Legislator Case Law & Legislation
2234/2009 AI generated

Supreme Court annuls appeal court decision for violating public order rules on bankruptcy proceedings in arbitration.

Case Number 2234/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the appeal court's decision regarding an arbitration award against a bankrupt company. The court found the lower court erred in ruling that bankruptcy-related procedural rules were not matters of public order under Article 897(6) of the Code of Civil Procedure. Consequently, the Supreme Court held that the arbitration tribunal violated mandatory public order norms by proceeding against a bankrupt entity without proper suspension.

Legislator headnote

AI generated

Article 897(6) of the Code of Civil Procedure; Article 33 of the Civil Code: Arbitration awards violating mandatory rules protecting public interest or suspending individual actions against the bankrupt are contrary to public order and subject to annulment.

Keywords

AI generated
arbitration annulment public order violation bankruptcy proceedings mandatory law civil procedure code

Cited Legislation

AI generated
Article 897(6) of the Code of Civil Procedure
Article 33 of the Civil Code
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2234 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2234/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΕΓΕΚ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΚΑΤΑΣΚΕΥΩΝ ΚΑΙ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΩΝ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΩΝ ΓΕΩΡΓΙΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΣΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ", με το διακριτικό τίτλο "ΑΕΓΕΚ" ως καθολικής διαδόχου δι' απορροφήσεως των :α) "ΕΥΚΛΕΙΔΗΣ Α Ε" ως οιονεί καθολικής διαδίκου κατόπιν συγχωνεύσεως δι' απορροφήσεως, της ανώνυμης εταιρείας "ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΚΑΙ ΤΕΧΝΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΑΕ" και το διακριτικό τίτλο ΕΤΕΠ ΑΕ, και β)ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΕΤΩΝ ΑΕ" και τον διακριτικό τίτλο "ΜΕΤΩΝ ΑΕ". Η ΑΕΓΕΚ υποκαθίσταται στη θέση των εταιρειών ΕΤΕΠ ΑΕ και ΜΕΤΩΝ ΑΕ ως κυρίων διαδίκων, που εδρεύει στο Μαρούσι και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Δαούτη.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "CYBARCO ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" όπως μετονομάσθηκε η εταιρεία "BENT ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ ΑΕ", που εδρεύει στην Καλλιθέα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Φαρμακίδη-Μάρκου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από αγωγή 27-4-2001 της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών επί της οποίας εκδόθηκε η 174/2002 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της απόφασης αυτής ζήτησε η ήδη αναιρεσείουσα επί της οποίας εκδόθηκε η 217/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία αναίρεσε την εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών. Το Εφετείο εξέδωσε την 4047/2006 απόφαση του, την αναίρεση της οποίας ζητά η αναιρεσείουσα με την από 31-1-2007 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Κουτρομάνος ανέγνωσε την από 29-21-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 897 αριθμ. 6 ΚΠολΔ : " Η διαιτητική απόφαση μπορεί να ακυρωθεί ολικά ή εν μέρει

αν είναι αντίθετη προς διατάξεις δημόσιας τάξης ή προς τα χρηστά ήθη". Ως διατάξεις δημόσιας τάξεως, η παραβίαση των οποίων δικαιολογεί τη δικαστική ακύρωση της διαιτητικής αποφάσεως επί εσωτερικής διαιτησίας, νοούνται οι κανόνες αναγκαστικού δικαίου που εμπίπτουν στη ρύθμιση - όχι του άρθρου 3 ΑΚ αλλά - του άρθρου 33 του ίδιου κώδικα, ήτοι οι κανόνες που έχουν θεσπισθεί πρωτίστως για την προστασία του δημοσίου συμφέροντος και συνθέτουν τα πολιτειακά, πολιτιστικά, κοινωνικά ή οικονομικά θεμέλια της ημεδαπής έννομης τάξεως.

Η παραβίαση, άρα, κανόνων αναγκαστικού δικαίου, τεθέντων πρωτίστως προς εξυπηρέτηση ιδιωτικών συμφερόντων, εκφεύγει του ακυρωτικού ελέγχου. Με αφετηρία τις διαπιστώσεις αυτές, πρέπει να γίνει δεκτό ότι οι διατάξεις των άρθρων 634,637 παρ. 1 εδ. 2 και 665 του ΕμπΝ, από τις οποίες συνάγεται η αρχή της αναστολής των ατομικών διώξεων κατά του πτωχού προς ικανοποίηση πτωχευτικών απαιτήσεων, περιέχουν μεν συναφώς κανόνα αναγκαστικού δικαίου, δεν είναι όμως δημόσιας τάξεως κατά την έννοια του άρθρου 33 ΑΚ, αφού δεν μπορούν να ενταχθούν στα πολιτειακά, πολιτιστικά, κοινωνικά και, ιδίως, οικονομικά θεμέλια της ελληνικής έννομης τάξεως, ενόψει μάλιστα και του ότι έχουν θεσπισθεί για να υπηρετήσουν - όχι το δημόσιο συμφέρον αλλά - το (ιδιωτικό) συμφέρον των πτωχευτικών πιστωτών για σύμμετρη ικανοποίηση τους.

Επίσης, δεν είναι δημόσιας τάξεως οι σχετικές με τη διακοπή και επανάληψη της δίκης διατάξεις των άρθρων 286 επ. ΚΠολΔ, οι οποίες άλλωστε δεν είναι εφαρμοστέες στη διαιτητική δίκη, όπου ισχύει το ανακριτικό σύστημα και το διαιτητικό δικαστήριο υποχρεούται να δικάσει τη διαφορά, ακόμη και αν απουσιάζουν όλοι οι διάδικοι (άρθρο 887 παρ. 1 ΚπολΔ).

Ως εκ τούτου, αν κηρυχθεί σε πτώχευση κάποιος από τους διαδίκους κατά τη διάρκεια της αφορώσας την πτωχευτική περιουσία διαιτητικής δίκης και ακολουθήσει η έκδοση της διαιτητικής αποφάσεως, τότε, παρά την αναστολή των ατομικών διώξεων κατά του πτωχεύσαντος διαδίκου και την τυχόν νομότυπη γνωστοποίηση της πτωχεύσεως, δεν θεμελιώνεται ο προβλεπόμενος στο άρθρο 897 αρ. 6 ΚπολΔ λόγος ακυρώσεως της διαιτητικής αποφάσεως.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε σχετικό αγωγικό αίτημα της αναιρεσίβλητης και ακύρωσε την ένδικη διαιτητική απόφαση, με τις ακόλουθες, κατά λέξιν, σκέψεις: "Η ενάγουσα με τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως ισχυρίζεται ότι με την υπ' αριθμ. 923/19-5-1999 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κηρύχθηκε σε κατάσταση πτωχεύσεως και ότι συνεπώς έπαυσε η συμφωνία με τις εναγόμενες εταιρείες περί επιλύσεως των μελλουσών διαφορών τους δια διαιτησίας, ότι η διαιτητική απόφαση που εκδόθηκε είναι ακυρώσιμη και κατά το άρθρο 897 παρ. 6, ως αντιτιθέμενη σε διατάξεις δημοσίας τάξεως (τις σχετικές με την πτώχευση), σε κάθε δε περίπτωση ότι έπρεπε να ανασταλεί η διαιτητική διαδικασία, λόγω αναστολής των ατομικών διώξεων κατά της πτωχής ενάγουσας.

Ο λόγος αυτός της ακυρώσεως, κατά το πρώτο σκέλος (παύση της συμφωνίας με την πτώχευση), δεν είναι νόμιμος και πρέπει να απορριφθεί, διότι σε περίπτωση κηρύξεως πτωχεύσεως ενός από τους συμβαλλομένους μετά την κατάρτιση της συμφωνίας διαιτησίας, δεν παύει να ισχύει η διαιτητική συμφωνία. Κατά το δεύτερο σκέλος του, είναι νόμιμος, στηριζόμενος στις προαναφερόμενες διατάξεις, αποδεικνύεται δε και ουσιαστικά βάσιμος, τόσο από την προσβαλλόμενη απόφαση, τις ομολογίες των εναγομένων αναφορικά με την επελθούσα πτώχευση και τα κατωτέρω προσκομιζόμενα και επικαλούμενα έγγραφα.

Ειδικότερα από την προσβαλλόμενη διαιτητική απόφαση (σελίδα 7 αυτής) προκύπτει ότι κατά τη συνεδρίαση του διαιτητικού δικαστηρίου στις 22-7-1999 προσκομίστηκε στους διαιτητές από τους διαδίκους η υπ' αριθμ. 923/19-5-1999 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία η ενάγουσα κηρύχθηκε σε κατάσταση πτωχεύσεως και ορίστηκε προσωρινός σύνδικος αυτής ο δικηγόρος Αθηνών Αναστάσιος Κατάνος.

Οι διαιτητές, κατόπιν αυτού, του κοινοποίησαν την από 27-7-1999 εξώδικη δήλωση τους, με την οποία του γνωστοποίησαν το ιστορικό της διαιτησίας και τον κάλεσαν να τους υποβάλει κάθε, κατά την κρίση του, αναγκαίο στοιχείο. Στις 28-9-1999 ο ανωτέρω σύνδικος τους κοινοποίησε την από 14-9-1999 εξώδικη πρόσκληση του, με την οποία, αφού τους αναφέρει την ιδιότητα του ως προσωρινού συνδίκου της πτωχεύσεως της ενάγουσας εταιρείας (συνεπώς και το γεγονός της πτωχεύσεως αυτής), τους αναφέρει ότι βρίσκεται στα χέρια του ένα απλό αντίγραφο του από 26-1 -1999 ιδιωτικού συμφωνητικού μεταξύ των διαδίκων εταιρειών που δεν έχει υπογραφές και δεν μπορεί να διαπιστώσει με ασφάλεια την εγκυρότητα του, ότι δεν έχει επαρκή πληροφόρηση για το αν συντάχθηκε και ποιο το περιεχόμενο του προβλεπομένου στο άρθρο 3 της συμβάσεως πορίσματος των διαχειριστών της κοινοπραξίας και τους καλεί να του παραδώσουν ακριβές αντίγραφο του πιο πάνω ιδιωτικού συμφωνητικού, νόμιμα επικυρουμένου από την αρμόδια ΔΟΥ, αντίγραφο του πορίσματος και αντίγραφα των εγγράφων που τους υπέβαλαν οι ήδη εναγόμενες εταιρείες (βλ.

προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από 14-9-1999 εξώδικη πρόσκληση). Από το τελευταίο αυτό έγγραφο, σε συνδυασμό και με την επίσης προσκομιζόμενη και επικαλούμενη υπ'αριθμ. 923/19-5-1999 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αποδεικνύεται ότι στο Διαιτητικό Δικαστήριο έγινε, εκ μέρους του συνδίκου, νομότυπη γνωστοποίηση του λόγου της βίαιης διακοπής της δίκης με την πτώχευση της ενάγουσας εταιρείας.

Παρά ταύτα οι διαιτητές προχώρησαν στην έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, με την οποία αναγνωρίστηκε η υποχρέωση της ήδη πτωχής ενάγουσας να καταβάλει στις εναγόμενες το αναφερόμενο σ'αυτή (απόφαση) χρηματικό ποσό, πλέον της δικαστικής δαπάνης. Έτσι όμως κρίνοντας οι διαιτητές παραβίασαν κανόνες δημοσίας τάξεως και συγκεκριμένα, τόσο αυτούς που αφορούν την κίνηση και τη συνέχιση της διαιτητικής δίκης, όσο και αυτές που αφορούν την αναστολή των ατομικών διώξεων κατά της πτωχής, που είναι κανόνες αναγκαστικού δικαίου και εμπίπτουν στην ευρύτερη έννοια των κανόνων δημοσίας τάξεως.

Ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι η διαδικασία στο Διαιτητικό Δικαστήριο είχε περατωθεί και απέμενε μόνο η διάσκεψη των μελών του και η έκδοση της αποφάσεως, δεν αποδείχτηκε βάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον μάλιστα τόσο οι διαιτητές, όσο και ο σύνδικος είχαν ζητήσει στοιχεία, εκατέρωθεν". Με την εκτεθείσα κρίση του, το Εφετείο παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 897 αριθμ. 6 ΚπολΔ, αφού, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην πρώτη (μείζονα) πρόταση αυτού του συλλογισμού, οι αφορώσες την αναστολή των ατομικών διώξεων κατά του πτωχού ως άνω διατάξεις του εμπορικού Νόμου δεν περιέχουν θεμελιακό κανόνα της πολιτειακής, πολιτιστικής, κοινωνικής ή οικονομικής ζωής της χώρας, δεν είναι δηλαδή δημόσιας τάξεως κατά την έννοια των άρθρων 897 αρ. 6 ΚπολΔ και 33 ΑΚ και, πάντως, δεν έχουν τεθεί για να υπηρετήσουν το δημόσιο συμφέρον, με συνέπεια η προς αυτές αντίθεση της διαιτητικής αποφάσεως να μη δικαιολογεί την ακύρωση της, το ίδιο ισχύει δε και για τις σχετικές με τη διακοπή της πολιτικής δίκης διατάξεις των άρθρων 286 επ.

ΚπολΔ, για τις οποίες άλλωστε δεν υπάρχει περιθώριο εφαρμογής στη διαιτητική δίκη. Επομένως, αμφότεροι οι λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους προσάπτεται στο Εφετείο, κατ' εκτίμηση, η ανωτέρω, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚπολΔ απορρέουσα, αναιρετική πλημμέλεια, είναι βάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου από άλλους δικαστές είναι εφικτή (άρθρο 580§3 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 4047/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο με άλλη σύνθεση.

Επιβάλλει στην αναιρεσίβλητη τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Σεπτεμβρίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Δεκεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ