όπως είναι εκείνη του εντολοδόχου ή του διαχειριστή ξένης περιουσίας.
Για την αξία του αντικειμένου της υπεξαιρέσεως, που δεν αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, κρίνει κυριαρχικώς το δικαστικό συμβούλιο, καθόσον ο προσδιορισμός της αξίας ενός αντικειμένου ως μεγάλης ή μικρής είναι ζήτημα πραγματικό. Εξάλλου κατά την έννοια της διατάξεως των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ.
το παραπεμπτικό βούλευμα έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ΄ του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ΄ αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Συμβουλίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις και συλλογισμοί, βάσει των οποίων έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε και το Συμβούλιο κατέληξε στο συμπέρασμα, ότι από τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο.
Περαιτέρω εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β΄ του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως υπάρχει, όταν το Συμβούλιο αποδίδει σ΄ αυτή έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή της, όταν το Συμβούλιο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα του βουλεύματος, όπως αυτό προκύπτει από το συνδυασμό του αιτιολογικού προς το διατακτικό, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος, περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που το εξέδωσε, δέχθηκε ότι από τα μνημονευόμενα κατ΄ είδος αποδεικτικά μέσα προέκυψαν τα ακόλουθα: Στις αρχές του έτους 2002 ο μηνυτής Ψ1 είχε στην κυριότητά του το 1/2 εξ αδιαιρέτου του υπ΄αριθμό κυκλοφορίας ....
ΔΧΕ αυτοκινήτου (ΤΑΧΙ) εργοστασίου κατασκευής MERCEDES μοντέλο 1982. Συγκύριος του υπολοίπου 1/2 εξ αδιαιρέτου του ως άνω ΔΧΕ αυτοκινήτου, ήταν ο Φ1 ο οποίος κατά το χρόνο αυτόν εργαζόταν ως ναυτικός σε εμπορικά πλοία. Κάτοικος ... ο μηνυτής και όντας κάτοχος πτυχίου Θεολογίας, έψελνε σε ναό της ενορίας του και γνώριζε τον 1° των κατηγορουμένων Χ2 διατηρούντα στην Αθήνα και επί της οδού ....
εμπορική επιχείρηση-γραφείο Εισαγωγών-Εμπορίας-Μεσιτείας ΔΧΕ αυτοκινήτων (βλ. την προσκομισθείσα από τον μηνυτή μετ' επικλήσεως φωτογραφία της επιχείρησης), όπου υπό την ιδιότητα του ψάλτη, συνόδευε τον ιερέα, κάθε φορά που τον καλούσε, στο ως άνω γραφείο-κατάστημά του, ο ίδιος ή ο πατέρας του, για να κάνει αγιασμό.
Επιδιώκοντας δε τον διορισμό του ως θεολόγου στο Δημόσιο, εν αναμονή του οποίου βρισκόταν κατά το επίδικο διάστημα (αρχές 2002), και ενδιαφερόμενος να πωλήσει το ποσοστό του 1/2 εξ αδιαιρέτου κατά το οποίο ήταν συγκύριος του προαναφερομένου ΤΑΞΙ, απευθύνθηκε στον 1° των κατηγορουμένων, λόγω της σχετικής ενασχόλησής, του στην πιο πάνω επιχείρηση του.
Όμως η ως άνω επιχείρηση αντιμετώπιζε κατά το χρονικό αυτό διάστημα σοβαρά οικονομικά προβλήματα [βλ. προσκομισθέντα φωτοαντίγραφα των εναντίον του 1ου των κατηγορουμένων μόνο ή και του πατέρα του, μηνύσεων των .... κατά των πατρός και υιού (Χ2, Ζ1) και Ζ3 , καθώς και αγωγής του .... και τέλος της υπ'αριθμ. 22722/2004 απόφασης του Μον.
Πλημ. Αθηνών με την οποία κηρύχθηκε ένοχος έκδοσης .... ακάλυπτης επιταγής ποσού 73.367 € πληρωτέας στη ΛΑΪΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ και καταδικάστηκε σε φυλάκιση 2 ετών και χρηματική ποινή 10.000 €]. Συγχρόνως το ΤΑΞΙ "βρισκόταν στην κατοχή του συνεταίρου του μηνυτή, Φ1 με τον οποίο ο μηνυτής είχε χάσει επαφή και ως εκ τούτου έπρεπε να επιδιώξει την επικοινωνία μαζί του και την μετά από συνεννόηση και συμφωνία παράδοση προς πώληση του αυτοκινήτου.
Έτσι, ο 1ος κατηγορούμενος, αφού επικοινώνησε με τον 2° των κατηγορουμένων Χ1 με τον οποίο γνωριζόταν και συνεργαζόταν επαγγελματικά και ο τελευταίος εξεδήλωσε ενδιαφέρον για την εν λόγω αγορά, ενημέρωσε τον μηνυτή σχετικά και του συνέστησε α απευθυνθεί για το σκοπό αυτό (δηλαδή για τη μεσολάβηση στην πώληση του ΤΑΞΙ) σ'εκείνον (Χ1) διαβεβαιώνοντας τον ότι ο Χ1 είναι φερέγγυος επαγγελματίας, και ότι από την πώληση του 1/2 της αδείας και του αυτοκινήτου θα εισέπραττε ποσό 74.000 € (βλ.
την από 4-11-2004 ένορκη ενώπιον του ανακριτή κατάθεση του πατέρα του μηνυτή, Ζ2 ), πρόταση που ο μηνυτής δέχθηκε. Ο 2ος των κατηγορουμένων Χ1 , ήταν έμπορος και μίσθωνε επί της οδού .... στην Αθήνα κατάστημα-γραφείο, ιδιοκτησίας ..... όπου λειτουργούσε επιχείρηση του με αντικείμενο εμπορικής δραστηριότητας την αγορά-πώληση και ανταλλαγή ΔΧΕ αυτοκινήτων (βλ.
το υπ'αριθμ. 7008/22-7-2002 πληρεξούσιο πώλησης αυτοκινήτου της Συμβ/φου Αθηνών Μαρίας Δημ. Σωτηροπούλου). Παράλληλα επεδίωκε (ο 1ος κατηγορούμενος) την ανεύρεση και επικοινωνία με το συνεταίρο του μηνυτή, τον οποίο πράγματι εντόπισε, επικοινώνησε μαζί του και αφού πληροφορήθηκε ότι και εκείνος ενδιαφερόταν για την πώληση του ποσοστού του επί του ΤΑΞΙ, μετά από συνεννόηση μαζί του, παρέλαβε απ' αυτόν το ΤΑΞΙ (βλ.
την από 10-11-2004 ενώπιον του ανακριτού απολογία του), το οποίο παραδόθηκε στον 2° κατηγορούμενο Χ1 και στις 22-7-2002 συνετάγη στο επί της οδού ..... γραφείο του τελευταίου, το υπ'αριθμ. 7008/22-7-2002 πληρεξούσιο πώλησης αυτοκινήτου της προαναφερομένης Συμβ/φου. Με το πληρεξούσιο αυτό ο μηνυτής έδωσε την εντολή να προβούν στην πώληση του αναλογούντος σ'αυτόν ποσοστού επί του εν λόγω αυτοκινήτου στους : 1) 2° τον κατηγορουμένων Χ1 και 2) στον Φ3 αυτοκινητιστή επίσης, μετερχόμενο το ίδιο με τον 2° των κατηγορουμένων επάγγελμα και διατηρούντα ομοία επιχείρηση, στο επί της οδού ....
γραφείο του, στο οποίο όπως εκτίθεται κατωτέρω, συνετάγη το υπ'αριθμ. 7086/1-8 2002 πληρεξούσιο της ίδιας Συμβ/φου, κατά τα σ'αυτό το πληρεξούσιο βεβαιούμενα. Συνεταίρος του 2ου των κατηγορουμένων κατ' εκείνο το χρόνο, ήταν ο Φ2 (βλ. ένορκη εξέταση του στις 2-11-2004 ενώπιον του 22ου Ανακριτή). Σε σχέση με τη δοθείσα με το πληρεξούσιο αυτό εντολή πώλησης του ταξί, πρέπει να σημειωθούν τα εξής: 1) στο εν λόγω πληρεξούσιο (7008/22-7-2002), ο μηνυτής-εντολέας δίνει στους προαναφερόμενους εντολοδόχους κατοίκους Αθηνών (....
και οι δύο κατά τα βεβαιούμενα στο ως άνω πληρεξούσιο) την εντολή να πωλήσουν το ποσοστό του επί του ως άνω ΤΑΞΙ, μαζί και οι δύο ή ο καθένας χωριστά, σε οποιονδήποτε τρίτο ή με αυτοσύμβαση, με οποιουσδήποτε όρους, συμφωνίες και τίμημα, 2) δεν γίνεται κανένας λόγος για το τίμημα ή για σχετική συμφωνία, 3) η εντολή που δόθηκε ήταν ανέκκλητη, και 4) 2ος εντολοδόχος στο ως άνω πληρεξούσιο δεν ήταν ούτε ο 1ος κατηγορούμενος, ούτε ο συνεταίρος του 2ου κατηγορουμένου Χ1, Φ2 , αλλά ο Φ3 , ο οποίος ως προεκτίθεται διατηρεί επιχείρηση με ίδιο επαγγελματικό αντικείμενο εμπορίας (κατ' ουσίαν, ανταγωνιστική εκείνης του Χ1 τον οποίο, δεν αποδείχθηκε από κανένα στοιχείο της δικογραφίας ότι γνώριζαν ο μηνυτής ή ο συνεταίρος του οι οποίοι έδωσαν και σ'αυτόν εντολή και δή ανέκκλητη πώλησης του αυτοκινήτου τους.
Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι ο μηνυτής τον μόνο που γνώριζε ήταν ο 1ος κατηγορούμενος, ο οποίος ουσιαστικά διαμεσολάβησε στην πώληση του ΤΑΞΙ και διαβεβαίωσε το μηνυτή ότι από την πώληση του 1/2 της αδείας και του αυτοκινήτου θα εισέπραττε ποσό 74.000 €. Στη συνέχεια, την 1η Αυγούστου 2002 και στο επί της οδού ....
γραφείο του Φ3, που ανήκει στην ιδιοκτησία του, συντάσσεται από την ίδια Συμβ/φο το υπ'αριθμ. 7086/1-8-2002 πληρεξούσιο πώλησης, με το οποίο ο συνεταίρος του μηνυτού, Φ1 παρέχει την ίδια και ομοίου περιεχομένου (με την παρασχεθείσα από τον μηνυτή) εντολή πώλησης του ανήκοντος σ'αυτόν υπολοίπου 1/2 εξ αδιαιρέτου του ταξί, στους 1) Φ3 και 2) Χ1 Δυνάμει των ως άνω πληρεξουσίων και σε εκτέλεση της ανατεθείσης με αυτά εντολής συντάσσεται απ "την ίδια Συμβ/φο, στο επί της οδού .....
γραφείο, ιδιοκτησίας του Φ3 , (το οποίο στο συμβόλαιο αυτό αναφέρεται ως γραφείο του Χ1 ενώ στο υπ'αριθμ. 7086/1-8-2002 πληρεξούσιο, το επί της οδού .... γραφείο, αναφέρεται ως γραφείο του Φ3 , ιδιοκτησίας του ίδιου) το υπ'αριθμ. 7111/6-8-2002 συμβόλαιο-πωλητήριο αυτοκινήτου, στο οποίο συνεβλήθησαν αφ' ενός μεν ο 2ος των κατηγορουμένων Χ1 , ενεργών ως πληρεξούσιος των συνιδιοκτητών του ταξί, Ψ1 (μηνυτού) και Φ1 και αφ' ετέρου, οι αυτοκινητιστές στο επάγγελμα, (αναφέρονται 2) οι οποίοι αγόρασαν, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος το εν λόγω ταξί από τους πωλητές ιδιοκτήτες του, αντί αναγραφομένου στο εν λόγω πωλητήριο, τιμήματος των 2.060 €, πραγματικά καταβληθέντος όμως τιμήματος ποσού 74.000 €, γεγονός που γνώριζε εξ αρχής ο 1ος των κατηγορουμένων, αγνοούσε όμως ο μηνυτής, στον οποίο αποδείχθηκε ότι δεν κατεβλήθη το εισπραχθέν τίμημα της πώλησης του συμφωνηθέντος, εισπραχθέντος, αναλογούντος και οφειλομένου σ'αυτόν ποσοστού του πωληθέντος, την 6-8-2002 ταξί.
Πληροφορήθηκε δε, τον Νοέμβριο του 2002, από τον 1° κατηγορούμενο ότι το ταξί είχε πωληθεί τον Αύγουστο του ίδιου έτους, σε μια από τις συχνές επισκέψεις του στο γραφείο του 1ου κατηγορουμένου, καθόλο το διάστημα που είχε μεσολαβήσει μέχρι τότε από της υπογραφής του ως άνω πληρεξουσίου (7008/2002), και κατά το οποίο βρισκόταν εν αναμονή της πώλησης του ταξί και της εντεύθεν καταβολής σ'αυτόν από τους κατηγορουμένους του οφειλομένου τιμήματος.
Επί πλέον δε, αντί του πραγματικώς καταβληθέντος τιμήματος των 74.000 €, του εμφάνισε (ο 1ος κατηγορούμενος) ως καταβληθέν τίμημα το ποσό των 52.824 €. Για να καθησυχάσει δε τον μηνυτή και να διασκεδάσει την ανησυχία του όταν του ζήτησε το τίμημα της πώλησης, παρά την ύπαρξη της επικαλούμενης και από τους δύο κατηγορούμενους εξοφλητικής απόδειξης (22-7-2002), συνέταξε το από 29-11-2002 ιδιωτικό συμφωνητικό, το οποίο και υπέγραψε ο ίδιος (ο 1ος κατηγορούμενος) και ως μάρτυρες, ο πατέρας του και ο πατέρας του μηνυτή (Ζ1 και Ζ2 αντίστοιχα).
Από το ιδιωτικό υμφωνητικό αυτό και παρά τη σκόπιμη ασάφεια του περιεχομένου του, αποδεικνύονται αληθείς οι ισχυρισμοί του μηνυτού τόσο ως προς την μη καταβολή προς αυτόν, από τους κατηγορούμενους, του οφειλομένου σ'αυτόν τιμήματος πώλησης του ταξί, όσο και ως προς το ότι, την εν λόγω απόδειξη την υπέγραψε μαζί με το υπ'αριθμ. 7008/22-7-2002 πληρεξούσιο, χωρίς έλεγχο του περιεχομένου της, λόγω της απόλυτης εμπιστοσύνης προς το πρόσωπο του 1ου κατηγορουμένου, η οποία (απόλυτη εμπιστοσύνη) αφ'ενός μεν επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι δίνει την εντολή πώλησης του ταξί, όχι στον 1° κατηγορούμενο, αλλά στους υποδειχθέντες απ' αυτόν και εντελώς αγνώστους σ' εκείνον Χ1 (2° κατηγορούμενο) και Φ3 αφ' ετέρου δε δικαιολογεί και την άνευ ουσιαστικού ελέγχου υπογραφή τόσο του πληρεξουσίου όσο και της σχετικής εξοφλητικής αποδείξεως.
Πράγματι, στην επίδικη και υπογραφείσα από τον μηνυτή από 22-7-2002 έντυπη κατά το κύριο μέρος της, απόδειξη είσπραξης ποσού 52.824 €, το οποίο είχε τεθεί αριθμητικώς και ιδιοχείρως, το μεν δεν αναφέρεται ολογράφως κανένα ποσό ως συμφωνηθέν, το δε, στο έντυπο τμήμα της, περιλαμβάνεται ειδική συμφωνία περί του ότι θα παραμείνει στον πληρεξούσιο του μηνυτή, το επί πλέον του συμφωνηθέντος ποσού, αν το αυτοκίνητο πωληθεί σε τιμή ανώτερη της συμφωνηθείσης, ενώ στην αντίθετη περίπτωση πώλησης σε κατώτερη τιμή, η διαφορά θα είναι σε βάρος του πληρεξουσίου (εντολοδόχου).
Παρά δε το ότι η εν λόγω απόδειξη συνετάγη και υπεγράφη αυθημερόν της υπογραφής του πιο πάνω πληρεξουσίου (22-7-2002) και κατά τους ισχυρισμούς των κατηγορουμένων και του συνεταίρου του 2ου εξ αυτών Φ2 το ποσό των 52.824 €, κατεβλήθη από τον 2° κατηγορούμενο στον μηνυτή προ της υπογραφής του ως άνω πληρεξουσίου, στο τελευταίο δεν γίνεται αναφορά στο ουσιαστικό περιεχόμενο της εν λόγω αποδείξεως, δηλαδή στην καταβολή του συμφωνηθέντος τιμήματος στον μηνυτή και στην εξόφληση του τελευταίου - έστω και χωρίς αναφορά του καταβληθέντος ποσού -, και δίδεται από τον μηνυτή η σχετική εντολή πώλησης σε δύο πληρεξουσίους, και όχι στον αναφερόμενο στην απόδειξη ως καταβάλλοντα το ποσό, 1° των πληρεξουσίων και εντολέων του μηνυτή, 2° κατηγορούμενο.
Στο δε προαναφερόμενο ιδιωτικό συμφωνητικό που συντάχθηκε από τον 1° κατηγορούμενο και υπογράφηκε και απ' αυτόν, μετά την πάροδο τριμήνου από της πώλησης του ταξί, αναφέρονται, ως συμφωνηθέντα τα εξής: Στην πρώτη παράγραφο : "Ο Ψ1 πούλησε μια άδεια ταξί Αθηνών ιδιοκτησίας του κατά 50% μαζί με ένα παλαιό αυτοκίνητο μάρκας ΜΕRCEDE5 μοντέλο 1980".
Η παράγραφος αυτή, που κατ' ουσίαν βεβαιώνει ότι την πώληση του ταξί, γεγονός γνωστό στον 1° κατηγορούμενο, αγνοούσε ο μηνυτής, δεν θα υπήρχε λόγος να συμπεριληφθεί στο εν λόγω συμφωνητικό, αν ο χρόνος πώλησης ήταν γεγονός γνωστό και στον μηνυτή και δεν συνείχετο, - όπως ισχυρίζεται μέχρι σήμερα συνεχώς ο μηνυτής- , με το θέμα της καταβολής σ'αυτόν του οφειλομένου τιμήματος, ισχυρισμοί του, που εμμέσως αποδεικνύονται και από το ότι ο 1ος κατηγορούμενος που συνέταξε το συμφωνητικό περιέλαβε σ' αυτό και τα διαλαμβανόμενα ασαφώς σ'αυτή την παράγραφο.
Στη δεύτερη παράγραφο : "Έναντι των χρημάτων της αδείας ο Ψ1 τα χρήματα τα παραχώρησε στον Χ2 να τα εκμεταλλευθεί και να αποδίδει στον Ψ1 το ποσόν 650 € εξακόσια πενήντα ευρώ. Το ποσόν που αξίζει η άδεια του ταξί και το παλαιό αυτοκίνητο είναι 52.824 € πενήντα δύο χιλιάδες οχτακόσια είκοσι τέσσερα ευρώ." Και απ' αυτή την παράγραφο του παραπάνω συμφωνητικού, παρά την σκόπιμη ασάφεια της, (αφού δεν προσδιορίζει το προτασσόμενο σ' αυτήν "έναντι", ούτε τον χρόνο παράδοσης των χρημάτων ούτε την αιτία, ούτε τον τρόπο εκμετάλλευσης, ούτε τον χρόνο έναρξης της μηνιαίας καταβολής στον μηνυτή του ποσού των 650 €), αποδεικνύονται εμμέσως οι ισχυρισμοί του μηνυτή, περί του ότι το συμφωνηθέν τίμημα ήταν μεγαλύτερο του αναφερομένου στο συμφωνητικό, περί μη καταβολής του οφειλομένου σ΄αυτόν από τους κατηγορουμένους ποσού, περί του ύψους του αναφερομένου στην πιο πάνω από 22-7-2002 απόδειξη είσπραξης, ως συμφωνηθέντος και καταβληθέντος σ΄αυτόν απ΄ τον 2ο των κατηγορουμένων και πληρεξούσιο του μηνυτού ποσού, και εντεύθεν και περί της υπογραφής της εν λόγω αποδείξεως, άνευ ελέγχου του περιεχομένου της.
Στην τρίτη παράγραφο: "Το ποσόν των 650 € θα αποδίδεται στον Ψ1 έως ότου να του δοθεί πίσω το παλαιό αυτοκίνητο και η μισή άδεια ταξί ή τα χρήματα της αξίας των, δηλ. 52.824 € πενήντα δύο χιλιάδες οχτακόσια είκοσι τέσσερα Ευρώ". Και από την παράγραφο αυτή, του επιδίκου συμφωνητικού, το οποίο σημειωτέον συντάχθηκε από έμπορο αυτοκινητιστή τελούντα εν γνώσει της ήδη λαβούσης χώρα μεταβίβασης του ταξί, αποδεικνύονται οι ως άνω ισχυρισμοί του μηνυτή, αφού η πρόβλεψη της απόδοσης του αυτοκινήτου και της αδείας του δεν συμπορεύεται με το αναφερόμενο στο σχετικό συμφωνητικό γεγονός της πώλησης του αυτοκινήτου σε τρίτους, ούτε με τον προβαλλόμενο και από τους δύο κατηγορουμένους ισχυρισμό, ότι ο μηνυτής εισέπραξε προκαταβολικά από τον Χ1 (2ο κατηγορούμενο) το ποσό των 52.824 € ως τίμημα πώλησης του αυτοκινήτου, και ως εκ τούτου η περί αυτών ένορκη κατάθεση του συνεταίρου του 2ου κατηγορουμένου, Φ2 δεν κρίνεται πειστική αντικρουόμενη και από τα παραπάνω.
Πλέον αυτών όμως στην παράγραφο αυτή γίνεται προσπάθεια (απ΄τον συντάκτη του 1ο κατηγορούμενο) αφ΄ενός μεν να εμφανισθεί, ως συμφωνηθέν γεγονός μάλιστα, ότι η έναρξη της υποχρέωσης καταβολής στον μηνυτή του ποσού των 650 € αρχίζει με και από της υπογραφής του συμφωνητικού αυτού, (με τη λέξη "θα αποδίδεται") και από όχι από προηγούμενο χρόνο (ενδεχομένως από την πώληση του ταξί αφ΄ότου οφειλόταν από τους κατηγορούμενος το παραπάνω ποσό) και αφ΄ετέρου ότι, από της υπογραφής του ως άνω συμφωνητικού, - με δεδομένη την μεταβίβαση του ταξί και της αδείας του - κατ΄ουσίαν αναλαμβάνει ο 1ος κατηγορούμενος την υποχρέωση απόδοσης στον μηνυτή του ποσού των 52.824 €, επιπρόσθετα δε, και την υποχρέωση καταβολής μέχρι του χρόνου απόδοσης, ποσού 650 € μηνιαίως, στον μηνυτή.
Από την, με το ως άνω συμφωνητικό, ανάληψη από τον 1ο κατηγορούμενο της υποχρέωσης απόδοσης του τιμήματος του ταξί, αλλά και από το όλο αποδεικτικό υλικό και κυρίως από την ακολουθηθείσα διαδικασία πώλησης του ταξί που αποδείχθηκε (μη πληρεξουσιότητα προς τον 1ο κατηγορούμενο, αλλά εντολή προς τους προαναφερομένους αγνώστους στον μηνυτή αυτοκινητιστές, ασάφεια των ισχυρισμών των κατηγορουμένων και του συνεταίρου του 2ου εξ αυτών, Φ2 υπογραφή των δύο πληρεξουσίων πώλησης του ταξί σε διαφορετικό γραφείο για τον κάθε συνεταίρο) αλλά και τα όσα συνάγονται από την πρόταξη της λέξεως "έναντι" στη 2η παράγραφο του ως άνω συμφωνητικού, διαφαίνεται η ύπαρξη συμφωνίας μεταξύ των δύο κατηγορουμένων, της οποίας το περιεχόμενο δεν αποδείχθηκε μεν, πλην όμως συνάγεται εμμέσως ότι αφορά στον τρόπο καταβολής του τιμήματος πώλησης και το ύψος του τιμήματος, το οποίο εισέπραξε από την πώληση του 1/2 εξ αδιαιρέτου του ταξί ο Χ1 (2ος κατηγ).
Το τίμημα αυτό ανέρχεται δε, όχι σ' εκείνο των 52.824 €, όπως ισχυρίζονται οι κατηγορούμενοι, αλλά στο ποσό των 74.000 €, το οποίο και είχε συμφωνηθεί και ανταποκρινόταν στην αγοραία αξία του πωληθέντος 1/2 του ταξί (βλ. τις προαναφερόμενες μηνύσεις και αγωγές κατά των Χ2 και Ζ1) το οποίο όμως δεν απέδωσε στο μηνυτή, ως ώφειλε, κανείς από τους κατηγορουμένους, οι οποίοι το ιδιοποιήθηκαν παράνομα, υπό την προεκτεθείσα ιδιότητα τους.
Ο 1ος·κατηγορούμενος στην από 10-11-2004 απολογία του ενώπιον του 22ου Ανακριτή, η οποία δόθηκε δύο χρόνια μετά τη σύνταξη του παραπάνω ιδιωτικού συμφωνητικού ισχυρίζεται ότι την ημέρα υπογραφής του υπ' αριθμ. 7008/22-7-2002 πληρεξουσίου πώλησης του μεριδίου του μηνυτού, κατεβλήθη το ποσό των 52.824 € στον μηνυτή, και ο τελευταίος του πρότεινε να του δανείσει το εισπραχθέν ποσό έναντι μηνιαίου τόκου 650 €, πλην όμως "η συνεργασία αυτή δεν ευδοκίμησε και γι' αυτό έγινε η μήνυση".
Οι ισχυρισμοί αυτοί, που όχι μόνο δε συμπορεύονται με το ιδιωτικό συμφωνητικό (αφού από εκείνο, που συντάχθηκε από τον 1° κατηγορούμενο το 2002, προκύπτει συνεργασία-συμφωνία την οποία και επικαλείται, ενώ στην παραπάνω απολογία του, δοθείσα το 2004 ο κατηγορούμενος καταθέτει ότι η συνεργασία που του πρότεινε ο μηνυτής δεν ευδοκίμησε) αλλά αλληλοαντικρούονται, δεν αποδείχθηκαν από κανένα στοιχείο της δικογραφίας και συγχρόνως δεν αντέχουν στον έλεγχο της λογικής.
Οι εμφανισθέντες ενώπιον του παρόντος Συμβουλίου κατηγορούμενοι δεν διευκρίνισαν κανέναν από τους πιο πάνω ασαφείς ισχυρισμούς τους, τους οποίους δεν μπόρεσαν να αποδείξουν, περιορισθέντες και οι δύο στην επίκληση της από 22-7-2002 αποδείξεως είσπραξης-καταβολής του επιδίκου ποσού στον μηνυτή. Ενώ σχετικά με το παραπάνω ιδιωτικό συμφωνητικό, ο μεν 1ος κατηγορούμενος περιορίστηκε να ομολογήσει ότι εκ του ποσού των 52.824 € (τιμήματος οφειλομένου στον μηνυτή) οφείλει το υπόλοιπο των μηνιαίων δόσεων που έχει ήδη καταβάλλει, χωρίς να διευκρινίσει όμως ούτε πότε ούτε από ποιόν έλαβε το ως άνω ποσό, ούτε πόσες δόσεις είχε καταβάλλει στον μηνυτή, αλλά και κυρίως, ούτε γιατί μετά τη διάρρηξη των σχέσεων του με τον μηνυτή (που κατά τα ως άνω έλαβε χώρα τον Νοεμ. 2002 αφ' ότου ενημερώθηκε ο μηνυτής για την πώληση), κατέβαλε τις μηνιαίες δόσεις, όπως ισχυρίζεται, χωρίς να λαμβάνει απόδειξη από τον εισπράτοντα αυτές.
Ο 2ος δε κατηγορούμενος, στο πιο πάνω απολογητικό υπόμνημά του, επικαλείται ότι ο μηνυτής, μετά τη διατάραξη των σχέσεων του με τον 1° κατηγορούμενο Χ2 σκοπίμως και μετά την πάροδο ικανού χρόνου από την πώληση του ταξί, έστρεψε και κατ' αυτού τη μήνυση του, και επιπρόσθετα στο ίδιο απολογητικό του υπόμνημα προέβαλε ως υπερασπιστικό ισχυρισμό του, την έκπληξη του πατέρα του μηνυτή, όταν του επιδείχθηκε στο ακροατήριο, κατά τη συζήτηση της αίτησης συντηρητικής κατασχέσεως, που είχε καταθέσει εναντίον του και κατά του 1ου κατηγορουμένου ο μηνυτής (βλ.· την προσκομιζόμενη, από 12-9-2003 και υπ' αριθμ.
καταθ. 10661/2003 ενώπιον του Μον. Πρωτ. Αθηνών αίτηση, η οποία, με την υπ'αριθμ. 4003/8-6-2004 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου απορρίφθηκε ως αόριστη) η από 22-7-2002 εξοφλητική απόδειξη, επικαλούμενος μάλιστα ότι, μετά την επίδειξη της εκείνος επέμενε ότι ο μηνυτής γυιός του "θέλει τα χρήματα του". Οι ισχυρισμοί αυτοί του 2ου κατηγορουμένου, όχι μόνο αντικρούουν, αλλά αντίθετα ενισχύουν τα πιο πάνω αποδειχθέντα, και τούτο διότι όπως προέκυψε, ο μηνυτής περίμενε την πώληση του ταξί την οποία πληροφορήθηκε μετά τρίμηνο από τον 1° κατηγορούμενο, ο οποίος προσπάθησε να τον καθησυχάσει με την σύνταξη του από 29-11-2002 ιδιωτικού συμφωνητικού, το οποίο όμως δεν υπέγραψε ο μηνυτής προφανώς διότι δεν τον ικανοποιούσε, από τότε δε κλονισθείσης της εμπιστοσύνης του και αφού παρά τα συμφωνηθέντα από τους κατηγορούμενους ότι το τίμημα της πώλησης του μεριδίου του θα ανήρχετο στις 74.000 € αλλά και τα υποσχεθέντα με το ιδιωτικό συμφωνητικό, δεν έλαβε ούτε το τίμημα, ούτε το ποσό των 650 ευρώ μηνιαίως, αντέδρασε διεκδικώντας τα νόμιμα δικαιώματα του προσφεύγοντος στα αρμόδια Δικαστήρια, από δε την αντίδραση του πατέρα του μηνυτή όταν του επιδείχθηκε η εξοφλητική απόδειξη εμμέσως επιβεβαιώνεται το γεγονός ότι ο μηνυτής την υπέγραψε χωρίς έλεγχο του περιεχομένου της, το οποίο (περιεχόμενο) ως εκ τούτου αγνοούσε και ο πατέρας του.
Από όλα αυτά το Συμβούλιο κατάληξε ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής για την παραπομπή του αναιρεσείοντος και του συγκατηγορουμένου του Χ2 στο ακροατήριο, προκειμένου να δικασθούν για υπεξαίρεση κατά συναυτουργία αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, που τους το είχαν εμπιστευθεί λόγω της ιδιότητάς τους ως εντολοδόχων και εξαφάνισε το πρωτόδικο απαλλακτικό βούλευμα.
Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την κατά τα ανωτέρω απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει στο σκεπτικό του με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 375 παρ. 1 και 2 του Π.Κ.
τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, καθώς και τις σκέψεις στις οποίες θεμελίωσε την κρίση του, περί υπάρξεως σοβαρών ενδείξεων ενοχής για την παραπομπή των κατηγορουμένων Χ2 και αναιρεσείοντος στο ακροατήριο για την παραπάνω πράξη. Επομένως οι από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β΄ και β΄ του Κ.Π.Δ.
λόγοι αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Περαιτέρω ο άλλος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα η πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας, με την αιτίαση ότι περιελήφθη σ΄ αυτό ως ημερομηνία αποφάσεως η 25.12.2005 και καταχωρίσεως η 16.12.2005, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού οι εκ παραδρομής περιληφθείσες στο προσβαλλόμενο βούλευμα ως άνω ημερομηνίες, ουδεμία ακυρότητα επιφέρουν.
Μετά ταύτα, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.) και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος ως πολιτικώς ενάγοντος Ψ1 (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.).
Επειδή από τις διατάξεις του άρθρου 485 παρ. 1 και 3 του Κ.Π.Δ. προκύπτει, ότι σε περίπτωση ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως κατά βουλεύματος, ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα υποβολής αιτήσεως για αυτοπρόσωπη εμφάνιση στο Δικαστήριο του Αρείου Πάγου σε Συμβούλιο.
Συνεπώς το περί αυτοπρόσωπης εμφανίσεως ενώπιον του Αρείου Πάγου αίτημα του αναιρεσείοντος είναι νόμιμο, κατά τις παραπάνω διατάξεις, πρέπει όμως να απορριφθεί ως αβάσιμο, γιατί ο αναιρεσείων με την αίτηση αναιρέσεως διεξοδικώς εκθέτει τις απόψεις του επί των λόγων της υπό κρίση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7.7.2006 αίτηση του Χ1 για αναίρεση του υπ΄αριθμ. 359/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Απορρίπτει το περί αυτοπρόσωπης εμφανίσεως ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου σε Συμβούλιο αίτημα του αναιρεσείοντος. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος Ψ1 , που ορίζεται σε πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Δεκεμβρίου 2006. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 28 Δεκεμβρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ