Legislator Case Law & Legislation
2232/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on ownership by adverse possession, citing facts and evidence evaluation not subject to review.

Case Number 2232/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Second Instance Court's rejection of his claim for ownership of three properties. The appellant argued the lower court erred in fact-finding and document evaluation regarding adverse possession, but the Court held that factual assessments are not subject to appellate review unless specific legal rules are violated. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the costs of the appellants.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1045, 974, 1051 of the Civil Code; Article 561 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court's review of an appeal is limited to legal errors, excluding the evaluation of facts and evidence by the court of first instance.

Keywords

AI generated
adverse possession ownership acquisition appellate review factual evaluation code of civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 1045, 974, 1051 of the Civil Code
Article 561 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 559 numbers 19 and 20 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2232 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2232/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη και Κωνσταντίνο Τσόλα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παύλο Ντόκα με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Ψ1, 2. Ψ2, 3. Ψ3 και 4. Ψ4, ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Χρυσομάλλη, που δήλωσε ότι εκ παραδρομής γράφηκε στην αναίρεση το όνομα της 4ης αναιρεσίβλητης ..., αντί του ορθού "...".

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-12-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Καρδίτσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 41/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 6/2008 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20-2-2008 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Κων/νος Τσόλας ανέγνωσε την από 15-10-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Κατά το άρθρο 1045 Α.Κ εκείνος που έχει στη νομή του για μία εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα(κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του (άρθρο 1051 ΑΚ).

Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 785-787, 974, 980, 981, 982, 994, 1113 και 1884 ΑΚ, συνάγεται ότι ο συγκοινωνός, όπως είναι και ο εξ αδιαθέτου συγκληρονόμος, αν κατέχει ολόκληρο το κοινό πράγμα, θεωρείται ότι κατέχει αυτό και στο όνομα των λοιπών κοινωνών και δεν μπορεί να αντιτάξει κατ' αυτών κτητική (έκτακτη χρησικτησία) παραγραφή, προτού καταστήσει γνωστό σ' αυτούς ότι αποφάσισε να νέμεται το κοινό πράγμα αποκλειστικώς στο όνομά του ως κύριος και από τη γνωστοποίηση αυτήν παρέλθει η απαιτούμενη για την χρησικτησία εικοσαετία.

Όμως, η παραπάνω γνωστοποίηση δεν απαιτείται όταν οι λοιποί συγκύριοι - συγκοινωνοί έχουν λάβει γνώση, με οποιοδήποτε τρόπο, της αποφάσεως που εκδήλωσε ο κοινωνός ότι κατέχει ολόκληρο το κοινό και ότι εφεξής νέμεται αυτό ως αποκλειστικός κύριος και περάσει από τη γνώση αυτή η προθεσμία της αποσβεστικής ή κτητικής παραγραφής (ΑΠ 398/2009, ΑΠ 1466/2008).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ.1 εδ.α' του ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης, για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Στην προκείμενη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση με αυτή έγιναν δεκτά, κατά την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, αναφορικά με την ένσταση ιδίας κυριότητας, που πρότειναν οι εναγόμενοι- αναιρεσίβλητοι προς απόκρουση της διεκδικητικής κυριότητας ακινήτων αγωγής του ενάγοντος- αναιρεσείοντος:

Η ΑΑ ήταν κυρία των περιγραφομένων τριών (3) επίδικων αγροτεμαχίων. Στις 26-10-1969 απεβίωσε, χωρίς διαθήκη, αφήνοντας μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους τα τέκνα της Χ (ενάγοντα- αναιρεσείοντα) και ΒΒ, πατέρα των εναγομένων-αναιρεσιβλήτων. Ο τελευταίος (ΒΒ) από την ημέρα του θανάτου της μητέρας του και μετά τον θάνατο αυτού (1995) οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του -εναγόμενοι-αναιρεσίβλητοι- νέμονταν ως αποκλειστικοί κύριοι τους επίδικους αγρούς, εν γνώσει του αναιρεσείοντος- συγκληρονόμου, ο οποίος και ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε, παρότι έβλεπε τους ανωτέρω να τους καλλιεργούν με βαμβάκι για δικό τους λογαριασμό.

Μάλιστα, όπως περαιτέρω διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ο ενάγων όχι μόνο γνώριζε, ότι ο πατέρας των εναγομένων και μετά τον θάνατό του οι εναγόμενοι νέμονταν τους επίδικους αγρούς ως αποκλειστικοί κύριοι, αλλά αποδέχθηκε το γεγονός αυτό, πράγμα που αποδεικνύεται από το ότι ο πρώτος εναγόμενος εκμίσθωσε κατά το 1997, με το από 28-12-1997 ιδιωτικό συμφωνητικό, για λογαριασμό και των λοιπών εναγομένων, στον ενάγοντα και τη σύζυγό του τα δύο πρώτα ακίνητα και ακολούθως και το τρίτο ακίνητο κατά το έτος 2000, με το από 15-3-2000 ιδιωτικό συμφωνητικό.

Οι εν λόγω συμβάσεις μίσθωσης αφορούσαν ολόκληρα τα επίδικα ακίνητα και όχι το 1/2 εξ αδιαιρέτου αυτών, όπως θα συνέβαινε αν οι εναγόμενοι θεωρούσαν ότι είχαν δικαίωμα συγκυριότητας μόνο κατά το εν λόγω ιδανικό μερίδιο. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Πολυμελές Πρωτοδικείο Καρδίτσας, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμη την ένσταση ιδίας κυριότητας των εναγομένων επί των επίδικων ακινήτων, που αποκτήθηκε με έκτακτη χρησικτησία και βάσει της παραδοχής αυτής έκρινε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την ένδικη διεκδικητική κυριότητας ακινήτων αγωγή του αναιρεσείοντος και στην συνέχεια απέρριψε την έφεση του τελευταίου, επικυρώνοντας την εκκληθείσα πρωτοβάθμια απόφαση, που είχε κρίνει ομοίως.

Έτσι, όπως ανωτέρω, έκρινε το Πολυμελές Πρωτοδικείο Καρδίτσας, δεν παραβίασε τις πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 980, 981, 982, 994, 1045 και 1051 του ΑΚ.

Συνεπώς οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος τους, όπως εκτιμώνται από τον αριθ.1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με τους οποίους ο αναιρεσείων προσάπτει στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καρδίτσας, που δίκασε ως Εφετείο, την αιτίαση, ότι παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις είναι αβάσιμοι.

ΙΙ.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάστηκαν κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή αν υπάρχει λόγος αναίρεσης κατά το άρθρο 559 αρ. 19 και 20. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι ρητώς εξαιρείται του αναιρετικού ελέγχου η εκτίμηση του δικαστηρίου επί πραγματικών γεγονότων. Ο αναιρεσείων με το δεύτερο μέρος καθενός από τους πιο πάνω πρώτο και δεύτερο λόγους της αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση και αιτιάσεις, οι οποίες όμως αναφέρονται αποκλειστικά στην εκτίμηση αποδείξεων και πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας και, κυρίως, στην εκτίμηση εγγράφων και συγκεκριμένα της από 22-5-1985 δηλώσεως του δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων ΒΒ προς τον Οργανισμό Βάμβακος και των προαναφερόμενων μισθωτηρίων εγγράφων, η οποία, σύμφωνα με τη διάταξη του ανωτέρω άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Επομένως, οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης είναι απαράδεκτοι.

ΙΙΙ.- Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, η οποία δεν περιέχει άλλους λόγους, εκτός από τους παραπάνω, και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (ΚΠολΔ 176, 183, 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 20-2-2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της 6/2008 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Νοεμβρίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Δεκεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ