Legislator Case Law & Legislation
2233/2009 AI generated

Supreme Court allows appeal against lower court dismissal of ownership claim after auction cancellation.

Case Number 2233/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Allowed / Granted

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's dismissal of the appellant's ownership claim. The appellant argued that after the auction and subsequent transfer of title were annulled, the lower court erred in declaring the ownership claim inadmissible. The court held that the annulment extinguished the legal basis for the transfer, rendering the summary transfer deed ineffective and the ownership claim lawful.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1003, 1005 of the Civil Procedure Code; Articles 1033, 1192(2) of the Civil Code: Following the final annulment of an auction and its transfer of title, the legal basis for the transfer ceases to exist, rendering any subsequent summary transfer deed ineffective and allowing a direct ownership claim.

Keywords

AI generated
annulment of auction ownership claim summary transfer deed legal basis extinction Civil Procedure Code Civil Code provisions inadmissibility ruling

Cited Legislation

AI generated
Articles 1003, 1005 of the Civil Procedure Code
Articles 1033, 1192(2) of the Civil Code
Article 933(1) of the Civil Procedure Code
Article 934(1)(g) of the Civil Procedure Code
Article 559 of the Civil Procedure Code
Articles 176, 183, 191(2) of the Civil Procedure Code

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2233 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2233/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη και Κωνσταντίνο Τσόλα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΟΥ αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ελευθέριο Γκέλη.

Του αναιρεσίβλητου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σφύρη.

Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, οι οποίοι παραστάθηκαν όπως ανωτέρω σημειώνεται, ο δικηγόρος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την αναβολή της υποθέσεως. Για το ανωτέρω ζήτημα έλαβε το λόγο και ο πληρεξούσιος του αντιδίκου ο οποίος δεν συναίνεσε στο αίτημα της αναβολής. Το Δικαστήριο διασκέφτηκε και δια του Προέδρου του απέρριψε το αίτημα αναβολής και προχώρησε στη συζήτηση της υποθέσεως.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-6-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3874/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 6499/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28-8-2008 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Τσόλας ανέγνωσε την από 14-9-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Από τον συνδυασμό των διατάξεων άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1, 104, 105 και 576 παρ.1, 2 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι, οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται στα πολιτικά δικαστήρια, περιλαμβανομένου και του Αρείου Πάγου, με πληρεξούσιο δικηγόρο, διοριζόμενο είτε με συμβολαιογραφικό έγγραφο είτε με προφορική δήλωση στο ακροατήριο που καταχωρίζεται στα πρακτικά, εάν δε εκπροσωπούνται στη συζήτηση από δικηγόρο χωρίς αυτός να αποδεικνύει την πληρεξουσιότητα του θεωρούνται δικονομικώς απόντες.

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 576 § 2, 568 § 1 και 498 § 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι ο Άρειος Πάγος οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως αν κλήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως ο μη εμφανισθείς αντίδικος του επισπεύδοντος τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και σε καταφατική περίπτωση να προχωρήσει στη συζήτηση παρά την απουσία του.

Στην προκείμενη περίπτωση, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή αυτής της απόφασης, ο αναιρεσίβλητος εκπροσωπήθηκε από τον δικηγόρο Γεώργιο Σφύρη, από κανένα όμως στοιχείο δεν αποδεικνύεται ότι χορήγησε σχετική πληρεξουσιότητα στον ανωτέρω.

Περαιτέρω, από την υπ' αριθμ. ... έκθεση επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή Αθηνών ..., την οποία επικαλείται και προσκομίζει ο παριστάμενος αναιρεσείων, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 28-8-2008 αίτησης για αναίρεση της 6499/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, με την κάτω από την αίτηση αυτή πράξη κατάθεσης και ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (23.09.2009) του Δικαστηρίου τούτου, επιδόθηκε με εντολή του πληρεξούσιου δικηγόρου του αναιρεσείοντος, που επισπεύδει τη συζήτηση της αναίρεσης, στον αναιρεσίβλητο νομίμως και εμπροθέσμως.

Επομένως, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν και αυτός παρών, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.

ΙΙ.- Από τις διατάξεις των άρθρων 1002 παρ. 1α, 1003 παρ. 1, 1004 παρ.1 και 1005 παρ.1 ΚΠολΔ σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 1033,1192 αρ.2, 1198 ΑΚ συνάγεται ότι, επί αναγκαστικού πλειστηριασμού ακινήτου ανήκοντος κατά κυριότητα στον καθ' ου η εκτέλεση, η εκ μέρους του υπερθεματιστή καταβολή του πλειστηριάσματος στον υπάλληλο του πλειστηριασμού, παρέχει σ' αυτόν (υπερθεματιστή) το δικαίωμα να αξιώσει από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού τη χορήγηση της περιλήψεως της σχετικής κατακυρωτικής εκθέσεως, η οποία αποτελεί τον νόμιμο τίτλο δυνάμει του οποίου, από της μεταγραφής, μετατίθεται παραγώγως η κυριότητα του εκπλειστηριασθέντος ακινήτου στον υπεθερματιστή (ΑΠ 1565/2008).

Επέχει δηλαδή αυτή θέση συμβολαιογραφικού εγγράφου, δεδομένου ότι αφορά πώληση με δημόσιο αναγκαστικό πλειστηριασμό, ενεργούμενη, με την συμμετοχή της αρχής και επιφέρει μετάθεση της κυριότητας (ΟλΑΠ 2/1993). Περαιτέρω αν ο πλειστηριασμός ακινήτου ακυρωθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση τότε καθίσταται νομικά ελαττωματική η μεταβίβαση του πλειστηριασθέντος προς τον υπερθεματιστή και συνακόλουθα ο καθ' ου κύριος τούτου θεωρείται ότι ουδέποτε απώλεσε αυτό κατά κυριότητα.

Δηλαδή είναι άκυρη η μεταβίβαση της κυριότητας του ακινήτου στον υπερθεματιστή (ΑΠ 1773/2007) και η περίληψη κατακυρωτικής εκθέσεως ως τίτλος μετάθεσης, διά μεταγραφής, κυριότητας ουδέν αποτέλεσμα επάγεται, χωρίς να απαιτείται συμπροσβολή και συνακύρωσή της με την ακύρωση της διαδικασίας του πλειστηριασμού.

Τούτο διότι η περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης στην εν λόγω περίπτωση δεν αποτελεί διαδικαστική εκτελεστική πράξη στα πλαίσια του διενεργημένου πλειστηριασμού, αλλά ενεργεί στο πλαίσιο του ουσιαστικού δικαίου, σύμφωνα με τους κανόνες του οποίου, όταν η αιτία στην οποία στηρίζεται η μεταβίβαση πράγματος είναι άκυρη ή ακυρωθεί μεταγενεστέρως, επηρεάζεται αντιστοίχως και η μεταβίβαση.

Διαφορετικό δε είναι το ζήτημα της αναγκαιότητας της προσβολής της περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης με την ανακοπή του 933 ΚΠολΔ και εντός των προθεσμιών του άρθρου 934 του ίδιου κώδικα προκειμένου να μη καταστεί απρόσβλητη ως τίτλος εκτελεστός, στα πλαίσια της νέας και αυτοτελούς εκτέλεσης για την εγκατάσταση του υπερθεματιστή στο ακίνητο που πλειστηριάστηκε, περίπτωση που δεν ενδιαφέρει εν προκειμένω.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, αν το δικαίωμα κυριότητας του καθ' ου στον πλειστηριασθέν ακίνητο αμφισβητείται, μετά την τελεσίδικη ακύρωση του πλειστηριασμού, από τον επισπεύδοντα, έχει αυτός δικαίωμα να ασκήσει εναντίον του αναγνωριστική της κυριότητας αγωγή. Περαιτέρω, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδάφ.

α' του ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (Ολ ΑΠ 7/2006).

Εξάλλου η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο την αιτίαση ότι η αγωγή, επί της οποίας έκρινε το δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ συνέβαινε το αντίθετο σύμφωνα με το συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο αναφέρει στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι με την από 27-6-2005 (αριθ. κατ. 5899/2005) αγωγή, ο ενάγων (αναιρεσείων) εξέθετε ότι η εταιρεία με την επωνυμία "RING Ε.Π.Ε ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕIΡΗΣΕΙΣ ΡΙΣΒΑ", δυνάμει της 9887/1998 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και της ...

έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης του δικαστικού επιμελητή Πειραιώς ..., επέσπευσε αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος του και επί του περιγραφόμενου ακινήτου, που περιήλθε στην κυριότητά του με το ... συμβόλαιο γονικής παροχής του Συμβολαιογράφου Μαραθώνα Σταύρου Παπαδογεωργή, που έχει νόμιμα μεταγραφεί. Ότι ο πλειστηριασμός του κατασχεθέντος ακινήτου του διενεργήθηκε στις 4-11-1998 ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Αγγελικής Σούλη, ως επί του πλειστηριασμού υπαλλήλου και κατακυρώθηκε στον εναγόμενο-αναιρεσίβλητο, κάτοχο του εκπλειστηριασθέντος ακινήτου με βάση την από 15-6-1997 μεταξύ των διαδίκων σύμβαση μισθώσεως, αλλά και μεσεγγυούχο τούτου με την επιβληθείσα κατάσχεση.

Ότι για τον πλειστηριασμό συντάχθηκε η ... έκθεση διενέργειας αναγκαστικού πλειστηριασμού ακινήτου της άνω Συμβολαιογράφου. Ότι ο εναγόμενος υπερθεματιστής, αφού κατέβαλε το πλειστηρίασμα, ζήτησε και έλαβε από την υπάλληλο του πλειστηριασμού την ... περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης, την οποία μετέγραψε στις 25-11-1998 στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μαραθώνα-Καπανδριτίου.

Ότι κατά της εν λόγω έκθεσης αναγκαστικού πλειστηριασμού αυτός (αναιρεσείων) άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 25-11 -1999 ανακοπή του, με την οποία ζήτησε την ακύρωση του πλειστηριασμού για το λόγο ότι η άνω Συμβολαιογράφος, παρά το νόμο, δεν ζήτησε και δεν έλαβε εγγύηση από όσους επιθυμούσαν να συμμετάσχουν σ' αυτόν.

Ότι επί της ανακοπής αυτής εκδόθηκε η 9336/2001 αμετάκλητη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που την δέχτηκε στην ουσία και ακύρωσε τον πλειστηριασμό, έγινε δε η σχετική σημείωση στα βιβλία διεκδικήσεων του άνω Υποθηκοφυλακείου. Ότι με την πιο πάνω ανακοπή δεν προσβλήθηκε η ανωτέρω ... περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης, η οποία ουδέποτε του επιδόθηκε με επιταγή προς εκούσια συμμόρφωση.

Ότι, εξαιτίας της αμετάκλητης ακύρωσης του πλειστηριασμού, η μεταγραφή της περίληψης αυτής ουδέν επήγαγε έννομο αποτέλεσμα ως προς τη μετάθεση της κυριότητας στον εναγόμενο, ο οποίος παρόλα αυτά ισχυρίζεται πως είναι κύριος του ακινήτου, αμφισβητώντας έτσι το αντίστοιχο δικαίωμά του.

Για τους λόγους αυτούς ζητούσε να αναγνωριστεί ότι είναι άκυρη η ως άνω ... περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης και να αναγνωριστεί η κυριότητά του στο ακίνητο αυτό. Στην συνέχεια το Εφετείο, έκρινε ότι η αγωγή είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη κατά το πρώτο αίτημά της και ως μη νόμιμη κατά το δεύτερο, με την αιτιολογία ότι η προσβολή περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης γίνεται μόνο με την ανακοπή του άρθρου 933 παρ. 1 ΚΠολΔ, και, εφόσον, κατά τα ιστορούμενα στο δικόγραφο της αγωγής, δεν ασκήθηκε τέτοια ανακοπή κατά της ένδικης περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης με αίτημα την ακύρωση της, αυτή, παρόλο που έχει ακυρωθεί ο πλειστηριασμός του επιδίκου ακινήτου, έχει καταστεί απρόσβλητη με μόνη την άπρακτη πάροδο της 90ήμερης προθεσμίας από τη μεταγραφή της (ΚΠολΔ 934 παρ. 1γ) και συνακόλουθα, η προκειμένη περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης, μεταγεγραμμένη, εξακολουθεί να παράγει τις έννομες συνέπειές της, δηλαδή τη σύννομη μετάθεση της κυριότητας του πλειστηριασθέντος ακινήτου στον εναγόμενο υπερθεματιστή.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1003 και 1005 ΚΠολΔ, 1033 και 1192 παρ. 2 ΑΚ. Τούτο διότι, όπως προαναφέρθηκε, με την τελεσίδικη ακύρωση της διαδικασίας του πλειστηριασμού και της κατακύρωσης έληξε η νόμιμη αιτία της μεταβιβάσεως του κατασχεθέντος ακινήτου και, συνεπώς, η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης, ως τίτλος μετάθεσης της κυριότητας αυτού, στερείται πλέον έννομων συνεπειών.

Κατ' ακολουθίαν, μετά την (τελεσίδικη) ακύρωση του πλειστηριασμού, το πλειστηριασθέν πράγμα ανήκει πλέον στον καθ' ου η εκτέλεση και, συνεπώς, η κρινόμενη αναγνωριστική κυριότητας αγωγή του κατά του υπερθεματιστή, ο οποίος, κατά τα δεκτά γενόμενα από την προσβαλλόμενη απόφαση, αμφισβητεί το δικαίωμα κυριότητάς του στο επίδικο ακίνητο, είναι νόμιμη.

Επομένως ο μοναδικός λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παραβιάσεως των πιο πάνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου είναι βάσιμος.

ΙΙ. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191παρ.2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την 6499/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Νοεμβρίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Δεκεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ