Appeal against appeal dismissed; appeal against appeal allowed; appeal against appeal dismissed; appeal against appeal allowed; appeal against appeal dismissed; appeal against appeal allowed.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the first-instance judgment but allowed the appeal against the second-instance judgment. The plaintiffs sued for damages, and the first-instance court ruled in their favor based on specific legal provisions. The Supreme Court found the first-instance decision legally sound but erred in applying the law to the second-instance decision, which incorrectly upheld the plaintiffs' claim. Consequently, the court rejected the appeal against the first instance while overturning the second instance and remanding the case for a final ruling on the appeal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 553(1)(b) and 524(3)(a) of the Code of Civil Procedure; The dismissal of an appeal due to the appellant's default is substantive, not formal, meaning the appeal is deemed unfounded and the first-instance decision becomes legally binding, preventing further review of its merits.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 2231 / 2013 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2231/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - καθ' ου η κλήση: Πρωτοβάθμιου ΟΤΑ (ΝΠΔΔ) με την επωνυμία "Δήμος Λυκόβρυσης - Πεύκης", ως καθολικού διαδόχου του Δήμου Πεύκης (αρχικού διαδίκου), που εδρεύει στην Πεύκη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ζωή Τσοροβά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων - καλούντων: 1) Γ. Α. του Κ. και 2) Β. Β. του Α., κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Δέσποινα Μεταξά.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-11-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αμαρουσίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 924/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3756/2010 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση των δύο αποφάσεων ζήτησε ο ήδη αναιρεσείων με την από 26-10-2010 αίτησή του, η συζήτηση της οποίας προσδιορίστηκε για την δικάσιμο της 6-11-2012, οπότε ματαιώθηκε. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 12-12-2012 κλήση των καλούντων.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε την από 16-10-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.
Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 περ. β' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν την όλη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή για την ανταγωγή. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 524 παρ. 3 εδ. α' του ΚΠολΔ, σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος η έφεση απορρίπτεται.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι η απόρριψη της εφέσεως λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος δεν είναι τυπική, αλλά γίνεται κατ' ουσίαν, διότι, αν και οι λόγοι της εφέσεως στην πραγματικότητα δεν εξετάζονται ως προς το παραδεκτό και την βασιμότητά τους, ωστόσο θεωρούνται κατά πλάσμα του νόμου ότι είναι αβάσιμοι και για την αιτία αυτή πάντοτε απορριπτέοι, αφού το δικαστήριο δεν έχει την δυνατότητα να εκδώσει αντίθετη απόφαση, δεχόμενο τους λόγους της εφέσεως.
Επομένως, αν η ασκηθείσα έφεση κατά της πρωτόδικης αποφάσεως απορριφθεί λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος, προσβλητή με το ένδικο μέσο της αναιρέσεως είναι μόνο η τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου, στην οποία και ενσωματώνεται έκτοτε η πρωτόδικη απόφαση. Έτσι τα τυχόν σφάλματα της πρωτόδικης αποφάσεως, που με την έννοια αυτή επικυρώνεται από το Εφετείο, μπορούν να προταθούν με την άσκηση αναιρέσεως ως σφάλματα της δευτεροβάθμιας αποφάσεως, εφόσον βέβαια συνιστούν και αναιρετικούς λόγους παραδεκτώς προβαλλόμενους (Ολ.ΑΠ 16/1990).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 553 παρ. 1 και 554 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου καθίσταται τελεσίδικη και υπόκειται πλέον σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, είτε διότι παρήλθε άπρακτη η προθεσμία της ανακοπής, είτε διότι ο διάδικος παραιτήθηκε του δικαιώματος ασκήσεώς της.
Στην προκείμενη υπόθεση, η κρινόμενη από 26-10-2010 αίτηση αναιρέσεως, κατατεθείσα στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών την 1-11-2010, στρέφεται κατά της υπ' αριθμ. 924/2007 οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου, με την οποία έγινε δεκτή η από 14-11-2005 αγωγή των αναιρεσιβλήτων περί καταβολής σ' αυτούς της αναφερόμενης ειδικής πρόσθετης αμοιβής, και κατά της υπ' αριθμ. 3756/2010 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος κατά της ως άνω υπ' αριθμ. 924/2007 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου, λόγω της ερημοδικίας του.
Με βάση τα προεκτεθέντα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως απαραδέκτως στρέφεται κατά της πρωτόδικης υπ' αριθμ. 924/2007 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών, αφού αυτή ενσωματώνεται στην υπ' αριθμ. 3756/2010 απόφαση του ως Εφετείου δικάσαντος Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που απέρριψε την έφεση λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος - αναιρεσείοντος, η οποία απόφαση και μόνο προσβάλλεται παραδεκτά με λόγους αναιρέσεως, οι οποίοι αναφέρονται σε σφάλματα του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.
Περαιτέρω, εν προκειμένω, από την μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενη υπ' αριθμ. .../16-7-2010 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών …προκύπτει ότι η αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθμ. 3756/2010 ερήμην απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα Δήμο Πεύκης στις 16-7-2010 και από το επίσης μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενο υπ' αριθμ. 10384/30-8-2013 πιστοποιητικό της Γραμματέας του Πρωτοδικείου Αθηνών προκύπτει ότι κατά της ως άνω υπ' αριθμ. 3756/2010 ερήμην αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών δεν ασκήθηκε ανακοπή ερημοδικίας.
Με αυτά τα δεδομένα, κατά τον χρόνο ασκήσεως της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, την 1-11-2010, η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 3756/2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε ερήμην του εκκαλούντος - αναιρεσείοντος, είχε τελεσιδικήσει (άρθρα 10 του από 26.6/ 10.7.1944 Ν.Δ/τος και 11 εδ. α' του ίδιου Ν.Δ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 του Ν. 3514/2006, άρθρο 11 παρ. 2 του Ν. 1756/1988, άρθρα 276 παρ. 1 Ν. 3463/2006 και 28 παρ. 4 Ν. 2579/1998) και, επομένως, η αίτηση αναιρέσεως, νομοτύπως και εμπροθέσμως κατά τα λοιπά ασκηθείσα (άρθρα 564 παρ. 1 και 495 ΚΠολΔ), στρεφόμενη κατ' αυτής, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου. Η διάταξη αυτή καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, με την έννοια ότι δεσμεύει και τον νομοθέτη και τον υποχρεώνει, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις, που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μην εισάγει αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις, εκτός αν αυτές επιβάλλονται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, την ύπαρξη των οποίων ελέγχουν τα δικαστήρια.
Συνεπώς, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλεισθεί από την ρύθμιση αυτή, κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική εκείνη μεταχείριση, η διάταξη που εισάγει την δυσμενή αυτή διάκριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική.
Στη περίπτωση αυτή, προς αποκατάσταση της συνταγματικής αρχής της ισότητας, πρέπει να εφαρμοσθεί και για εκείνους, σε βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, η διάταξη που ισχύει για την κατηγορία υπέρ της οποίας θεσπίσθηκε η ειδική ρύθμιση, διότι μόνο με τον τρόπο αυτό αίρεται η κατάσταση που δημιουργήθηκε από την παραβίαση της ανωτέρω συνταγματικής αρχής της ισότητας, ειδική εκδήλωση της οποίας αποτελεί το άρθρο 22 παρ. 1 εδ.
β' του Συντάγματος, κατά το οποίο όλοι οι εργαζόμενοι, ανεξάρτητα από φύλο ή άλλη διάκριση, έχουν δικαίωμα ίσης αμοιβής για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας, αναφέρεται δε η άνω διάταξη μόνο σε εκείνους που παρέχουν εξαρτημένη εργασία, με σχέση ιδιωτικού δικαίου (ΑΕΔ 16/1983). Περαιτέρω, με την 2026439/ 3480/0022/1997 κοινή υπουργική απόφαση (ΦΕΚ Β' 462/6-6-1997), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 24 του Ν. 2470/1997 "Αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της δημόσιας διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις", οι διατάξεις του νόμου αυτού επεκτάθηκαν και έχουν ανάλογη εφαρμογή και στο προσωπικό, με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου και ορισμένου χρόνου, που υπηρετεί στο Δημόσιο, στα ΝΠΔΔ και στους ΟΤΑ.
Το ίδιο επαναλαμβάνεται για τους εργαζόμενους στους ΟΤΑ και στις από 17-2-2001 και 18-7-2002 ΣΣΕ για τους όρους αμοιβής και εργασίας του με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικού των ΟΤΑ (πράξη κατάθεσης Υπ. Εργασίας 92/17-12-2001 και 82/22-7-2002 αντίστοιχα). Με το άρθρο 13 του άνω Ν. 2470/1997 προβλέπεται η χορήγηση σε διάφορες κατηγορίες των δημοσίων υπαλλήλων μηνιαίου χρηματικού ποσού, ως κινήτρου απόδοσης, για την αύξηση της αποδοτικότητας των υπαλλήλων, την ενίσχυση της προσαρμογής στις νέες τεχνολογίες και απαιτήσεις, την βελτίωση της εξυπηρετήσεως του πολίτη, καθώς και την πρόσθετη εργασία προς αντιμετώπιση αυξημένων υπηρεσιακών αναγκών, καθορίζονται δε και τα κριτήρια για την χορήγηση αυτού.
Εξάλλου, στην παρ. 15 του άρθρου 2 του Ν. 2349/1995 "Ρύθμιση θεμάτων του Ανώτατου Συμβουλίου Επιλογής Προσωπικού (Α.Σ.Ε.Π.) και λειτουργίας της δημόσιας διοίκησης και άλλες διατάξεις" ορίζεται ότι ποσοστό (9%) των εσόδων του Εθνικού Τυπογραφείου από καταχωρήσεις στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ετήσιες συνδρομές, πωλήσεις φύλλων ή διάθεση φωτοαντιγράφων της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως, κατατίθεται υπέρ του Δημοσίου και η αντίστοιχη πίστωση εγγράφεται στον κρατικό προϋπολογισμό.
Το προϊόν του προηγούμενου εδαφίου διατίθεται με απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Οικονομικών για την παροχή επιδόματος αυξημένης ευθύνης στους τακτικούς και με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπαλλήλους της κεντρικής υπηρεσίας του πρώην Υπουργείου Προεδρίας της Κυβερνήσεως, του Εθνικού Τυπογραφείου και της Γραμματείας του Α.Σ.Ε.Π., περιλαμβανομένων και των με απόσπαση υπηρετούντων και των αποσπασμένων από το πρώην Υπουργείο Προεδρίας της Κυβερνήσεως, με εξαίρεση τους αποσπασμένους από άλλες υπηρεσίες ελεγκτές δημόσιας διοίκησης.
Οι σχετικές πιστώσεις εγγράφονται στον προϋπολογισμό του Υπουργείου Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης (πρώην Υπουργείου Προεδρίας της Κυβερνήσεως), του Εθνικού Τυπογραφείου και του Α.Σ.Ε.Π., αντίστοιχα, και τακτοποιούνται απολογιστικώς από τα έσοδα του προηγούμενου εδαφίου. Με την ίδια ή όμοια απόφαση ρυθμίζεται κάθε θέμα που αφορά την διαχείριση και διάθεση του σχετικού ποσού.
Με τα άρθρα 1-4 του Ν. 2880/ 2001 "Πρόγραμμα ΠΟΛΙΤΕΙΑ για την μεταρρύθμιση και τον εκσυγχρονισμό της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες διατάξεις" θεσπίσθηκε για την διαρκή βελτίωση της Δημόσιας Διοίκησης, με την εισαγωγή νέων τεχνολογιών και την επιμόρφωση και βέλτιστη χρήση του ανθρώπινου δυναμικού της, η εκπόνηση, κάθε τρία χρόνια από το Υπουργείο Εσωτερικών, του Εθνικού Σχεδίου Δράσεων για την Δημόσια Διοίκηση (Πρόγραμμα "ΠΟΛΙΤΕΙΑ"), το οποίο εγκρίνεται με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου και διαρθρώνεται ενδεικτικά στα αναφερόμενα υποπρογράμματα, εξειδικεύεται δε σε κεντρικά και περιφερειακά επιχειρησιακά προγράμματα, τα τελευταία των οποίων αποτελούν την, κατά περιφέρεια και τους υπαγόμενους σ' αυτή ΟΤΑ πρώτης και δεύτερης βαθμίδας, εξειδίκευση των στόχων του προγράμματος (άρθρο 1), καθορίσθηκε το όργανο παρακολούθησης του προγράμματος αυτού (άρθρο 2), προσδιορίσθηκαν οι πόροι του (άρθρο 3) και προβλέφθηκε η θέσπιση Κανονισμού Εφαρμογής του (άρθρο 4).
Με το άρθρο 5 του ίδιου Ν. 2880/2001 αυξήθηκε το ποσοστό της παρ. 15 του άρθρου 2 του Ν. 2349/1995 από 9% σε 25% και ορίσθηκε ότι με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Οικονομικών καθορίζονται οι δικαιούχοι του προϊόντος της παραπάνω αυξήσεως, το ύψος της ειδικής πρόσθετης αμοιβής, ο τρόπος καταβολής του και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια.
Κατ' εξουσιοδότηση της τελευταίας αυτής διατάξεως εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2/19691/0022/2001 κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Οικονομικών (ΦΕΚ Β' 341/2001), με την οποία χορηγήθηκε στους μόνιμους με θητεία, καθώς και στους με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου υπαλλήλους της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και άλλων Υπηρεσιών αυτού, περιλαμβανομένων και των μεταταγέντων, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 15 του Π.Δ. 30/1996 ή μελλόντων να μεταταγούν, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 22 του Ν. 2738/1999, στις Νομαρχιακές Αυτοδιοικήσεις, ειδική πρόσθετη αμοιβή, καλυπτόμενη από την αύξηση του ποσοστού της παρ. 15 του άρθρου 2 του Ν. 2349/1995, με την αιτιολογία ότι αυτή (πρόσθετη αμοιβή) "συμπλέκεται με τα καθήκοντα των υπηρετούντων στο Υπουργείο Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, λόγω της σοβαρότητας που παρουσιάζουν τα αντίστοιχα θέματα, της πολυμορφίας τους και της ανάγκης ταχείας αντιμετώπισής τους, πολλές φορές και εκτός των εκάστοτε ισχυόντων ωραρίων εργασίας".
Από το περιεχόμενο της ως άνω τελευταίας κοινής Υπουργικής Αποφάσεως, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 13 του Ν. 2470/1997 και 1 - 5 του Ν. 2880/2001 προκύπτει, ότι η χορηγηθείσα με την εν λόγω κοινή Υπουργική Απόφαση ειδική πρόσθετη αμοιβή είναι διαφορετική από το κίνητρο απόδοσης, που θεσπίζεται με το άρθρο 13 του Ν. 2470/1997 για όλους τους υπαλλήλους του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ και δεν συναρτάται με το πρόγραμμα "ΠΟΛΙΤΕΙΑ", ώστε να έχει καθ' οιονδήποτε τρόπο σχέση με τους υπαλλήλους των ΟΤΑ.
Η παραπάνω ειδική πρόσθετη αμοιβή χορηγήθηκε στις προαναφερθείσες κατηγορίες υπαλλήλων, ενόψει των καθηκόντων τους και των υπηρεσιών που προσφέρουν, οι οποίες είναι διαφορετικές από τις υπηρεσίες των υπαλλήλων των ΟΤΑ και παρέχονται υπό διαφορετικές συνθήκες. Κατά συνέπεια, η αμοιβή αυτή δεν μπορεί να χορηγηθεί σε όλους γενικά τους υπαλλήλους του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ, κατ' εφαρμογή της συνταγματικής αρχής της ισότητας, ούτε κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 22 παρ. 1 εδ.
β' του Συντάγματος, όπως δεν μπορούν να χορηγηθούν στους δημοσίους υπαλλήλους, κατ' εφαρμογή της συνταγματικής αρχής της ισότητας, και άλλες παροχές που χορηγήθηκαν σε συγκεκριμένες κατηγορίες υπαλλήλων, για εκτέλεση συγκεκριμένου έργου, με την επίκληση του άρθρου 13 του Ν. 2470/1997, όπως είναι 1) η αποζημίωση, ύψους 100.000 δραχμών κατά μήνα, που χορηγήθηκε για το αναφερόμενο χρονικό διάστημα στους υπαλλήλους μονίμους κ.λπ.
του Υπουργείου Υγείας και Πρόνοιας, με την 2/89151/ 0022/2001 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Υγείας και Πρόνοιας, 2) διάφορα ποσά, που χορηγήθηκαν για το αναφερόμενο χρονικό διάστημα, ως διαφορά επιδομάτων ειδικών λογαριασμών και του κινήτρου απόδοσης του Ν. 2470/1997, στους υπαλλήλους του Υπουργείου Γεωργίας, με την 63753/2000 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας και 3) η χρηματική παροχή, που χορηγήθηκε στους υπαλλήλους του Υπουργείου ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ., με την 1567/22-12-2000 απόφαση του Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Ειρηνοδικείο Αμαρουσίου δέχθηκε, με την ενσωματωμένη στην προσβαλλόμενη δευτεροβάθμια απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, πρωτόδικη απόφασή του, ότι οι ενάγοντες (αναιρεσίβλητοι), οι οποίοι προσλήφθηκαν με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου από τον εναγόμενο (αναιρεσείοντα) Δήμο πριν την 1-3-2001 και συνεχίζουν να παρέχουν την εργασία τους σ' αυτόν (εναγόμενο), δικαιούνται, ως προσωπικό που επεκτάθηκε και σ' αυτό η διάταξη του άρθρου 13 (κίνητρο απόδοσης) του Ν. 2470/1997, με την υπ' αριθμ. 2026439/3480/0022 της 30-5/6-6-1997 ΚΥΑ, την επίδικη μισθολογική παροχή και συγκεκριμένα ο πρώτος ενάγων δικαιούται το ποσό των 75.000 δραχμών το μήνα και η δεύτερη ενάγουσα το ποσό των 85.000 δραχμών το μήνα, καθώς ανήκουν στην κατηγορία της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης (ΔΕ) ο πρώτος και στην κατηγορία της Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης (ΠΕ) η δεύτερη και δικαιούνται το επίδομα του πίνακα Δ, με βάση και τις διακρίσεις της υπ' αριθμ. 2/19691/0022/28-3-2001 ΚΥΑ.
Διαφορετικά παραβιάζεται η μισθολογική ισότητα, που καθιερώνεται με το Ν. 2470/1997, κατ' ευθεία αντίθεση με τις διατάξεις του Συντάγματος (άρθρα 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1), σύμφωνα με τις οποίες εισάγεται η αρχή της ίσης αμοιβής για παροχή εργασίας ίσης αξίας.
Συνεπώς - συνεχίζει το Δικαστήριο της ουσίας - προς άρση της άνισης διακρίσεως και για την τήρηση της παραπάνω συνταγματικής αρχής, πρέπει να επεκταθεί η χορήγηση της ειδικής πρόσθετης αμοιβής και στους ενάγοντες, οι οποίοι τελούν σε όμοιες συνθήκες απασχολήσεως με τους συναδέλφους τους, προς τους οποίους χορηγήθηκε η αμοιβή αυτή, χωρίς μάλιστα να γίνεται επίκληση λόγων δημοσίου ή κοινωνικού συμφέροντος, με την οποία να δικαιολογείται η επιλεκτική αυτή καταβολή, η οποία (ειδική αμοιβή) αντιμετωπίζεται καθ' όμοιο τρόπο με το κίνητρο απόδοσης και υπόκειται στις ίδιες κρατήσεις.
Επομένως - καταλήγει το Δικαστήριο της ουσίας - πρέπει να καταβληθεί και στους ενάγοντες, για το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-3-2001 έως 31-12-2003, η ειδική πρόσθετη αμοιβή, την οποία παράνομα δεν κατέβαλε σ' αυτούς ο εναγόμενος και συγκεκριμένα στον πρώτο ενάγοντα πρέπει να καταβληθεί το ποσό των 7.483,49 ευρώ και στην δεύτερη ενάγουσα το ποσό των 8.481,29 ευρώ, τα οποία ποσά και επιδίκασε σ' αυτούς, κατά παραδοχή της ένδικης αγωγής τους.
Έτσι, όμως, που έκρινε το Δικαστήριο της ουσίας, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 13 του Ν. 2470/1997, 5 του Ν. 2880/2001, 4 και 22 του Συντάγματος, καθώς και τις διατάξεις της υπ' αριθμ. 2/19691/0022/28-3-2001 ΚΥΑ και ως εκ τούτου ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως, από το άρθρο 560 (και όχι 559) αριθμ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η παραβίαση των διατάξεων αυτών, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Μετά από αυτά, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 3756/2010 απόφαση του ως Εφετείου δικάσαντος Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, παρελκούσης της έρευνας των δεύτερου και τρίτου (τελευταίου) λόγων της αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 (και όχι 559) του ΚΠολΔ, με τους οποίους αποδίδεται στο Δικαστήριο της ουσίας η πλημμέλεια ότι κατά παραβίαση των αναφερόμενων διατάξεων απέρριψε την ένσταση του αναιρεσείοντος περί διετούς παραγραφής των επίδικων αξιώσεων των αναιρεσιβλήτων. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει ήδη μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 65 παρ. 1 του Ν. 4139/2013, αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (για υπέρβαση δικαιοδοσίας και για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα), μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση.
Εν προκειμένω, υπό τα παραπάνω δεκτά γενόμενα από το Δικαστήριο της ουσίας ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία ταυτίζονται με το περιεχόμενο της ένδικης από 14-11-2005 αγωγής των αναιρεσιβλήτων, το οποίο ερευνάται‚ κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, από τον Άρειο Πάγο, η ένδικη αγωγή, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, δεν είναι νόμιμη. Επομένως, η υπόθεση δεν απαιτεί περαιτέρω έρευνα και, μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, πρέπει ο Άρειος Πάγος να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει. Έτσι, λοιπόν, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 3756/2010 απόφασή του, στην οποία έχει ενσωματωθεί η υπ' αριθμ. 924/2007 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου, αν και η αγωγή δεν ήταν νόμιμη, όμως, εσφαλμένα εφαρμόζοντας τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 13 του Ν. 2470/1997, 5 του Ν. 2880/2001, 4 και 22 του Συντάγματος, καθώς και τις διατάξεις της υπ' αριθμ. 2/19691/0022/28-3-2001 ΚΥΑ, την έκρινε νόμιμη και στη συνέχεια την δέχθηκε ως βάσιμη και κατ' ουσίαν. Κατά της πρωτόδικης υπ' αριθμ. 924/2007 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου, ο αναιρεσείων Δήμος Πεύκης Αττικής άσκησε την από 10-1-2008 έφεση (αριθμ. καταθ. 2777/2008), προβάλλοντας τις σχετικές πλημμέλειες, οι οποίες είναι βάσιμες.
Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση του αναιρεσείοντος, να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση και να απορριφθεί η ένδικη αγωγή. Οι αναιρεσίβλητοι - ενάγοντες, που ηττήθηκαν, πρέπει να καταδικασθούν σε μέρος από τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος - εναγομένου, διότι η ερμηνεία των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρα 176, 179 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26-10-2010 αίτηση του Δήμου Πεύκης Αττικής για αναίρεση της υπ' αριθμ. 924/2007 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου.
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 3756/2010 ερήμην απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στην οποία ενσωματώνεται η υπ' αριθμ. 924/2007 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου.
Κρατεί την υπόθεση και δικάζει την από 10-1-2008 έφεση (αριθμ. καταθ. 2777/2008) του αναιρεσείοντος Δήμου Πεύκης Αττικής κατά των αναιρεσιβλήτων Γ. Α. και Β. Β. και κατά της υπ' αριθμ. 924/2007 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου.
Δέχεται κατ' ουσίαν την έφεση.
Εξαφανίζει την εκκαλούμενη απόφαση.
Απορρίπτει την αγωγή. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους - ενάγοντες σε μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος - εναγομένου, που ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Νοεμβρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Δεκεμβρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ