Legislator Case Law & Legislation
2232/2007 AI generated

2232/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2232/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Μιχαήλ Δέτση-Εισηγητή, Αιμιλία Λίτινα, Βασίλειο Λυκούδη, Γεώργιο Γιαννούλη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

2232/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ε.Π.Ε.", που εδρεύει στη .......... και εκπροσωπείται νομίμως από την .............., κάτοικο ..........., ιδιοποιήθηκαν το ποσοστό του 30% επί των εισπραχθέντων απ' αυτούς κομίστρων από την μεταφορά εμπορευμάτων, που ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 5.212.929 δραχμών και δικαιούται η προαναφερθείσα εταιρία, ως παραγγελιοδόχος μεταφοράς εμπορευμάτων από ..........

Keywords

AI generated
freight carrier liability liability of managing director illegal overtaking manoeuvre importer liability driving whilst disqualified freight forwarder
AI generated
1213/2016
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Μπουρνάκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Βιολέττας Κυτέα), Αγγελική Αλειφεροπούλου, Δημήτριο Χονδρογιάννη - Εισηγητή, Δημήτριο Τζιούβα, και Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Αρεοπαγίτες.
1398/2012
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
830/2008
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Αθανάσιο Κουτρομάνο και Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτες.
1968/2022
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Γεώργιο Παπαγεωργίου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
932/2007
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση, Αιμιλία Λίτινα, Αθανάσιο Κουτρομάνο και Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2232 / 2007 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 2232/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ΄ Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Μιχαήλ Δέτση-Εισηγητή, Αιμιλία Λίτινα, Βασίλειο Λυκούδη, Γεώργιο Γιαννούλη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Απριλίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη, (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων 1) Χ1 και 2) Χ2, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παύλο Ντόκα, περί αναιρέσεως της 1311/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Με πολιτικώς ενάγουσα την εταιρεία με την επωνυμία "............. ΕΠΕ", που εδρεύει στην......... και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Μπαμπούνη. Το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Φεβρουαρίου 2006 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 315/06.

Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 375 παρ. 1 εδ. α' του ΠΚ προκύπτει ότι το έγκλημα της υπεξαιρέσεως πραγματώνεται, αντικειμενικώς μεν με την από το δράστη παράνομη, ήτοι χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς άλλο δικαίωμα, που παρέχεται σ' αυτόν από το νόμο, ιδιοποίηση ξένου (ολικά ή εν μέρει) κινητού πράγματος, που περιήλθε με οποιοδήποτε τρόπο στην κατοχή του, υποκειμενικώς δε με την γνώση, έστω και με την έννοια του ενδεχόμενου δόλου (της αμφιβολίας), ότι το πράγμα είναι ξένο, δηλαδή δεν ανήκει στην κυριότητα του δράστη κατά τον Αστικό Κώδικα και τη θέληση ή την αποδοχή αυτού να το ενσωματώσει στην περιουσία του χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο.

Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο.

Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που αποτελεί λόγο αναιρέσεως κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν δεν αναφέρονται στην απόφαση κατά τρόπο σαφή, πλήρη και χωρίς λογικά κενά, τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια την αιτιολογία, είτε μεταξύ αυτής και του διατακτικού, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ, 1311/2005 απόφασή του, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της, συμπληρούμενο παραδεκτώς από το διατακτικό της, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα μνημονευόμενα στο σκεπτικό κατ' είδος αποδεικτικά μέσα (ανώμοτη κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας, καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, ανάγνωση πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής, απολογίες των κατηγορουμένων), αποδείχθηκαν τα εξής: "Οι κατηγορούμενοι στην ......., κατά τους μήνες Απρίλιο, Μάϊο, και Ιούνιο του έτους 2000, από κοινού και εκ συμφώνου δρώντες, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του ιδίου εγκλήματος, παράνομα ιδιοποιήθηκαν ξένα ολικά κινητά πράγματα που περιήλθαν στην κατοχή τους με οποιονδήποτε τρόπο και συγκεκριμένα, όντας ιδιοκτήτες πρακτορείου μεταφορών και νόμιμοι εκπρόσωποι, στην πόλη της ......., της εταιρίας με την επωνυμία "...........

Ε.Π.Ε.", που εδρεύει στη .......... και εκπροσωπείται νομίμως από την .............., κάτοικο ..........., ιδιοποιήθηκαν το ποσοστό του 30% επί των εισπραχθέντων απ' αυτούς κομίστρων από την μεταφορά εμπορευμάτων, που ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 5.212.929 δραχμών και δικαιούται η προαναφερθείσα εταιρία, ως παραγγελιοδόχος μεταφοράς εμπορευμάτων από ..........

σε διάφορες πόλεις της ............., καθώς και ποσό 10.918.134 δραχμών, το οποίο εισέπραξαν οι κατηγορούμενοι για λογαριασμό της άνω εταιρίας, ως αντικαταβολή του τιμήματος των παραδοθέντων απ' αυτούς εμπορευμάτων στους παραλήπτες τους και την ταυτόχρονη είσπραξη της αξίας των σε μετρητά και επιταγές, ιδιοποιούμενοι τα ανωτέρω χρηματικά ποσά, η αξία των οποίων είναι ιδιαιτέρως μεγάλη.

Ειδικότερα, οι κατηγορούμενοι παρακράτησαν και ιδιοποιήθηκαν το άνω ποσό των 10.901.697 δρχ. ήδη 31.993,24 ευρώ από εισπραχθείσες αντικαταβολές, όπως αναλυτικά αναφέρονται και εξειδικεύονται στην επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από την εγκαλούσα πρόχειρη ιδιόχειρη, δια χειρός του Χ1 κατάσταση αποστολής αγαθών (δηλωτικά), καθώς επίσης και το ποσό των 5.212.929 δρχ., ήδη 15.298,40 ευρώ που αντιστοιχεί σε προμήθειες 30% επί του συνόλου των εισπραχθέντων κομίστρων, όπως αναλυτικά αναφέρονται στο αναγνωσθέν δικόγραφο της από 20.11.2000 αγωγής της νομίμως εκπροσωπούμενης από την εγκαλούσα εταιρίας " ..........

ΕΠΕ" εναντίον των δύο κατηγορουμένων και τρίτου προσώπου μη διαδίκου στην παρούσα δίκη. Εξάλλου, ο δεύτερος κατηγορούμενος ομολογεί την πράξη της υπεξαίρεσης των 11.000.000 δρχ, ήδη 32.281,73 ευρώ, πλην όμως, αναλαμβάνοντας μόνος του την ευθύνη, διότι στερείται περιουσιακών στοιχείων, δηλώνει ότι ο πρώτος κατηγορούμενος αδελφός του δεν έχει καμία ανάμειξη στην παρούσα υπόθεση, όπως ισχυρίζεται και ο ίδιος ο πρώτος κατηγορούμενος.

Ο άνω ισχυρισμός του τελευταίου δεν είναι αληθινός και τούτο, διότι οι μάρτυρες κατηγορίας δηλώνουν σαφώς ότι αυτός ήταν πάντοτε, αφού ο δεύτερος κατηγορούμενος είχε την ευθύνη της οδήγησης των φορτηγών αυτοκινήτων και βρισκόταν λόγω της ιδιότητας του ως οδηγού σε διάφορες πόλεις, ο ουσιαστικός διαχειριστής όλων των υποθέσεων εκτός από ένα μικρό χρονικό διάστημα, από τον Οκτώβριο 1998 μέχρι το Μάρτιο του 1999, κατά το οποίο είχε αποσυρθεί προσωρινά για δικούς του λόγους.

Το γεγονός ότι οι επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από τους κατηγορουμένους φορτωτικές του έτους 2000 φέρουν το όνομα του δευτέρου κατηγορουμένου δεν αναιρεί την ευθύνη του πρώτου και τούτο, διότι οι εν λόγω φορτωτικές τυπώθηκαν κατά τους αληθινούς ισχυρισμούς της εγκαλούσας εταιρίας, το Νοέμβριο του 1998, όταν πράγματι δεν είχε ανάμειξη ο πρώτος και έφεραν το όνομα του δευτέρου, λόγω δε του μεγάλου όγκου τους, δεν συνέφερε να αντικατασταθούν με το όνομα του πρώτου κατηγορουμένου, με τον οποίο όπως προειπώθηκε συνεχίσθηκε η συνεργασία.

Κατόπιν των ανωτέρω και οι δύο κατηγορούμενοι, με την αναφερόμενη πιο πάνω ιδιότητά τους (εκπρόσωποι της εγκαλούσας εταιρίας στη Καρδίτσα), κατανέμοντας μεταξύ τους τις αρμοδιότητες, τέλεσαν την πράξη της υπεξαίρεσης, ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατά συναυτουργία". Στη συνέχεια, κήρυξε τους αναιρεσείοντες ενόχους υπεξαιρέσεως αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, κατ' εξακολούθηση από κοινού και επέβαλε στον καθένα τους ποινή φυλακίσεως ενός (1) έτους, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για τρία χρόνια.

Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες, τις αποδείξεις, κατ' είδος, από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, (συνεπώς και την κατάθεση της μάρτυρα υπεράσπισης .........), καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 45, 98 και 375 παρ.1 εδ.α΄ ΠΚ, που εφήρμοσε, τις οποίες, ούτε ευθέως, αλλ' ούτε και εκ πλαγίου, με ελλειπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις, παραβίασε.

Ειδικότερα, στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Δικαστήριο της ουσίας αναφέρει γενικώς κατά το είδος τους τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του για την εξενεχθείσα κρίση του, δεν ήταν δε αναγκαίο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή ή ποιο βάρυνε περισσότερο, κατά το σχηματισμό της κρίσεώς του για την ενοχή των κατηγορουμένων, ούτε να κάνει μνεία της αξιολογικής συσχετίσεώς τους.

Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ του ΚΠΔ προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για: α) έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και β) εσφαλμένη εφαρμογή των εφαρμοσθεισών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 45, 98 και 375 παρ. 1 εδ.

α΄ΠΚ, αντιστοίχως, είναι αβάσιμοι, κατά το μέρος δε που με αυτούς, με την επίφαση της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εκ πλαγίου παραβιάσεως των εφαρμοσθεισών ως άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, αναφορικώς με την εκτίμηση των αποδείξεων, είναι απαράδεκτοι και ως τέτοιοι πρέπει να απορριφθούν.

Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 και 369 του Κ.Π.Δ., σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ, 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσης του, σε σχέση με την ενοχή του κατηγορούμενου, εγγράφων που δεν είναι βέβαιο ότι αναγνώσθηκαν, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, εκ της οποίας ιδρύεται, ο λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ.

Α' του ΚΠΔ, εκτός αν αυτά αποτελούν στοιχεία του κατηγορητηρίου ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος ή είναι έγγραφα διαδικαστικά ή αναφέρονται απλώς ιστορικώς στο αιτιολογικό της απόφασης ή το περιεχόμενό τους προκύπτει από άλλα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο ή άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία λήφθηκαν νομίμως υπόψη από το δικαστήριο, γιατί αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος της δυνατότητας να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο.

Το περιεχόμενο του εγγράφου, δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται στα πρακτικά της απόφασης, όπως δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ο συντάκτης του εγγράφου και η χρονολογία του. Είναι όμως αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία από τα οποία προσδιορίζεται με επάρκεια η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία, για το ποιο έγγραφο της δικογραφίας αναγνώσθηκε.

Τα στοιχεία δε αυτά, δεν συμπίπτουν βέβαια, με τα στοιχεία του πλήρους τίτλου του εγγράφου. Ο προσδιορισμός δηλαδή της ταυτότητας του εγγράφου, είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας, ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο, να εκθέσει, κατά το άρθρο 358 του Κ.

Π.Δ., τις απόψεις του και να κάνει τις παρατηρήσεις του, σε σχέση με το περιεχόμενο του εγγράφου. Ο προσδιορισμός δε αυτός, είναι ανεξάρτητος από την πληρότητα ή μη του τίτλου του, που ενδεχομένως περιλαμβάνει και το συντάκτη ή τη χρονολογία του. Διαφορετικά, αν δηλαδή η ταυτότητα του εγγράφου δεν προσδιορίζεται με επάρκεια, υπάρχει η ίδια απόλυτη ακυρότητα.

Στην προκείμενη περίπτωση, από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι, μεταξύ των άλλων εγγράφων που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, περιλαμβάνονται και έγγραφα, που προσδιορίζονται (στα πρακτικά), με την αναφορά "φορτωτικές έτους 2000". Ο προσδιορισμός αυτός των φορτωτικών είναι απολύτως επαρκής και ουδεμία καταλείπει αμφιβολία για το ποια έγγραφα της δικογραφίας αναγνώσθηκαν, αφού οι φορτωτικές αναφέρονται στο έτος 2000 και, επομένως, έτσι δόθηκε η δυνατότητα στους κατηγορουμένους να εκθέσουν επί των εγγράφων αυτών τις απόψεις τους και να επιφέρουν τις παρατηρήσεις τους, διότι, με την πραγματική ανάγνωσή τους, κατέστη γνωστό το περιεχόμενό τους στους ίδιους και το συνήγορό τους.

Περαιτέρω, αναφορικώς προς την ιδιόχειρη του Χ1 κατάσταση αποστολής αγαθών (δηλωτικών), που μνημονεύεται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, χωρίς αυτή να αναφέρεται στα πρακτικά, μεταξύ των αναγνωσθέντων εγγράφων, η αναφορά της κατάστασης αυτής στο αιτιολογικό της απόφασης έγινε ιστορικώς (διηγηματικώς), καθόσον, από το σύνολο του αιτιολογικού, προκύπτει ότι η κατάσταση αυτή δεν λήφθηκε αμέσως υπόψη από το Δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως, ως προς τη συνδρομή των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκαν ένοχοι οι κατηγορούμενοι, αφού το Δικαστήριο, μετά το σχηματισμό της κρίσεώς του από τα άλλα αποδεικτικά μέσα, ότι οι κατηγορούμενοι ιδιοποιήθηκαν, πλέον του ποσού των 5.212.929 δραχμών που εδικαιούτο η εγκαλούσα, ως παραγγελιοδόχος μεταφοράς, ως ποσοστό 30% επί των εισπραχθέντων κομίστρων και ποσό 10.901.667 δραχμών από εισπραχθείσες για λογαριασμό της εγκαλούσας αντικαταβολές, για την εξειδίκευση των τελευταίων, κάνει μνεία στο σκεπτικό, πράγμα το οποίο δεν επηρέαζε την κρίση του ως προς την ενοχή των κατηγορουμένων για την υπεξαίρεση των ανωτέρω αντικαταβολών, της ανωτέρω καταστάσεως αποστολής αγαθών (δηλωτικών), με την αναφορά σ' αυτό " όπως οι αντικαταβολές αυτές αναλυτικά αναφέρονται και εξειδικεύονται στην επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από την εγκαλούσα πρόχειρη ιδιόχειρη, δια χειρός του Χ1, κατάσταση αποστολής αγαθών (δηλωτικών)".

Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α΄ του ΚΠΔ προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη στο ακροατήριο, επειδή το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη για το σχηματισμό της κρίσης του για την ενοχή των κατηγορουμένων, τα ανωτέρω, μη αναγνωσθέντα έγγραφα, είναι αβάσιμος και, ως τέτοιος, πρέπει να απορριφθεί.

Μετά από αυτά, επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί και η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα καθώς και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας (άρθρα 583 παρ.1 ΚΠΔ και 176 Κ.Πολ.Δ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 7 Φεβρουαρίου 2006 αίτηση των 1) Χ1 και 2) Χ2 για αναίρεση της υπ' αριθ. 1311/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας την οποία ορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Νοεμβρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Δεκεμβρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ