Legislator Case Law & Legislation
2235/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for missing 30-day deadline for additional appeal arguments.

Case Number 2235/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's judgment regarding a forced auction. The appellant submitted additional appeal arguments on June 16, 2009, which were filed more than 30 days before the scheduled hearing. The court ruled that the law requires these arguments to be submitted at least 30 days prior to the initial hearing date, regardless of subsequent delays or accelerations. Consequently, the additional arguments were declared inadmissible, and the appeal was rejected.

Legislator headnote

AI generated

Article 569 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure; Article 176 and 183 of the Code of Civil Procedure: Additional appeal arguments must be filed at least 30 days before the initial hearing date, and failure to comply renders them inadmissible.

Keywords

AI generated
additional appeal arguments 30 day deadline inadmissible procedural defect forced auction procedure supreme court review

Cited Legislation

AI generated
Article 569 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OLAP 654/1984

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2235 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2235/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος : Χ1, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Ράλλη.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζική εταιρείας με την επωνυμία "Ελληνική Τράπεζα Βιομηχανικής Αναπτύξεως (ΕΤΒΑ) ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παρασκευά Αρβανιτάκη , ο οποίος δήλωσε στο ακροατήριο ότι η επωνυμία έχει τροποποιηθεί σε "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ" λόγω της απορροφήσεως δια συγχωνεύσεως της πρώτης από την δεύτερη εταιρεία.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-7-1996 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 377/1997 του ίδιου Δικαστηρίου 222/1998 μη οριστική και 195/1999 οριστική του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 8-11-2000 αίτησή του και τους από 16-6-2009 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου ανέγνωσε την από 17-4-2001 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Κων/νου Βαρδαβάκη και την από 17-9-2009 έκθεσή του επί των προσθέτων λόγων, με τις οποίες εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 569 παρ. 2 ΚΠολΔ, η κατάθεση και επίδοση του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναίρεσης πρέπει να γίνεται τουλάχιστον τριάντα (30) ημέρες πριν από τη συζήτηση. Ως ημέρα συζήτησης της αίτησης αναίρεσης νοείται εκείνη που αρχικώς ορίζεται από τον Πρόεδρο του οικείου Τμήματος του Αρείου Πάγου και όχι αυτή που προσδιορίζεται μεταγενέστερα κατόπιν αναβολής ή ματαιώσεως ή κήρυξης απαράδεκτης της συζήτησης.

Η μη τήρηση δε της ανωτέρω προθεσμίας συνεπάγεται το απαράδεκτο των πρόσθετων λόγων, το οποίο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπάγγελτα (Ο.Λ. Α.Π. 654/1984). Τα ανωτέρω έχουν εφαρμογή σε κάθε περίπτωση, και όταν ακόμη τη συζήτηση της αναίρεσης επισπεύδει ο αναιρεσίβλητος, ο οποίος δεν έχει καλέσει τον αναιρεσείοντα να παραστεί κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο και ο τελευταίος δεν έχει λάβει γνώση της δικασίμου, εκτός αν αυτός επικαλεσθεί τις προυποθέσεις των άρθρων 152 επ.

ΚΠολΔ και υποβάλλει αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση. Στην προκειμένη περίπτωση οι πρόσθετοι από 16-6-2009 λόγοι αναίρεσης, οι οποίοι, όπως προκύπτει από την κάτω από αυτούς υπ' αριθ. 117/2009 πράξη κατατέθηκαν στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 16-6-2009, δηλαδή όχι τριάντα (30) πλήρεις ημέρες πριν από την ορισθείσα από τον Πρόεδρο του Τμήματος αυτού αρχική δικάσιμο της 25 Απριλίου 2001, όπως τούτο προκύπτει από την κάτω από την αίτηση αναίρεσης από 5-1-2001 πράξη αυτού, ασκήθηκαν εκπροθέσμως, μετά τη ματαίωση της συζήτησης κατά την ορισθείσα αρχική δικάσιμο και πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι.

Επειδή, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης δεν ιδρύεται όταν η έλλειψη ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της αποφάσεως εντοπίζεται, όχι στην ελάσσονα, αλλά στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού. Από την πληττόμενη απόφασή του προκύπτει ότι το εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της αποφάσεως 377/97 του Μονομ. Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, το οποίο είχε δεχθεί μερικώς την από 3/7/96 ανακοπή του κατά του πίνακα κατατάξεως ...του συμβολαιογράφου Κόνιτσας Ιωάννου Παπαϊωάννου και της τυχαίας προ του ιδίου κατατάξεως σ' αυτόν της αναιρεσίβλητης, ως δανείστριας με υπέρ αυτής εγγεγραμμένη προσημείωση, χρονικώς προηγούμενη της εγγεγραμμένης υποθήκης υπέρ της απαιτήσεως του αναιρεσείοντος. Με τον από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται στο Εφετείο, η αιτίαση ότι δεν αιτιολογεί γιατί δεν είναι νομικώς υποχρεωμένο να συμπληρώσει τον πίνακα κατατάξεως με βάση τις διατάξεις των άρθρων 978 και 979 Κ.Πολ.Δ. και του νομικού κενού που υπάρχει σ' αυτές, θέτοντας χρόνο και τρόπο στην αναιρεσίβλητη για να επιδιώξει την τελεσίδικη επιδίκαση της απαιτήσεώς της με τον όρο εκπτώσεως διαφορετικά από την τυχαία κατάταξή της. Ο λόγος αυτός, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην πρώτη (μείζονα) πρόταση αυτού του συλλογισμού, είναι απαράδεκτος.

Επειδή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1277, 1279 Α.Κ., 908 παρ. Ι, 1005 παρ. 3 και 1007 παρ. Ιβ', Κ.Πολ.Δ., επί προσημειώσεως, αν προ της τροπής της σε υποθήκη έγινε αναγκαστικός πλειστηριασμός του ακινήτου, η απαίτηση κατατάσσεται στον πίνακα κατατάξεως τυχαίως, υπό την αίρεση της τελεσίδικης επιδικάσεώς της και τροπής της σε υποθήκη (Α.Κ. 1277).

Η τροπή όμως της προσημειώσεως σε υποθήκη καθίσταται αδύνατη δια και από της καταβολής από τον υπερθεματιστή του εκπλειστηριάσματος, αφού η ίδια η καταβολή του επιφέρει εκ του νόμου την απόσβεση της προσημειώσεως εφεξής (Α.Κ. 1318 αριθ. 3, Κ.Πολ.Δ. 135 παρ.3) και δίδεται δικαίωμα στον υπερθερματιστή για την εξάλειψή της, ώστε η άρση του τυχαίου χαρακτήρα της κατατάξεως προς είσπραξη του εκπλειστηριάσματος τελεί τότε υπό τον όρο μόνο της τελεσίδικης επιδικάσεως της απαιτήσεως.

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 978 παρ. 1 και 2 Κ.Πολ.Δ., προκειμένου περί τυχαίας κατατάξεως ο υπάλληλος του πλειστηριασμού μπορεί να επιτρέψει την ικανοποίηση τέτοιας απαιτήσεως μόνο με εγγυοδοσία, ενώ ορίζει στον πίνακα πως κατανέμεται το ποσό που αναλογεί στην απαίτηση αν αυτή πάψει να υπάρχει. Με τη διάταξη αυτή δεν δίδεται εξουσία στον υπάλληλο του πλειστηριασμού να ρυθμίσει περαιτέρω και τα της επιδικάσεως της απαιτήσεως σε βάρος του οφειλέτη καθ' ού η αναγκαστική εκτέλεση, δια καθορισμού είτε του είδους του μέσου είτε της προθεσμίας ή των όρων της ασκήσεώς του εναντίον του, πολύ περισσότερο δια του καθορισμού προθεσμίας προσκομίσεως τελεσίδικης αποφάσεως που να επιδικάζει την απαίτηση, με συνέπεια άλλως την έκπτωση από τον πίνακα.

Σε περίπτωση όμως που πιθανολογείται ότι ο καταταγείς τυχαίως προσημειούχος δανειστής θα βραδύνει πολύ για να επιδιώξει την τελεσίδικη επιδίκαση της απαιτήσεώς του, με συνέπεια να θίγονται τα συμφέροντα του δανειστή που ορίσθηκε από τον υπάλληλο στη θέση του αν η υπέρ ής η προσημείωση απαίτηση πάψει να υπάρχει, ο τελευταίος δεν εμποδίζεται να αμφισβητήσει στη διαδικασία της κατατάξεως και με απλή άρνηση την απαίτηση δια της κατά το άρθρο 979 Κ.Πολ.Δ.

ανακοπής κατά του πίνακα, οπότε την ύπαρξη της απαιτήσεώς του έναντι των άλλων δανειστών πρέπει να αποδείξει ο καθ' ού η ανακοπή δανειστής. Ακόμη, δεν εμποδίζεται στην άσκηση αρνητικής αναγνωριστικής αγωγής κατά το άρθρο 70 του Κ.Πολ.Δ., για την οποία δικαιολογεί έννομο συμφέρον εκ της σειράς και της ανωτέρω προϋποθέσεως κατατάξεώς του στον πίνακα.

Από την επισκόπηση του δικογράφου της από 3/7/96 ανακοπής του αναιρεσείοντος προκύπτει ότι δεν υποβλήθηκε με αυτή αίτημα συμπληρώσεως του πίνακα κατατάξεως, με όρο να ταχθεί προθεσμία επιδιώξεως από την αναιρεσίβλητη της τελεσίδικης επιδικάσεως της απαιτήσεώς της, ούτε και αποφάνθηκαν σχετικώς επί του ζητήματος αυτού το Πρωτοδικείο ή το Εφετείο.

Ούτε από την επισκόπηση του δικογράφου της από 3-9-99 εφέσεως του αναιρεσείοντος και του δικογράφου των πρόσθετων λόγων έφεσης προκύπτει η υποβολή τέτοιου λόγου εφέσεως. Σε κάθε περίπτωση το Εφετείο δεν είχε υποχρέωση να αποφανθεί, διότι δεν επιβάλλεται στο δικαστήριο να προβεί σε ανάλογη συμπλήρωση του πίνακα από τις διατάξεις των άρθρων 978 και 979 Κ.Πολ.Δ.

ή άλλη διάταξη νόμου. Εφόσον ήθελε εκτιμηθεί ότι διαλαμβάνει το αναιρετήριο και λόγο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9 Κ.Πολ.Δ., δια των ιστορουμένων σ' αυτό ότι το εφετείο δεν αποφάνθηκε επί υποβληθέντος όπως ανωτέρω αιτήματος και άρα το αφήκε αδίκαστο, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος. Μετά από αυτά και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης, πρέπει η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής να απορριφθούν και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8-11-2000 αίτηση και τους από 16-6-2009 πρόσθετους λόγους του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθ. 195/1999 αποφάσεως του Εφετείου Ιωαννίνων.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Νοεμβρίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 7 Δεκεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ