Legislator Case Law & Legislation
2238/2013 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds and substantive review of labor contract termination. Appeal rejected due to proper service and lack of legal basis.

Case Number 2238/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Thessaloniki Court of Appeal's decision. The appellant argued the lower court erred in finding the employee's one-day absence constituted a valid resignation rather than a temporary suspension due to unpaid wages. The court held that the employee's brief absence and immediate return, driven by financial hardship, demonstrated no intent to terminate the contract and thus the lower court's application of good faith principles was correct.

Legislator headnote

AI generated

Art. 576 para. 2 K.Pol.D.; Art. 559 no. 1 and 19 K.Pol.D.: The Supreme Court examines appeals ex officio when the respondent is absent after proper service, and rejects appeals where the lower court correctly applied substantive law regarding the absence of a declaration of will for contract termination.

Keywords

AI generated
labor contract termination resignation intent good faith principles employee absence unpaid wages appeal dismissal proper service of process

Cited Legislation

AI generated
Art. 576 para. 2 K.Pol.D.
Art. 559 no. 1 K.Pol.D.
Art. 559 no. 19 K.Pol.D.
Art. 242 para. 2 K.Pol.D.
Art. 573 para. 1 K.Pol.D.
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2238 / 2013 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2238/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Κ. του Γ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σαράντο Θεοδωρόπουλο.

Της αναιρεσίβλητης: Α. Ε. του Χ., κατοίκου ... η οποία δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 20-10-2009 και 25-8-2010 αγωγές της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κατερίνης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 51/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2243/2012 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8-2-2013 αίτησή του

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Στυλιανή Γιαννούκου διάβασε την από 22-10-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της από 8-2-2013 αίτησης, για αναίρεση της 2243/2012 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα, υπ' αριθμ. .../10-7-2013 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητού στο Πρωτοδικείο Κατερίνης …, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως, στο τέλος της οποίας είναι συνημμένη η πράξη, με την οποία ορίστηκε δικάσιμος για τη συζήτησή της η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας, καθώς και κλήση για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, ο οποίος επισπεύδει τη συζήτηση της υποθέσεως αυτής. Η αναιρεσίβλητη δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου της, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., η συζήτηση όμως θα προχωρήσει παρά την απουσία της (άρθρ. 576 παρ. 2 εδ. α'και γ' Κ.Πολ.Δ.).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης, ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999).

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 861/1984). Εξάλλου, με τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, ελέγχεται η ορθότητα της ελάσσονος (και όχι της μείζονος) πρότασης του νομικού συλλογισμού, από την άποψη αν οι παραδοχές της απόφασης πληρούν το πραγματικό του κανόνα δικαίου που εφάρμοσε (ΟλΑΠ 44/1990).

Περαιτέρω, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αόριστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και μπορεί να γίνει (και) από τον εργαζόμενο όχι μόνο ρητώς, αλλά και σιωπηρώς, δηλαδή με πράξεις από τις οποίες κατά τρόπο αναμφίβολο προκύπτει κατ' αντικειμενική κρίση η βούλησή του για τη λύση της συμβάσεως.

Τέτοια δε καταγγελία (σιωπηρή) από ορισμένη συμπεριφορά του μισθωτού, για την αξιολόγηση της οποίας εφόσον προκύπτει αμφιβολία το δικαστήριο οφείλει να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, μπορεί να συνιστά με βάση τις συγκεκριμένες συνθήκες και η αδικαιολόγητη άρνηση του μισθωτού να παρέχει τις υπηρεσίες του (ΑΠ 1219/2005).

Στην προκειμένη υπόθεση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα (σημ: εδώ αναιρεσίβλητη), εφοδιασμένη με βιβλιάριο υγείας, προσλήφθηκε από τον εναγόμενο (σημ: εδώ αναιρεσείοντα) στις 13-10-2008, δυνάμει σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες της ως πωλήτρια - μπουφετζού στο κατάστημα...

ετοίμων φαγητών, που διατηρεί ο εναγόμενος... αντί των εκάστοτε νομίμων αποδοχών. Η ενάγουσα σε εκτέλεση της σύμβασης αυτής παρείχε προσηκόντως την εργασία της στην άνω επιχείρηση, πλην όμως ο εναγόμενος δεν ήταν συνεπής στις υποχρεώσεις του και ειδικότερα καθυστερούσε την καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών της, με αποτέλεσμα η ενάγουσα να έχει ανάγκη χρημάτων για την αντιμετώπιση τρεχουσών οικογενειακών υποχρεώσεων της.

Έτσι, στις 10-9-2009 απέστειλε ένα σημείωμα στον εναγόμενο στο οποίο επί λέξει του ανέγραφε: "Δεν έρχομαι αύριο στη δουλειά. Ο λόγος; Γιατί δεν πληρώθηκα Α." και πράγματι δεν προσήλθε στην εργασία της την επομένη ημέρα. Επανήλθε όμως την μεθεπομένη ημέρα (12-9-2009) για να προσφέρει και πάλι κανονικά την εργασία της, πλην όμως ο εναγόμενος αρνήθηκε να την αποδεχτεί.

Αμέσως μετά από τη συμπεριφορά αυτή του εναγομένου η ενάγουσα την 14-9-2009 απευθύνθηκε στην Επιθεώρηση Εργασίας Κατερίνης και υπέβαλε... προσφυγή παραπονούμενη για την απόλυσή της. Ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι η ενάγουσα αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία της... Ωστόσο, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η ενάγουσα δεν αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία της.

Και τούτο διότι, διόλου δεν επιθυμούσε τη λύση της σύμβασης εργασίας της και η μη προσέλευσή της την 11-9-2009... δεν συνιστά εκ μέρους της σιωπηρά καταγγελία της... Ειδικότερα, λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι η ενάγουσα προσερχόταν κανονικά στην εργασία της μέχρι 10-9-2009, ότι ο εναγόμενος καθυστερούσε τις αποδοχές της, ότι έπρεπε να εξεύρει χρήματα για να καλύψει άμεσες οικονομικές ανάγκες της οικογενείας της, ότι αμέσως μετά την άρνηση του εναγομένου να αποδεχτεί την εργασία της προσέφυγε στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας, δεν μπορεί να θεωρηθεί, κατ' αντικειμενική κρίση και σύμφωνα με τις από τα άρθρα 200 και 288 ΑΚ συναγόμενες αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, ότι η απουσία της από την εργασία της για μία μόνο ημέρα, μετά την αποστολή του ως άνω ιδιοχείρου σημειώματος, συνιστά σιωπηρή δήλωση βουλήσεως αυτής για τη λύση της εργασιακής συμβάσεως.

Αντίθετα, από το περιεχόμενο του ως άνω σημειώματος προκύπτει σαφώς ότι αυτή δήλωσε στον εναγόμενο ότι δεν θα έλθει στην εργασία της την επομένη ημέρα της 10-9-2009, ήτοι την 11-9-2009 για τον παραπάνω λόγο και έτσι η μιας ημέρας αποχή από την εργασία της, επειδή δεν καταβλήθηκαν οι δεδουλευμένες αποδοχές της, με άμεση επιστροφή της την επομένη ημέρα, αντικειμενικώς εξεταζόμενη έχει τα χαρακτηριστικά της επίσχεσης εργασίας και ως εκ τούτου δεν μπορεί να ερμηνευθεί από μόνη της ως καταγγελία της ένδικης σύμβασης εκ μέρους της ενάγουσας...

Κατ' ακολουθίαν, εκ μέρους του εναγομένου, ο οποίος έπαυσε να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες της ενάγουσας από 12-9-2009, υπήρξε καταγγελία της ένδικης σύμβασης εργασίας και μάλιστα άκυρη, αφού έγινε χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις, δηλαδή χωρίς έγγραφο και τη καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης, με αποτέλεσμα αυτός να περιέλθει σε υπερημερία και έκτοτε να οφείλει στην ενάγουσα μισθούς υπερημερίας...".

Υπό τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, προέβη σε ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών - που αναιρετικώς ανέλεγκτα έκρινε αποδεδειγμένα - στις διατάξεις των άρθρων 648 επ., 669 παρ. 2 εδ. α', 656, 174, 180, 341 επ., 350, ΑΚ άρθρ. 2, 5 παρ. 3 ν. 3198/1955, άρθρ. 1 επ. ν. 2112/1920 που εφάρμοσε, τις οποίες και δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή.

Διέλαβε δε στον υπαγωγικό συλλογισμό σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των νομικών αυτών κανόνων και δη: α) ως προς τη βασιμότητα του αγωγικού ισχυρισμού ότι η ένδικη καταγγελία εχώρησε ακύρως, χωρίς τήρηση των νομίμων διατυπώσεων, θεωρουμένη ως μη γενομένη και επιφέρουσα υπερημερία του εναγομένου, με συνέπεια να οφείλονται μισθοί υπερημερίας, κατά το αναφερόμενο σ' αυτή χρονικό διάστημα και β) ως προς την αβασιμότητα του ισχυρισμού του εναγομένου, ότι επρόκειτο περί οικειοθελούς αποχώρησης της ενάγουσας.

Και τούτο διότι, ως προς το τελευταίο, προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της, τα περιστατικά από τα οποία ουδόλως εμφαίνεται δικαιοπρακτική δήλωση βούλησης αποχώρησης εκ μέρους της ενάγουσας, αλλ' αντιθέτως ότι η παραπάνω αποχή της τελευταίας από την εργασία της, που αποτελεί κρίσιμο κριτήριο, είχε εντελώς σύντομη χρονική διάρκεια, (μίας μόνο ημέρας), και υπαγορεύθηκε από λόγους αντιμετωπίσεως της οικονομικής δυσχέρειας που περιήλθε από καθυστέρηση καταβολής δεδουλευμένων αποδοχών της, ώστε, ενόψει και των λοιπών ως άνω γενομένων δεκτών γεγονότων (και δη της έως τότε προσήκουσας προσφοράς των υπηρεσιών της, του περιεχόμενου του από 10-9-2009 σημειώματος, της επανόδου της την επομένη ακριβώς για ανάληψη εργασίας, της άμεσης προσφυγής της στην Επιθεώρηση Εργασίας),να παρίσταται με βάση τις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών συναλλακτικών ηθών, δικαιολογημένη και να μη μπορεί να θεωρηθεί ως καταγγελία της εργασιακής σύμβασης εκ μέρους της.

Τα πλεοναστικώς αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι "η μιας ημέρας αποχή από την εργασία της... με άμεση επιστροφή την επομένη ημέρα, αντικειμενικώς εξεταζόμενη έχει τα χαρακτηριστικά της επίσχεσης εργασίας...", αποτελούν επιχείρημα από τις αποδείξεις και διατυπώθηκαν κατά την πορεία του δικανικού συλλογισμού, προς άντληση επί πλέον επιχειρήματος, υπέρ της παραδοχής της έλλειψης δικαιοπρακτικής βούλησης της ενάγουσας για καταγγελία εκ μέρους της, της εργασιακής σύμβασης και επομένως δεν ιδρύουν λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., ενόψει των προηγηθεισών σαφών παραδοχών της προσβαλλόμενης, που εκτέθηκαν και οι οποίες στηρίζουν το διατακτικό της.

Εξ άλλου, αλυσιτελώς, με τον ίδιο πρώτο αναιρετικό λόγο, προβάλλονται αιτιάσεις, καθόσον αφορά τη μείζονα σκέψη της προσβαλλόμενης και δη την αναφορά σ' αυτήν των διατάξεων του ν. 4558/1930 καθόσον, με τον εκ του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολ.Δ. λόγο, ελέγχεται η ορθότητα της ελάσσονος (και όχι της μείζονος) πρότασης του νομικού συλλογισμού, στην προκειμένη δε περίπτωση, οι παραδοχές της προσβαλλόμενης πληρούν το πραγματικό των άνω κανόνων δικαίου που τελικώς εφάρμοσε, δηλαδή αυτών της καταγγελίας της ένδικης σύμβασης εκ μέρους του εναγομένου - εργοδότου, χωρίς τήρηση των νομίμων προϋποθέσεων και χωρίς να συντρέχει περίπτωση οικειοθελούς αποχώρησης εκ μέρους της ενάγουσας.

Κατ' ακολουθία, τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από τον αναιρεσείοντα με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμα. Κατά συνέπεια, πρέπει η κρινόμενη αίτηση ν' απορριφθεί.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8-2-2013 αίτηση του Α. Κ., για αναίρεση της 2243/2012 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Νοεμβρίου 2013. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Δεκεμβρίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ