2232/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated2232/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Όπως, όμως, προκύπτει από τις 11.908Β, 11.909Β, 11.910Β και 11.911Β/12.2.2014 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αγρινίου Β. Λ., που προσκομίζει με επίκληση η αναιρεσείουσα, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση της υπόθεσης στις 17/9/2014 επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσιβλήτους, αντίστοιχα.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2232 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2232/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 17 Σεπτεμβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Γ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Κωνσταντίνα Κωνσταντίνου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Γ. χήρας Β. Τ., το γένος Π. Κ., 2)Μ. Τ. του Β., 3)Χ. Τ. του Β., και 4)Σ. Τ. του Β., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/2/2008 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αγρινίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 81/2009 μη οριστική, 277/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 272/2013 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1/12/2013 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Μαγιάκου ανέγνωσε την από 10/9/2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ.1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί κάποιος από τους διαδίκους είτε αυτός είναι ο αναιρεσείων είτε ο αναιρεσίβλητος, εξετάζεται ποιος από αυτούς επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης. Αν η συζήτηση επισπεύδεται από το διάδικο που εμφανίσθηκε και δεν εμφανισθεί ο αντίδικος του πρέπει να προσκομίζεται με επίκληση το αποδεικτικό επίδοσης της σχετικής κλήσης προς συζήτηση (είτε αυτοτελής είτε με την αίτηση αναίρεσης και τις πράξεις ορισμού δικασίμου), οπότε προχωρεί η συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου τούτου και τα διαδικαστικά έγγραφα της κρινόμενης υπόθεσης με επίσπευση της παριστάμενης αναιρεσείουσας φέρεται για συζήτηση κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (17/9/2014) η από 1/12/2013 αίτηση αναίρεσης κατά της 272/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου που δίκασε ως Εφετείο.
Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά του οικείου πινακίου οι αναιρεσίβλητοι Γ. Τ., Μ. Τ., Χ. Τ. και Σ. Τ. δεν εμφανίσθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, ενώ αντίθετα εμφανίσθηκε η αναιρεσείουσα Γ. Κ., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Κωνσταντίνα Κωνσταντίνου.
Όπως, όμως, προκύπτει από τις 11.908Β, 11.909Β, 11.910Β και 11.911Β/12.2.2014 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αγρινίου Β. Λ., που προσκομίζει με επίκληση η αναιρεσείουσα, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση της υπόθεσης στις 17/9/2014 επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσιβλήτους, αντίστοιχα.
Επομένως, εφόσον αυτοί δεν εμφανίσθηκαν ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους.
Κατά τις διατάξεις των άρθρων 1118, 1119 και 1121 ΑΚ, επί ακινήτου μπορεί να αποκτηθεί εμπράγματο δικαίωμα υπέρ του εκάστοτε κυρίου άλλου ακινήτου που να του παρέχει κάποια ωφέλεια, δηλαδή πραγματική δουλεία, όπως είναι και η δουλεία οδού. Η σύσταση του εμπράγματου αυτού δικαιώματος μπορεί να γίνει και με έκτακτη χρησικτησία, ως προς την οποία εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις για την κτήση κυριότητας ακινήτων με έκτακτη χρησικτησία.
Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 1045, 974 και 975 του ίδιου Κώδικα, συνάγεται ότι η φυσική εξουσία επί ακινήτων επί συνεχή εικοσαετία επιφέρει την, με έκτακτη χρησικτησία, κτήση μεν κυριότητας, αν είναι καθολική, περιλαμβάνει δηλαδή όλες τις χρησιμότητες του πράγματος και ασκείται με διάνοια κυρίου (νομή), κτήση δε πραγματικής δουλείας αν είναι μερική, περιλαμβάνει δηλαδή μία ή ορισμένες μόνο χρησιμότητες του πράγματος που αποτελούν περιεχόμενο τέτοιας δουλείας και ασκείται υπέρ του δεσπόζοντος ακινήτου από τον κύριο αυτού με διάνοια δικαιούχου (οιονεί νομή).
Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται περαιτέρω, ότι για την κτήση πραγματικής δουλείας με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας, απαιτείται εκείνος που ασκεί την οιονεί νομή δουλείας πάνω στο δουλεύον, να είναι κύριος του δεσπόζοντος ακινήτου. Εξάλλου, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την ύπαρξη κενού στη δικαιοπρακτική δήλωση βούλησης ή ασάφειας στη διατύπωσή της είναι αναιρετικά ανέλεγκτη και για το λόγο αυτό η προσφυγή στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ για τη συμπλήρωση του κενού ή την άρση της ασάφειας, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν, από όσα το δικαστήριο της ουσίας δέχεται, δεν διευκρινίζεται η θέση του στο ζήτημα αν υπάρχει ή όχι κενό ή ασάφεια στη δήλωση βούλησης, αφού από την καταφατική ή αποφατική απάντηση στο ζήτημα αυτό εξαρτάται αν θα εφαρμοστούν ή όχι οι παραπάνω ερμηνευτικές διατάξεις.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο που δίκασε ως Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, μετ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει του με αριθμό .../7.6.1990 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Αγρινίου Αθανασίου Πετρόπουλου, το οποίο έχει νόμιμα μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του αρμοδίου υποθηκοφυλακείου η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα κατέστη κυρία ενός αγροκτήματος που βρίσκεται στη θέση Παλαιός Άγιος Γεώργιος της κτηματικής περιφέρειας της πόλεως και του Δήμου Αγρινίου, εκτός του εγκεκριμένου σχεδίου και εντός ζώνης αυτής, το οποίο συνορεύει κατά το εν λόγω συμβόλαιο βορειοδυτικά με ιδιοκτησία κληρονόμων I.
Μ., νοτιοδυτικά με ιδιοκτησία Μ. Μ., βορειοανατολικά με ιδιοκτησία Κ. Α. και νοτιοανατολικά εν μέρει με την ιδιοκτησία των εναγομένων και ήδη εφεσίβλητων και εν μέρει με τέρμα ιδιωτικού δρόμου πλάτους 2,20 μέτρων. Ο ως άνω ιδιωτικός δρόμος δημιουργήθηκε με το με αριθμό 180/24-9-1973 πρακτικό συμβιβασμού μεταξύ της δικαιοπαρόχου της ενάγουσας Α.
Μ. και τότε αιτούσας και της πρώτης εναγομένης και τότε καθ'ης. Σύμφωνα με το παραπάνω πρακτικό καθορίστηκε ότι η τότε καθ'ης και ήδη πρώτη εναγομένη αναγνωρίζει ότι λωρίδα πλάτους 2,20 μέτρων μετρούμενη από το χείλος του ήδη υφιστάμενου αρδευτικού χάνδακος προς το ακίνητο της καθ'ης δια του οποίου αρδεύεται το ακίνητο της αιτούσας, κατά όλο το μήκος των 89 μέτρων της βορειοδυτικής πλευράς του, που η μέτρηση του αρχίζει από τη βορειοανατολική γωνία του κτήματος της καθ'ης στο οποίο σημείο υπάρχει παλαιά αμαξιτή (αγροτική) οδός, (ότι) αποτελεί δρόμο που ανήκει κατά κυριότητα, νομή και κατοχή στην τότε αιτούσα Α.
Μ., η οποία είναι δικαιοπάροχος της ενάγουσας. Επίσης με το παραπάνω πρακτικό η τότε αιτούσα και δικαιοπάροχος της ενάγουσας αναγνωρίζει ότι η λωρίδα εδάφους 2,55 μέτρων καθ' όλη την προς το αγρόκτημα της καθ'ης και ήδη πρώτης εναγομένης όμορη νοτιοανατολική πλευρά του μήκους 66,80 μέτρων ανήκει κατά κυριότητα και νομή στην καθ'ης και ήδη πρώτη εναγομένη.
Ότι το πλάτος της τελευταίας λωρίδας η οποία αρχίζει από την είσοδο του δρόμου στο κτήμα της τότε αιτούσας υπολογίζεται μετρούμενο από σταθερά σημεία που τοποθετήθηκαν τότε, δηλαδή στις 24-9-1973 στη νοτιοανατολική πλευρά του κτήματος της τότε αιτούσας επί των οποίων η τελευταία ανέλαβε την υποχρέωση να τοποθετήσει σιδηρούς πασσάλους με τσιμέντο, σε τρόπο ώστε αυτά τα σημεία να παραμείνουν σταθερά και αμετάβλητα.
Καθορίστηκε επίσης, ότι η ως άνω λωρίδα η οποία αναγνωρίζεται από την καθ'ής και ήδη πρώτη εναγομένη ότι αποτελεί δρόμο πλάτους 2,55 μέτρων από του χείλους του χάνδακος θα χρησιμοποιείται από την τότε αιτούσα και δικαιοπάροχο της ενάγουσας, καθώς και από τους καθολικούς και ειδικούς διαδόχους της και τους αντιπροσώπους (μισθωτές) αυτής, για την επικοινωνία του κτήματος της πεζή, δια ζώων και παντός είδους τροχοφόρων (τρακτέρ κ.λ.π.) με την ως άνω αμαξιτή (αγροτική) οδό.
Επίσης ότι η αιτούσα αναγνωρίζει στην καθ'ής και πρώτη εναγομένη το δικαίωμα χρήσεως της άνω οδού χωρίς να παραβλάπτεται η ίδια, καθώς και ότι για κάθε τυχόν ζημιά που θα προξενήσει η καθ'ής και πρώτη εναγομένη ή οι εκπρόσωποι της στην οδό θα υποχρεώνεται η καθ'ής στην αποκατάσταση της με δική της δαπάνη.
Επίσης ότι η καθ'ής και πρώτη εναγόμενη δικαιούται να χρησιμοποιεί τον ήδη υπάρχοντα αρδευτικό αύλακα προς άρδευση του τμήματος που αναγνωρίζεται σήμερα, δηλαδή στις 24-9-1973 με το ως άνω πρακτικό ότι ανήκει στην καθ'ής δηλαδή του τμήματος - λωρίδας 2,55 μέτρων κατά την νοτιοανατολική πλευρά του κτήματος της αιτούσας και δικαιοπαρόχου της ενάγουσας κατά το καθορισθέν μήκος αυτής των 66,80 μέτρων.
Τέλος με το παραπάνω πρακτικό καθορίσθηκε, ότι η καθ'ής και πρώτη εναγομένη δικαιούται επίσης να κάνει χρήση, όπως μέχρι σήμερα, δηλαδή στις 24-9-1973 του ήδη υπάρχοντος αρδευτικού αύλακος προς άρδευση και του υπόλοιπου κτήματος της. Από το παραπάνω πρακτικό συμβιβασμού προκύπτει σαφώς ότι η μεν πρώτη εναγομένη και τότε καθ'ής παρέδωσε στην δικαιοπάροχο της ενάγουσας Α.
Μ. τη νομή και κατοχή εδαφικής λωρίδας 89 Χ 2,20 μέτρων, δηλαδή εμβαδού 195,80 τ.μ., που αρχίζει από τη βορειοανατολική γωνία του αγροκτήματος της στο σημείο που εκτείνεται παλαιά αμαξιτή (αγροτική) οδός και που τελειώνει η άνω παραχωρούμενη εδαφική λωρίδα στην είσοδο του κτήματος της πρώτης εναγομένης, η οποία παραχωρηθείσα εδαφική λωρίδα ανήκε στην ιδιοκτησία της πρώτης εναγομένης και τότε καθ'ης προκειμένου η άνω δικαιοπάροχος της ενάγουσας καθώς και οι αντιπρόσωποι της, καθολικοί και ειδικοί διάδοχοι της να χρησιμοποιούν αυτή την λωρίδα εδάφους ως δρόμο για την επικοινωνία από το μέχρι τότε περίκλειστο κτήμα της προς την αμαξιτή (αγροτική οδό) και αντίστροφα.
Προκύπτει επίσης ότι η προαναφερθείσα τότε αιτούσα Α. Μ. και δικαιοπάροχος της ενάγουσας, παρέδωσε στην πρώτη εναγομένη λωρίδα εδάφους 66,80 μέτρων Χ 2,55 μέτρα δηλαδή 170,74 τ.μ., από τη νοτιοανατολική πλευρά της ιδιοκτησία της τότε αιτούσας. Περαιτέρω όσον αφορά τον ισχυρισμό της ενάγουσας ότι η δικαιοπάροχος της Α.
Μ. παρέδωσε τη νομή και κατοχή της προαναφερθείσας (2,55 Χ 66,80 μέτρων) εδαφικής λωρίδας στην πρώτη εναγομένη, προκειμένου και αυτή να χρησιμοποιείται ως δρόμος και από τα δύο συμβιβασθέντα μέρη για το λόγο ότι στο εν λόγω πρακτικό αναφέρεται επί λέξει: "Η ως άνω λωρίς η αναγνωριζομένη υπό της καθ'ής ότι αποτελεί δρόμον πλάτους 2,55 μέτρων από του χείλους του ως άνω χάνδακος.
Θέλει χρησιμοποιείται υπό της αιτούσης ακωλύτως ως και υπό των καθολικών και ειδικών διαδόχων της αντιπροσώπων (μισθωτών) αυτής κλπ. προς επικοινωνίαν μετά του εν τη αιτήσει κτήματος της από της ως είρηται αμαξιτής (αγροτικής) οδού πεζή, δια ζώων και παντός είδους τροχοφόρων (τρακτέρ κλπ.)", δεν είναι βάσιμος.
Και αυτό, διότι σύμφωνα με τα άρθρα 173 και 200 του ΑΚ, κατά τα οποία κατά την ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις, ενώ οι συμβάσεις ερμηνεύονται, όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη από την ερμηνεία της παραπάνω φράσης προκύπτει ότι το αναφερόμενο πλάτος των 2,55 μέτρων έχει τεθεί προφανώς από παραδρομή, αντί του ορθού των 2,20 μέτρων, αφού το άνω λαθεμένα τεθέν δεν συμβαδίζει με το νόημα της φράσης "η άνω λωρίς η αναγνωριζομένη υπό της καθής ότι αποτελεί δρόμον" αφού από την επίμαχη φράση αναγράφεται στο εν λόγω πρακτικό ότι μία και μοναδική λωρίδα είναι η αναγνωριζόμενη από την καθ'ης και πρώτη εναγομένη ως δρόμος, δηλαδή αυτή των 89 Χ 2,20 μέτρων, που η καθ'ης και πρώτη εναγομένη παραχωρώντας τη νομή της αναγνώρισε αυτήν ως δρόμο, ενώ αντίθετα δεν αναφέρεται στο πρακτικό πριν την άνω επίμαχη φράση ότι αναγνωρίσθηκε ως δρόμος η παραχωρηθείσα από την δικαιοπάροχο της ενάγουσας Α.
Μ. προς την πρώτη εναγομένη εδαφική λωρίδα, η δε συνέχεια της επίμαχης φράσης ότι ο δρόμος πλάτους 2,55 μέτρων αρχίζει "από το χείλος του ως άνω χάνδακος" συμβαδίζει στην παραπάνω άποψη περί της από παραδρομής αναγραφής του πλάτους του δρόμου στην επίμαχη φράση 2,55 μέτρων έναντι του αναγραφομένου, ορθού όμως 2,20 μέτρων, αφού στο εν λόγω πρακτικό πάνω από την επίμαχη φράση αναφέρεται ότι το πλάτος της οδού των 2,55 μέτρων αρχίζει από την είσοδο του δρόμου στο κτήμα της αιτούσας, που υπολογίζεται μετρούμενο από σταθερά σημεία, που τοποθετήθηκαν και επί των οποίων η αιτούσα ανέλαβε την υποχρέωση να τοποθετήσει σιδηρούς πασσάλους με τσιμέντο, ενώ το πλάτος της οδού των 2,20 μέτρων αρχίζει "από το προς το ακίνητο της καθής χείλος του χάνδακος".
Συνεπώς από το χείλος του "άνω χάνδακος" κατά το πρακτικό αρχίζει μόνον ο δρόμος πλάτους των 2,20 μέτρων και όχι ο δρόμος πλάτους των 2,55 μέτρων. Επίσης, η παραπάνω άποψη ευθυγραμμίζεται πλήρως και με τις επόμενες φράσεις του ανωτέρω πρακτικού όπου αναφέρεται χαρακτηριστικά ότι "Η ως άνω ήτοι η καθής η αίτησις δικαιούται επίσης να χρησιμοποιεί τον ήδη υπάρχοντα αρδευτικόν αύλακα προς άρδευσιν του αναγνωριζομένου σήμερον-ως ανήκοντος εις αυτήν τμήματος (λωρίδος) 2,55 μέτρων κατά την νοτιοανατολικήν πλευράν του κτήματος της αιτούσης κατά το καθορισθέν μήκος αυτής εκ μέτρων 66,80.
Η καθής η αίτησις δικαιούται ωσαύτως να ποιήται χρήσιν ως μέχρι σήμερον του ήδη υπάρχοντος αρδευτικού αύλακος προς άρδευσιν και του υπολοίπου κτήματος της". Και αυτό, γιατί είναι αδύνατον κατά τα διδάγματα κοινής πείρας τα οποία λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ) να παραδόθηκε από την δικαιοπάροχο της ενάγουσας Α.
Μ. στην πρώτη εναγομένη η παραπάνω εδαφική λωρίδα διαστάσεων 2,55 Χ 66,80 μέτρων, προκειμένου να χρησιμοποιείται ως δρόμος, αφού, όπως προαναφέρθηκε συμφωνήθηκε μεταξύ τους ότι η πρώτη εναγομένη δικαιούται να χρησιμοποιεί το υπάρχον αρδευτικό αυλάκι για την άρδευση και της εν λόγω παραχωρηθείσας προς αυτήν κατά νομή και κατοχή εδαφικής λωρίδας που η πρώτη εναγομένη ενσωμάτωσε στο αγρόκτημα της, το δε γεγονός της άρδευσης προς καλλιέργεια συνεπάγεται την αδυναμία χρησιμοποίησης του ως δρόμου ή αντίστροφα.
Στη συνέχεια σε εκτέλεση του ως άνω πρακτικού οι παραπάνω αναφερθείσες, δηλαδή η δικαιοπάροχος της ενάγουσας και η πρώτη εναγομένη άρχισαν να νέμονται με διάνοια κυρίου η κάθε μία την εδαφική λωρίδα της οποίας τη νομή της παρέδωσε με το άνω πρακτικό συμβιβασμού η άλλη. Συγκεκριμένα η μεν δικαιοπάροχος της ενάγουσας άρχισε να νέμεται την εδαφική λωρίδα 89 Χ 2,20 μέτρων για την επικοινωνία από και προς το αγρόκτημα της.
Η δε πρώτη εναγομένη άρχισε να νέμεται την εδαφική λωρίδα των 66,80 Χ 2,55 μέτρων προς καλλιέργεια. Για το παραπάνω γεγονός η μάρτυρας ανταπόδειξης κατέθεσε, ότι την παραπάνω δεύτερη εδαφική λωρίδα δεν την άφηνε ως δρόμο για την δικαιοπάροχο της ενάγουσας, αλλά αντίθετα ότι την καλλιεργούσε αυτή η ίδια ως μισθώτρια του αγροκτήματος της πρώτης εναγομένης από το έτος 1984 περίπου με καπνό για δέκα πέντε χρόνια περίπου μέχρι και το προς το νοτιοδυτικό όριό του με το αγρόκτημα του Μ.
καθώς και ότι η δικαιοπάροχος της ενάγουσας δεν περνούσε από την ανωτέρω εδαφική λωρίδα για να πάει στο αγρόκτημά της. Το τελευταίο, άλλωστε, είναι σύμφωνο με τα διδάγματα της κοινής πείρας, αφού η εν λόγω εδαφική λωρίδα ευρισκόμενη μετά το σημείο της εισόδου στο δικό της αγρόκτημα, που βρίσκεται στη άκρη της νοτιοανατολικής πλευράς του, όπου το όριο με ιδιοκτησία του Κ.
Α., δεν της χρειαζόταν. Δηλαδή δεν είχε λόγο να χρησιμοποιεί την παραπάνω εδαφική λωρίδα μετά το τέλος του δρόμου που έφθανε στην είσοδο του δικού της αγροκτήματος. Η παραπάνω κρίση επιρρωνύεται και από την συνταχθείσα κατά τον μήνα Φεβρουάριο του έτους 2012 έκθεση φωτοερμηνείας του δασολόγου - περιβαλλοντολόγου Β.
Ν., τον οποίο οι εναγόμενοι νόμιμα κατ'άρθρο 392 του ΚΠολΔ διόρισαν ως τεχνικό τους σύμβουλο, στην οποία αναφέρεται ότι για τα έτη 1972, 1978, 1988 και 2002 διέρχεται αρδευτικό αυλάκι μεταξύ των ιδιοκτησιών Κ. Αγγέλη και της πρώτης εναγομένης, ενώ δεν διέρχεται αρδευτικό αυλάκι μεταξύ των ιδιοκτησιών της ενάγουσας και της πρώτης εναγομένης, ότι η επίδικη εδαφική λωρίδα 66,80 Χ 2,55 μέτρων ήταν σε όλα τα άνω έτη παρατήρησης πάντα καλλιεργημένη κατά μεν το έτος 1972 περιλαμβανόμενη στο αγρόκτημα της δικαιοπαρόχου της ενάγουσας Α.
Μ., κατά δε τα έτη 1978 και μετέπειτα σύμφωνα με τα νέα όρια κατά το με αριθμό 180/24-9-1973 πρακτικό συμβιβασμού, κατά το οποίο μετατοπίσθηκαν τα όρια μεταξύ της ιδιοκτησίας της πρώτης εναγομένης και της ιδιοκτησίας της ενάγουσας προς τα βορειοδυτικά κατά 2,5 μέτρα περίπου σε παράλληλη γραμμή με αυτά του 1972, η επίδικη εδαφική λωρίδα περιλαμβάνεται στο αγρόκτημα της πρώτης εναγομένης, ότι κατά τα έτη 1986 και 2002 τμήμα της επίδικης εδαφικής λωρίδας καταλαμβάνει ισόγεια κατασκευή με στέγη διαστάσεων 19 χ 6,50 μέτρων, η οποία κατά τα έτη 2007 έως 2009 έχει διαστάσεις 12,45 μέτρων Χ 6,50 μέτρα, ότι η είσοδος στο αγρόκτημα της ενάγουσας γινόταν από το ανατολικότερο άκρο του όπου καταλήγει ο δρόμος - εδαφική λωρίδα 89 μέτρων Χ 2,20 μέτρων που δημιουργήθηκε με το παραπάνω πρακτικό συμβιβασμού και ότι για το έτος 2002 βορειοανατολικά, ανατολικά, νοτιοανατολικά και νοτιοδυτικά της ισόγειας κατασκευής με στέγη και σε ακτίνα περί τα 10 μέτρα το έδαφος παρουσιάζεται με καφέ χρώμα χωρίς βλάστηση, στοιχείο που υποδηλώνει ότι υπάρχει δραστηριότητα κίνησης τροχοφόρων και πεζών.
Η παραπάνω κρίση έρχεται σε αντίθεση με την άποψη που διατυπώνεται στην από προαναφερόμενη έκθεση πραγματογνωμοσύνης της διορισθείσας πραγματογνώμονα Μ. Ρ., καθώς και στην από 12-4-2011 τεχνική έκθεση του Ι. Σ., που υποστηρίζουν, ότι η επίδικη εδαφική λωρίδα των 66,80 Χ 2,55 μέτρων στις αεροφωτογραφίες των ετών 1977, 1985 και 1997 αποτελεί δρόμο και δεν φαίνεται να είναι καλλιεργημένη, κρίση η οποία είναι αντίθετη με τα όσα παραπάνω εκτέθηκαν, αλλά και αντίθετη με τη συμφωνία που αναφέρεται στο άνω πρακτικό συμβιβασμού του να δικαιούται, δηλαδή, η πρώτη εναγόμενη να χρησιμοποιεί τον υπάρχοντα αρδευτικό αύλακα προς άρδευση της επίδικης εδαφικής λωρίδας (66,80 Χ 2,55 μέτρων), συμφωνία που και κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ως ωφελούσα αυτήν προφανώς τηρήθηκε και καλλιεργήθηκε όλα τα έτη, κατά τα προαναφερθέντα.
Έτσι από τα προαναφερθέντα δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα χρησιμοποιούσε την επίδικη εδαφική λωρίδα και, μάλιστα, με διάνοια οιονεί νομέα δουλείας διόδου, από την κατάρτιση του ανωτέρω πρακτικού συμβιβασμού και μετέπειτα, αντίθετα αποδείχθηκε, ότι η πρώτη εναγομένη χρησιμοποιούσε την παραπάνω εδαφική λωρίδα για καλλιέργεια και ένα τμήμα της για την κατασκευή της παραπάνω ισόγειας ξύλινης τσιγκοσκεπούς κατασκευής.
Για τους παραπάνω λόγους, άλλωστε, και επειδή έτσι είχε διαμορφωθεί η πραγματική κατάσταση και μετά το προαναφερθέν πρακτικό συμβιβασμού, συντάχθηκε και το προαναφερόμενο με αριθμό .../7-6-1990 συμβόλαιο, με το οποίο η ως άνω δικαιοπάροχος της ενάγουσας μεταβίβασε την κυριότητα του αγροκτήματος της στην ενάγουσα, και στο οποίο όπως προαναφέρθηκε αναφέρεται ως νοτιοανατολικό του όριο - πλευρά εν μέρει η ιδιοκτησία της πρώτης εναγομένης, και εν μέρει το τέρμα του αγροτικού δρόμου πλάτους 2,20 μέτρων.
Το παραπάνω συμβόλαιο στη συνέχεια διορθώθηκε λίγες μέρες πριν από την κατάθεση της ένδικης αγωγής, δηλαδή στις 4-3-08 με την με αριθμό .../12-2-2008 πράξη της Συμβολαιογράφου Αθηνών Αντωνίας Τουτουδάκη, στην οποία αναφέρεται ότι το αγρόκτημα της ενάγουσας νοτιοανατολικά έχει έξοδο 3,50 μέτρα που συνδέεται με ιδιωτικό δρόμο επί του οποίου έχει πρόσωπο σε όλη την έκταση της παρόδιου πλευράς του βατό δια παντός μηχανοκινήτου μέσου, που σχηματίσθηκε και διαμορφώθηκε με το με αριθμό 180/1973 πρακτικό συμβιβασμού του Ειρηνοδικείου Αγρινίου.
Επομένως από τα παραπάνω αποδείχθηκε, ότι η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα δεν είχε δικαίωμα οιονεί νομής δουλείας διελεύσεως στην παραπάνω επίδικη εδαφική λωρίδα, η οποία ανήκει κατά κυριότητα στην πρώτη εναγομένη, την οποία απέκτησε με πρωτότυπο τρόπο και, συγκεκριμένα, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, με την άσκηση πράξεων νομής επί της εν λόγω εδαφικής λωρίδας και, συγκεκριμένα, με την ανέγερση από την πρώτη εναγόμενη και τον σύζυγο της ανωτέρω τσιγκοσκεπούς ξύλινης αποθήκης".
Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές, το Μονομελές Πρωτοδικείο με την ως άνω προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε, μεταξύ άλλων, ότι δεν αποδείχθηκε ότι η αναιρεσείουσα χρησιμοποιούσε την επίδικη εδαφική λωρίδα με διάνοια οιονεί νομέα δουλείας διόδου από την κατάρτιση του προαναφερθέντος πρακτικού συμβιβασμού και μετέπειτα, ενώ αντίθετα αποδείχθηκε ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της 20ετίας χρησιμοποιούσε τη λωρίδα αυτή για καλλιέργεια και ένα τμήμα της για την κατασκευή της τσιγκοσκεπούς ξύλινης κατασκευής και ότι έτσι απόκτησε την κυριότητά της με έκτακτη χρησικτησία.
Κατόπιν τούτου, απέρριψε την ένδικη αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, κατά το αίτημα αναγνώρισης της αναιρεσείουσας ως οιονεί νομέως δικαιώματος δουλείας διέλευσης στην πιο πάνω εδαφική λωρίδα και αφού απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας, επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που είχε εκφέρει όμοια κρίση. Έτσι που έκρινε το Μονομελές Πρωτοδικείο που δίκασε ως Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 975, 984, 987, 996, 1118, 1119, 1120, 1121, 1132 ΑΚ.
Συνεπώς, οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος, τέταρτος, πέμπτος και έκτος, κατά το πρώτο μέρος αυτών, λόγοι αναίρεσης από το άρθρο 560 παρ.1 ΚΠολΔ είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα με τους ίδιους πιο πάνω λόγους αποδίδει στο Εφετείο την από το άρθρο 560 παρ.1 πλημμέλεια, διότι παραβίασε επιπλέον και τις διατάξεις:
α) των άρθρων 255 και 263 παρ.2 ΑΚ, με το να μην ερευνήσει τη διακοπή της παραγραφής του δικαιώματος της οιονεί νομής δουλείας διόδου στην επίδικη εδαφική λωρίδα, που επήλθε (διακοπή παραγραφής) με την άσκηση της προγενέστερης από 12/4/2004 αγωγής της κατά των Β. Τ. και της πρώτης αναιρεσίβλητης (συζύγου του) περί απόδοσης του μισθίου ακινήτου της (αναιρεσείουσας) μετά του παραπάνω δικαιώματος οιονεί νομής δουλείας διόδου, β) των άρθρων 281 και 914 ΑΚ, με το να μην ερευνήσει τον ισχυρισμό της περί ύπαρξης αρχικού δόλου των Β.
Τ. και της πρώτης αναιρεσίβλητης, που συνίσταται στην κατ' επίφαση είσοδο του Β. Τ., ως μισθωτή, στο ακίνητο της και στην επίδικη δίοδο, ενώ στην πραγματικότητα αυτός είχε την πρόθεση να παραβιάσει τη συμφωνία που επιτεύχθηκε με το 180/70 πρακτικό του Ειρηνοδικείου Αγρινίου, προς όφελος της πρώτης αναιρεσίβλητης, πρόθεση που εκδηλώθηκε μετά τη λύση της μεταξύ τους μίσθωσης το 2003, με την άρνηση απομάκρυνσης της τσιγκοσκεπούς παράγκας που κατασκεύασαν το 1997 μέσα στην επίδικη εδαφική λωρίδα, γ) των άρθρων 361 και 1033 ΑΚ, με το να μη δεχθεί ότι παραβιάσθηκε η συμφωνία που καταρτίστηκε με το 180/73 πρακτικό συμβιβασμού μεταξύ της δικαιοπαρόχου της αναιρεσείουσας και της πρώτης αναιρεσίβλητης για την εξασφάλιση διόδου στα παρακείμενα ακίνητα (αγρούς) τους, η οποία (δίοδος) σχηματίσθηκε με την αμοιβαία εισφορά γης, δ) των άρθρων 173 και 200 ΑΚ ως προς την ερμηνεία των δηλώσεων βουλήσεως που διατυπώθηκαν στο πιο πάνω πρακτικό συμβιβασμού, με το οποίο διατυπώθηκε σαφώς η βούληση των μερών για επέκταση της παλαιάς αγροτικής οδού και αναγνωρίσθηκε το δικαίωμα χρήσης καθόλο το μήκος και πλάτος της, και στην πρώτη αναιρεσίβλητη, ε) των άρθρων 1045, 1120, 977, 980 ΑΚ, με το να μη δεχθεί ότι η αναιρεσείουσα και η δικαιοπάροχος της άσκησαν το δικαίωμα οιονεί νομής δουλείας στην επίδικη εδαφική λωρίδα μέσω των μισθωτών τους Η.
Σ. και Β. Τ. επί 20 και πλέον έτη, κι έτσι η αναιρεσείουσα απόκτησε το πιο πάνω δικαίωμα με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, στ) των άρθρων 966, 967, 997, 998, 1094, 1710, 1711 παρ.2, 1846, 1820, 1813, 1847 ΑΚ, καθώς και των ΠΔ 5.4.1977 και 24/31.5.85 και ζ) των άρθρων 4 παρ.1 και 93 αρ.3 του Συντάγματος, με το να καταλήξει με την προσβαλλόμενη απόφασή του στις πιο πάνω παραδοχές "χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, λαμβάνοντας απλώς θέση σε βάρος της αναιρεσείουσας και υπέρ της πρώτης αναιρεσίβλητης, καθιστώντας την δήθεν εν επιδικία διάδικο ως κληρονόμο (σύζυγο) του εν επιδικία εκδημήσαντος συνεναγομένου της Β.
Τ., πράγμα που δεν συμφωνεί με τις δύο πιο άνω αγωγές της, που την καθιστούν (πρώτη αναιρεσίβλητη) αρχική διάδικο..". Οι λόγοι αυτοί: 1) ως προς τις υπό στοιχεία α',β',γ' και ε' αιτιάσεις, πέραν του ότι είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, είναι και αλυσιτελείς, αφού μετά τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την κτήση κυριότητας της πρώτης αναιρεσίβλητης στην επίδικη εδαφική λωρίδα με έκτακτη χρησικτησία, δια της άσκησης πράξεων νομής σε αυτή, με διανοία κυρίου από το έτος 1973 και επί μία συνεχή 20ετίαδεν ήταν αναγκαίο να ερευνηθεί, αν επήλθε διακοπή της παραγραφής του επικαλούμενου δικαιώματος οιονεί νομής δουλείας διόδου της αναιρεσείουσας με την έγερση της προγενέστερης αγωγής της περί απόδοσης μισθίου ούτε αν είναι βάσιμοι οι ισχυρισμοί της περί αρχικού δόλου του Β.
Τ. και της πρώτης αναιρεσίβλητης ή αν παραβιάστηκε η επικαλούμενη με το 180/1973 πρακτικό συμφωνία ούτε αν η αναιρεσείουσα και η δικαιοπάροχος της άσκησαν το δικαίωμα οιονεί νομής δουλείας διόδου μέσω των μισθωτών τους, 2) ως προς την υπό στοιχείο δ' αιτίαση είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι η προσφυγή του δικαστηρίου της ουσίας στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, όταν διαπιστώνει κενό ή ασάφεια στη δήλωση βούλησης των δικαιοπρακτούντων είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, 3) ως προς την υπό στοιχείο στ' αιτίαση είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, λόγω αοριστίας, διότι δεν αναφέρεται το αναιρετήριο ποιο είναι το αποδιδόμενο στο Εφετείο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή των επικαλούμενων ουσιαστικών διατάξεων, 4) ως προς την υπό στοιχείο ζ' αιτίαση είναι επίσης απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη η εκτίμηση του περιεχομένου των διαδικαστικών εγγράφων, καθώς και η εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) και έτσι δεν παραβιάζεται η αρχή της ισότητας μεταξύ των Ελλήνων πολιτών (άρθρο 4 του Συντάγματος) από την αποδεικτική του κρίση υπέρ του ενός ή του άλλου διαδίκου, ενώ η έλλειψη αιτιολογίας (άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ) δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης επί αποφάσεων των ειρηνοδικείων (άρθρο 560 παρ.1 ΚΠολΔ) και, συνεπώς, δεν συνιστά παραβίαση του άρθρου 93 αρ.3 του Συντάγματος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου..., 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος..., 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα και 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας.
Από την προαναφερόμενη διάταξη προκύπτει ότι, κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων και κατά των αποφάσεων των Πρωτοδικείων, οι οποίες εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση για ορισμένους λόγους που αναφέρονται περιοριστικώς στο νόμο, αφού στη διάταξη αυτή ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο για τους αναφερόμενους σ' αυτή λόγους.
Οι διατάξεις του άρθρου 560 ΚΠολΔ είναι ειδικές ως προς τους λόγους αναιρέσεως των αναφερομένων στο άρθρο αυτό αποφάσεων και αποκλείουν την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που αναφέρονται στους λόγους αναιρέσεως των αποφάσεων των υπολοίπων δικαστηρίων. Άλλες αιτιάσεις δεν είναι παραδεκτές ως λόγοι προς αναίρεση.
Επομένως, οι πρώτος, κατά το δεύτερο μέρος, δεύτερος, κατά το πρώτο μέρος, τρίτος, κατά το πρώτο μέρος, τέταρτος, κατά το πρώτο μέρος, και έκτος, κατά το πρώτο μέρος, λόγοι αναίρεσης από τον αρ.20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο:
α) της από 12/4/2004 αγωγής απόδοσης μισθίου, των επ' αυτής προτάσεών της, της έφεσης της και των επ' αυτής προτάσεών της, β) του με αριθμό 180/1973 πρακτικού του Ειρηνοδικείου Αγρινίου, γ) της .../2008 πράξης της συμβολαιογράφου Αθηνών Αντωνίας Τουτουδάκη, δ) της ένδικης από 26/2/2008 αγωγής της του αναφερομένου σε αυτή μισθωτηρίου και των αποδείξεων που προσκόμισε, καθώς και οι πρώτος, κατά το τρίτο μέρος, τέταρτος, κατά το τρίτο μέρος, και πέμπτος, κατά το δεύτερο μέρος από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, αναφορικά με τα ζητήματα:
α) της διεξαγωγής της δίκης επί της προαναφερθείσας αγωγής απόδοσης μισθίου που στρεφόταν και κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης, όχι μόνον με την ιδιότητα της εξ αδιαθέτου κληρονόμου-συζύγου του αρχικώς εναγομένου Β. Τ. αλλά και ατομικά, με την ιδιότητα της προστηθείσας στην υπηρεσία του τελευταίου, β) τη χρονική περίοδο, κατά την οποία ήταν μισθωτής ο Β.
Τ., γ) τον αναφερόμενο στο 180/1973 πρακτικό του Ειρηνοδικείου Αγρινίου υδραύλακα, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι οι πιο πάνω λόγοι δεν ιδρύονται σε αναίρεση κατ' αποφάσεων Πρωτοδικείων που εκδόθηκαν επί εφέσεων κατ' αποφάσεων Ειρηνοδικείων.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ως αβάσιμη και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1/12/2013 αίτηση της Γ. Κ. για αναίρεση της 272/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου που δίκασε ως Εφετείο. Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 17 Δεκεμβρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ