Legislator Case Law & Legislation
2236/2013 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor judgment due to lack of substantive legal grounds and insufficient reasoning.

Case Number 2236/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the National Center for Research and Technological Development against a labor court judgment. The appellant argued for reversal based on substantive law violations, but the court found no such errors in the lower court's reasoning. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs totaling 420.66 euros.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559(1) & 19 KPolD; An appeal for violation of substantive law requires a clear error in application or interpretation, while an appeal for lack of legal basis demands a complete absence of reasoning or contradictory arguments that decisively affect the case outcome.

Keywords

AI generated
appeal for violation of substantive law lack of legal basis insufficient reasoning labor dispute legal costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Art. 559(1) KPolD
Art. 19 KPolD
Art. 93(3) of the Constitution
Art. 570(1)(a) KPolD
Art. 61(1)-(3) of the Code of Lawyers
Art. 176 KPolD
Art. 183 KPolD
Law 3226/2004

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2236 / 2013 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2236/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Εθνικό Κέντρο Έρευνας και Τεχνολογικής Ανάπτυξης" (ΕΚΕΤΑ), που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Κωνσταντόπουλο.

Της αναιρεσίβλητης: Ι. Κ. του Γ., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ιωάννα Παναγοπούλου - Πανοπούλου σύμφωνα με το άρθρο 8 του ν. 3226/2004 και μετά από την υπ' αριθμ. 151/30-10-2013 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου. Δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-6-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 23038/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1259/2012 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 30-11-2012 αίτησή του και τον από 20-9-2013 πρόσθετο λόγο αυτής. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 24-10-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και του επ' αυτής από 20-9-2013 προσθέτου λόγου.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και του προσθέτου λόγου, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. (A) Κατά την διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, εάν αυτός εφαρμοσθεί, αν και κατά τις σχετικές παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπήρχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αντίθετα, όταν δεν εφαρμοσθεί, μολονότι κατά τις παραδοχές αυτές συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλ.

με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 31/2009, ΑΠ 1319/2013). Περαιτέρω, κατά την διάταξη του αριθ. 19 του αυτού ως άνω άρθρου αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την ως άνω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 § 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Tο κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες, ενώ ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώθηκε σαφώς, δεν συνιστούν ανεπάρκεια αιτιολογιών.

Δηλ. μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων δεν συνιστούν γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά διαμορφωτικά του αποδεικτικού πορίσματός του, δηλ.

αιτιολογία της απόφασης που μπορεί να ελεγχθεί αναιρετικά στα πλαίσια του ως άνω λόγου για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ενώ εξάλλου ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται, ούτε εάν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαίτερα ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους. (B) Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθ. 26 § 1 του Συντάγματος η νομοθετική λειτουργία ασκείται από την Βουλή και τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, κατά δε το άρθ. 43 εδ.

α' αυτού επιτρέπεται, ύστερ' από πρόταση του αρμοδίου Υπουργού, η έκδοση κανονιστικών διαταγμάτων με ειδική εξουσιοδότηση νόμου και μέσα στα όρια αυτής, παρέχεται δηλ. στον κοινό νομοθέτη το δικαίωμα να μεταβιβάζει την αρμοδιότητα προς θέσπιση κανόνων δικαίου καταρχήν προς τον επικεφαλής της εκτελεστικής εξουσίας Πρόεδρο της Δημοκρατίας, ο οποίος ασκεί την μεταβιβαζομένη αρμοδιότητα με την έκδοση προεδρικών διαταγμάτων.

Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης η νομοθετική εξουσιοδότηση για να είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα πρέπει να είναι ειδική και ορισμένη, υπό την έννοια ότι πρέπει να προσδιορίζει καθ' ύλην το αντικείμενό της και επομένως η εξουσιοδοτική διάταξη πρέπει να μην είναι γενική και αόριστη, ασχέτως αν είναι ευρεία ή στενή, αν δηλ.

περιλαμβάνει μεγάλο ή μικρό περιπτώσεων, τις οποίες η Διοίκηση μπορεί να ρυθμίσει κανονιστικά με βάση την συγκεκριμένη νομοθετική εξουσιοδότηση. Η ευρύτητα της εξουσιοδότησης, εφόσον το περιεχόμενό της είναι ορισμένο, δεν επηρεάζει το κύρος της από συνταγματική άποψη (ΑΠ 293/2012, 648/2011, ΟλΣτΕ 1210/2010, ΣτΕ 2266, 2267/2013, 846/2013).

Περαιτέρω, για το συνταγματικό κύρος της νομοθετικής εξουσιοδότησης δεν απαιτείται οπωσδήποτε να διαγράφει η ίδια ή με παραπομπή σε άλλη διάταξη νόμου βασικές αρχές, στο πλαίσιο των οποίων οφείλει να κινηθεί η Διοίκηση κατά την κανονιστική ρύθμιση των θεμάτων αυτών (ΑΠ 293/2012, ΟλΣτΕ 2304/1995). Κατά το εδ. β' της ίδιας ως άνω συνταγματικής διάταξης προβλέπεται, ότι κατ' εξαίρεση επιτρέπεται να ορισθούν ως φορείς της κατ' εξουσιοδότηση ασκουμένης νομοθετικής αρμοδιότητας και άλλα, εκτός από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, όργανα της Διοίκησης, εφόσον πρόκειται για ειδικότερα θέματα ή θέματα με χαρακτήρα τεχνικό ή λεπτομερειακό κ.λπ.

Ως "ειδικότερα θέματα", κατά την έννοια της ως άνω διάταξης, για την ρύθμιση των οποίων επιτρέπεται η παροχή νομοθετικής εξουσιοδότησης σε άλλα, πλην του Προέδρου της Δημοκρατίας, όργανα της Διοίκησης, νοούνται εκείνα, τα οποία αποτελούν, κατά το περιεχόμενό τους και σε σχέση με την ουσιαστική ρύθμιση που περιέχεται στο νομοθετικό κείμενο, μερικότερη περίπτωση ορισμένου θέματος που αποτελεί το αντικείμενο της νομοθετικής ρύθμισης, που ρυθμίζεται δηλ.

ήδη στον τυπικό νόμο σε γενικό έστω, αλλά πάντως ορισμένο πλαίσιο (ΟλΣτΕ 235/2012, 1297/2011, 1892/2010). Εξάλλου ειδικότερα, η παροχή από το νομοθέτη εξουσιοδότησης προς θέσπιση κανόνων δικαίου της αναφερομένης στην ως άνω διάταξη του άρθ. 43 § 2 του Συντάγματος φύσεως όχι στ' αναφερόμενα σ' αυτήν όργανα της Διοίκησης, αλλά σε τρίτους, όπως είναι τα όργανα διοίκησης ν.π.ι.δ., με την έκδοση Κανονισμών κ.λπ., προσδίδει στην σχετική πράξη του οργάνου αυτού κανονιστικό χαρακτήρα, ισχύ δηλ.

ουσιαστικού νόμου, εφόσον εγκριθεί με υπουργική απόφαση και η νομοθετική εξουσιοδότηση προβλέπει τέτοια έγκριση (ΑΠ 600/1999). Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η εκτός των ορίων της νομοθετικής εξουσιοδότησης εκδιδομένη κανονιστική πράξη στερείται οποιασδήποτε ισχύος και δεν μπορεί να εφαρμοσθεί από τα δικαστήρια ως προερχομένη από όργανο που δεν έχει κατά το Σύνταγμα εξουσία για την θέσπιση κανόνων δικαίου (ΑΠ 360/2009).

Τέλος, ο δικαστικός έλεγχος της θέσπισης κανονιστικής ρύθμισης καθ' υπέρβαση ή μη των ορίων της συναφούς νομοθετικής εξουσιοδότησης, που αποτελεί ειδικότερη μορφή του ελέγχου της συνταγματικότητας του νόμου, γίνεται στο στάδιο της εφαρμογής της επίμαχης κανονιστικής ρύθμισης σε κάθε δικαζομένη υπόθεση και αναφέρεται στην διάταξη του νόμου που αποτελεί την συγκεκριμένη εξουσιοδότηση, επί της οποίας στηρίζεται η συγκεκριμένη κανονιστική ρύθμιση (ΑΠ 293/2012).

Νομοθετική εξουσιοδότηση παρέχεται με το άρθ. 25 ν. 1514/1985, όπως ίσχυε πριν την αντικατάσταση του εδ. α' της παραγράφου 1 αυτού με το άρθ. 1 § 16 ν. 2919/2001 και του εδ. β' της ίδιας παραγράφου με το άρθ. 19 § 3 ν. 3769/2009, με το οποίο ορίζεται ειδικότερα: "§1. Με προεδρικά διατάγματα, που εκδίδονται με πρόταση του Υπουργού Έρευνας και Τεχνολογίας και σύμφωνη γνώμη του ΕΓΣΕ, είναι δυνατό:

α) Να συνιστώνται, ενοποιούνται, χωρίζονται, μεταφέρονται (ολικά η μερικά), μετατρέπονται και καταργούνται εθνικά ερευνητικά κέντρα, ανεξάρτητα ερευνητικά ινστιτούτα, ακαδημαϊκά ερευνητικά κέντρα και ινστιτούτα, ειδικά ερευνητικά κέντρα και ινστιτούτα, μεταπτυχιακά ινστιτούτα, κέντρα τεχνολογικής έρευνας και γενικά ερευνητικοί και τεχνολογικοί φορείς οποιασδήποτε φύσης και μορφής....

β) Εκτός από όσα ορίζονται στο νόμο αυτόν για τα εθνικά κέντρα, ανεξάρτητα ινστιτούτα και ακαδημαϊκά κέντρα και ινστιτούτα, να καθορίζεται η φύση τους ως δημόσιας υπηρεσίας ή ν.π.δ.δ. ή ν.π.ι.δ., ο ειδικότερος σκοπός τους, τα όργανα διοίκησης αυτών, η διάρθρωση και οι αρμοδιότητες των υπηρεσιών αυτών, τα της άσκησης εποπτείας επ' αυτών, που μπορεί να περιλαμβάνει τον οικονομικό, διοικητικό και διαχειριστικό έλεγχο και ιδίως την έγκριση των προγραμμάτων, των προϋπολογισμών και απολογισμών, ως και τα της αποτίμησης των αποτελεσμάτων των ερευνητικών προγραμμάτων, με δυνατότητα ανάθεσης αυτής σε ειδικούς επιστήμονες ημεδαπούς ή αλλοδαπούς....

γ) Να συνιστώνται και διαβαθμίζονται οι αναγκαίες οργανικές θέσεις μόνιμου ή με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικού, να ρυθμίζονται τα θέματα κατάστασης, αποδοχών και πειθαρχίας γενικά του συνόλου του προσωπικού αυτού, τα θέματα ένταξης, μετάταξης και απόσπασης και απόσπασης αυτού.... δ) ....

ε) Να προβλέπονται οι αναγκαίες ρυθμίσεις για την ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων του κεφαλαίου Δ' του παρόντος νόμου στα ν.π.ι.δ. και στο προσωπικό τους. στ) Να προβλέπεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια σχετική με τα θέματα οργάνωσης και λειτουργίας των ερευνητικών και τεχνολογικών φορέων, τα οποία ρυθμίζονται παραπάνω.

§2. Με αποφάσεις του Υπουργού Έρευνας και Τεχνολογίας εγκρίνονται οι εσωτερικοί κανονισμοί λειτουργίας των ερευνητικών και τεχνολογικών φορέων που καταρτίζονται από τα όργανα διοίκησής τους και στους οποίους κανονισμούς προβλέπονται, πέρα από όσα ορίζονται ειδικά στις διατάξεις του παρόντος νόμου, και οι ειδικότερες αρμοδιότητες των οργάνων και τα καθήκοντα του κάθε φύσης προσωπικού τους...

και γενικά κάθε λεπτομέρεια που κρίνεται αναγκαία για την εύρυθμη και αποδοτική λειτουργία τους. Οι εσωτερικοί κανονισμοί των ερευνητικών φορέων υποβάλλονται για έγκριση μέσα σε έξι μήνες από την ίδρυσή τους ή από την δημοσίευση του παρόντος νόμου για τους υφιστάμενους ερευνητικούς φορείς. Μετά την παρέλευση της προθεσμίας αυτής οι παραπάνω κανονισμοί καταρτίζονται από τις υπηρεσίες του ΥΠ.Ε.Τ.

και εγκρίνονται με απόφαση του Υπουργού αυτού". Με τις ως άνω εξουσιοδοτικές διατάξεις για την σύσταση κ.λπ. με Προεδρικά Διατάγματα εθνικών ερευνητικών κέντρων κ.λπ., και σύμφωνα με το προεκτεθέν περιεχόμενό τους, ορίζεται ειδικότερα, μεταξύ των άλλων, ότι με τα διατάγματα αυτά είναι δυνατόν να προβλέπονται οι αναγκαίες ρυθμίσεις για την ανάλογη εφαρμογή στα (δι' αυτών συνιστώμενα) ν.π.ι.δ.

και στο προσωπικό τους των διατάξεων του Κεφαλαίου Δ' του εξουσιοδοτικού αυτού νόμου, δηλ. και των διατάξεων (1) του άρθ.15 § 1 που ορίζει ότι το προσωπικό των εθνικών ερευνητικών κέντρων και των ανεξαρτήτων ερευνητικών ινστιτούτων διακρίνεται σε (α) ερευνητικό (β) τεχνικό (επιστημονικό ή μη) και (γ) διοικητικό βοηθητικό (2) του άρθ. 21 § 1 εδ.

α' που αναφέρεται ειδικά στο διοικητικό προσωπικό και ορίζει ότι αυτό στελεχώνει υπηρεσίες διοικητικού και οικονομικού χαρακτήρα για την υποστήριξη της λειτουργίας τους και την εκτέλεση των προγραμμάτων. Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα η παρασχεθείσα με τις ως άνω διατάξεις του άρθ. 25 ν. 1514/1985 νομοθετική εξουσιοδότηση είναι ειδική και ορισμένη, αφού προσδιορίζει, και δη λεπτομερειακά, καθ' ύλην το αντικείμενό της (σύσταση κ.λπ.

εθνικών ερευνητικών κέντρων κ.λπ., σύσταση και διαβάθμιση αναγκαίων οργανικών θέσεων μόνιμου και με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικού, ρύθμιση θεμάτων κατάστασης, αποδοχών και πειθαρχίας γενικά του συνόλου του προσωπικού αυτών), συγχρόνως δε και ευρεία, κατά τρόπο που δεν επηρεάζει, από συνταγματική άποψη, το κύρος της, εφόσον, κατά τα προεκτεθέντα, το περιεχόμενό της είναι ορισμένο.

Ενόψει ακριβώς της, σύμφωνης με το Σύνταγμα, ευρύτητας της εξουσιοδότησης αυτής, η οποία αφορά, μεταξύ άλλων, και τα θέματα της ρύθμισης της (υπηρεσιακής) κατάστασης του συνόλου του προσωπικού, μονίμου ή με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, των συνιστωμένων με τα συναφή (κατ' εξουσιοδότηση) προεδρικά διατάγματα νομικών προσώπων (δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, αδιακρίτως), είναι προφανές ότι στην εξουσιοδότηση αυτή περιλαμβάνονται, μπορούν, άρα, να ρυθμισθούν με τα σχετικά διατάγματα καθοιονδήποτε τρόπο και τα θέματα της εξέλιξης και των τρόπων λύσης της εργασιακής σχέσης του προσωπικού γενικά με το νομικό πρόσωπο και δη ενδεχομένως με καταγγελία, καθώς και οι όροι, προϋποθέσεις, περιπτώσεις κλπ.

αυτής, αφού τα ζητήματα αυτά υπάγονται, ως ειδικότερα, στα γενικά θέματα "κατάστασης" (του συνόλου) του προσωπικού των συνιστωμένων κ.λπ. νομικών προσώπων. Κατ' εφαρμογή και σε εκτέλεση των εξουσιοδοτικών αυτών διατάξεων του ως άνω άρθ. 25 ν. 1514/1985 εκδόθηκε το ΠΔ 77/2000, με το οποίο συστάθηκε το αναιρεσείον ν.π.ι.δ. "Εθνικό Κέντρο Έρευνας και Τεχνολογικής Ανάπτυξης" (Ε.Κ.Ε.Τ.Α.).

Ειδικότερα, σύμφωνα με τις επιμέρους διατάξεις αυτού: (1) Το "Ερευνητικό Ινστιτούτο Τεχνικής Χημικών Διεργασιών" (Ε.Ι.Τ.ΧΗ.Δ.) που ιδρύθηκε με το ΠΔ 8/1985 και ενοποιήθηκε στο "Ίδρυμα Τεχνολογίας και Έρευνας" που ιδρύθηκε με το ΠΔ 432/1987, το "Ινστιτούτο Πληροφορικής και Τηλεματικής" (Ι.Π.ΤΗΛ.) που ιδρύθηκε με το ΠΔ 17/1998, τα οποία εποπτεύονται από τον Υπουργό Ανάπτυξης, καθώς και το "Ινστιτούτο Αγροβιοτεχνολογίας" (ΙΝ.Α.) και το "Ινστιτούτο Μεταφορών" (Ι.ΜΕΤ.), που ιδρύθηκαν με το ίδιο ΠΔ 77/2000, ενοποιούνται και συνιστούν ενιαίο νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, με την επωνυμία "Εθνικό Κέντρο Έρευνας και Τεχνολογικής Ανάπτυξης" (Ε.Κ.Ε.Τ.Α.) και έδρα την Θεσσαλονίκη (άρθ. 1), το οποίο εποπτεύεται από τον Υπουργό Ανάπτυξης, της εποπτείας αυτής περιλαμβανούσης οικονομικό και διαχειριστικό έλεγχο, καθώς και διοικητικό έλεγχο σχετικά με τη νομιμότητα των πράξεων και ενεργειών των οργάνων διοίκησης αυτού (άρθ. 2 §§ 1 και 2) (2) Σκοπός του Ε.Κ.Ε.Τ.Α.

είναι η διεξαγωγή βασικής και κυρίως εφαρμοσμένης και τεχνολογικού χαρακτήρα έρευνας, η ανάπτυξη εφαρμογών και προϊόντων για την βιομηχανική, οικονομική και κοινωνική αξιοποίηση των ερευνητικών αποτελεσμάτων, καθώς και η παροχή υπηρεσιών για την ερευνητική και τεχνολογική υποστήριξη της παραγωγικής διαδικασίας και της οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης ιδίως στους τομείς: (α) Τεχνικής Φυσικών και Χημικών Διεργασιών (β) Πληροφορικής, Τηλεματικής και Τηλεπικοινωνιών (γ) Μεταφορών (δ) Αγροτικής παραγωγής και παραγωγής και ελέγχου των τροφίμων, χωρίς να αποκλείεται η ένταξη και άλλων συναφών τομέων ενδιαφέροντος με ομόφωνη απόφαση του ΔΣ του Ε.Κ.Ε.Τ.Α. (ε) Τεχνολογίας αξιοποίησης στερεών καυσίμων υλών και των παραπροϊόντων τους (άρθ. 3 § 1) (3) Το ΕΚΕΤΑ διοικείται από Διοικητικό Συμβούλιο, το οποίο αποτελείται από τους Διευθυντές των Ινστιτούτων, τον Διευθυντή της Κεντρικής Διεύθυνσης και έναν εκπρόσωπο της Γενικής Γραμματείας Έρευνας και Τεχνολογίας, οριζόμενο από τον Υπουργό Ανάπτυξης, και συγκροτείται με απόφαση αυτού, ο οποίος σε ορισμένες εξαιρετικές περιπτώσεις με απόφασή του συγκροτεί προσωρινό 5μελές ΔΣ, μεταξύ δε των αρμοδιοτήτων του ΔΣ είναι η πρόσληψη προσωπικού με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και γενικά τα θέματα κατάστασης, πειθαρχίας και αποδοχών του προσωπικού όλων των κατηγοριών (άρθ. 6 §§ 1 και 2ζ) (4) Το προσωπικό του Ε.Κ.Ε.Τ.Α.

διακρίνεται σε ερευνητικό, τεχνικό (επιστημονικό ή μη) και διοικητικό και βοηθητικό, για την πρόσληψη δε του διοικητικού - βοηθητικού προσωπικού (με συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου ορισμένου ή αορίστου χρόνου), για την στελέχωση των διοικητικών και οικονομικών υπηρεσιών των Ινστιτούτων του ΕΚΕΤΑ, εφαρμόζονται οι εκάστοτε ισχύουσες διαδικασίες πρόσληψης προσωπικού των φορέων του δημόσιου τομέα (άρθ. 12Γ 1 και 2) (5) Ο Εσωτερικός Κανονισμός που καταρτίζεται από το ΕΚΕΤΑ μέσα σε έξι μήνες από την έναρξη λειτουργίας αυτού, με τον οποίο ρυθμίζονται τα θέματα αρμοδιοτήτων, καθηκόντων, ειδικοτήτων του κάθε φύσεως προσωπικού, η εσωτερική δομή και λειτουργία των ινστιτούτων και της ΚΔ κ.λπ., υποβάλλεται για έγκριση στον Υπουργό Ανάπτυξης και στον Υπουργό Εσωτερικών Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης (6) Οι πόροι του ΕΚΕΤΑ προέρχονται, μεταξύ άλλων, από κρατικές επιχορηγήσεις από τον τακτικό προϋπολογισμό του Υπουργείου Ανάπτυξης για την κάλυψη των εξόδων της λειτουργίας του και επιχορηγήσεις από το πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων του Υπουργείου Ανάπτυξης για την εκτέλεση ερευνητικών προγραμμάτων (άρθ. 18 § 1 εδ.

α και β), ενώ σε περίπτωση διάλυσής του τα περιουσιακά στοιχεία του περιέρχονται χωρίς άλλη διατύπωση στο Υπουργείο Ανάπτυξης ή σε άλλο φορέα που θα ορίζεται με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης (άρθ. 19 § 8 εδ. α). Σύμφωνα με τα παραπάνω το αναιρεσείον ΕΚΕΤΑ, ως εκ της συστάσεώς του με ΠΔ, της ασκουμένης επ' αυτού εποπτείας, των ενγένει δημοσίων σκοπών που επιδιώκει, της χρηματοδότησής του κυρίως από το Δημόσιο και της περιέλευσης της περιουσίας του σ' αυτό σε περίπτωση διάλυσής του, καθώς και της πρόσληψης του διοικητικού - βοηθητικού προσωπικού του κατά τις εκάστοτε ισχύουσες διαδικασίες για την πρόσληψη προσωπικού των φορέων του δημοσίου τομέα, αποτελεί νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου δημόσιου χαρακτήρα και επομένως υπάγεται στον δημόσιο τομέα σύμφωνα με το άρθ. 51 § 1 περ.

γ' ν. 1892/1990, όπως συμπληρώθηκε με το άρθ. 4 § 6 ν. 1943/1991 (πρβλ. ΑΠ 972/2002, που αναφέρεται στο ιδρυθέν με το ΠΔ 375/1987 ν.π.ι.δ. "Κέντρο Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας" κατ' εξουσιοδότηση του αυτού άρθ. 25 § 1 ν. 1514/1985 και υπό τις αυτές ουσιαστικά βασικές ρυθμίσεις). Περαιτέρω, με το άρθ. 15 του ως άνω ιδρυτικού του ΕΚΕΤΑ ΠΔ 77/2000 ορίζεται ότι στο ερευνητικό, τεχνικό, διοικητικό και βοηθητικό προσωπικό του ΕΚΕΤΑ έχουν ανάλογη εφαρμογή οι διατάξεις του ΠΔ 410/1988, όπως ισχύει κάθε φορά, για τις υποχρεώσεις - δικαιώματα των απασχολουμένων στο ΕΚΕΤΑ, για τις περιπτώσεις πειθαρχικών αδικημάτων και λοιπών πειθαρχικών διατάξεων, για τις περιπτώσεις λύσης της σύμβασης εργασίας, έκπτωσης, απόλυσης, καταγγελίας της σύμβασης εργασίας από το ΕΚΕΤΑ ή τον απασχολούμενο και αποζημίωσης, καθώς και ότι όπου στις παραπάνω διατάξεις προβλέπεται λήψη απόφασης οργάνων ή υπηρεσιακού συμβουλίου την απόφαση αυτή λαμβάνει το ΔΣ του ΕΚΕΤΑ.

Ταυτόσημη είναι και η διάταξη του άρθ. 24 § 1 του Εσωτερικού Κανονισμού Λειτουργίας του ΕΚΕΤΑ που καταρτίσθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθ. 25 § 2 ν. 1514/1985 και άρθ. 16 ΠΔ 77/2000 και εγκρίθηκε με την ΥΑ 747(ΦΟΡ) 115/2005 (ΦΕΚ Β' 125) και έχει ως εκ τούτου ισχύ ουσιαστικού νόμου (εφόσον η έγκριση αυτή προβλέπεται από την προαναφερθείσα εξουσιοδοτική διάταξη του άρθ. 25 § 2 ν. 1514/1985).

H ως άνω διάταξη του άρθ. 15 ΠΔ 77/2000, περί ανάλογης εφαρμογής στο προσωπικό του ΕΚΕΤΑ των διατάξεων του ΠΔ 410/1988, μεταξύ άλλων, και για την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, από το ΕΚΕΤΑ ή τον εργαζόμενο, ευρίσκεται εντός της νομοθετικής εξουσιοδότησης των διατάξεων του άρθ. 25 ν. 1514/19845, αφού σύμφωνα με το προεκτεθέν περιεχόμενό τους είναι δυνατό με ΠΔ να ρυθμίζονται και τα θέματα κατάστασης γενικά του συνόλου του προσωπικού, μόνιμου ή με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, των συνιστωμένων με αυτά νομικών προσώπων, στα οποία υπάγεται ειδικότερα, ενόψει και της συνταγματικά επιτρεπτής ευρύτητας της νομοθετικής αυτής εξουσιοδότησης, και η κατ' άρθ. 53 ΠΔ 410/1988 καταγγελία (προϋποθέσεις, περιπτώσεις κ.λπ.) της σύμβασης εργασίας (και) του διοικητικού προσωπικού, το αυτό δε ισχύει και για το περιέχον την ίδια ρύθμιση (παραπομπή στις διατάξεις του ΠΔ 410/1988 για την καταγγελία της σύμβασης εργασίας) άρθ. 24 του ισχύ νόμου έχοντος Εσωτερικού Κανονισμού Λειτουργίας του ΕΚΕΤΑ, ειδικότερα σε σχέση με το άρθ. 15 ΠΔ 77/2000, καθόσον η (ανάλογη) εφαρμογή των διατάξεων του ΠΔ 410/1988 ως προς την καταγγελία της σύμβασης εργασίας από το ΕΚΕΤΑ ρητά προβλέπεται από το ως άνω άρθ. 15 ΠΔ 77/2000.

Επομένως, στην καταγγελία εκ μέρους του ΕΚΕΤΑ σύμβασης εργασίας μέλους του προσωπικού του, ανεξάρτητα από την ειδικότερη κατηγορία και διαβάθμιση, εφαρμόζεται και το άρθ. 53 του ΠΔ 410/1988, το οποίο ορίζει στην παράγραφο 1 αυτού ότι η σύμβαση της εργασίας μπορεί να καταγγελθεί από την υπηρεσία οποτεδήποτε για σπουδαίο λόγο, σπουδαίο δε λόγο αποτελεί, κατά την εκεί ενδεικτική και όχι αποκλειστική απαρίθμηση, ιδίως (α) η παράβαση του άρθ. 38 § 1 περ.

α' (β) η παράβαση καθήκοντος κατά τον ποινικό κώδικα ή άλλον ειδικό ποινικό νόμο (γ) η αδικαιολόγητη αποχή από την εκτέλεση των καθηκόντων για 15 τουλάχιστον κατά συνέχεια ημέρες (δ) η παραβίαση απορρήτων της υπηρεσίας (ε) η διάπραξη μέσα σε ένα έτος, από τότε που έχει τελεσθεί αδίκημα που τιμωρήθηκε τουλάχιστον με πρόστιμο ίσο με τις αποδοχές ενός μήνα, άλλου αδικήματος που μπορεί να επισύρει την ίδια ποινή (στ) η κατά σύστημα ανάρμοστη συμπεριφορά κατά την εκτέλεση των καθηκόντων (ζ) η σοβαρή απείθεια στις νόμιμες εντολές των προϊσταμένων.

Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης και ενόψει της ενδεικτικής απαρίθμησης των περιστατικών που συνιστούν σπουδαίο λόγο καταγγελίας της σύμβασης εργασίας εκ μέρους του εργοδότη (ΕΚΕΤΑ) σε συνδυασμό με το άρθ. 672 ΑΚ συνάγεται, ότι σπουδαίο λόγο δικαιολογούντα την καταγγελία σύμβασης εργασίας αποτελεί κυρίως η ουσιώδης παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεων, αλλά και άλλα περιστατικά που κατ' αντικειμενική κρίση καθιστούν στην συγκεκριμένη περίπτωση μη ανεκτή για τον εργοδότη την περαιτέρω συνέχιση της σύμβασης, για την εκτίμηση δε της συνδρομής τέτοιων περιστατικών λαμβάνονται υπόψη η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, καθώς και ιδιαίτερες περιστάσεις που συνοδεύουν την συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 1263/2012).

Περαιτέρω, από την παραπάνω διάταξη του άρθ. 53 ΠΔ 410/1988, που είναι δημόσιας τάξης και δεν επιτρέπει αντίθετη ρύθμιση, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθ. 3, 174, 180, 656 και 672 ΑΚ, συνάγεται ότι, αν η σύμβαση εργασίας που διέπεται ως προς το ζήτημα αυτό από το ως άνω ΠΔ, όπως οι συμβάσεις εργασίας των εργαζομένων στο ΕΚΕΤΑ, καταγγέλθηκε από τον εργοδότη, χωρίς να συντρέχει σπουδαίος λόγος, η καταγγελία αυτή είναι άκυρη και ο εργαζόμενος έχει το δικαίωμα να ζητήσει μισθούς υπερημερίας για το μετά την καταγγελία διάστημα κ.λπ. (ΑΠ 81/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Θεσσαλονίκης, κρίνοντας επί αγωγής της αναιρεσίβλητης κατά του τώρα αναιρεσείοντος ν.π.ι.δ. με αντικείμενο αξιώσεις από άκυρη καταγγελία σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, με την προσβαλλομένη 1259/2012 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει δέχθηκε, μεταξύ άλλων που δεν ενδιαφέρουν εδώ, ότι το αναιρεσείον εναγόμενο ν.π.ι.δ. "Εθνικό Κέντρο Έρευνας και Τεχνολογικής Ανάπτυξης" (ΕΚΕΤΑ), που συστάθηκε με το ΠΔ 77/2000, κατ' εξουσιοδότηση του άρθ. 25 § 1 ν. 1514/1985, αποτελείται από (α) το Ινστιτούτο Τεχνικής Χημικών Διεργασιών (Ι.Τ.Χ.Δ.) (β) το Ινστιτούτο Πληροφορικής και Τηλεματικής (Ι.Π.ΤΗΛ.) (γ) το Ινστιτούτο Μεταφορών (Ι.ΜΕΤ.) (δ) το Ινστιτούτο Αγροβιοτεχνολογίας (ΙΝ.Α.) (ε) το Ινστιτούτο Τεχνολογίας και Εφαρμογών Στερεών καυσίμων (Ι.Τ.Ε.Σ.Κ.) και (στ) το Ινστιτούτο Βιοϊατρικών και Βιομοριακών Ερευνών (Ι.Β.Β.Ε.), κάθε ένα από τα οποία έχει την δική του γραμματειακή και διοικητική υποστήριξη και Κεντρική Διεύθυνση, η οποία συνεπικουρείται από το διοικητικό προσωπικό κάθε Ινστιτούτου, αλλά διαθέτει και αυτοτελή διοικητική υπηρεσία, ότι η ενάγουσα προσλήφθηκε για πρώτη φορά από το εναγόμενο την 1-4-2002 με έγγραφη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου ως προσωπικό γραμματειακής και διοικητικής υποστήριξης, συνέχισε δε να εργάζεται σ' αυτό με τις από 3-3-3-2003, 2-2-2004 και 18-1-2005 διαδοχικές έγγραφες συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου μέχρι την 1-7-2005, όταν καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, κατά ρητό όρο της οποίας η ενάγουσα προσλήφθηκε από το εναγόμενο σε θέση Διοικητικού ΔΕ και υπήχθη υπηρεσιακά στο Ινστιτούτο Μεταφορών του εναγομένου, συμφωνήθηκε, όμως, ότι θα παρέχει τις υπηρεσίες της σε οποιαδήποτε δραστηριότητα - έργο του εναγομένου (συναφές με τα καθήκοντα της θέσης της) στην έδρα των Ινστιτούτων ή της Κεντρικής Διεύθυνσης, ότι η ενάγουσα απασχολήθηκε με την παραπάνω ειδικότητα αρχικά στο Ινστιτούτο Μεταφορών (Ι.ΜΕΤ.) μέχρι τον Ιανουάριο του 2007 και έκτοτε, σύμφωνα με την 79/2006 απόφαση του ΔΣ του εναγομένου, μετακινήθηκε στο Ινστιτούτο Τεχνολογίας και Εφαρμογών Στερεών Καυσίμων (Ι.Τ.Ε.Σ.Κ.), η μετακίνηση δε αυτή έγινε για υπηρεσιακούς λόγους με την σύμφωνη γνώμη των Διευθυντών και των δύο Ινστιτούτων και σύμφωνα με το από 28-11-2006 Υπηρεσιακό σημείωμα, κατά το οποίο η ενάγουσα θα εργάζεται στα νέα γραφεία που ανοίγει το ΙΤΕΣΚ στην Θεσσαλονίκη, όπου κρίνεται απαραίτητη η παρουσία γραμματέως, ότι η ενάγουσα παρείχε τις υπηρεσίες της στο ΙΤΕΣΚ μέχρι την 9-5-2008, όταν το εναγόμενο με εξώδικη δήλωση κατήγγειλε την μεταξύ των διαδίκων σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και κάλεσε την ενάγουσα να λάβει τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης, κατά τα ειδικότερα στην προσβαλλομένη απόφαση, ότι το εναγόμενο ως λόγο για την καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας επικαλέσθηκε ότι δεν υπήρχε για την ενάγουσα αντικείμενο και δυνατότητα απασχόλησης στο Ινστιτούτο Τεχνολογίας και Εφαρμογών Στερεών Καυσίμων, στο οποίο αυτή απασχολείτο κατά τον χρόνο της καταγγελίας, λόγω της επικείμενης απόσχισης αυτού από το εναγόμενο και της ένταξής του στο υπό σύσταση Ενεργειακό Ερευνητικό Κέντρο Δυτικής Μακεδονίας, μη υπάρχοντος πλέον λόγου δικαιολογούντος την διατήρηση του γραφείου του ΙΤΕΣΚ στην έδρα του εναγομένου ΕΚΕΤΑ στην Θεσσαλονίκη, ούτε σε άλλο Ινστιτούτο αυτού, ενόψει και των γενικοτέρων αλλαγών, ότι δεν αποδείχθηκε ο ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου προταθείς ισχυρισμός του εναγομένου περί οικονομικής δυσπραγίας αυτού που επέβαλε την μείωση του προσωπικού του, ειδικότερα δε δεν αποδείχθηκε ότι το εναγόμενο, ενόψει της οικονομικής αυτής δυσπραγίας του, πλην της απόλυσης της ενάγουσας, έθεσε σε εφαρμογή κάποιο επιχειρησιακό πρόγραμμα προς αναδιοργάνωση και αναδιάρθρωση των υπηρεσιών του ή προέβη σε μείωση μικρού αριθμού προσωπικού με συμβάσεις αορίστου χρόνου, ότι αντίθετα (α) οι χρηματικές εισροές του εναγομένου, από 17.900.000 ευρώ που ήταν το έτος 2005, για τα έτη 2006, 2007 και 2008 ανήλθαν σε 26.800.000, 22.200.000 και 23.700.000 ευρώ αντίστοιχα (β) το προσωπικό από 206 απασχολουμένους κατά το έτος 2000 και 389 το έτος 2005, ανήλθε για τα έτη 2006, 2007 και 2008 σε 471, 486 και 513 αντίστοιχα (γ) το εναγόμενο κατά την χρονική περίοδο 2000 - 2009 συμμετείχε σε περισσότερα από 640 ερευνητικά προγράμματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της ΓΓΕΤ, όπως και σε προγράμματα παροχής επιστημονικών υπηρεσιών σε δημόσιους οργανισμούς και επιχειρήσεις, και οι συνολικές χρηματικές εισροές του ανέρχονται σε 180.000.000 ευρώ, ενώ τα έσοδα από ερευνητικά προγράμματα που υλοποιήθηκαν σε συνεργασία με περισσότερους από 1.000 φορείς από την Ελλάδα και το εξωτερικό υπερβαίνουν τα 150.000.000 ευρώ, ότι από τα παραπάνω στοιχεία για το έτος 2006 όχι μόνο δεν προκύπτει οικονομική δυσπραγία του εναγομένου, αλλά αντίθετα αποδεικνύεται ευρωστία και εξελικτική ανάπτυξη αυτού, οικονομική και παραγωγική, ενώ εξάλλου και στην πρόταση του εναγομένου προς το Υπουργείο Ανάπτυξης για την κατάρτιση του τακτικού προϋπολογισμού για το έτος 2008 αναφέρεται ότι η δαπάνη για το προσωπικό που επιβαρύνει τον τακτικό προϋπολογισμό 2008 είναι αυτή των υπηρετούντων την 31-5-2007 με συμβάσεις εργασίας αορίστου και ορισμένου χρόνου που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες (109 άτομα), η δαπάνη για την πρόσληψη 10 ερευνητών και 7 τεχνικών και διοικητικών υπαλλήλων εντός του 2007 και η δαπάνη για την πρόσληψη 10 ερευνητών και 13 τεχνικών και διοικητικών υπαλλήλων εντός του έτους 2008 για την κάλυψη των αναγκών της Κεντρικής Διεύθυνσης και των Ινστιτούτων του ΕΚΕΤΑ, ότι κατά τα προαναφερθέντα το εναγόμενο για τα έτη 2007 και 2008, επικαλούμενο οικονομικά προβλήματα που το ανάγκασαν αρχικά να μετακινήσει την ενάγουσα από το Ινστιτούτο Μεταφορών στο Ινστιτούτο Τεχνολογίας και Εφαρμογών Στερεών Καυσίμων και στην συνέχεια να καταγγείλει την σύμβαση εργασίας της και να την απολύσει, είχε προγραμματίσει και πραγματοποίησε τις ως άνω νέες προσλήψεις, για τις οποίες ζήτησε από το Υπουργείο Ανάπτυξης κρατική επιχορήγηση, ότι κατά συνέπεια κατά τον χρόνο μετακίνησης της ενάγουσας τον Ιανουάριο του 2007 από το Ινστιτούτο Μεταφορών σε άλλο Ινστιτούτο του εναγομένου, το τελευταίο δεν αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα, ενώ κατά τον χρόνο καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας την 9-5-2008 δεν προέκυψε ότι υπήρχε παντελής έλλειψη αντικειμένου απασχόλησής της στο εναγόμενο, το οποίο κατά το επίδικο χρονικό διάστημα προέβαινε σε νέες προσλήψεις διοικητικών υπαλλήλων, ενώ θα μπορούσε και θα έπρεπε σε μία από τις θέσεις αυτές (για τις οποίες προγραμμάτισε πρόσληψη νέων υπαλλήλων) να τοποθετήσει την ενάγουσα, κατά τα προσόντα και τις δυνατότητές της, όπως έπραξε και στο παρελθόν, αλλά είχε και το δικαίωμα από την ατομική σύμβαση εργασίας της ενάγουσας, το εναγόμενο, όμως, την απέλυσε, επιλέγοντας το έσχατο μέσο που μπορούσε και έπρεπε ν' αποφύγει, ότι η απόλυση αυτή υπό τις προαναφερόμενες συνθήκες είναι άκυρη, μη υφισταμένου σπουδαίου λόγου καταγγελίας κατ' άρθ. 53 του ΠΔ 410/1988 που εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση σύμφωνα με το άρθ. 24 του έχοντος ισχύ ουσιαστικού νόμου Εσωτερικού Κανονισμού Εργασίας του εναγομένου, ότι είναι αναληθής ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι η ενάγουσα προσλήφθηκε να εργασθεί αποκλειστικά και μόνο στο Ινστιτούτο Μεταφορών και το εναγόμενο δεν είχε την υποχρέωση αλλά και το δικαίωμα να την απασχολήσει σε άλλο Ινστιτούτο, και ότι λόγω της άκυρης απόλυσης της ενάγουσας το εναγόμενο κατέστη υπερήμερο ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών της και όφειλε να της καταβάλει ως μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 9-5-2008 έως 9-9-2008 το εκεί αναφερόμενο ποσό.

Με βάση τα γενόμενα ως άνω δεκτά το Εφετείο, αφού δέχθηκε ένσταση του εναγομένου προς συμψηφισμό των ως άνω αξιώσεων της ενάγουσας με την αξίωσή του για την καταβληθείσα σ' αυτήν αποζημίωση απόλυσης, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δέχθηκε ενμέρει την αγωγή και αναγνώρισε ότι η ως άνω καταγγελία της σύμβασης της ενάγουσας είναι άκυρη.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο: (Α) Ορθά έκρινε εφαρμοστέα και εφάρμοσε την διάταξη του άρθ. 53 του ΠΔ 410/1988, αφού, όπως προαναφέρθηκε, η παραπομπή σ' αυτήν με τα άρθ. 15 του ΠΔ 77/2000 και 24 του ισχύ ουσιαστικού νόμου έχοντος Εσωτερικού Κανονισμού Λειτουργίας του εναγομένου ΕΚΕΤΑ ευρίσκεται εντός της νομοθετικής εξουσιοδότησης του άρθ. 25 ν. 1514/1985, ειδικότερα δε η ρύθμιση του άρθ. 24 του ως άνω Κανονισμού και εντός της εξουσιοδότησης του άρθ. 15 του ΠΔ 77/2000 και επομένως οι περί του αντιθέτου πρώτος και δεύτερος, κατά σειρά προβολής, λόγοι αναίρεσης από το άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι (Β) Διέλαβε πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς την μη ύπαρξη σπουδαίου λόγου, σύμφωνα με το άρθ. 53 του ΠΔ 410/1988, για την καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας και επομένως πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο συναφής τρίτος λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 19 του αυτού ως άνω άρθ. 559 ΚΠολΔ.

Πρέπει να σημειωθεί ότι το δικαστήριο της ουσίας, παρά τα αντίθετα εμμέσως προβαλλόμενα με τον λόγο αυτόν, δέχθηκε (και ορθά) ότι σπουδαίο λόγο για την καταγγελία της σύμβασης εργασίας κατ' άρθ. 53 ΠΔ 410/1988 μπορούν ν' αποτελέσουν και άλλα περιστατικά, πέραν των ενδεικτικά εκεί αναφερομένων, έκρινε, όμως, αναιρετικά ανέλεγκτα, ότι δεν αποδείχθηκαν οι προβληθέντες ως άνω από το αναιρεσείον λόγοι για την καταγγελία εκ μέρους του της σύμβασης εργασίας της αναιρεσίβλητης.

Οι με τον ίδιο λόγο αναίρεσης προβαλλόμενες περαιτέρω επιμέρους αιτιάσεις, ότι το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς την μη ύπαρξη σπουδαίου λόγου για την καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας (οικονομική δυσπραγία του εναγομένου κ.λπ.), ενόψει και του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος για την χρηματοδότησή του κυρίως από την Ευρωπαϊκή Ένωση, ειδικότερα δε διότι (α) τα προσκομισθέντα από το εναγόμενο και μνημονευόμενα εκεί έγγραφα αναφέρονται απλώς σε πρόταση αυτού για την κατάρτιση τακτικού ετήσιου προϋπολογισμού προς το εποπτεύον Υπουργείο, η οποία ουδόλως δεσμεύει αυτό ως προς το ύψος της εγκρινομένης τελικά ετήσιας επιχορήγησης, η δε ζητηθείσα δαπάνη για την πρόσληψη εντός των ετών 2007 και 2008 των αναφερομένων στην απόφαση διοικητικών κ.λπ.

υπαλλήλων δεν σημαίνει ότι έγινε αποδεκτή από το αρμόδιο Υπουργείο, ούτε ότι έγιναν οι προσλήψεις αυτές κατά την περίοδο 2007 - 2008, αφού η επιχορήγηση για το 2007 ανήλθε μόλις σε 2.300.000 ευρώ, ενώ από το 14031/2006 έγγραφο του εναγομένου προκύπτει ότι όχι μόνο δεν έγινε καμία νέα πρόσληψη προσωπικού, όπως αναφέρεται στην αναιρεσιβαλλομένη, αλλ' αντίθετα μείωση αυτού, και κατά συνέπεια, ενόψει των ανωτέρω, δεν αιτιολογείται προσηκόντως η παραδοχή ότι το εναγόμενο θα μπορούσε να επιλέξει λιγότερο επαχθές για την ενάγουσα μέτρο αντί για την απόλυσή της (β) το Εφετείο στο αποδεικτικό πόρισμά του δεν έλαβε υπόψη και δεν αξιολόγησε το γεγονός ότι η χρηματοδότηση μέσω ερευνητικών προγραμμάτων από την Ευρωπαϊκή Ένωση δεν εντάσσεται στον προϋπολογισμό του εναγομένου ΕΚΕΤΑ, ώστε να μπορεί να αντιμετωπίζει οποιαδήποτε δαπάνη προκειμένου να διασφαλισθεί η θέση εργασίας της ενάγουσας (υπό την έννοια της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας ως ultimum refugium), ούτε ότι ο αριθμός των προσλαμβανομένων (στα πλαίσια ερευνητικών προγραμμάτων) αφορά κατά ένα πολύ μικρό αριθμό διοικητικό προσωπικό, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, διότι το μεν πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση από το Εφετείο των αποδείξεων και την ουσία της υπόθεσης (άρθ. 561 § 1 ΚΠολΔ), το δε αναφέρονται σε επιχειρήματα του αναιρεσείοντος εναγομένου που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς.

ΙΙ. Κατά την διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ. αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου δεχόμενο πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής παραμόρφωση υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος (εσφαλμένη ανάγνωση), αποδίδει δηλ.

σε ορισμένο αποδεικτικό έγγραφο, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. ΚΠολΔ, περιεχόμενο προφανώς διαφορετικό εκείνου που πραγματικά έχει, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα πόρισμα ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι, όμως, και όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας το έγγραφο ως αποδεικτικό μέσο, προβαίνει σε εκτίμηση του αληθινού περιεχομένου του, που έχει διαγνωσθεί σωστά, δηλ.

σε αποδεικτική αξιολόγησή του, και συνάγει, έστω και εσφαλμένα, αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων, διότι πράγματι στην τελευταία αυτή περίπτωση πρόκειται για αιτίαση αναφερομένη στην εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθ. 561 § 1 ΚΠολΔ), σε κάθε δε περίπτωση για την θεμελίωση του λόγου αυτού πρέπει το δικαστήριο να μόρφωσε την γνώμη του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το περιεχόμενο του εγγράφου, που κατά την σχετική αιτίαση του αναιρεσείοντος φέρεται ότι παραμόρφωσε, προϋπόθεση που δεν συντρέχει, όταν το έγγραφο αυτό εκτιμήθηκε μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται η σημασία του σε σχέση με το αποδεικτικό πόρισμα του δικαστηρίου.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε, όπως προαναφέρθηκε, μεταξύ των άλλων "Αλλά και από το με αριθ. πρωτ. 1160/19.6.2007 έγγραφο του εναγομένου (αναιρεσείοντος) προς το Υπουργείο Ανάπτυξης, το οποίο αφορά στην κατάρτιση του προϋπολογισμού οικονομικού έτους 2008, στην πρόταση τακτικού προϋπολογισμού του εναγομένου για το έτος 2008, αναφέρεται ότι η δαπάνη για το προσωπικό που επιβαρύνει τον τακτικό προϋπολογισμό 2008 είναι αυτή των υπηρετούντων την 31.5.2007 με συμβάσεις εργασίας αορίστου και ορισμένου χρόνου που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες (109 άτομα), η δαπάνη για την πρόσληψη εντός του έτους 2007, 10 ερευνητών και 7 τεχνικών και διοικητικών και η δαπάνη για την πρόσληψη εντός του έτους 2008, 10 ερευνητών και 13 τεχνικών και διοικητικών για την κάλυψη των αναγκών της Κεντρικής Διεύθυνσης και των Ινστιτούτων του Ε.Κ.Ε.Τ.Α.

Δηλαδή για τα έτη 2007 και 2008, το εναγόμενο, επικαλούμενο οικονομικά προβλήματα που το αναγκάζουν αρχικά να μετακινήσει την ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) από το Ινστιτούτο Μεταφορών στο Ινστιτούτο Τεχνολογίας και Εφαρμογών Στερεών Καυσίμων, και στη συνέχεια να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας της και να την απολύσει, έχει προγραμματίσει, και έκανε, τις παραπάνω νέες προσλήψεις για τις οποίες ζήτησε από το Υπουργείο Ανάπτυξης κρατική επιχορήγηση.

Συνεπώς κατά το χρόνο μετακίνησης της ενάγουσας, τον Ιανουάριο του 2007, από το Ινστιτούτο μεταφορών σε άλλο Ινστιτούτο του εναγομένου, το τελευταίο δεν αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα, ενώ κατά το χρόνο καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας στις 9/5/2009, δεν προέκυψε ότι υπήρχε παντελής έλλειψη αντικειμένου απασχόλησής της στο εναγόμενο.

Και τούτο διότι, όπως προαναφέρθηκε, το επίδικο χρονικό διάστημα, το εναγόμενο προέβαινε σε νέες προσλήψεις διοικητικών υπαλλήλων...". Το ως άνω με αριθ. πρωτ. 1160/19-6-2007 έγγραφο έχει, κατά τα εκτιθέμενα στον (μοναδικό) πρόσθετο λόγο αναίρεσης, αλλά και όπως απ' αυτό προκύπτει, και ειδικότερα στο συνημμένο αυτού με τίτλο "Πρόταση τακτικού προϋπολογισμού ΕΚΕΤΑ έτους 2008" και στην Ενότητα Β.Ι "Αποδοχές Τακτικού Προσωπικού: 5.376.135,00 Ευρώ", το εξής περιεχόμενο "Η δαπάνη για το προσωπικό που επιβαρύνει τον Τακτικό Προϋπολογισμό 2008 είναι αυτή των υπηρετούντων την 31.5.2007 με συμβάσεις εργασίας αορίστου και ορισμένου χρόνου που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες (109 άτομα), η δαπάνη για την πρόσληψη εντός του έτους 2007, 10 ερευνητών και 7 τεχνικών και διοικητικών και η δαπάνη για την πρόσληψη εντός του έτους 2008, 10 ερευνητών και 13 τεχνικών και διοικητικών για την κάλυψη των αναγκών της Κεντρικής Διεύθυνσης και των Ινστιτούτων του ΕΚΕΤΑ".

Με τον τέταρτο κατά σειρά πρότασης κύριο λόγο αναίρεσης και τον μοναδικό πρόσθετο από την ως άνω διάταξη (που ασκήθηκε παραδεκτά και εμπρόθεσμα σύμφωνα με το άρθ. 569 § 2 ΚΠολΔ, με αριθ. ...'/4-10-2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Θεσσαλονίκης …), ενιαία λαμβανομένους και αλληλοσυμπληρουμένους, προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του παραμόρφωσε το περιεχόμενο του ως άνω με αριθμ.

πρωτ. 1160/19.6.2007 εγγράφου του αναιρεσείοντος εναγομένου προς το Υπουργείο Ανάπτυξης, καθόσον με το έγγραφο αυτό, κατά τα εκεί εκτιθέμενα, αποτυπώνεται η υφισταμένη κατάσταση προσωπικού την 31-5-2007 και ζητείται χρηματοδότηση για την δαπάνη μισθοδοσίας του προσωπικού που το εναγόμενο ΕΚΕΤΑ προτίθεται να προσλάβει εντός του 2007 και 2008, από κανένα δε σημείο του εγγράφου αυτού, επάγεται στην συνέχεια το αναιρεσείον, δεν προκύπτει ότι έγιναν πράγματι οι προσλήψεις αυτές, όπως εσφαλμένα, κατ' αυτό, διέλαβε η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, παραμορφώνοντας έτσι το περιεχόμενό του.

Οι λόγοι αυτοί πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι, καθόσον από το προαναφερθέν τμήμα των παραδοχών της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο ουδόλως παραμόρφωσε το περιεχόμενο του ως άνω εγγράφου, ως προς την πραγματοποίηση ειδικότερα προσλήψεων προσωπικού από το εναγόμενο κατά τα έτη 2007 και 2008, αλλά, αφού το ανέγνωσε ορθά, δεχόμενο μάλιστα ρητά ότι τα περί προσλήψεων προσωπικού εκτίθενται στην πρόταση τακτικού προϋπολογισμού του εναγομένου για το 2008, κατέληξε σε διαφορετικό, εσφαλμένο κατά το αναιρεσείον, πόρισμα και δεν μόρφωσε την γνώμη του αποκλειστικά ή κυρίως από το έγγραφο αυτό, το οποίο απλά συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα έγγραφα, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης και δη την έναρξη του σχετικού αποσπάσματος "Αλλά και από με αριθ.

πρωτ.1160/19.6.2007 έγγραφο του εναγομένου..." (επίμαχο), με την οποία δηλώνεται συνδυασμός και σύνδεση με τα υπόλοιπα στοιχεία, από τα οποία, κατά το αμέσως προηγούμενο τμήμα της αναιρεσιβαλλομένης, "όχι μόνο δεν προκύπτει η οικονομική δυσπραγία του εναγομένου, αλλά αντίθετα αποδεικνύεται ευρωστία και εξελεγκτική (ενν.

εξελικτική) ανάπτυξη αυτού (εναγομένου), οικονομική και παραγωγική", ζητήματα ουσιαστικά ταυτιζόμενα.

ΙΙΙ. Σύμφωνα με το άρθ. 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων, ή αντίθετα η μη λήψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι νόμιμοι, αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που, με την προϋπόθεση της παραδεκτής προβολής τους, συγκροτούν την βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, με την έννοια δε αυτήν "πράγμα" αποτελεί και ο λόγος έφεσης, εφόσον περιέχει τέτοιον αυτοτελή ισχυρισμό.

Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός, αν ο μη απαντηθείς ισχυρισμός είναι μη νόμιμος ή αλυσιτελής, αόριστος κ.λπ. και επομένως δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Εξάλλου, κατά το άρθ. 281 ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.

Στην προκειμένη περίπτωση το αναιρεσείον - εναγόμενο με τις ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου προτάσεις του ισχυρίσθηκε ότι η άσκηση του καταγομένου σε δίκη με την ένδικη αγωγή δικαιώματος της αναιρεσίβλητης είναι καταχρηστική, καθόσον το εναγόμενο ΕΚΕΤΑ (α) προσπάθησε να διαφυλάξει την θέση εργασίας της ενάγουσας με την μετάταξή της σε άλλο ινστιτούτο (ΙΤΕΣΚ), την οποία αυτή αποδέχθηκε, παρά το γεγονός ότι κατά τους ισχυρισμούς της με τον τρόπο αυτόν υποβιβάσθηκε, και την στην συνέχεια προσωρινή απασχόλησή της στο ΙΝΑ (β) κατέβαλε σ' αυτήν πλήρη αποζημίωση, την οποία η ενάγουσα αποδέχθηκε.

Η ένσταση αυτή από το άρθ. 281 ΑΚ απορρίφθηκε ως μη νόμιμη με την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, την απορριπτική δε αυτή κρίση του πρωτοδικείου προσέβαλε το εναγόμενο αναιρεσείον με πρόσθετο λόγο έφεσης, περί του οποίου ουδέν διέλαβε το Εφετείο στην προσβαλλομένη απόφασή του, η μη λήψη, όμως, υπόψη αυτού δεν στοιχειοθετεί λόγο αναίρεσης από τον αριθ. 8 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, καθόσον η δι' αυτού επαναφερθείσα ένσταση δεν ήταν νόμιμη, αφού τα προταθέντα προς θεμελίωση αυτής ως άνω πραγματικά περιστατικά δεν καθιστούν καταχρηστική, κατά την έννοια του άρθ. 281 ΑΚ, την άσκηση του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης ενάγουσας.

Επομένως, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου πέμπτος (και τελευταίος) κατά σειρά προβολής λόγος αναίρεσης από την ως άνω διάταξη, καθώς και η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της. IV. Από τις διατάξεις των άρθ. 1, 2, 8 § 1 και 9 του ν. 3226/2004 προκύπτει ότι η παροχή νομικής βοήθειας στους δικαιούχους αυτής, χαμηλού εισοδήματος πολίτες κράτους -μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ύστερ' από αίτησή τους, για την εξέταση της οποίας σε υποθέσεις αστικού και εμπορικού χαρακτήρα αρμόδιος είναι ο ειρηνοδίκης, ο δικαστής του Μονομελούς Πρωτοδικείου ή ο πρόεδρος του δικαστηρίου στο οποίο εκκρεμεί ή πρόκειται να εισαχθεί η δίκη κ.λπ., συνίσταται στην απαλλαγή από την υποχρέωση καταβολής μέρους ή του συνόλου των εξόδων της διαδικασίας και, εφόσον ειδικώς ζητηθεί, στον διορισμό δικηγόρου, συμβολαιογράφου και δικαστικού επιμελητή, με την εντολή να υπερασπισθούν τον δικαιούχο, να τον εκπροσωπήσουν στο δικαστήριο και να του δώσουν την βοήθεια που χρειάζεται για να γίνουν οι αναγκαίες πράξεις, η απαλλαγή δε περιλαμβάνει ιδίως τα τέλη χαρτοσήμου, το τέλος δικαστικού ενσήμου, το τέλος απογράφου και τις προσαυξήσεις τους, τα δικαιώματα των μαρτύρων, των πραγματογνωμόνων, τα δικαιώματα ή την αμοιβή του διοριζομένου δικηγόρου, συμβολαιογράφου και δικαστικού επιμελητή, καθώς και την υποχρέωση εγγυοδοσίας για τα έξοδα αυτά.

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθ. 12 §§ 1 και 2 του ίδιου νόμου (α) η εκκαθάριση των εξόδων της δίκης γίνεται κατά τις ισχύουσες κατά περίπτωση διατάξεις και περιλαμβάνει και τα έξοδα από τα οποία απαλλάχθηκε ο δικαιούχος, καθώς και την αποζημίωση του δικηγόρου και κάθε άλλου προσώπου που βαρύνει, κατά το νόμο αυτόν, το Δημόσιο (β) εάν η απόφαση επιβάλει τα έξοδα σε βάρος του αντιδίκου του δικαιούχου ή άλλου προσώπου, τα έξοδα από τα οποία απαλλάχθηκε ο δικαιούχος και η αποζημίωση δικηγόρου και κάθε άλλου προσώπου που βαρύνει το Δημόσιο επιδικάζονται υπέρ του Δημοσίου και εισπράττονται από αυτό σύμφωνα με τις διατάξεις για την είσπραξη των δημοσίων εσόδων.

Τέλος, κατά το άρθ. 14 § 1 εδ. α' του αυτού νόμου με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ορίζεται η αποζημίωση των δικηγόρων υπηρεσίας κ.λπ. που παρέχουν υπηρεσίες στο πλαίσιο της παροχής νομικής βοήθειας, σύμφωνα με τις προβλεπόμενες νόμιμες αμοιβές.

Με την ΚΥΑ 67506/2012 (ΦΕΚ Β' 2333) η ως άνω αποζημίωση ορίσθηκε σύμφωνα με τις ισχύουσες κάθε φορά νόμιμες αμοιβές, στο ποσό δε αυτής προστίθεται ο ΦΠΑ με τον εκάστοτε ισχύοντα συντελεστή. Με το άρθ. 58 § 4 περ. β' ν. 4194/2013 (Κώδικας Δικηγόρων), που ισχύει κατά το άρθ. 166 § 3 αυτού από την δημοσίευσή του στην ΕτΚ (ΦΕΚ Α' 208/27-9-2013) και εφαρμόζεται στην κρινομένη υπόθεση ως εκ του εδώ κρισίμου χρόνου της συζήτησης της υπόθεσης (5-11-2013), ορίζεται ότι με βάση τις αμοιβές που αναφέρονται στο Παράρτημα Ι του Κώδικα αυτού προσδιορίζεται η αμοιβή του δικηγόρου κατά την παροχή νομικής βοήθειας σύμφωνα με τον ως άνω ν. 3226/2004 ή κάθε άλλο σχετικό νόμο κ.λπ., σύμφωνα δε με το Παράρτημα αυτό η αμοιβή του δικηγόρου για παράσταση ενώπιον του Αρείου Πάγου σε εργατικές κ.λπ.

υποθέσεις ανέρχεται σε 342 ευρώ. Στην προκειμένη περίπτωση, με την 151/2013 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου και κατά παραδοχή σχετικής αίτησης της αναιρεσίβλητης περί παροχής σ' αυτήν νομικής βοήθειας ορίσθηκε, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθ. 1, 2, 8 § 1 και 9 ν. 3226/ 2004, η δικηγόρος Αθηνών Ιωάννα Παναγοπούλου -Πανοπούλου προκειμένου να την εκπροσωπήσει ενώπιον του Δικαστηρίου και Τμήματος τούτου κατά την αναφερομένη στην αρχή της απόφασης αυτής συνεδρίαση της 5-11-2013 κατά την συζήτηση της ένδικης αίτησης κατ' αυτής, με την ίδια δε ως άνω Πράξη η αναιρεσίβλητη απηλλάγη από την υποχρέωση καταβολής του συνόλου των εξόδων της διαδικασίας, όπως αυτά περιγράφονται στο άρθ. 9 §§ 1 και 2 ν. 3226/2004.

Πραγματικά, και όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης (που αφορά την προαναφερθείσα εργατική διαφορά) κατά την δικάσιμο αυτή η αναιρεσίβλητη παρέστη διά της ορισθείσης ως άνω δικηγόρου, η οποία, όπως περαιτέρω προκύπτει από τα στοιχεία της οικείας δικογραφίας, δεν κατέθεσε προτάσεις, η κατάθεση των οποίων δεν είναι υποχρεωτική ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθ. 570 § 1 εδ.

α' ΚΠολΔ), ούτε προσκόμισε διαδικαστικά ή άλλα έγγραφα. Εξάλλου σύμφωνα με το άρθ. 61 §§ 1 - 3 ν. 4194/2013, Κώδικα Δικηγόρων, όπως ίσχυε, ως εκ του εδώ κρισίμου χρόνου, πριν την αντικατάσταση της §3 με το άρθ. 7 § 8β' ν. 4205/2013, ο δικηγόρος που εκπροσωπεί δικαιούχους νομικής βοήθειας σύμφωνα με το ν. 3226/2004 απαλλάσσεται από την υποχρέωση προκαταβολής στον οικείο ΔΣΑ των οριζομένων στο Παράρτημα

ΙΙΙ του ως άνω νόμου ποσών που προορίζονται για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών των υπηρεσιών του Συλλόγου, την απόδοση ως πόρου στον Τομέα Επικουρικής Ασφάλισης Δικηγόρων του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολουμένων, την απόδοση ως πόρου στον αντίστοιχο για κάθε Δικηγορικό Σύλλογο Τομέα Προνοίας - Υγείας του ΕΤΑΑ ή Ταμείο Αλληλοβοήθειας ή Λογαριασμούς Ενίσχυσης και Αλληλοβοήθειας Δικηγόρων κ.λπ., ποσά τα οποία σε κάθε περίπτωση αποτελούν μέρος της καταβλητέας στον δικηγόρο νόμιμης αμοιβής. Επομένως τα δικαστικά έξοδα, από τα οποία απαλλάχθηκε η αναιρεσίβλητη και τα οποία πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος που ηττάται (άρθ. 176, 183 ΚΠολΔ), επιδικασθούν δε υπέρ του Δημοσίου, ταυτίζονται με την αποζημίωση της ορισθείσης ως άνω δικηγόρου της για την παράστασή της ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ισουμένη προς τη νόμιμη αμοιβή της ποσού 342 ευρώ, προσαυξανομένη κατά τον ΦΠΑ ποσοστού 23%, δηλ. κατά ποσό 78,66 ευρώ, και συνολικά στο ποσό των 420,66 ευρώ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30-11-2012 αίτηση του νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Εθνικό Κέντρο Έρευνας και Τεχνολογικής Ανάπτυξης" (ΕΚΕΤΑ) και τον επ' αυτής από 20-9-2013 πρόσθετο λόγο για αναίρεση της 1259/2012 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Επιβάλλει στο αναιρεσείον τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε τετρακόσια είκοσι ευρώ και εξήντα έξι λεπτά (420,66) και επιδικάζει υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Δεκεμβρίου 2013. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Δεκεμβρίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ