2234/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους δικαστές: Πολύκαρπο Βούλγαρη, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κιτρίδη και Ελευθέριο Νικολόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στυλιανού Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου.
Legislator headnote
AI generated2234/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): με την εντολήν να τα πωλήσουν για λογαριασμό του σε τρίτους και να του αποδώσουν το τίμημα, εν τούτοις οι κατηγορούμενοι, καίτοι τα επώλησαν, του απέδωσαν μόνον το ποσό των 45.100.000 δρχ. συνολικά και παρεκράτησαν το υπόλοιπο ποσό από 284.900.000 δρχ. ή 836.390 ευρώ, που είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, το οποίο και ιδιοποιήθησαν παράνομα.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2234 / 2006 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ) Αριθμός 2234/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποιν. Τμήμα-ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Πολύκαρπο Βούλγαρη, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κιτρίδη και Ελευθέριο Νικολόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στυλιανού Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 3 Νοεμβρίου 2006, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένουΧ1, περί αναιρέσεως του υπ΄ αριθμ.1367/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Χ2 και πολιτικώς ενάγοντα τονΖ.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτό και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Ιουλίου 2006 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1153/2006. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Στυλιανός Γκρόζος, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα, με αριθμό 421/29-9-2006, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Φέρομεν ενώπιον του Δικαστηρίου υμών, συμφώνως με το άρθρον 485 παρ. 1 Κ.Π.Δ., την πραδεκτώς, κατά τας διατάξεις των άρθρων 465 παρ. 1, 474, 482 παρ. 1 και 484 παρ. 1 στοιχ. δ΄ και στ΄ ιδίου Κώδικος, ασκηθείσαν υπό του κατηγορουμένου Χ1, από 21 Ιουνίου 2006 αίτησιν αναιρέσεως, κατά του υπ΄αριθμ. 1367/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτομεν τα εξής: Ι. Δια του πληττομένου βουλεύματος, που εξεδόθη κατόπιν ασκήσεως εφέσεως υπό του πολιτικώς ενάγοντος Ζ κατά του υπ΄αριθμ. 3179/2002 απαλλακτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, παρεπέμφθη ο κατηγορούμενοςΧ1, μετά του συγκατηγορουμένου του Χ2, δια να δικασθή δι΄υπεξαίρεσιν κατά συναυτουργίαν αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, που το είχον εμπιστευθή εις αυτόν λόγω της ιδιότητός του ως εντολοδόχου. Κατά του βουλεύματος τούτου παραπονείται ήδη ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, προβάλλων τους υπό του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. δ΄ και στ΄ λόγους.
ΙΙ. ΄Ελλειψις της απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος, η οποία ιδρύει τον υπό του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. δ΄ Κ.Π.Δ. προβλεπόμενον λόγον αναιρέσεως, υπάρχει όταν εις το βούλευμα του Συμβουλίου δεν εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνειαν και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκρισιν ή προανάκρισιν, σχετικώς με την αποδιδομένην εις τον κατηγορούμενον αξιόποινον πράξιν, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και αι σκέψεις με τας οποίας έκρινεν, ότι υπάρχουν αποχρώσαι ενδείξεις δια την παραπομπήν του κατηγορουμένου εις το ακροατήριον (Α.Π. 572/2005 Π Λογ 2005 σελ. 521 κ.ά.).
Εις την προκειμένην περίπτωσιν το Συμβούλιον Εφετών, που εξέδωσε το πληττόμενον βούλευμα, δι΄αναφοράς εις την ενσωματωθείσαν εις αυτό Εισαγγελικήν πρότασιν, εδέχθη κατά την ανέλεγκτον περί πραγμάτων κρίσιν του, ότι από την εκτίμησιν των αναφερομένων αποδεικτικών στοιχείων, ήτοι καταθέσεων μαρτύρων και πολιτικώς ενάγοντος, εγγράφων δικογραφίας, απολογίας αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, διασαφήσεων πολιτικώς ενάγοντος και εγγράφων και υπομνημάτων προσκομισθέντων κατά την διαταχθείσαν αυτοπρόσωπον εμφάνισίν των ενώπιον αυτού προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Ο αναιρεσείων κατηγορούμενος Χ1 και ο συγκατηγορούμενός του Χ2 στην περιοχή ... κατά το χρονικό διάστημα των μηνών Ιουνίου και Ιουλίου του 1997 από κοινού ιδιοποιήθηκαν παράνομα ξένο εν όλω κινητό πράγμα ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που το είχαν εμπιστευθεί σ΄αυτούς, λόγω της ιδιότητός τους, ως εντολοδόχων. Ειδικώτερα, ενώ ο εγκαλών Ζ κατά τον άνω τόπο και χρόνο τους είχε παραδώσει τμηματικά τα εξής κοσμήματα: 1) είκοσι μονόπετρα δακτυλίδια (βάρους από 1 έως 1,20 καράτια ο κάθε πολύτιμος λίθος) συνολικής αξίας 22.000.000 δραχ. 2) τρία σετ κοσμημάτων, τα οποία απετελούντο από κολιέ, σκουλαρίκια, βραχιόλι και δακτυλίδι συνολικής αξίας 90.000.000 δρχ. 3) τριάντα πέντε χρυσές καδένες με μπριγιάν συνολικής αξίας 17.500.000 δρχ. 4) τέσσερα χρυσά κομπολόγια συνολικής αξίας 3.000.000 δρχ. 5) είκοσι δύο ρολόγια μάρκας "VACHERON KONSTANDIN" ανδρικά και γυναικεία τσέπης και χειρός διακοσμημένα με διαμάντια συνολικής αξίας 100.000.000 δρχ. 6) έξι σταυρούς με μπριγιάν συνολικής αξίας 6.000.000 δρχ. 7) ένα αναπτήρα CARTIER αξίας 1.800.000 δρχ. 8) ένα μπρελόκ με μπριγιάν και μπαγιέτες, το οποίο είχε χαραγμένο το επίθετο του εγκαλούντος αξίας 6.500.000 δρχ.
ένα ρολόϊ μάρκας PIAGET με ειδικά διαμορφωμένες και τροχισμένες μπαγιέτες μπριγιάν αξίας 65.000.000 δρχ. 10) τέσσερις αλυσίδες χρυσές με μικρά μπριγιάν συνολικής αξίας 12.000.000 δρχ. και 11) ένα επιτραπέζιο ρολόι μάρκας Vacheran Konstantin του οποίου το πλαίσιο ήταν διακοσμημένο με μπριγιάν αξίας 6.500.000 δρχ. ήτοι κοσμήματα συνολικής αξίας 330.000.000 δρχ.
με την εντολήν να τα πωλήσουν για λογαριασμό του σε τρίτους και να του αποδώσουν το τίμημα, εν τούτοις οι κατηγορούμενοι, καίτοι τα επώλησαν, του απέδωσαν μόνον το ποσό των 45.100.000 δρχ. συνολικά και παρεκράτησαν το υπόλοιπο ποσό από 284.900.000 δρχ. ή 836.390 ευρώ, που είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, το οποίο και ιδιοποιήθησαν παράνομα.
Το χρηματικό αυτό ποσό αποτελεί τίμημα που έλαβαν οι κατηγορούμενοι για τα προαναφερθέντα κινητά πράγματα (τιμαλφή), τα οποία είχε ο εγκαλών εμπιστευθεί σ΄αυτούς για να τα πωλήσουν.
ΙΙΙ. Με αυτά που εδέχθη το Συμβούλιον Εφετών διέλαβεν εις το πληττόμενον βούλευμα την απαιτουμένην ειδικήν και εμπεριστατωμένην αιτιολογίαν δια το προαναφερθέν έγκλημα, αφού εκθέτει εις το εν λόγω βούλευμά του, με σαφήνειαν, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκρισιν, τας αποδείξεις από τας οποίας επείσθη ότι υπάρχουν αποχρώσαι ενδείξεις ενοχής δια την παραπομπήν του αναιρεσείοντος εις το ακροατήριον, καθώς και τας σκέψεις με τας οποίας υπήγαγε τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά εις την ουσιαστικήν ποινικήν διάταξιν που εφήρμοσεν.
Ειδικώτερον α) εκ της μνείας εις τα αποδεικτικά μέσα που ελήφθησαν υπ΄όψιν και των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει, ότι ελήφθησαν υπ΄όψιν το από 23/3/1998 ιδιωτικόν συμφωνητικόν μεταξύ του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου Χ1 και του Ζ, ως και η από 30/3/2006 ιδιωτική γραφολογική γνωμοδότησις της γραφολόγου ..., β) προσδιορίζεται το ύψος του τιμήματος των πωληθέντων κοσμημάτων εις το ποσόν των 330.000.000 δρχ., γ) δεν απητείτο μνεία του τρόπου δια του οποίου κατέστη κύριος των κοσμημάτων ο πολιτικώς ενάγων Ζ, ούτε των προσώπων εις τα οποία επωλήθησαν ταύτα υπό των κατηγορουμένων.
Κατά συνέπειαν είναι αβάσιμοι αι σχετικαί αιτιάσεις του αναιρεσείοντος. IV. Εκ των διατάξεων των άρθρων 485 παρ. 1, 519 και 524 Κ.Π.Δ. προκύπτει, ότι αναιρουμένου του βουλεύματος η υπόθεσις παραπέμπεται εις νέαν συζήτησιν ενώπιον του ιδίου συμβουλίου κατά το αναιρεθέν μέρος. Κατά συνέπειαν εάν το βούλευμα αναιρεθή δι΄έλλειψιν ειδικής αιτιολογίας, το συμβούλιον της παραπομπής δεν έχει εξουσίαν να ερευνήση και πάλιν το παραδεκτόν ή μη του ασκηθέντος ενδίκου μέσου της εφέσεως.
Και τούτο διότι η διάταξις του αναιρεθέντος βουλεύματος περί του παραδεκτού της εφέσεως, μη εξαρτωμένη εκ του αναιρεθέντος μέρους του βουλεύματος, αλλ΄έχουσα αυτοτελή υπόστασιν, τυγχάνει αμετάκλητος (Α.Π. 92/2004, 10/1984, Εφ Πειρ 132/1999 με σύμφωνον, πρότασίν μας, Ποιν Χρ ΝΔ΄ σελ. 201, ΛΔ΄ σελ. 693, ΝοΒ 47 σελ. 1364 αντιστ.).
Εις την προκειμένην περίπτωσιν το Συμβούλιον Εφετών απεφάνθη επί της υπό κρίσιν υποθέσεως, κατόπιν παραπομπής εις αυτό υπό του υμετέρου Δικαστηρίου, μετά την αναίρεσιν του προηγηθέντος υπ΄αριθμ. 945/2005 βουλεύματος του ιδίου Συμβουλίου, δι΄έλλειψιν ειδικής αιτιολογίας. Η περί του παραδεκτού της εφέσεως του πολιτικώς ενάγοντος διάταξις του αναιρεθέντος υπ΄αριθμ. 945/2005 βουλεύματος του ανωτέρω Συμβουλίου, μη εξαρτωμένη εκ του αναιρεθέντος μέρους του βουλεύματος, αλλ΄έχουσα αυτοτελή υπόστασιν, κατέστη αμετάκλητος.
΄Οθεν εκ περισσού απεφάνθη και πάλι το άνω Συμβούλιον, δια του πληττομένου βουλεύματός του, περί του παραδεκτού αυτής (Α.Π. 92/2004 ενθ΄άνωτ.). Εξ΄άλλου το παραδεκτόν της ασκηθείσης εφέσεως υπό του πολιτικώς ενάγοντος Ζ, είχε κριθή δια της υπ΄αριθμ. 1997/2004 αποφάσεως του υμετέρου Δικαστηρίου, που απεφάνθη επί της ασκηθείσης αναιρέσεως τούτου κατά του υπ΄αριθμ. 380/2003 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Συνεπώς είναι αβάσιμος ο λόγος αναιρέσεως περί υπερβάσεως εξουσίας, συνιστάμενος εις το ότι το Συμβούλιον Εφετών, δια του πληττομένου βουλεύματός του, απεφάνθη επί της ουσίας της υποθέσεως, ενώ έπρεπε να απορρίψη την έφεσιν του πολιτικώς ενάγοντος ως απαράδεκτον, διότι εκ της μηνύσεώς του δεν προέκυπτεν, ότι ήτο κύριος των κοσμημάτων και συνεπώς δεν είχεν αποκτήσει την ιδιότητα του πολιτικώς ενάγοντος. Κατ΄ακολουθίαν αυτών πρέπει να απορριφθή η υπό κρίσιν αίτησις αναιρέσεως και να καταδικασθή ο αναιρεσείων εις τα δικαστικά έξοδα εκ 210 ευρώ.
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ Προτείνομεν: Ι. Να απορριφθή η από 21 Ιουνίου 2006 αίτησις αναιρέσεως του κατηγορουμένουΧ1, κατοίκου ..., κατά του υπ΄αριθμ. 1367/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
ΙΙ. Να καταδικασθή ο αναιρεσείων εις τα δικαστικά έξοδα εκ 210 ευρώ.
Αθήνα 22 Σεπτεμβρίου 2006 Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Ανδρέας Ι. Ζύγουρας
Αφού άκουσε τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Κατά τ άρθρο 375 παρ.1 ΠΚ, όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιοδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης απαιτείται η συνδρομή των ακολούθων στοιχείων:
α) ξένο εν όλω ή εν μέρει κινητό πράγμα, τέτοιο δε θεωρείται αυτό που βρίσκεται σε ξένη σε σχέση με το δράστη κυριότητα, όπως αυτή διαπλάσσεται στο αστικό δίκαιο β) να περιήλθε αυτό με οποιονδήποτε τρόπο στην κατοχή του δράστη και να ήταν κατά το χρόνο της πράξης στην κατοχή αυτού, γ) παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος από το δράστη, που υπάρχει όταν αυτή γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς την ύπαρξη άλλου δικαιώματος που παρέχεται στο δράστη από το νόμο δ) δόλια προαίρεση του δράστη που εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια αυτού που εμφανίζει εξωτερίκευση της θέλησής του να ενσωματώσει στη δική του περιουσία το ξένο κινητό πράγμα που βρίσκεται στην κατοχή του, χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο.
Η αξία του αντικειμένου της υπεξαίρεσης δεν αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος αυτού, είναι όμως αναγκαίος ο προσδιορισμός της όταν το έγκλημα της υπεξαίρεσης έχει αντικείμενο ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, περί του οποίου κρίνει ανελέγκτως το δικαστήριο της ουσίας συνολικά για όλα τα ξένα κινητά πράγματα που έχει ιδιοποιηθεί ο δράστης.
Εξάλλου, έλλειψη της κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ΄ του Κ.Π.Δ, υπάρχει, όταν δεν εκτίθεται σ' αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση, σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο.
Για την ύπαρξη και την πληρότητα τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης.
Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ (Ολ. ΑΠ 1/2005) Στην προκείμενη περίπτωση, με το προσβαλλόμενο υπ' αριθμ. 1.367/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών έγινε εν μέρει δεκτή η έφεση του πολιτικώς ενάγοντος Ζ κατά του υπ' αριθμ. 3.179/2002 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, μεταρρυθμίσθηκε εν μέρει το πρωτόδικο βούλευμα και παραπέμφηκαν ο αναιρεσείων- κατηγορούμενος και ο Χ2 ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών να δικασθούν για την από κοινού ιδιοποίηση ξένων κινητών πραγμάτων, ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, τα οποία ο εγκαλών είχε εμπιστευθεί σ' αυτούς λόγω της ιδιότητάς τους ως εντολοδόχων.
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, ο αναιρεσείων πλήττει το προσβαλλόμενο βούλευμα για έλλειψη αιτιολογίας που καθιδρύει τον εκ του άρθρου 484 παρ.1 στοιχ. δ΄ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως. Το συμβούλιο Εφετών Αθηνών με ίδιες σκέψεις και με αναφορά στην ενσωματωμένη εις αυτό εισαγγελική πρόταση, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίσιν του τα επόμενα : "...
Ο εγκαλών Ζ, κατά το χρονικό διάστημα Ιουνίου- Ιουλίου 1997 παρέδωσε στους κατηγορουμένους Χ1 και Χ2, τα αναφερόμενα κατ' είδος και αξία στην εισαγγελική πρόταση κοσμήματα της κυριότητός του, συνολικής αξίας 330.000.000 δραχμών με την εντολή να τα πωλήσουν για λογαριασμό του και να του αποδώσουν το τίμημα, εν τούτοις οι κατηγορούμενοι, καίτοι τα επώλησαν, του απέδωσαν μόνον το ποσό των 45.100.000 δραχμών συνολικά και παρεκράτησαν το υπόλοιπο ποσό των 284.900.000 δραχμών που είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, το οποίο και ιδιοποιήθηκαν παράνομα.
Το χρηματικό αυτό ποσό είναι τίμημα που έλαβαν οι κατηγορούμενοι για τα προαναφερθέντα κινητά πράγματα (τιμαλφή), τα οποία είχε ο εγκαλών εμπιστευθεί σ' αυτούς για να τα πωλήσουν, ως εντολοδόχοι του...". Προς σχηματισμό της περί παραπομπής των κατηγορουμένων κρίσης του, το Συμβούλιο, διαλαμβάνει στο βούλευμα ότι έλαβε υπόψη "..
τις καταθέσεις των μαρτύρων και του πολιτικώς ενάγοντος, την απολογία του κατηγορουμένου Χ1 (ο κατηγορούμενος Χ2 δεν εμφανίσθηκε στον ανακριτή), όλα ανεξαιρέτως τα υπομνήματα του πιο πάνω κατηγορουμένου (Χ1 και ενώπιον του παρόντος Συμβουλίου) και του πολιτικώς ενάγοντος και όλα τα έγγραφα της δικογραφίας συμπεριλαμβανομένων και εκείνων που προσκομίσθηκαν από τους διαδίκους κατά την αυτοπρόσωπη εμφάνισή τους ενώπιον του παρόντος συμβουλίου, κατά την οποία εμφανίσθηκε ενώπιον του συμβουλίου μόνον ο πολιτικός ενάγων, ενώ ο κατηγορούμενος Χ1 κατέθεσε δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου το από 29-3-2005 υπόμνημά του με τα επικαλούμενα σ' αυτό έγγραφα, κλήθηκε δε και έλαβε γνώση, τόσο του από 5-4-2005 υπομνήματος του πολιτικώς ενάγοντος όσο και των επικαλούμενων με αυτό εγγράφων. ..".
Με αυτά που δέχθηκε το προσβαλλόμενο βούλευμα διέλαβε την απαιτούμενη από το Σύνταγμα και το νόμο ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού με πληρότητα, σαφήνεια χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά εκτίθενται σ' αυτό τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία σχετικά με την αξιόποινη πράξη που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις για την παραπομπή του στο ακροατήριο και υπήγαγε τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 375 του Π.Κ την οποία ορθώς εφήρμοσε και δεν παρεβίασε ούτε εκ πλαγίου.
Η αιτίαση ότι το συμβούλιο δεν έλαβε υπόψη του κρίσιμα έγγραφα τα οποία προσκομίσθηκαν από τον κατηγορούμενο και δη το από 23-3-1998 ιδιωτικό συμφωνητικό και την, με επιμέλειά του, συνταχθείσα από 30-3-2006 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης δεν είναι βάσιμη. Στο βούλευμα γίνεται μνεία κατ΄είδος των αποδεικτικών μέσων τα οποία ελήφθησαν υπόψη, μεταξύ των οποίων αναφέρονται και τα έγγραφα, τα υπομνήματα των διαδίκων και τα συνημμένα σ' αυτά έγγραφα και δεν είναι αναγκαίο για την επάρκεια της αιτιολογίας να εξειδικεύεται η ταυτότητα των εγγράφων τα οποία συνεκτίμησε το συμβούλιο ούτε να γίνεται συγκριτική αξιολόγηση και στάθμιση αυτών.
Εξάλλου στο πληττόμενο βούλευμα σαφώς διαλαμβάνεται (και δια παραπομπής στην εισαγγελική πρόταση) ότι ο εγκαλών ήταν κύριος των κοσμημάτων, αφού ήδη από το έτος 1988 διατηρούσε επιχείρηση και είχε προβεί σε αγορές κοσμημάτων, ότι οι κατηγορούμενοι πώλησαν τα κοσμήματα αντί τιμήματος 300.000.000 δραχμών, μέρος μόνο του οποίου απέδωσαν στον πολιτικώς ενάγοντα και ιδιοποιήθηκαν το υπόλοιπο και δεν είναι αναγκαίο για την πληρότητα της αιτιολογίας να αναφέρεται σ' αυτό, ως αβασίμως υποστηρίζει ο αναιρεσείων, η ταυτότητα του προσώπου ή των προσώπων στα οποία πωλήθηκαν τα κοσμήματα.
Συνεπώς, ο για έλλειψη αιτιολογία εκ του άρθρου 484 παρ.1 στοιχ. δ΄του ΚΠΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
ΙΙ.- Από τις διατάξεις των άρθρων 485 παρ.1, 519 και 524 ΚΠΔ συνάγεται ότι μετά την αναίρεση του βουλεύματος η υπόθεση παραπέμπεται σε νέα συζήτηση ενώπιον του ιδίου συμβουλίου κατά το αναιρεθέν μέρος. Κατά συνέπεια, εάν το βούλευμα αναιρεθεί για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας, το συμβούλιο της παραπομπής δεν έχει εξουσία να ερευνήσει και πάλι το παραδεκτό ή μη του ασκηθέντος ενδίκου μέσου της εφέσεως.
Και τούτο διότι η διάταξη του αναιρεθέντος βουλεύματος περί του παραδεκτού της εφέσεως, μη εξαρτώμενη από το αναιρεθέν μέρος του βουλεύματος, έχει αυτοτελή υπόσταση και τυγχάνει αμετάκλητη. Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, για τον έλεγχο της βασιμότητας του λόγου αναιρέσεως, επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτουν τα επόμενα.
Επί της υποθέσεως είχε εκδοθεί αρχικά το υπ' αριθμ. 380/2003 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών με το οποίο έγινε τυπικά δεκτή αλλά απορρίφθηκε κατ΄ουσίαν η έφεση του πολιτικώς ενάγοντος Ζ κατά του πρωτόδικου βουλεύματος που είχε αποφανθεί να μην γίνει κατηγορία κατά των κατηγορουμένων. Επί αιτήσεως αναιρέσεως ασκηθείσας από τον πολιτικώς ενάγοντα, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1997/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου με την οποία το παραπάνω βούλευμα αναιρέθηκε για έλλειψη αιτιολογίας.
Το συμβούλιο Εφετών Αθηνών εις το οποίο επανεισήχθη η υπόθεση, με το υπ' αριθμ. 945/2005 δεύτερο κατά σειρά βούλευμά του, δέχθηκε τυπικά και εν μέρει ως κατ' ουσία βάσιμη την έφεση του πολιτικώς ενάγοντος και παρέπεμψε τους κατηγορουμένους για κακουργηματική υπεξαίρεση. Και του βουλεύματος αυτού ζητήθηκε από τον κατηγορούμενο Χ1 η αναίρεση, εκδόθηκε δε επ' αυτής η υπ' αριθμ. 347/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου με την οποία αναιρέθηκε το παραπάνω βούλευμα και πάλι για έλλειψη αιτιολογίας.
Η για το παραδεκτό της εφέσεως του πολιτικώς ενάγοντος Ζ διάταξη των αναιρεθέντων υπ' αριθμ.380/2003 και υπ' αριθμ 945/2005 βουλεύματων του ανωτέρω συμβουλίου τα οποία δεν αναιρέθηκαν και κατά τη διάταξη αυτή, μη εξαρτώμενη από το αναιρεθέν μέρος των βουλευμάτων, αλλά έχουσα αυτοτελή υπόσταση κατέστη αμετάκλητη.
Συνεπώς, ως εκ περισσού απεφάνθη και πάλι το ανωτέρω συμβούλιο, με το προσβαλλόμενο βουλευμά του περί του παραδεκτού αυτής. Εξάλλου, το παραδεκτό της ασκηθείσας εφέσεως από τον πολιτικώς ενάγοντα Ζ, είχε κριθεί ήδη με την πρώτη των άνω υπ' αριθμ. 1997/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου που απεφάνθη επί της ασκηθείσας αναιρέσεως αυτού, κατά του υπ' αριθμ. 380/2003 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Συνεπώς είναι αβάσιμος ο λόγος αναιρέσεως για υπέρβαση εξουσίας, συνιστάμενος εις το ότι το Συμβούλιο Εφετών με το προσβαλλόμενο βούλευμα απεφάνθη επί της ουσίας της υποθέσεως, ενώ έπρεπε να απορρίψει την έφεση του άνω πολιτικώς ενάγοντος, διότι από την μήνυσή του δεν προέκυπτε, ότι ήταν κύριος των κοσμημάτων και συνεπώς δεν είχε αποκτήσει την ιδιότητα του πολιτικώς ενάγοντος. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση και καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 583 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-6-2006 αίτηση του Χ1, για αναίρεση του υπ' αριθμ. 1.367/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ορίζει σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Νοεμβρίου 2006. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 28 Δεκεμβρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ