Legislator Case Law & Legislation
2236/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding witness testimony reading and lack of objection.

Case Number 2236/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a conviction for theft, rejecting all grounds for reversal. The appellant argued for procedural errors, including the reading of a witness deposition without objection, but the court found no objection was raised. Consequently, the court ruled that the lower court's reasoning was sound and the appeal was baseless.

Legislator headnote

AI generated

Articles 171, 173, 174, 176 of the Code of Criminal Procedure; Article 365 of the Code of Criminal Procedure; Article 510 of the Code of Criminal Procedure: An appeal is inadmissible if the appellant fails to object to the reading of a prior sworn deposition, and the court will dismiss such appeals as unfounded.

Keywords

AI generated
criminal appeal procedural nullity witness deposition lack of objection Code of Criminal Procedure dismissal of appeal legal costs

Cited Legislation

AI generated
Article 171 of the Code of Criminal Procedure
Article 173 of the Code of Criminal Procedure
Article 174 of the Code of Criminal Procedure
Article 176 of the Code of Criminal Procedure
Article 365 of the Code of Criminal Procedure
Article 510 of the Code of Criminal Procedure
Article 583 of the Code of Criminal Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2236 / 2006 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 2236/2007

Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου

Ε' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πολύκαρπο Βούλγαρη, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κιτρίδη - Εισηγητή, Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Κωνσταντίνο Κούκλη και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καίσαρη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου ....., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Βέμμο, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1309,1310/2005 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Ναυπλίου.

Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Ναυπλίου, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Δεκεμβρίου 2005 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 550/2006.

Αφού άκουσε τον πληρεξούσιο του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να γίνει δεκτή μόνο ως προς τον τέταρτο λόγο αναίρεσης και να απορριφθεί κατά τους λοιπούς.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του Κ.Π.Δ. απόλυτη ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη προκαλείται αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος.

Κατά δε το άρθρο 173 παρ. 2 του ίδιου κώδικα από τις απόλυτες ακυρότητες που μνημονεύονται στο άρθρο 171, όσες αναφέρονται σε πράξεις της προδικασίας μπορούν να προτείνονται ωσότου γίνεται αμετάκλητη η παραπομπή στο ακροατήριο και κατά το επόμενο άρθρο 174 παρ. 1 ακυρότητα που δεν προτάθηκε σύμφωνα με το προηγούμενο άρθρο καλύπτεται.

Τέλος κατά το άρθρο 176 παρ. 1 του ίδιου κώδικα αρμόδιο να κηρύξει την ακυρότητα των πράξεων της προδικασίας είναι το δικαστικό συμβούλιο, ενώ των πράξεων της διαδικασίας στο ακροατήριο και της κυρίας και της προπαρασκευαστικής, το δικαστήριο που αναλαμβάνει την εκδίκαση της κατηγορίας. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι η πρόταση της απόλυτης ακυρότητα για πράξεις της προδικασίας πρέπει να γίνεται μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, διαφορετικά καλύπτεται, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ληφθεί υπόψη ούτε αυτεπαγγέλτως, αρμόδιο δε για την κήρυξη ή μη της ακυρότητας αυτής είναι το δικαστικό συμβούλιο μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, οπότε αυτό απεκδύεται από κάθε δικαιοδοσία επί της υποθέσεως.

Επομένως ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας των πράξεων της προδικασίας, με την αιτίαση ότι κατά το στάδιο της τελευταίας παραβιάσθηκαν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, εκπροσώπηση και υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που παρέχονται σ' αυτόν από το νόμο, εφόσον, κατά τα εκτιθέμενα στο λόγο αυτόν, η ακυρότητα δεν προτάθηκε εγκαίρως, ήτοι έωσότου γίνει αμετάκλητη η παραπομπή στο ακροατήριο του αναιρεσείοντος, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 εδ. α του ν. 1720/1987 με φυλάκιση τουλάχιστον τριών ετών και με χρηματική ποινή δέκα χιλιάδων μέχρι δέκα εκατομμυρίων δραχμών καθώς και με στέρηση τουλάχιστον για δύο έτη της άδειας οδηγήσεως ή του οικείου διπλώματος ή πτυχίου τιμωρείται όποιος οδηγεί ή κυβερνά οποιοδήποτε πλωτό, χερσαίο ή εναέριο μεταφορικό μέσο υπό την επίδραση ναρκωτικών.

Από την εν λόγω διάταξη, που αποσκοπεί στην προστασία της ασφάλειας των μεταφορών, προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υποστάσεως του προβλεπόμενου απ' αυτήν εγκλήματος της οδηγήσεως μεταφορικού μέσου υπό την επίδραση ναρκωτικών, απαιτείται οδήγηση ή διακυβέρνηση οποιουδήποτε είδους και μορφής κινήσεως πλωτού, χερσαίου ή εναέριου μεταφορικού μέσου και η οδήγηση ή διακυβέρνηση αυτή να γίνεται υπό την επίδραση ναρκωτικών, χωρίς να ενδιαφέρει ο βαθμός επιδράσεως τούτων στον οργανισμό του οδηγού ή του κυβερνήτη και αν αυτός είναι ή όχι τοξικομανής ή απλός ή περιστασιακός χρήστης.

Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση και θέληση των στοιχείων της πράξεως, αρκεί δε και ενδεχόμενος δόλος. Εξάλλου η καταδικαστική απόφοαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αυτά προέκυψαν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Τέλος εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σ' αυτή έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή της, όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου, που την εξέδωσε, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη ουσιαστική του κρίση, ότι από τα αναφερόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Ο κατηγορούμενος με προς τούτο θέληση και γνωρίζοντας ότι διαπράττει την αξιόποινη αυτή πράξη, στην Τρίπολη Αρκαδίας στις 31 Μαρτίου 2001 οδήγησε χερσαίο μεταφορικό μέσο, ενώ βρισκόταν υπό την επίδραση ναρκωτικών και συγκεκριμένα καταλήφθηκε από όργανα του τμήματος ασφάλειας Τρίπολης, εντός του σταθμού του ΚΤΕΛ Αρκαδίας, να οδηγεί το με αριθμό κυκλοφορίας ....

ΙΧ επιβατηγό αυτοκίνητο, ευρισκόμενος υπό την επίδραση ναρκωτικών ουσιών, καθόσον σε γενόμενη εξέταση ούρων, που ελήφθησαν από αυτόν μετά τη σύλληψή του, ανιχνεύθηκαν κανναβινόλες, σε συγκέντρωση μεγαλύτερη των 135 NG/ML. Τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά αποδεικνύονται από την επ' ακροατηρίου του δικαστηρίου τούτου αναγνωσθείσα, χωρίς αντίρρηση από κανένα, από 19-4-2000 ένορκη εξέταση του αστυνομικού ....., ότι διενήργησε στις 31-3-2000 και περί ώρα 12.00' με άλλους συναδέλφους του αστυνομικούς, αστυνομικό έλεγχο του ανωτέρω, γνωστού τους για υποθέσεις ναρκωτικών, κατηγορουμένου αμέσως μόλις σταμάτησε το ως άνω αυτοκίνητο που οδηγούσε, ότι μετά από μία ώρα και δή περί τις 13.00' λήφθηκαν ούρα αυτού και εστάλησαν προς εξέταση, κατά την οποία απεδείχθη, ότι αυτός οδηγούσε το ανωτέρω αυτοκίνητο έχοντας κάνει χρήση της ναρκωτικής ουσίας ινδικής κάνναβης, ως τούτο βεβαιώνεται και εντεύθεν αποδεικνύεται, με την υπ' αριθμό πρωτ. 2000-725/7-4-2000 έκθεση ανιχνεύσεως ναρκωτικών ουσιών του εργαστηρίου τοξικολογίας και φαρμακολογίας του Γενικού Νοσοκομείου Πατρών "...".

Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από άλλα αποδεικτικά μέσα και ιδία από την κατάθεση επ' ακροατηρίου της συζύγου του κατηγορουμένου ....., αφού η κατάθεσή της βασίζεται μόνον στις ενώπιόν της παραδοχές του συζύγου της αυτού και όχι σε ιδίαν αυτής γνώση και αντίληψη. Με βάση τις παραδοχές αυτές κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα της παραβάσεως του άρθρου 10 παρ. 1 του ν. 1729/1987.

Έτσι κρίνοντας το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει στο σκεπτικό της με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της παραπάνω αξιόποινης πράξεως, για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα προαναφερθέντα περιστατικά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.

και 27 του Π.Κ. και 10 παρ. 1 του ν. 1729/1987, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και δεν παρεβίασε ευθέως ή ε πλαγίου. Ειδικότερα για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν απαιτείτο ιδιαίτερη αιτιολογία του δόλου του αναιρεσείοντος, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος και προκύπτει από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, λαμβανομένων υπόψη ότι για το υποκειμενικό στοιχείο της εν λόγω πράξεως δεν απαιτείται άμεσος (ειδικός) δόλος, ούτε η πράξη αυτή θεμελιώνεται σε ενδεχόμενο δόλο.

Συνεπώς οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Π.Δ. δεύτερος, τρίτος και τέταρτος λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα των όσων προαναφέρθηκαν, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

Επειδή από τη διάταξη του άρθρου 365 Κ.Π.Δ. συνάγεται ότι ακυρότητα της διαδικασίας, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, προκαλείται όταν παρά την υποβολή σχετικής αιτήσεως από τον κατηγορούμενο ή τον Εισαγγελέα δεν αναγνωσθεί ληφθείσα κατά την προδικασία ένορκη κατάθεση μάρτυρα, του οποίου η εμφάνιση στο ακροατήριο είναι αδύνατη για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτή τη διάταξη. Δεν δημιουργείται όμως καμία ακυρότητα, όταν το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση αναγνώσει στο ακροατήριο κατάθεση της προδικασίας, και αν ακόμη δεν συνέτρεξε νόμιμη περίπτωση, εφόσον δεν αντέλεξε ο κατηγορούμενος. Επομένως ο πέμπτος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, γιατί αναγνώσθηκε η ληφθείσα κατά την προδικασία ένορκη κατάθεση του μάρτυρα ....., πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, δοθέντος ότι από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι δεν προβλήθηκε εκ μέρους του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου οποιαδήποτε αντίρρηση για την ανάγνωση της καταθέσεως εκείνης. Μετά ταύτα, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14 Δεκεμβρίου 2005 αίτηση του ..... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1310/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Και,

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 20 Δεκεμβρίου 2006. Και,

Δημοσιεύθηκε, στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο, στις 28 Δεκεμβρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ