Legislator Case Law & Legislation
2238/2014 AI generated

2238/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2238/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Nικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

2238/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495§4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των παριστάμενων αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 191§2 ΚΠολΔ).

Keywords

AI generated
rural land rights property ownership agricultural use sole parental custody agricultural policy agricultural lease
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2238 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2238/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Nικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ. Ν. του Α., κατοίκου ... Δήμου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέφανο Στρατή, με δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Ν. του Α., κατοίκου ... Δήμου ... και 2) Σ. Ν. του Ο., κατοίκου ... Δήμου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευθύμιο Μπόνη, με δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-2-2002 αγωγή του ήδη 1ου αναιρεσίβλητου και την από 15-11-2007 αγωγή του ήδη 2ου αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο ... και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 57/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 70/2012 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25-8-2012 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Μαγιάκου ανέγνωσε την από 18-3-2014 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου τούτου και ήδη Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ρουμπή, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη στο σύνολό της της ως άνω αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Το άρθρο 63 του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου, που κυρώθηκε με το υπ' αριθμ. 132 από 1 Σεπτεμβρίου 1929 Δ/γμα του Ιταλού Κυβερνήτη Δωδεκανήσου, διατηρήθηκε δε σε ισχύ, ως τοπικό δίκαιο, και μετά την προσάρτηση της Δωδεκανήσου και την εισαγωγή σ' αυτήν της Ελληνικής νομοθεσίας, με το αρθρ. 8 παρ. 2 του ν. 510/1947 "περί της εν Δωδεκανήσω εφαρμοστέας Δικαστικής Νομοθεσίας", ορίζει, στη μεν πρώτη παράγραφο, ότι "κατά των εν τω Κτηματολογικώ Βιβλίω Εγγραφών, των αφορωσών ακίνητα ελευθέρας ιδιοκτησίας (Μούλκια) συγχωρείται η παραγραφή, κατά τας αρχάς της Ιταλικής νομοθεσίας, μετά δεκαπενταετία από της επισυμβάσης εγγραφής", στη δε επόμενη παράγραφο, ότι "ο χρησιδεσπόζων νομεύς δύναται να επιτύχει την εγγραφή του δικαιώματος, είτε δια πράξεως, δια της οποίας συνομολογείται η συνεχής δεκαπενταετής νομή του εκ μέρους του εγγεγραμμένου τιτλούχου, είτε δια δικαστικής αποφάσεως, η οποία αναγνωρίζει έναντι του τελευταίου τούτου ή των κληρονόμων του, ή, εν ελλείψει αυτών, του Διευθυντού του Κτηματολογικού Γραφείου, ότι η παραγραφή συνεπληρώθη".

Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται έκτακτη χρησικτησία (κτητική παραγραφή) με δεκαπενταετή νομή, αντί της νομής των τριάντα ετών που απαιτούσε ο Ιταλικός Αστικός Κώδικας του 1865, θεσπίστηκε δε, κατά την Εισηγητική Έκθεση του παραπάνω Ιταλικού Κυβερνητικού Δ/τος, για τον εναρμονισμό του θεσμού της έκτακτης χρησικτησίας προς τη διάταξη του άρθρου 1660 του Οθωμανικού ΑΚ, που ίσχυε τότε στη Δωδεκάνησο και προέβλεπε 15ετή αποσβεστική παραγραφή.

Ως προς τα άλλα όμως στοιχεία αυτής, ήτοι τις προϋποθέσεις ενάρξεως, διαδρομής και συμπληρώσεως της δεκαπενταετούς αυτής κτητικής παραγραφής, παραπέμπει η διάταξη αυτή στις αρχές της Ιταλικής νομοθεσίας, για συμπλήρωση της από αυτές. Η παραπομπή αυτή όμως είναι πρόδηλα γνήσια και έχει την έννοια της εφαρμογής των αντίστοιχων διατάξεων του αστικού δικαίου που ισχύουν κάθε φορά.

Ενόψει δε και του ερμηνευτικού κανόνα του άρθρου 3 του ΕισΝΑΚ, κατά τον οποίο "στις περιπτώσεις που στην ισχύουσα νομοθεσία γίνεται παραπομπή σε διατάξεις οι οποίες καταργούνται με το νόμο αυτό, εφαρμόζονται στη θέση τους οι αντίστοιχες διατάξεις του Αστικού Κώδικα", έπεται ότι από την εισαγωγή στη Δωδεκάνησο, κατά την 30.12.1947, με το αρθρ. 2 παρ. 1 στοιχ.

α' του Ν. 510/1947, του ΑΚ, του Εισαγωγικού νόμου και του Ν.Δ. της 7/10.5.1946 "περί αποκαταστάσεως του Α.Κ. και του Εισαγωγικού αυτού νόμου" (με τα άρθρα 5 και 1 του οποίου καταργήθηκε και η επέκταση της εφαρμογής στη Δωδεκάνησο του Ιταλικού Αστικού Κώδικα του έτους 1942, που είχε γίνει με το υπ' αριθμ. 170/1942 Διάταγμα του Κυβερνήτη της), η περιεχόμενη παραπομπή στο παραπάνω αρθρ. 63 παρ. 1 του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου νοείται ότι γίνεται στις αντίστοιχες διατάξεις του Ελληνικού Αστικού Κώδικα, από τις οποίες και διέπεται έκτοτε η καθιερούμενη πιο πάνω δεκαπενταετής κτητική παραγραφή, ως προς τις προϋποθέσεις ενάρξεως, διαδρομής και συμπληρώσεως της (ΑΠ 1431/2010, ΑΠ 1727/1999, ΑΠ 982/1992).

Εξ άλλου, τόσο από τους ορισμούς των νόμων 3 Κωδ. (7.34), ν. 42 πανδ. (4.21), ν.7 παρ. 5 πανδ. (10.3) και ν. 28 πανδ. (10.3), που αποτελούν απόρροια του κατά τον ν. 28 πανδ. 10.3 κανόνα, κατά τον οποίο κανένας από τους κοινωνούς δεν μπορεί να πράξει κάτι παρά τη γνώμη των άλλων, όσο και από τις αντίστοιχες διατάξεις του ΑΚ (αρθρ. 980, 981, 982, 984 και επ. 994), οι οποίες διέπουν, από την εισαγωγή του Α.Κ., τη νομή και σύννομη, που υπήρχαν κατά το χρόνο αυτής (25.2.1946), ως προς τα έννομα αποτελέσματα, την προσβολή και την προστασία τους, συνάγεται ότι ο εξ αδιαιρέτου συγκύριος, αν κατέχει ολόκληρο το κοινό, θεωρείται ότι κατέχει τούτο και στο όνομα των λοιπών συγκυρίων και δεν μπορεί να αντιτάξει κατ' αυτών αποσβεστική ή κτητική παραγραφή, πριν να καταστήσει γνωστό στους συγκυρίους ότι νέμεται μεγαλύτερο μέρος της μερίδας του ή το όλο αποκλειστικώς στο όνομα του ως κύριος (Ολ ΑΠ 485/1982).

Τέτοια, όμως, γνωστοποίηση δεν απαιτείται στην περίπτωση που οι συγκοινωνοί προβαίνουν σε άτυπη διανομή του κοινού ακινήτου, αφού έκτοτε καθένας από αυτούς, με γνώση των λοιπών, νέμεται αποκλειστικώς για τον εαυτό του το περιελθόν σ' αυτόν με την άτυπη διανομή μέρος του ακινήτου (ΑΠ 815/2010, ΑΠ 1431/2010).

Περαιτέρω, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κοινή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2005).

Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ 19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστικού διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (ΟλΑΠ 24/1992).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "Το επίδικο ακίνητο είναι ένας αγρός, εκτάσεως 15.640 τμ., που βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια ... της νήσου ..., με κτηματολογικά στοιχεία, Τόμος 1Α γαιών ..., φύλλο…, φάκελος ..., μερίδα ..., νομικής φύσεως "μουλκ" και συνορεύει ανατολικά με τη μερίδα γαιών 178, νότια με καρόδρομο Παστίδας-Ασγούρου, δυτικά και βόρεια με χείμαρρο.

Σύμφωνα με τις κτηματολογικές εγγραφές που έλαβαν χώρα στο επίδικο ακίνητο, αυτό ήταν καταχωρημένο αρχικά στο όνομα της Τ. χήρας Α. Ν. (μητέρας των διαδίκων), κατά ποσοστό 26240/46080 εξ αδιαιρέτου, από αγορά δυνάμει των υπ' αριθμ. ..., ... και ... συμβολαίων αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Ρόδου Χ.Γιώρτσου, που καταχωρίστηκαν νόμιμα στα κτηματολογικά βιβλία, καθώς και στο όνομα του εναγομένου και ήδη εφεσιβλήτου, κατά ποσοστό 19840/46080 εξ αδιαιρέτου, εν μέρει (κατά ποσοστό 10080/46080) από αγορά, δυνάμει του υπ' αριθμ. ...

συμβολαίου του συμβολαιογράφου ... Χρήστου Γιώρτσου και εν μέρει (κατά ποσοστό 9760/46080) από αναγκαστικό πλειστηριασμό, δυνάμει της υπ' αριθμ. ... περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης του ιδίου συμβολαιογράφου, που καταχωρίστηκαν νόμιμα στα κτηματολογικά βιβλία. Το παραπάνω ιδανικό μερίδιο της Τ. χήρας Α. Ν., μετά το θάνατο της στις 28.6.1979, περιήλθε στα πέντε τέκνα της, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμους της, κατά ποσοστό 5248/46080 (1/5 Χ 26240/46080) εξ αδιαιρέτου στο καθένα, ήτοι στους Χ. (εφεσίβλητο), Σ. (α' εκκαλούντα), Ο., Σ.

και Μ. [υπ' αριθμ. 2211/15.4.1983 Διάταξη του Κτηματολογικού Δικαστή]. Έτσι, ο μεν Χ. φέρεται συγκύριος του επιδίκου, σε ποσοστό 25.088/46080 (19.840/46080+ 5248/46080) εξ αδιαιρέτου, οι δε αδελφοί του φέρομαι συγκύριοι, του επιδίκου, κατά ποσοστό 5248/46080 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, πλην του Μ., ο οποίος φέρεται συγκύριος κατά ποσοστό 2624/46080 εξ αδιαιρέτου, καθόσον το έτος 1995 πώλησε το 1/2 του ιδανικού του μεριδίου (ποσοστό 2624/46080 εξ αδιαιρέτου) στον Α.

Π., δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου του συμβολαιογράφου ... Κωνσταντίνου Τζεδάκη, που καταχωρίστηκε νόμιμα στα κτηματολογικά βιβλία. Το επίδικο ακίνητο, το οποίο είχε εγγραφεί μεν αρχικά στα ονόματα της μητέρας των διαδίκων και του μεγαλύτερου αδελφού (Χ.), είχε όμως αγοραστεί με χρήματα όλων των αδελφών -πλην του Μ.- περί τα τέλη του έτους 1968, με τη συμφωνία της μητέρας και όλων των τέκνων της, διανεμήθηκε άτυπα μεταξύ των πέντε αδελφών.

Με βάση αυτή τη διανομή περιήλθαν σε κάθε αδελφό διακεκριμένα τμήματα του επιδίκου, τα οποία έκτοτε, με την ευλόγως εδραία πεποίθηση ότι είναι μόνοι κύριοι των τμημάτων αυτών, επιλήφθηκαν της νομής και κατοχής τους και νεμήθηκαν αυτά με διάνοια κυρίων, ήτοι με τη θέληση να έχουν το πράγμα, όπως αρμόζει στον κύριο, αποκλειστικά για τον εαυτό τους, ενεργώντας όλες τις εμφανείς υλικές πράξεις που προσιδίαζαν στη φύση και στη θέση τους, με τις οποίες εκδηλωνόταν η περί εξουσιάσεως αυτών βούληση τους.

Συγκεκριμένα, στο Σ. (α'εκκαλούντα) περιήλθε το τμήμα του επιδίκου, εμβαδού 2.040 τμ., με γράμμα (Ε), όπως αυτό εμφαίνεται με στοιχεία ΚΓΔΕΖΗ-ΟΙΚ στο από Αυγούστου 1995 διάγραμμα του αγρονόμου - τοπογράφου μηχανικού Κ. Π., ο οποίος το καλλιεργούσε με κηπευτικά και οπωροφόρα δένδρα, ενώ στο Σ. περιήλθε το τμήμα του επιδίκου, εμβαδού 3.942 τμ., με γράμμα (Γ), όπως αυτό εμφαίνεται με στοιχεία Α'ΩΨΧΛΜΝΞΟΒ'Α' στο παραπάνω διάγραμμα.

Ο τελευταίος, ο οποίος ζούσε τότε στη Γερμανία, το παραχώρησε αρχικά κατά χρήση και στη συνέχεια αντί μισθώματος στον αδελφό του Ο., ο οποίος το καλλιεργούσε με οπωροκηπευτικά. Το έτος 1985 ο Σ., με άτυπη αγοραπωλησία, μεταβίβασε το επίδικο τμήμα στον ανεψιό του Σ. (β'εκκαλούντα), ο οποίος τον διαδέχθηκε στη νομή αυτού (Γ), το περιέφραξε με σιδηροπασσάλους και πλέγμα προς την ανατολική του πλευρά και εγκατέστησε εντός αυτού αρδευτικά συστήματα, συνεχίζοντας να το καλλιεργεί με οπωροκηπευτικά, ενώ από το έτος 2000 ανοικοδομεί εντός αυτού διώροφη κατοικία.

Τα ανωτέρω έλαβαν χώρα [ότι δηλαδή οι ενάγοντες κατείχαν και νέμονταν αποκλειστικά για τον εαυτό τους τα επίδικα τμήματα (Ε) και (Γ)], εν γνώσει και με τη συγκατάθεση των λοιπών συγκοινωνών, οι οποίοι παραιτήθηκαν εμπράκτως υπέρ αυτών, αφού ουδέποτε αναμείχθηκαν και ουδέποτε διεκδίκησαν μερίδιο από τα επίδικα, αλλά και του εναγομένου αδελφού τους, ο οποίος κατοικεί επί δεκαετίες στο διακεκριμένο τμήμα του επιδίκου (Α), όπως αυτό εμφαίνεται με στοιχεία ΑΒΓΔΕΥΤΣΡΠΑ στο από Αυγούστου 1995 προαναφερόμενο διάγραμμα και ανέχεται την κατά τα ανωτέρω συνεχή νομή και κατοχή των αδελφών του (Σ.

και Σ.) και ανεψιού του (Σ.) στα επίδικα τμήματα, χωρίς να έχει προβεί σε καμία εναντίωση ή διαμαρτυρία. Τα ανωτέρω προκύπτουν ιδίως από την κατάθεση του μάρτυρα Ν. Τ., πρώην Δημάρχου της περιοχής, ο οποίος γνωρίζει τους διαδίκους από το έτος 1970 και δεν είναι συγγενής τους, που περιλαμβάνεται στην υπ' αριθμ. 37/2007 Έκθεση του Εισηγητού Δικαστή [ο οποίος διορίστηκε με την υπ' αριθμ. 298/2001 προδικαστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..., που δίκασε την από 27.7.2000 αγωγή του Ο.

Ν., περί συμπληρώσεως στο πρόσωπό του της 15 ετούς κτητικής παραγραφής επί του διακεκριμένου τμήματος (Β) του ιδίου επιδίκου ακινήτου], αλλά και από την κατάθεση της μάρτυρα αποδείξεως που εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η οποία δεν αναιρείται από την κατάθεση του μάρτυρα ανταποδείξεως, ο οποίος αναφέρει ότι "από το έτος 1968 κάθονταν όλοι μαζί στο ακίνητο", αλλά και από τις προσκομιζόμενες με επίκληση φωτογραφίες, στις οποίες εμφανίζεται το μείζον επίδικο ακίνητο να είναι διαχωρισμένο σε τμήματα, διαχωρισμένα μεταξύ τους, σε ορισμένες περιπτώσεις, με φράκτες και τοιχία.

Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από τη με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 226/1983 διεκδικητική αγωγή των αδελφών Χ., Ο., Μ., Σ. και Σ. κατά του Μ. Μ., με την οποία ζήτησαν να αναγνωριστεί η συγκυριότητα τους επί του επιδίκου μείζονος ακινήτου, έκαστος κατά το ιδανικό του μερίδιο και να αποβληθεί ο τότε εναγόμενος απ' αυτό, καθόσον κατά το χρόνο άσκησης της άνω αγωγής δεν είχε ακόμη συμπληρωθεί ο νόμιμος χρόνος κτητικής παραγραφής στο πρόσωπο εκάστου από τους τότε ενάγοντες.

Με βάση τα δεδομένα αυτά, αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες απέκτησαν την κυριότητα των παραπάνω διακεκριμένων τμημάτων του επιδίκου ακινήτου, με τον επικαλούμενο στην αγωγή πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας, αφού αποδείχτηκε ότι νέμονται τα επίδικα τμήματα αποκλειστικά για τον εαυτό τους, ενεργώντας επ' αυτών τις πράξεις που αρμόζουν στη φύση και τον προορισμό τους, συνεχώς και αδιαλείπτως, τουλάχιστον επί 15ετία και ειδικότερα, ο μεν Σ.

Ν. από το έτος 1968 μέχρι την άσκηση της αγωγής του (2002), ο δε Σ. Ν. από το έτος 1968 μέχρι την άσκηση της αγωγής του (2007), με το συνυπολογισμό στο δικό του χρόνο νομής και του χρόνου νομής του δικαιοπαρόχου του Σ.. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, έπρεπε οι αγωγές να γίνουν δεκτές ως βάσιμες κατ'ουσίαν". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές ενόψει του ότι το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο είχε καταλήξει σε αντίθετο συμπέρασμα (είχε απορρίψει τις ένδικες αναγνωριστικές αγωγές ως κατ'ουσίαν αβάσιμες), δέχθηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμη την από 18-6-2010 έφεση των δύο εναγόντων κατά της υπ'αριθμ.57/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου και δικάζοντας επί των δύο από 5-2-2002 και 15-11-2007 ενδίκων αγωγών των αναιρεσιβλήτων δέχθηκε αυτές ως κατ' ουσίαν βάσιμες, αναγνωρίζοντας καθένα των εναγόντων έναντι του εναγομένου κύριο, λόγω κτητικής παραγραφής του επιδίκου, για καθεμία αγωγή ακινήτου.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις κανόνων ουσιαστικού δικαίου, υπάγοντας ορθά σε αυτές τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν από όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα προσκόμισαν στο δικαστήριο και επικαλέστηκαν οι διάδικοι. Εξάλλου η προσβαλλόμενη απόφαση έχει πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή ή όχι των προαναφερομένων κανόνων του ουσιαστικού δικαίου που εφάρμοσε αυτή και έτσι δεν στερείται νόμιμης βάσης.

Γι'αυτό οι από τους αριθμ.1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος και τέταρτος λόγοι της ένδικης αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα των παραπάνω είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.8 αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια του νόμου θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση (και συνεπώς θεμελιώνουν το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, κυρίας παρέμβασης, ένστασης, αντένστασης, έφεσης (Ολ.ΑΠ 3/1997). Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με το δεύτερο λόγο της ένδικης αίτησης αναίρεσης ισχυρίζεται ότι το Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην από τον ως άνω αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, λόγω του ότι δεν δέχθηκε τον ισχυρισμό του ότι δεν είχε χωρήσει ποτέ άτυπη διανομή κατά το έτος 1968 μεταξύ όλων των συγκυρίων του επιδίκου ακινήτου και ότι δεν κατείχε και νεμόταν έκαστος αυτών ξεχωριστό τμήμα του με διάνοια κυρίου γενόμενος, ειδικότερα, κύριος του τμήματος που νεμόταν με κτητική παραγραφή. Ο ισχυρισμός του όμως δεν συνιστά ένσταση κατά της ένδικης αναγνωριστικής αγωγής και συνεπώς "πράγμα" κατά την προμνημονευόμενη έννοια, αλλά άρνηση, που δεν έγινε δεκτή από την προσβαλλόμενη απόφαση.

Συνεπώς ο δεύτερος λόγος της ένδικης αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος.

Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ.11 περ.γ' ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Κατά την έννοια της πιο πάνω διάταξης, για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν με επίκληση, το οποίο δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη του, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 340 και 346 ΚΠολΔ.

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται με τον τρίτο λόγο της ένδικης αίτησης αναίρεσης ότι το Εφετείο υπέπεσε στην ως άνω από τον αρ.11 περ.γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια. Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι προς υποστήριξη του κατ'ουσίαν αβασίμου της από 27-7-2000 ένδικης αγωγής του αναιρεσιβλήτου επικαλέστηκε και τις μαρτυρικές καταθέσεις των μαρτύρων Μ.

Ν. του Μ. και Σ. Μ. του Σ. ενώπιον του Εισηγητή Δικαστή που περιέχονται στην προσκομισθείσα απ'αυτόν στη σχετική υπ'αρ.37/2007 εισηγητική έκθεση του Πρωτοδικείου .... Όπως όμως προκύπτει από το σχετικό μέρος αναφοράς των αποδεικτικών μέσων και τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα του, ρητά αναφέρεται ότι έλαβε υπόψη του και εκτίμησε όλες, αδιακρίτως, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν με επιμέλεια αμφοτέρων των διαδίκων μερών, χωρίς να σημαίνει ότι από την ιδιαίτερη επισήμανση της μαρτυρικής κατάθεσης του Ν.

Τ., πρώην δημάρχου της περιοχής ένθα κείται το επίδικο ακίνητο, δημιουργείται αμφιβολία και δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι έλαβε υπόψη του και τις λοιπές εμμάρτυρες καταθέσεις, που συνεκτίμησε και συναξιολόγησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα. Επομένως ο τρίτος λόγος της ένδικης αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495§4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των παριστάμενων αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 191§2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25/8/2012 αίτηση του Χ. Ν. για αναίρεση της 70/2012 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) Ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 17 Δεκεμβρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ