2235/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated2235/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνεπώς το δικαστήριο που δίκασε την κατηγορία εναντίον του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος για ψευδή καταμήνυση και συκοφαντική δυσφήμηση, δίχως να αναστείλει τη διαδικασία μέχρι πέρατος της δίκης, δεν παραβίασε τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν και γι' αυτό πρέπει να απορριφθεί ο! σχετικός πρώτος λόγος αναίρεσης, για απόλυτη ακυρότητα από την παραβίαση των παραπάνω διατάξεων (άρθρο 510 παρ.1 στοίχ.Α' ΚΠΔ).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2235 / 2008 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 2235/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θρασύβουλο Κονταξή, για αναίρεση της 768/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λαρίσης, με πολιτικώς ενάγοντες τους 1) Ψ1 και 2) Ψ2, που δεν παρέστησαν στο ακροατήριο. Το Τριμελές Εφετείο Λαρίσης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Ιουλίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, ως και στο από 23 Ιουλίου 2008 δικόγραφο των προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1452/2007.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Κατά το άρθρο 59 του ΚΠοινΔ., όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 6 του Ν. 3346/2005 (ΦΕΚ Α 140/17-6-2005), όταν η απόφαση σε ποινική δίκη εξαρτάται από άλλη υπόθεση για την οποία έχει ασκηθεί ποινική δίωξη, η πρώτη αναβάλλεται ωσότου εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση στη δεύτερη δίκη, κατά δε την παράγραφο 2 αυτού "Στις περιπτώσεις των άρθρων 224, 229, 362, 363 του ΠΚ, αν για το γεγονός, για το οποίο δόθηκε όρκος ή έγινε η καταμήνυση ή ισχυρίσθηκε ή διέδωσε ο υπαίτιος ασκήθηκε ποινική δίωξη, ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών μετά την προκαταρκτική εξέταση (άρθρα 31, 43 παρ. 1 εδ.
β'), αναβάλλει με πράξη την κάθε περαιτέρω ενέργεια ως το τέλος της ποινικής δίωξης, κατόπιν σύμφωνης γνώμης του Εισαγγελέα Εφετών. Από τη νέα αυτή διάταξη με την οποία επιχειρήθηκε να εξαλειφθεί το φαινόμενο του ανοίγματος σειρά5δικών με αφορμή την αρχική δίκη και των αλλεπάλληλων αναβολών μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης επί της κύριας δίκης με την εντεύθεν ταλαιπωρία των διαδίκων αλλά και την επιβάρυνση των Ποινικών Δικαστηρίων (βλ.
Αιτιολογική έκθεση, άρθρο 6), προκύπτει, ότι για να αναβληθεί η ποινική δίκη λόγω ύπαρξης προδικαστικού ζητήματος, σύμφωνα με το άρθρο 59 ΚΠοινΔ, με την έννοια ότι το δικαστήριο, υποχρεωμένο να συμμορφωθεί με την επιταγή του άρθρου 59, δεν έχει τη δυνατότητα να μην την εφαρμόσει, υποπίπτοντας διαφορετικά στο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Α' της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας, πρέπει, στις περιπτώσεις των άρθρων 224, 229, 362, 363 του ΠΚ, να έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για το γεγονός για το οποίο δόθηκε ο όρκος ή έγινε η καταμήνυση ή ισχυρίσθηκε ή διέδωσε ο υπαίτιος. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση των ταυταρίθμων με την προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικών συνεδρίασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Λάρισας και τα έγγραφα τα οποία έλαβε υπόψη του το δικαστήριο εκείνο για να μορφώσει τη γνώμη του, τα οποία επιτρεπτώς επισκοπούνται για τη διάγνωση του σχετικού λόγου αναιρέσεως, για το γεγονός για το οποίο έγινε η καταμήνυση και το οποίο ισχυρίστηκε και διέδωσε ο κατηγορούμενος, συν ιστάμενο στο ότι oι υπάλληλοι της Κτηματικής Υπηρεσίας Λάρισας Ψ1 και Ψ2, κατά το χρονικό διάστημα από 18-1-2000 έως 5-1-2001, κατά παράβαση των καθηκόντων τους προέβησαν σε παράνομη οριοθέτηση ιδιωτικής εκτάσεως στη θέση .....
της περιφέρειας του Νομού ....., με σκοπό να ωφελήσουν παρανόμως την Κοινότητα ....., κατόπιν της από 27-4-2001 εγκλήσεως του κατηγορουμένου αναιρεσείοντος, ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Λάρισας, ασκήθηκε ποινική δίωξη κατά του πρώτου παθόντος Ψ1 και εκδόθηκε το με αριθμό 243/2004 αμετάκλητο απαλλακτικό βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Λάρισας, ενώ κατά της δεύτερης παθούσας Ψ2 δεν ασκήθηκε ποινική δίωξη, γιατί η σχετική έγκληση, μετά από τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης, απορρίφθηκε από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Λάρισας με την 2/2007 διάταξη του, ως αστήρικτη στο νόμο.
Συνεπώς το δικαστήριο που δίκασε την κατηγορία εναντίον του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος για ψευδή καταμήνυση και συκοφαντική δυσφήμηση, δίχως να αναστείλει τη διαδικασία μέχρι πέρατος της δίκης, δεν παραβίασε τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν και γι' αυτό πρέπει να απορριφθεί ο! σχετικός πρώτος λόγος αναίρεσης, για απόλυτη ακυρότητα από την παραβίαση των παραπάνω διατάξεων (άρθρο 510 παρ.1 στοίχ.Α' ΚΠΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος εν γνώσει, καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του γι' αυτήν τιμωρείται με φυλάκιση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως απαιτείται, εκτός από τα λοιπά στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική του υπόσταση και άμεσος δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει αναγκαίως τη γνώση ότι η γενόμενη καταμήνυση είναι ψευδής.
Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 362 και 363 του ΠΚ, κατά την πρώτη των οποίων, "όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου, ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον, γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή"και κατά τη δεύτερη, "αν στην περίπτωση του άρθρου 362, το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών", προκύπτει ότι, το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης προϋποθέτει, είτε ισχυρισμό ενώπιον τρίτου ψευδούς γεγονότος, που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου, είτε διάδοση σε τρίτον τέτοιου γεγονότος, το οποίο ανακοινώθηκε προηγουμένως στον υπαίτιο από άλλον.
Ως γεγονός δε, κατά την έννοια των πιο πάνω διατάξεων, θεωρείται, κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, που ανάγεται στο παρελθόν ή το παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό απόδειξης, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερόμενη στο παρελθόν ή το παρόν, που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια.
Για την υποκειμενική θεμελίωση του εγκλήματος, απαιτείται άμεσος δόλος συνιστάμενος, στην ηθελημένη ενέργεια του ισχυρισμού ή της διάδοσης ενώπιον τρίτου, του ψευδούς γεγονότος, εν γνώσει του δράστη ότι αυτό είναι ψευδές και δύναται να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του άλλου. Δεν αρκεί δηλαδή ο απλός ή ο ενδεχόμενος δόλος, αλλά απαιτείται άμεσος δόλος.
Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και.
οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ιδιαίτερη αιτιολόγηση για την ύπαρξη του δόλου, δεν είναι αναγκαία. Όταν όμως για το αξιόποινο της πράξεως απαιτούνται, εκτός από τα περιστατικά που απαρτίζουν κατά νόμο την έννοια αυτής και ορισμένα πρόσθετα στοιχεία, όπως η γνώση ορισμένων περιστατικών, άμεσος δηλαδή δόλος ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στη γνώση αυτή και στον πρόσθετο σκοπό, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τόσο τη γνώση, όσο και το σκοπό.
Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 768/2007 απόφαση του, με συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, που παραδεκτώς συμπληρώνουν την αιτιολογία της, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Ότι οι εγκαλούντες που είναι υπάλληλοι της Κτηματικής Υπηρεσίας Ν. Λάρισας προέβησαν σε ορισμένες υπηρεσιακές ενέργειες που αφορούσαν την οριοθέτηση του αιγιαλού και των υφισταμένων στην περιοχή ιδιωτικών κτήσεων καθώς και της Κοινότητας της ..... . Ο κατηγορούμενος που θεώρησε τον εαυτό του θιγόμενο από τις ενέργειες των εγκαλούντων, εκτός άλλων εγγράφων, κατέθεσε την από 27-1-2001 έγκληση του κατά των νυν εγκαλούντων, στην οποία μεταξύ άλλων ισχυρίστηκε ότι οι εγκαλούντες με τις ενέργειες τους παρέβησαν το υπηρεσιακό τους καθήκον...ενήργησαν από πρόθεση, εξυπηρετώντας τα συμφέροντα της Κοινότητας ....., για να προσπορίσουν παράνομο όφελος στην άνω Κοινότητα.
Όπως αποδείχτηκε όμως τα ως άνω περιστατικά ήταν ψευδή και μπορούσαν και πράγματι έβλαψαν την τιμή και την υπόληψη των εγκαλούντων και ο κατηγορούμενος τελούσε εν γνώσει της αναλήθειας αυτών. Πράγματι δε αποδείχτηκε ότι οι εγκαλούντες ενήργησαν μέσα στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων τους, όπως τους υποδείχθηκε από το αρμόδιο Υπουργείο Οικονομικών και δεν ευνόησαν με τις ενέργειες τους την άνω Κοινότητα, η οποία διεκδικεί εκτάσεις από τον κατηγορούμενο και οι σχετικές αγωγές μεταξύ τους εκκρεμούν.
Ανεξάρτητα από το αν ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι όλες οι ενέργειες των εγκαλούντων δεν ήταν σύννομες, γεγονός που δεν είναι αληθινό, οι παραπάνω φράσεις του ξεπερνούσαν τα επιτρεπτά όρια που μπορούσε να προβάλλει, αφού και ο ίδιος στην απολογία του χαρακτηρίζει κάποιες λέξεις υπερβολικές, το δικαστήριο κρίνει ότι με τις παραπάνω εκφράσεις θίχτηκε πράγματι η υπόληψη και η τιμή των εγκαλούντων και αυτοί υποβλήθηκαν σε ψυχική ταλαιπωρία, αφού κατ' αυτών διενεργήθηκαν ΕΔΕ που κατέληξαν σε ευνοϊκό γι' αυτούς αποτέλεσμα και δεν ήταν συγνωστές αφού ήταν ψευδείς.
Με τις παραδοχές και σκέψεις αυτές το Εφετείο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα για ψευδή καταμήνυση και συκοφαντική δυσφήμηση. Με αυτά, όμως, που δέχθηκε το Εφετείο, που δίκασε, δεν διέλαβε στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλ' ούτε και στο διατακτικό της, που παραδεκτώς το συμπληρώνει, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, με αναφορά σε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, που δικαιολογούν και ακολούθως θεμελιώνουν την από τον αναιρεσείοντα -κατηγορούμενο γνώση της αναλήθειας των ψευδών περιστατικών που προαναφέρθηκαν, καίτοι η γνώση αυτή δεν είναι καθόλου αυτονόητη από όσα στο σκεπτικό και το διατακτικό της απόφασης εκτίθενται, αφού μόνη η αναφορά σ' αυτή ότι ο κατηγορούμενος "τελούσε εν γνώσει της αναλήθειας αυτών" δεν αρκεί για την αιτιολογία της απόφασης, δοθέντος ότι η φράση αυτή περιέχεται στο νόμο και πρέπει το δικαστήριο να προσδιορίζει τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά τα οποία δικαιολογούν τη γνώση του καταδικασθέντος.
Είvαι συνεπώς βάσιμος ο σχετικός λόγος της αιτήσεως αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων αυτής, από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ' ΚΠΔ και πρέπει κατά παραδοχή του λόγου αυτού, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 768/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Λάρισας.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Οκτωβρίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Οκτωβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ