Supreme Court dismisses appeal against bank's hiring of lawyers without public sector selection procedure.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the lawyer's appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding the Bank of Greece's hiring practices. The appellant argued the bank improperly hired lawyers without following the public sector selection process mandated by Law 1649/1986. The court ruled that the bank, as a private entity, is exempt from these public sector recruitment rules for lawyers hired on a retainer basis. Consequently, the court found the lower court's application of the law correct and dismissed the appeal.
Legislator headnote
AI generatedArt. 11 para. 2 of Law 1649/1986; Art. 14 para. 2 item 17 of Law 2190/1994: The selection procedure for public sector employees does not apply to private legal entities hiring lawyers on retainer, as such entities are excluded from the public sector scope regarding recruitment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 2237 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 2237/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 2 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, Δικηγόρου, κατοίκου Αθηνών, ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως ως και της ιδιότητάς του.
Της αναιρεσιβλήτου: Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε., νομίμως εκπροσωπούμενης, που εδρεύει στην ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Γεωργόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20 Μαΐου 2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6787/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 8361/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3 Οκτωβρίου 2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός, ανέγνωσε την από 23 Οκτωβρίου 2009 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο αυτοπροσώπως παραστάς αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεώς του, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
O λόγος αναίρεσης του αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ.
ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1933/2006). Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά πού τον συγκροτούν (Ολ.
ΑΠ 11/1896). Με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, κατά το πρώτο μέρος, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ότι, δηλαδή το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον αγωγικό ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι "η διάταξη του άρθρου 11 παρ. 1 του Ν. 1649/1986 νομοθετήθηκε με αναφορά στους νόμους 1232/1982 και 1256/1982, που συνιστά νομοθέτηση κατά παραπομπή, και ότι η διάταξη αυτή έπρεπε να εφαρμοστεί στη συγκεκριμένη περίπτωση, στη διαδικασία που κινήθηκε στις 23.4.2001 από την αναιρεσίβλητη, για την πρόσληψη δικηγόρων με σχέση έμμισθης εντολής για τις ανάγκες της, εφόσον εξακολούθησε τότε να ανήκει στον Δημόσιο Τομέα".
Όπως, όμως, προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο στη μείζονα σκέψη του, κατά την ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 11 παρ. 1 του Ν. 1649/1986, κατέληξε στη νομική κρίση, απορρίπτοντας αντίστοιχο αντίθετο λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος, ότι η διάταξη στο σύνολό της δεν έχει εφαρμογή στην περίπτωση της αναιρεσίβλητης Τράπεζας, μετά την οριστική έξοδό της από τον Δημόσιο Τομέα σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 51 του Ν. 1892/1990 και απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος κατά το αντίστοιχο αγωγικό αίτημα ως μη νόμιμη.
Επομένως, ο πρώτος από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, κρίνεται αβάσιμος. Εξάλλου, με τον τέταρτο λόγο του αναιρετηρίου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ίδια πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ότι, δηλαδή, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον επικουρικώς προβληθέντα αγωγικό ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, ότι η αναιρεσίβλητη τράπεζα, μετά την υποβολή εκ μέρους του της αιτήσεως συμμετοχής στην διαδικασία προεπιλογής των υποψηφίων προς πρόσληψη δικηγόρων στη Νομική Υπηρεσία της, αυθαίρετα και μονομερώς τροποποίησε τους όρους της από 23.4.2001 προκήρυξης κατά τον έλεγχο των βιογραφικών σημειωμάτων των υποψηφίων, και κατά την προφορική συνέντευξη που επακολούθησε, τότε δημιουργείται ακυρότητα της όλης διαδικασίας".
Όπως, όμως, προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, κατά την ερμηνεία, στη μείζονα σκέψη, της διάταξης του άρθρου 710 εδ. γ του ΑΚ κατέληξε στη νομική κρίση, ότι η αγωγή του αναιρεσείοντος κατά τον επικουρικώς προβληθέντα πιο πάνω αγωγικό ισχυρισμό δεν ήταν νόμιμη και απέρριψε αντίστοιχο αντίθετο λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος.
Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κρίνεται αβάσιμος.
ΙΙ.- Με τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, ελέγχεται η ορθότητα της ελάσσονος πρότασης του νομικού συλλογισμού, από την άποψη αν οι παραδοχές της απόφασης πληρούν το πραγματικό του κανόνα δικαίου που εφάρμοσε. Έτσι, παρέπεται, ότι δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο της ουσίας έχει απορρίψει την αίτηση παροχής έννομης προστασίας ως μη νόμιμη ή αόριστη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν εκτιμά πραγματικά περιστατικά, ώστε να είναι δυνατόν να υπάρξουν ελλείψεις στην περιγραφή τους (Ολ. ΑΠ 44/1990).
Συνεπώς, οι από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ πρώτος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης, κατά το άλλο μέρος τους, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο με αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες έκρινε τους ίδιους αγωγικούς ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος ως μη νομίμους για την υπαγωγή της αναιρεσίβλητης Τράπεζας στον Δημόσιο Τομέα και για την εφαρμογή της ίδιας πιο πάνω διάταξης του άρθρου 11 παρ. 1 του Ν. 1649/1986 κατά τις προσλήψεις έμμισθων δικηγόρων της αναιρεσίβλητης, όπως και για την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 710 εδ. γ' του ΑΚ και τους απέρριψε, είναι απαράδεκτοι και απορριπτέοι.
ΙΙΙ.- Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
ΑΠ 7/2006, Ολ. ΑΠ 4/2005). Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των παρ. 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, όπως αυτές προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001, ο ευρύτερος δημόσιος τομέας καθορίζεται κάθε φορά από το νόμο. Εξάλλου, κατά μεν την διάταξη του άρθρου 11 του Ν. 1649/1986 "1. Η πρόσληψη δικηγόρων με πάγια αντιμισθία ή αποκλειστική συστηματική ανάθεση υποθέσεων με πάγια αμοιβή από νομικά πρόσωπα του δημοσίου τομέα, όπως αυτός προσδιορίζεται στο άρθρο 9 παρ. 1 ν. 1232/1982 και στο άρθρο 1 παρ. 6 του ν. 1256/1982 γίνεται με επιλογή, ύστερα από προκήρυξη. 2.
Η επιλογή γίνεται από πενταμελή επιτροπή αποτελούμενη από έναν πρόεδρο πρωτοδικών ...", κατά δε αυτή του αρθρ. 1 παρ. 6, του ν. 1256/1982 "Η αληθινή έννοια της παρ. 1 του αρθρ. 9 του ν. 1232/1982 (αυτής δηλαδή που αναφέρεται στο άρθρο 11 ν. 1649/86) είναι ότι στον δημόσιο τομέα περιλαμβάνονται όλοι οι κρατικοί φορείς, ανεξάρτητα από το καθεστώς δημοσίου ή ιδιωτικού ή μικτού δικαίου που τους διέπει, ήτοι α) οι Κρατικές ή Δημόσιες Υπηρεσίες, όπως εκπροσωπούνται από το νομικό πρόσωπο του Δημοσίου, β) οι κρατικοί ή Δημόσιοι Οργανισμοί σαν κρατικά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, γ) οι Κρατικές ή Δημόσιες και παραχωρηθείσες επιχειρήσεις, όπως η Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού, ο Οργανισμός Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος, η Ελληνική Ραδιοφωνία - Τηλεόραση κλπ., δ) Τα Κοινωφελή Ιδρύματα του Αστικού Κώδικα που περιήλθαν στο Δημόσιο και χρηματοδοτούνται ή επιχορηγούνται απ' αυτό, ε) Οι Τραπεζικές και άλλες ανώνυμες εταιρείες, στις οποίες είτε τα κατά τις προηγούμενες περιπτώσεις νομικά πρόσωπα έχουν το σύνολο ή την πλειοψηφία των μετοχών του εταιρικού κεφαλαίου είτε έχουν κρατικό προνόμιο ή κρατική επιχορήγηση, όπως η Τράπεζα Ελλάδος, η Αγροτική Τράπεζα, η Εθνική Τράπεζα, η Κτηματική Τράπεζα, η Εμπορική Τράπεζα, η Ελληνική Τράπεζα Βιομηχανικής Αναπτύξεως κ.α.".
Η ένταξη της διατάξεως του άρθρου 11 του Ν. 1649/1986 στις διατάξεις για τα νομικά πρόσωπα του δημοσίου τομέα συνεπάγεται αυτονόητα τη μεταβολή του πεδίου εφαρμογής και της συγκεκριμένης διάταξης όταν αλλάζει ο ορισμός του δημοσίου τομέα που ισχύει για όλες τις διατάξεις που ανήκουν στο συγκεκριμένο σύστημα κανόνων δικαίου, και δεν έχει την έννοια της πάγιας παραπομπής σε έναν ιδιαίτερο δημόσιο τομέα, ανεξάρτητο από οποιαδήποτε μεταγενέστερη διεύρυνση ή περιορισμό του.
Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 51 του ν. 1892/1990 ορίστηκε ότι "1. Ο κατά τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 6 του ν. 1256/1982 δημόσιος τομέας περιλαμβάνει μόνο: α. Τις κάθε είδους δημόσιες υπηρεσίες, που υπάγονται στο νομικό πρόσωπο του Δημοσίου και εκπροσωπούνται απ' αυτό. β. "... γ (όπως η περίπτωση αυτή διαμορφώθηκε με το αρθρ. 4 παρ. 6 του ν. 1943/1991), τις κάθε είδους κρατικές ή δημόσιες υπηρεσίες και παραχωρηθείσες επιχειρήσεις και οργανισμούς καθώς και ν.π.ι.δ.
δημοσίου χαρακτήρα που επιδιώκουν κοινωφελείς σκοπούς, δ) τις Τράπεζες που ανήκουν στο νομικό πρόσωπο του Δημοσίου είτε στο σύνολό τους είτε κατά πλειοψηφία". Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 8 παρ. 4 του καταστατικού της αναιρεσίβλητης Τράπεζας, που κυρώθηκε με το Ν. 3424/1927 και έχει τυπική ισχύ νόμου (Ολ ΑΠ 27/95), διότι αποτελεί παράρτημα διεθνούς σύμβασης (Παράρτημα IV) στο Πρωτόκολλο περί εγκρίσεως της συνάψεως δανείου Λιρών Στερλινών 9.000.000 που υπογράφηκε στην Γενεύη στις 15.9.1927, προκύπτει ότι η Τράπεζα αυτή έχει συσταθεί ως ανώνυμη εταιρία και συνιστά από τη φύση της νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, στο οποίο το δημόσιο και οι δημόσιες επιχειρήσεις δεν μπορούσαν, αρχικά, να κατέχουν αμέσως ή εμμέσως μετοχές αυτής κατά ποσόν που υπερβαίνει στο σύνολο το 1/10 του ονομαστικού κεφαλαίου της, ποσοστό που αυξήθηκε μεταγενέστερα κατά τον κρίσιμο στην προκειμένη περίπτωση χρόνο με το άρθρο 34 Ν. 2778/1999 στο 35% του ονομαστικού κεφαλαίου της με την κύρωση της από 7.10.1999 τροποποιητικής απόφασης των μετόχων της αναιρεσίβλητης Τράπεζας της Ελλάδος.
Περαιτέρω, με τα άρθρα 2 παρ. 1 εδαφ. α-ζ και 4 παρ. 1 του ιδίου ως άνω καταστατικού καθορίζονται αφενός ο σκοπός της Τράπεζας της Ελλάδος, ο οποίος κατατείνει στη διασφάλιση τηςσταθερότητας του γενικού επιπέδου τιμών και αφετέρουοι αρμοδιότητες αυτής, οι οποίες συνίστανται: α) στηχάραξη και άσκηση της νομισματικής πολιτικής, στην έννοια της οποίας περιλαμβάνεται και η πιστωτική πολιτική, β) στην άσκηση της πολιτικής, της συναλλαγματικής ισοτιμίας της δραχμής έναντι άλλων νομισμάτων σύμφωνα με το πλαίσιο της συναλλαγματικής πολιτικής που προκρίνει η κυβέρνηση ύστερα από διαβουλεύσεις με την τράπεζα γ) στην κατοχή και διαχείριση των επισήμων συναλλαγματικών διαθεσίμων της χώρας, στα οποία περιλαμβάνονται τα σε συνάλλαγμα και χρυσό διαθέσιμα της Τράπεζας και του Δημοσίου και η ενέργεια πράξεων σε συνάλλαγμα, δ) στην άσκηση εποπτείας των πιστωτικών ιδρυμάτων και άλλων επιχειρήσεων και Οργανισμών του Χρηματοπιστωτικού Τομέα της οικονομίας, ε) στην προώθηση και επίβλεψη της ομαλής λειτουργίας των συστημάτων πληρωμών, καθώς και συστημάτων διαπραγμάτευσης, διακανονισμού και εκκαθάρισης εξωχρηματιστηριακών συναλλαγών επί τίτλων και λοιπών χρηματοπιστωτικών μέσων, στ) στο αποκλειστικό προνόμιο της έκδοσης τραπεζικών γραμματίων και ζ) στην ενέργεια ως ταμία και εντολοδόχου του δημοσίου.
Από τον συνδυασμό όλων των παραπάνω διατάξεων προκύπτει σαφώς αφενός ότι η αναιρεσίβλητη, Τράπεζα της Ελλάδος, είχε ιδιότυπο, διφυή, χαρακτήρα νομικού προσώπου, ιδιωτικού μεν δικαίου ως προς την άσκηση εκ μέρους της τραπεζικών εργασιών και τις σχέσεις με το προσωπικό της και τους πελάτες της, δημοσίου δε δικαίου ως προς την άσκηση των αρμοδιοτήτων της για τη διαχείριση του εξωτερικού συναλλάγματος ή του εκδοτικού προνομίου της ως προς τις οποίες ασκεί δημόσια εξουσία (ΑΠ 72/2003) και αφετέρου ότι αυτή δεν περιλαμβάνεται στο δημόσιο, κατά την έννοια του άρθρου 51 ν. 1892/1990, τομέα, αφού ούτε στο σύνολό της ούτε κατά πλειοψηφία ανήκει στο νομικό πρόσωπο του Δημοσίου (Ολ ΑΠ 1/2006), αλλά και ούτε επανήλθε σ' αυτόν και μετά την ισχύ του άρθρου 4 παρ. 6 του Ν. 1943/1991, αφού ως Τράπεζα υπόκειται στις ρυθμίσεις του εδ.
δ' και όχι του εδ. γ', όπως συμπληρώθηκε με την ίδια διάταξη του άρθρου 4 παρ. 6 του Ν. 1943/1991, και με βάση την οποία επανήλθαν στον Δημόσιο Τομέα "και τα ΝΠΙΔ δημοσίου χαρακτήρα που επιδιώκουν κοινωφελείς ή άλλους δημοσίου σκοπούς", όχι όμως και οι Τράπεζες, που την πλειοψηφία των μετοχών τους δεν κατέχει το Δημόσιο, όπως και η αναιρεσίβλητη Τράπεζα.
Τέλος, με το άρθρο 14 παρ. 1 του Ν. 2190/1994 "περί διατάξεων ανεξάρτητης αρχής για την επιλογή προσωπικού και ρύθμιση θεμάτων διοικήσεως",όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 2527/1997, ορίσθηκε ότι "στις διατάξεις των κεφαλαίων Α', Β' και Γ' του παρόντος, (που φέρουν τους τίτλους "πλήρωση θέσεων - αρμόδια όργανα - δημόσιος τομέας", "Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού" και "σύστημα προσλήψεων στον Δημόσιο τομέα"), υπάγονται όλοι οι φορείς του δημοσίου τομέα, όπως αυτός οριοθετείται με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 6 του Ν. 1256/1982 και τις μεταγενέστερες συμπληρώσεις του, πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 51 του Ν. 1892/1990.
Στον κατά τα ανωτέρω δημόσιο τομέα και για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος και μόνο υπάγονται επίσης ... οι Τράπεζες στις οποίες ο διορισμός Προέδρου του Δ.Σ. ή Διοικητή υπάγεται στις διατάξεις του άρθρου 49Α του Κανονισμού της Βουλής, καθώς και οι θυγατρικές τους ανώνυμες εταιρείες". Με την διάταξη αυτή η αναιρεσίβλητη Τράπεζα υπήχθη στη μέσω του ΑΣΕΠ διαδικασία προσλήψεων του υπαλληλικού προσωπικού της, που συνδέεται με σχέση εξαρτημένης εργασίας, και με κριτήριο, όχι από εκείνα των διατάξεων των άρθρων 9 παρ. 1 του Ν. 1232/1982, και 6 παρ. 1 του Ν. 1256/1982, αλλά γιατί ανήκει στις Τράπεζες εκείνες ο επικεφαλής των οποίων επιλέγεται κατά την διαδικασία του άρθρου 49Α του Κανονισμού της Βουλής.
Πλην, όμως, κατά την διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 εδ. ιγ' του ίδιου Νόμου 2190/1994 "Εξαιρούνται από τις διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου ... οι παρέχοντες υπηρεσίες με έμμισθη εντολή και όσοι δεν αποκτούν ιδιότητα υπαλλήλου ή σχέση εξαρτημένης εργασίας (άρθρο 63 παρ. 3 και 4 του εδ. δ, ν.3026/1954)". Επομένως, η προαναφερθείσα υπαγωγή της αναιρεσίβλητης Τράπεζας στον Δημόσιο Τομέα για την εφαρμογή και μόνο των διατάξεων των κεφαλαίων Α, Β και Γ του Ν. 2190/1994, όπως τροποποιήθηκαν με την διάταξη του άρθρου 1 του Ν. 2527/1997, δεν εκτείνεται και στο πεδίο πρόσληψης δικηγόρων από την αναιρεσίβλητη Τράπεζα με έμμισθη εντολή, που ρητά εξαιρείται από το πεδίο εφαρμογής των ίδιων διατάξεων του Ν. 2190/1994, και δεν έχουν εφαρμογή στην περίπτωση της αναιρεσίβλητης Τράπεζας της Ελλάδος.
Επομένως, η πρόσληψη από την αναιρεσίβλητη Τράπεζα της Ελλάδος δικηγόρων με πάγια αντιμισθία ή αποκλειστική ή συστηματική ανάθεση υποθέσεων με πάγια αμοιβή, ως αφορώσα νομικό πρόσωπο που δεν ανήκει στον δημόσιο τομέα, δεν υπόκειται στην προβλεπομένη από το άρθρο 11 του ν. 1649/1986 διοικητική διαδικασία της επιλογής, η οποία, αντιθέτως, απαιτείται να τηρείται μόνο στην περίπτωση που η εν λόγω πρόσληψη αφορά νομικό πρόσωπο που ανήκει στο δημόσιο, κατά την παραπάνω έννοια, τομέα.
Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε τον πρώτο λόγο της έφεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων παρεπονείτο ότι "εσφαλμένως η εκκαλουμένη απόφαση έκρινε ότι νομίμως η εφεσίβλητη Τράπεζα προέβη στην πρόσληψη δικηγόρων με πάγια αντιμισθία χωρίς την τήρηση της προβλεπομένης από τη διάταξη του άρθρου 11 παρ. 2 του ν. 1649/1986 διαδικασίας", αφού δέχθηκε (το Εφετείο) "ότι η επιτροπή αυτή δεν είχε αρμοδιότητα να επιληφθεί της σχετικής διαδικασίας επιλογής αφού η αναιρεσίβλητη Τράπεζα δεν υπάγεται στον δημόσιο τομέα όσον αφορά την επίδικη σχέση, ήτοι την πρόσληψη δικηγόρων ...".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 9 παρ. 1 του Ν. 1232/1982, 1 παρ. 5 του Ν. 1256/1982, 51 του Ν. 1892/1990 4 παρ. 6 του Ν. 1943/1991, 1 παρ. 1, 2 παρ. 1 εδ. α-ζ, 4 παρ. 1 και 8 παρ. 4 του Ν. 3427/1927 και του κυρωθέντος με αυτόν καταστατικού της αναιρεσίβλητης, 34 του Ν. 2778/1999, ενώ ορθά έκρινε και δεν εφάρμοσε τις μη εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση διατάξεις των άρθρων 14 παρ. 1 του Ν. 2190/1994, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 2527/1997 και 11 παρ. 1 του Ν. 1649/1986.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τους συναφείς δεύτερο και τρίτο λόγους του αναιρετηρίου, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κρίνονται αβάσιμα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3-8-2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ'αριθμ. 8361/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης ,την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Νοεμβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 7 Δεκεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ