Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds and refers a significant equality issue to the Full Bench.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the municipality's appeal against a final judgment due to procedural defects in the lower court proceedings. While the appeal was rejected, the court identified a significant constitutional issue regarding the equal application of a specific allowance to civil servants. Consequently, the court referred this third ground of appeal concerning the principle of equality to the Full Bench for a ruling.
Legislator headnote
AI generatedArticles 553(1)(b) and 524(3)(a) of the Code of Civil Procedure; The dismissal of an appeal due to the appellant's absence is substantive, not formal, and the final appellate judgment becomes the sole subject of further review, while issues of exceptional significance regarding the principle of equality must be referred to the Full Bench.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 2232 / 2013 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2232/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - καθ' ου η κλήση: Πρωτοβάθμιου ΟΤΑ (ΝΠΔΔ) με την επωνυμία "Δήμος Λυκόβρυσης - Πεύκης", ως καθολικού διαδόχου του Δήμου Πεύκης (αρχικού διαδίκου), που εδρεύει στην Πεύκη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ζωή Τσοροβά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων - καλούντων: 1) Γ. Α. του Κ. και 2) Β. Β. του Α., κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Δέσποινα Μεταξά.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-12-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αμαρουσίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 925/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3758/2010 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση των δύο αποφάσεων ζήτησε ο ήδη αναιρεσείων με την από 26-10-2010 αίτησή του, η συζήτηση της οποίας προσδιορίστηκε για την δικάσιμο της 6-11-2012, οπότε ματαιώθηκε. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 10-12-2012 κλήση των καλούντων.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε την από 16-10-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των πρώτου και δεύτερου λόγων της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως και την απόρριψη του τρίτου λόγου.
Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 περ. β' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν την όλη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή για την ανταγωγή. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 524 παρ. 3 εδ. α' του ΚΠολΔ, σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος η έφεση απορρίπτεται.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι η απόρριψη της εφέσεως λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος δεν είναι τυπική, αλλά γίνεται κατ' ουσίαν, διότι, αν και οι λόγοι της εφέσεως στην πραγματικότητα δεν εξετάζονται ως προς το παραδεκτό και την βασιμότητά τους, ωστόσο θεωρούνται κατά πλάσμα του νόμου ότι είναι αβάσιμοι και για την αιτία αυτή πάντοτε απορριπτέοι, αφού το δικαστήριο δεν έχει την δυνατότητα να εκδώσει αντίθετη απόφαση, δεχόμενο τους λόγους της εφέσεως.
Επομένως, αν η ασκηθείσα έφεση κατά της πρωτόδικης αποφάσεως απορριφθεί λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος, προσβλητή με το ένδικο μέσο της αναιρέσεως είναι μόνο η τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου, στην οποία και ενσωματώνεται έκτοτε η πρωτόδικη απόφαση. Έτσι τα τυχόν σφάλματα της πρωτόδικης αποφάσεως, που με την έννοια αυτή επικυρώνεται από το Εφετείο, μπορούν να προταθούν με την άσκηση αναιρέσεως ως σφάλματα της δευτεροβάθμιας αποφάσεως, εφόσον βέβαια συνιστούν και αναιρετικούς λόγους παραδεκτώς προβαλλόμενους (Ολ.ΑΠ 16/1990).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 553 παρ. 1 και 554 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου καθίσταται τελεσίδικη και υπόκειται πλέον σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, είτε διότι παρήλθε άπρακτη η προθεσμία της ανακοπής, είτε διότι ο διάδικος παραιτήθηκε του δικαιώματος ασκήσεώς της.
Στην προκείμενη υπόθεση, η κρινόμενη από 26-10-2010 αίτηση αναιρέσεως, κατατεθείσα στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών την 1-11-2010, στρέφεται κατά της υπ' αριθμ. 925/2007 οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου, με την οποία έγινε δεκτή η από 2-12-2005 αγωγή των αναιρεσιβλήτων περί καταβολής σ' αυτούς της ειδικής παροχής των 176 ευρώ του άρθρου 14 του Ν. 3016/2000, και κατά της υπ' αριθμ. 3758/2010 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος κατά της ως άνω υπ' αριθμ. 925/2007 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου, λόγω της ερημοδικίας του.
Με βάση τα προεκτεθέντα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως απαραδέκτως στρέφεται κατά της πρωτόδικης υπ' αριθμ. 925/2007 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών, αφού αυτή ενσωματώνεται στην υπ' αριθμ. 3758/2010 απόφαση του ως Εφετείου δικάσαντος Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που απέρριψε την έφεση λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος - αναιρεσείοντος, η οποία απόφαση και μόνο προσβάλλεται παραδεκτά με λόγους αναιρέσεως, οι οποίοι αναφέρονται σε σφάλματα του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.
Περαιτέρω, εν προκειμένω, από την μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενη υπ' αριθμ. .../16-7-2010 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών … προκύπτει ότι η αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθμ. 3758/2010 ερήμην απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα Δήμο Πεύκης Αττικής στις 16-7-2010 και από το επίσης μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενο υπ' αριθμ. 10531/1-11-2012 πιστοποιητικό της Γραμματέας του Πρωτοδικείου Αθηνών προκύπτει ότι κατά της ως άνω υπ' αριθμ. 3758/2010 ερήμην αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών δεν ασκήθηκε ανακοπή ερημοδικίας.
Με αυτά τα δεδομένα, κατά τον χρόνο ασκήσεως της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, την 1-11-2010, η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 3758/2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε ερήμην του εκκαλούντος - αναιρεσείοντος, είχε τελεσιδικήσει (άρθρα 10 του από 26.6/10.7.1944 Ν.Δ/τος και 11 εδ. α' του ίδιου Ν.Δ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 του Ν. 3514/2006, άρθρο 11 παρ. 2 του Ν.1756/1988, άρθρα 276 παρ. 1 Ν. 3463/2006 και 28 παρ. 4 Ν. 2579/1998) και, επομένως, η αίτηση αναιρέσεως, νομοτύπως και εμπροθέσμως κατά τα λοιπά ασκηθείσα (άρθρα 564 παρ. 1 και 495 ΚΠολΔ), στρεφόμενη κατ' αυτής, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).
Επειδή η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου και καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, δεσμεύει και τον κοινό νομοθέτη και τον υποχρεώνει, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλουν λόγοι κοινωνικού η δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων.
Επομένως, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από την ρύθμιση αυτή, κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή που εισάγει την αδικαιολόγητη δυσμενή μεταχείριση, είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική.
Τα ίδια ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό, οπότε, στην περίπτωση κατά την οποία γίνεται αδικαιολόγητη διάκριση, τα δικαστήρια επιδικάζουν την παροχή αυτή και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι παραβιάζεται από την δικαστική εξουσία η αρχή της διακρίσεως των εξουσιών, που θεσπίζεται από τα άρθρα 1, 26, 73 επ.
και 87 επ. του Συντάγματος, αφού τα δικαστήρια στην περίπτωση αυτή υποχρεούνται, σύμφωνα με τα άρθρα 87 παρ. 1 και 2, 93 παρ. 4 και 120 παρ. 2 του Συντάγματος, να ασκήσουν έλεγχο στο έργο της νομοθετικής εξουσίας και να εφαρμόσουν σε όλη την έκταση την αρχή της ισότητας και με βάση την αρχή αυτή να καταλήξουν στην εφαρμογή του νόμου που περιέχει την ευμενή ρύθμιση.
Πρέπει, όμως, η παροχή να είναι νόμιμη, δηλαδή να έχει χορηγηθεί με νόμιμο τρόπο, διαφορετικά δεν παραβιάζεται η αρχή της ισότητας, διότι δεν νοείται ισότητα στην παρανομία. Περαιτέρω, με τις διατάξεις του Κεφαλαίου Α' του Ν. 2738/1999 εισήχθη ο θεσμός των συλλογικών διαπραγματεύσεων για τη σύναψη συλλογικών συμβάσεων εργασίας στη Δημόσια Διοίκηση.
Σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 1 του ανωτέρω νόμου, η συλλογική σύμβαση εργασίας ρυθμίζει τους όρους και τις συνθήκες απασχολήσεως των υπαλλήλων για τα θέματα που προβλέπονται στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνονται και θέματα μισθών. Με το άρθρο 13 παρ. 1 του ως άνω Ν. 2738/1999, με τίτλο "Συλλογικές συμφωνίες", προβλέπονται στις παραγράφους 1 και 2 τα εξής: "1.
Συλλογική διαπραγμάτευση για ρύθμιση ζητημάτων των όρων και συνθηκών απασχολήσεως των υπαλλήλων, που δεν ρυθμίζονται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 3 του παρόντος, λόγω συνταγματικών περιορισμών (όπως ιδίως είναι ζητήματα μισθών, συντάξεων, συστάσεως οργανικών θέσεων, προσόντων, τρόπου διορισμού κ.λπ.), μπορεί να καταλήγει σε συλλογική συμφωνία. 2.
Η συμφωνία αυτή δεν αποτελεί συλλογική σύμβαση εργασίας, συνεπάγεται όμως για το Δημόσιο ή Ν.Π.Δ.Δ. ή Ο.Τ.Α. α) είτε την έκδοση κανονιστικών πράξεων, εφόσον τα θέματα της συμφωνίας μπορεί να ρυθμισθούν κανονιστικώς βάσει υπάρχουσας σχετικής εξουσιοδοτήσεως νόμου, β) είτε την προώθηση σχετικής νομοθετικής ρυθμίσεως των θεμάτων της συμφωνίας.
Αντικείμενο του περιεχομένου της συμφωνίας μπορεί να αποτελεί και ο χρόνος υλοποιήσεως της δεσμεύσεως για έκδοση κανονιστικών πράξεων ή προώθησης νομοθετικών ρυθμίσεων, κατά περίπτωση". Ακολούθως, με το άρθρο 14, το οποίο έχει ως τίτλο "Υλοποίηση συλλογικών συμφωνιών", του Ν. 3016/2002 "για την εταιρική διακυβέρνηση, θέματα μισθολογίου και άλλες διατάξεις" ορίσθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: "1.
Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού ρυθμίζονται τα θέματα των συλλογικών συμφωνιών που συνάπτονται κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 13 του Ν. 2738/1999 και αφορούν θέματα μισθών και αμοιβών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που υπογράφηκαν κατά το έτος 2001. 2.
Με όμοιες αποφάσεις οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου είναι δυνατόν να επεκτείνονται, εν όλω ή εν μέρει, και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) και λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.), που δεν συμμετείχε στη σύναψη των συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 του Ν. 2738/1999 και μέχρι του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ. 3.
Αν καταβάλλονται οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, που υπολείπονται του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ, επιτρέπεται να χορηγείται μόνο η διαφορά μέχρι του ποσού αυτού. Οι ρυθμίσεις αυτές, όσον αφορά το προσωπικό των Ο.Τ.Α. και το προσωπικό των λοιπών Ν.Π.Δ.Δ., περιορίζονται στις υφιστάμενες από τον προϋπολογισμό τους δυνατότητες. 4.
Με τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου αυτού κοινές υπουργικές αποφάσεις καθορίζονται ειδικότερα: α) οι δικαιούχοι των παροχών και το ύψος τους, λαμβάνοντας υπόψη για την χορήγηση ή μη των παροχών αυτών το συνολικό ποσό των καταβαλλόμενων μηνιαίων αποδοχών και λοιπών παροχών, επιδομάτων και αποζημιώσεων από οποιαδήποτε πηγή, β) οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι περιορισμοί για τη χορήγηση των ανωτέρω παροχών, η διαδικασία και ο χρόνος καταβολής, καθώς και ο τρόπος αντιμετωπίσεως της σχετικής δαπάνης, γ ) κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την χορήγησή τους... 5... 6.
Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν από 1-1-2002". Δυνάμει της προαναφερθείσας εξουσιοδοτικής διατάξεως και αφού είχαν προηγηθεί ειδικές συλλογικές συμφωνίες του Ελληνικού Δημοσίου με τους αντίστοιχους κλάδους υπαλλήλων (όπως προαναφέρθηκε, με την ως άνω εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 του Ν. 3016/2002, η ρύθμιση της παρ. 1, δηλαδή της χορηγήσεως της ειδικής παροχής, μπορούσε να επεκτείνεται και στο προσωπικό της Δημόσιας Διοίκησης, που δεν συμμετείχε στη σύναψη των συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 του Ν. 2738/1999), εκδόθηκαν πολλές κοινές Υπουργικές Αποφάσεις (ΚΥΑ), σε σύντομο χρονικό διάστημα (κυρίως εντός του έτους 2002), με τις οποίες η ως άνω χρηματική παροχή, ύψους 88 ευρώ μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 και 176 ευρώ από 1-7-2002, χορηγήθηκε διαδοχικώς σε διάφορες κατηγορίες και ειδικότητες υπαλλήλων διαφόρων υπουργείων, Ο.Τ.Α.
και ν.π.δ.δ., των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του Ν. 2470/ 1997 "αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις", χωρίς να γίνεται διάκριση ως προς τη φύση, το είδος και τις συνθήκες εργασίας τους. Στη συνέχεια, με το άρθρο 28 παρ. 4 του Ν. 3205/2003 καταργήθηκαν από την έναρξη της ισχύος του, δηλαδή από 1-1-2004, σύμφωνα με το άρθρο 56 αυτού, μεταξύ άλλων, το άρθρο 14 του Ν. 3016/2002 και όλες οι κοινές υπουργικές αποφάσεις που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότησή του.
Ορίσθηκε δε με το άρθρο 24 παρ. 3 του ίδιου Ν. 3205/2003 ότι τα θέματα που ρυθμίζονται με το νόμο αυτόν δεν αποτελούν αντικείμενο συλλογικών διαπραγματεύσεων και ότι η χορήγηση οποιωνδήποτε άλλων παροχών ή αποζημιώσεων εν γένει, πέραν των προβλεπομένων στο νόμο αυτόν, επιτρέπεται μόνο με τροποποίηση των διατάξεών του.
Ενώ, με την παρ. 2 του ίδιου ως άνω άρθρου 24 ορίσθηκε, ότι ποσά που καταβάλλονται μέχρι την έναρξη της ισχύος του παρόντος νόμου, σύμφωνα με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 14 του Ν.3016/2002, ως ειδική παροχή, διατηρούνται ως προσωπική διαφορά, μειούμενη από οποιαδήποτε μελλοντική χορήγηση νέου επιδόματος, παροχής ή αποζημιώσεως ή από αύξηση του κινήτρου αποδόσεως του άρθρου 12 του παρόντος νόμου.
Οι ανωτέρω κοινές υπουργικές αποφάσεις καταργούνται από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου. Μετά την 31-12-2003 δεν καταβάλλεται σωρευτικά η ως άνω προσωπική διαφορά μαζί με οποιαδήποτε πρόσθετη μισθολογική παροχή, που συμψηφιζόταν με αυτή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002 και τις κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσες κοινές υπουργικές αποφάσεις.
Τέλος, με την παρ. 3 του άρθρου 2, υπό τον τίτλο "Εισοδηματική πολιτική έτους 2005", του Ν. 3336/2005 ορίζεται ότι "Οι υπάλληλοι του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α., οι οποίοι διορίσθηκαν ή μετατάχθηκαν μετά την 1-1-2004 σε Υπηρεσίες, στους υπαλλήλους των οποίων χορηγούνται τα ποσά που διατηρήθηκαν ως προσωπική διαφορά με τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 24 του Ν. 3205/2003, δικαιούνται την καταβολή της προσωπικής διαφοράς, με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις που τη λαμβάνουν και οι υπόλοιποι υπάλληλοι των Υπηρεσιών αυτών.
Η διάταξη αυτή έχει εφαρμογή από 1-1-2005". Στην προκείμενη περίπτωση, το Ειρηνοδικείο Αμαρουσίου δέχθηκε, με την ενσωματωμένη στην προσβαλλόμενη δευτεροβάθμια απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, πρωτόδικη απόφασή του, ότι οι ενάγοντες (αναιρεσίβλητοι) υπηρετούν στον εναγόμενο Δήμο (αναιρεσείοντα) με συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και αμείβονται σύμφωνα με τις διατάξεις του ενιαίου μισθολογίου.
Δυνάμει του Ν. 2470/1997 "αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις", πολλών Κοινών Υπουργικών Αποφάσεων (ΚΥΑ) και ιδίως των υπ' αριθμ. 2/44212/0022 και 2/3486/0022 των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Υγείας και Πρόνοιας, που εκδόθηκαν κατά νομοθετική εξουσιοδότηση του Ν. 3016/2002, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος, οι ενάγοντες δικαιούνται να λαμβάνουν την ειδική μισθολογική παροχή των 176 ευρώ μηνιαίως, η οποία χορηγήθηκε με τις παραπάνω ΚΥΑ σε πλείστες κατηγορίες υπαλλήλων της Δημόσιας Διοίκησης και κυρίως των Κεντρικών Υπηρεσιών του Υπουργείου Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, στους υπαλλήλους των ΝΠΔΔ και οργανισμών που εποπτεύονται από αυτή, αλλά και στους εν αποσπάσει τελούντες υπαλλήλους στη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση, καθώς ουδεμία μνεία γίνεται, τόσο στην εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 του Ν. 3016/2002 όσο και στις προαναφερόμενες ΚΥΑ, για ειδική αιτιολόγηση της καταβολής της εν λόγω ειδικής μισθολογικής παροχής των 176 ευρώ, αναγόμενη στο είδος και τις εν γένει εργασιακές δραστηριότητες των ρητώς κατονομαζομένων ως δικαιούχων της παροχής αυτής.
Γίνεται επίσης δεκτό από το Δικαστήριο της ουσίας, ότι οι ενάγοντες υπάγονται στο ενιαίο μισθολογικό πλαίσιο, που διέπει τον ευρύτερο τομέα του Δημοσίου, τους ΟΤΑ και τα ΝΠΔΔ, όπως αυτό καθιερώθηκε και ισχύει από 1-1-1984 και εντεύθεν με το Ν. 1505/1984, από 1-1-1997 και εντεύθεν με το Ν. 2470/1997 και από 1-1-2004 με το Ν. 3205/ 2003, δικαιούμενοι όλες τις προβλεπόμενες και χορηγούμενες από τους νόμους αυτούς παροχές, ανεξάρτητα από το δικαίωμά τους στην απόληψη των ειδικών επιδομάτων και λοιπών αμοιβών ή παροχών, που, λόγω των ειδικών και ιδιαζουσών συνθηκών εργασίας τους, δικαιολογημένα καταβάλλονται μόνο στους εργαζόμενους στους ΟΤΑ και στα υπαγόμενα σ' αυτούς Νομικά Πρόσωπα Δημόσιου και Ιδιωτικού Δικαίου.
Το δικαίωμά τους δε αυτό καθίσταται εμφανέστερο, για το λόγο ότι η ένδικη μισθολογική παροχή του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002 έχει χορηγηθεί σε ευρείες και ετερόκλητες κατηγορίες μισθωτών με σχέση δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου, σε πλείστες κατηγορίες της Δημόσιας Διοίκησης και των ΝΠΔΔ, χωρίς ειδικές προϋποθέσεις και χωρίς οποιαδήποτε συνάρτηση με το είδος ή το εύρος της παρεχόμενης εργασίας, με αποτέλεσμα η χορήγησή της να έχει προσλάβει, λόγω της εν γένει κανονιστικής αντιμετώπισής της, εξ αρχής χαρακτήρα επιμισθίου εργασίας, ήτοι γενικής προσαυξήσεως των τακτικών αποδοχών των εργαζομένων, σωρευτικά με την ενιαία και απρόσβλητη μισθολογική βάση των Ν. 2470/1997 και 3205/ 2003.
Και συνεχίζει το Δικαστήριο της ουσίας ότι, κατά συνέπεια και επειδή η εξαίρεση κατηγορίας εργαζομένων, που τελούν υπό τις αυτές μισθολογικές συνθήκες, από την απόληψη της ένδικης παροχής, στερούμενη αιτιολογικού ερείσματος, συνιστά αδικαιολόγητη άνιση μεταχείριση αυτών έναντι των ρητώς κατονομαζομένων ως δικαιούχων υπαλλήλων και οδηγεί σε ευθεία παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας (άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος), σε συνδυασμό με την αρχή της ίσης αμοιβής για εργασία ίσης αξίας (άρθρο 22 παρ. 1β' του Συντάγματος), πρέπει, για την αποκατάστασή τους, να εφαρμοσθεί και για εκείνους σε βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, η διάταξη που ισχύει και για τις κατηγορίες εργαζομένων υπέρ των οποίων θεσπίσθηκε η ειδική αυτή ρύθμιση.
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Δικαστήριο της ουσίας κατέληξε ότι οι αναιρεσίβλητοι δικαιούνται την παροχή των 176 ευρώ και για το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-1-2002 έως 30-11-2005 και, δεχόμενο την ένδικη αγωγή, υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα Δήμο να καταβάλει στον κάθε αναιρεσίβλητο, για την αιτία αυτή, το ποσό των 8.272 ευρώ.
Την κρίση αυτή του Δικαστηρίου της ουσίας προσβάλλει ο αναιρεσείων Δήμος με τον τρίτο, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 (και όχι 559) ΚΠολΔ, λόγο αναιρέσεως για παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου και συγκεκριμένα των προαναφερόμενων διατάξεων των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 εδ. β' του Συντάγματος, 13 του Ν. 2738/1999, 14 του Ν. 3016/2002, 24 παρ. 2 και 3 και 28 παρ. 4 του Ν. 3205/2003, καθώς και του άρθρου 5 (έξοδα μετακίνησης εντός έδρας) του Ν. 2685/1999, σε συνδυασμό με διατάξεις της υπ' αριθμ. 2040222/4110/0022/19-6-1998 κοινής απόφασης των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Οικονομικών.
Ο Άρειος Πάγος με προηγούμενες αποφάσεις του (τις υπ' αριθμ. 93/2009, 574/2009, 946/2010, 1723/2010, 306/2011, 495/2011, 1557/2011 του Β1 Πολιτικού Τμήματος και 754/2010 του Β2 Πολιτικού Τμήματος) δέχθηκε ότι με την χορήγηση της επίμαχης παροχής σε μεγάλο αριθμό υπαλλήλων, που αφενός δεν πληρούσαν την προϋπόθεση της μη λήψεως πρόσθετων μισθολογικών παροχών και αφετέρου ευρίσκοντο σε τελείως διαφορετικές μεταξύ τους εργασιακές συνθήκες, η παροχή αυτή απέκτησε τον χαρακτήρα μισθολογικής παροχής, που προσαυξάνει, χωρίς άλλη προϋπόθεση, τον μισθό όλων ανεξαιρέτως των υπαλλήλων του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, οι οποίοι αμείβονται σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις του μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοικήσεως.
Ως εκ τούτου, κατά τις ανωτέρω αποφάσεις, κάθε υπάλληλος αμειβόμενος σύμφωνα με τις διατάξεις του μισθολογίου αυτού δικαιούται, κατ' εφαρμογή της αρχής της ισότητας, να λαμβάνει ως τμήμα του μισθού του την επίδικη παροχή, την οποία μόνον από 1-1-2004 (έναρξη ισχύος του Ν. 3205/2003) και εντεύθεν δεν δικαιούται να λαμβάνει ή λαμβάνει μειωμένη, εφόσον αποδειχθεί ότι ο συγκεκριμένος υπάλληλος λαμβάνει κάποια πρόσθετη μισθολογική παροχή σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002 ή του χορηγήθηκε κάποια νέα παροχή ή αυξήθηκε το κίνητρο αποδόσεως.
Εξάλλου, με τις υπ' αριθμ. 38/2011 και 304/2011 αποφάσεις του Β1 Πολιτικού Τμήματος, ο Άρειος Πάγος δέχθηκε ότι με την παράγραφο 3 του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002 ρητώς απαγορεύεται η χορήγηση της παροχής των 176 ευρώ σωρευτικώς με άλλες πρόσθετες μισθολογικές παροχές και ότι, ως εκ τούτου, υπουργική απόφαση, με την οποία είχε χορηγηθεί η επίδικη παροχή σε υπαλλήλους, υπό την προϋπόθεση ότι δεν λαμβάνουν προβλεπόμενη από άλλη διάταξη ειδική αμοιβή ή την λαμβάνουν μειωμένη, εκδόθηκε εντός των ορίων της εξουσιοδοτικής διατάξεως του ανωτέρω άρθρου 14 του Ν. 3016/ 2002, δεν αντίκειται δε στην αρχή της ισότητας για το λόγο ότι με άλλες υπουργικές αποφάσεις, που εκδόθηκαν με βάση την ίδια εξουσιοδότηση, χορηγήθηκε ολόκληρη η επίδικη παροχή σε άλλους υπαλλήλους του Δημοσίου, χωρίς να εξαρτάται η χορήγησή της από την μη χορήγηση άλλων πρόσθετων μισθολογικών παροχών, διότι δεν νοείται ισότητα στην παρανομία.
Η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας, με την υπ' αριθμ. 95/2013 απόφαση, δέχθηκε, ότι προϋπόθεση για την χορήγηση πρόσθετης μισθολογικής παροχής, κατ' εφαρμογή της διατάξεως της παραγράφου 2 του ήδη καταργηθέντος άρθρου 14 του Ν. 3016/2002, ήταν, ενόψει των οριζομένων στην παράγραφο 3 του ίδιου ως άνω άρθρου 14, καθώς και του σκοπού της ρυθμίσεως, που συνίστατο, κατά τα αναφερόμενα στη σχετική εισηγητική έκθεση, στην ενίσχυση των χαμηλόμισθων υπαλλήλων, να μη λαμβάνει ο υπάλληλος οποιουδήποτε είδους άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή, ίση ή ανώτερη με το ποσό των 176 ευρώ.
Σε περίπτωση δε υπαλλήλων που ελάμβαναν άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή, μικρότερη από το ποσό αυτό, ήταν επιτρεπτό να χορηγηθεί, με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, μόνον η διαφορά έως το εν λόγω ποσό.
Ενόψει των ανωτέρω, δεν συνιστά παραβίαση των προαναφερθεισών διατάξεων η παράλειψη της Διοικήσεως να ασκήσει την προβλεπόμενη από τις διατάξεις αυτές κανονιστική αρμοδιότητα, με την έκδοση υπουργικής αποφάσεως για επέκταση της χορηγήσεως της επίδικης παροχής και, πάντως, δεν ήταν επιτρεπτή η χορήγησή της σε υπαλλήλους, οι οποίοι ελάμβαναν οποιουδήποτε είδους άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή, ίση ή ανώτερη με το ποσό των 176 ευρώ.
Και ότι από την συνταγματική αρχή της ισότητας, κατά την ανωτέρω απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, δεν απορρέει, πάντως, υποχρέωση της Διοικήσεως να επεκτείνει την χορήγηση της επίδικης παροχής, η οποία, σύμφωνα με την εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002, παρέχεται υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, μη εξομοιούμενη με μισθό, ανεξαρτήτως αν η παροχή αυτή χορηγείται παρανόμως σε ορισμένες κατηγορίες υπαλλήλων, δεδομένου ότι δεν μπορεί να θεμελιωθεί στη συνταγματική αυτή αρχή δικαίωμα των διοικουμένων και αντίστοιχη υποχρέωση της Διοικήσεως για την επέκταση μη νόμιμης δράσεως της Διοικήσεως, αδιαφόρως αν αυτή ασκείται με ατομικές ή κανονιστικές πράξεις.
Σύμφωνα με όλα όσα προαναφέρθηκαν δημιουργείται ζήτημα, σχετικά με την, κατ' εφαρμογή της συνταγματικής αρχής της ισότητας (άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος), επέκταση της χορηγήσεως της επίδικης παροχής (176 ευρώ) και σε κατηγορίες υπαλλήλων για τους οποίους δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002, το οποίο (ζήτημα) είναι εξαιρετικής σημασίας, διότι αφορά όχι μόνο την κρινόμενη υπόθεση, αλλά μεγάλη κατηγορία εργαζομένων.
Ενόψει, λοιπόν του ότι πρόκειται για ζήτημα εξαιρετικής σημασίας, αλλά και για την ενότητα της νομολογίας, πρέπει ο τρίτος (ως προς όλα τα μέρη του) λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, να παραπεμφθεί στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 563 παρ. 2 περ.
β' ΚΠολΔ και 23 παρ. 1 και 2 εδ. γ' περ. β' του κυρωθέντος με το Ν. 1756/1988 "Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών", επιφυλασσόμενου του Δικαστηρίου τούτου ως προς την έρευνα των λοιπών (πρώτου και δεύτερου) λόγων της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26-10-2010 αίτηση του Δήμου Πεύκης Αττικής για αναίρεση της υπ' αριθμ. 925/2007 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου.
Παραπέμπει στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τον αναφερόμενο στο σκεπτικό τρίτο λόγο (από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ) της ως άνω από 26-10-2010 αιτήσεως του Δήμου Πεύκης Αττικής για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3758/2010 ερήμην αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στην οποία ενσωματώνεται η υπ' αριθμ. 925/2007 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου. Επιφυλάσσεται να ερευνήσει τους λοιπούς λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως, μετά την απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου για τον παραπεμπόμενο σ' αυτήν λόγο.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Νοεμβρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Δεκεμβρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ