Legislator Case Law & Legislation
2231/2007 AI generated

2231/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2231/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση - Εισηγητή, Αιμιλία Λίτινα, Βασίλειο Λυκούδη και Γεώργιο Γιαννούλη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

2231/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η απάτη επί δικαστηρίου είναι τελεσμένη όταν με τους ψευδείς ισχυρισμούς και με την προσαγωγή αναληθών αποδεικτικών στοιχείων, εκδίδεται οριστική απόφαση υπέρ των απόψεων του δράστη ή άλλου, σε βάρος του αντιδίκου του, απόπειρα δε αυτής συντρέχει, στην περίπτωση κατά την οποία ο δικαστής δεν παραπλανάται από τους ψευδείς ισχυρισμούς και τα ανακριβή αποδεικτικά στοιχεία και απορρίπτει, ως αβάσιμη, την αγωγή ή την αίτηση.

Keywords

AI generated
plagiarism misuse of permits and plates counterfeiting of goods criminal prosecution for defamation criminal charge criminal offense
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2231 / 2007 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 2231/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ΄ Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση - Εισηγητή, Αιμιλία Λίτινα, Βασίλειο Λυκούδη και Γεώργιο Γιαννούλη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Μαρτίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που παρέστη με τους πληρεξούσιους δικηγόρυς του Θεόδωρο Πασσά και Χρήστο Μήλιο, περί αναιρέσεως της 1747/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ1, που δεν παρέστη. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27.3.2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 698/2006.

Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους του αναιρεσείοντος, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει εν μέρει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 του ΠΚ, "όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον, σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση". Από τις διατάξεις αυτές, που αποβλέπουν στην προστασία της ασφάλειας και ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών, προκύπτει, ότι, για τη συγκρότηση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της πλαστογραφίας, απαιτείται η εξ υπαρχής κατάρτιση, εγγράφου (κατασκευή) από τον αυτουργό, που το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον ή η νόθευση γνήσιου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της εννοίας του περιεχομένου του, η οποία μπορεί να γίνει με την προσθήκη ή εξάλειψη ή και με τα δύο, λέξεων, αριθμών ή σημείων, για την υποκειμενική δε θεμελίωση του, απαιτείται δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη και τη θέληση ή αποδοχή πραγματώσεως των περιστατικών αυτών και επί πλέον το σκοπό του δράστη (υπερχειλή δόλο) να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή κατάργηση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης, αδιάφορου όντος αν ο σκοπός αυτός επιτεύχθηκε.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 Π.Κ., όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προξένησε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης, απαιτούνται: α') σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να προσαπαιτείται και η πραγματοποίηση του οφέλους, β') εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή και γ') βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της.

Κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως, το έγκλημα της απάτης μπορεί να τελεσθεί και με παραπλάνηση του δικαστή που δικάζει σε πολιτική δίκη, κάθε φορά που υποβάλλεται σ' αυτόν ψευδής ισχυρισμός, ο οποίος υποστηρίζεται με την εν γνώσει προσκομιδή και επίκληση πλαστών ή νοθευμένων εγγράφων ή γνησίων μεν, αλλά με ανακριβές περιεχόμενο.

Η απάτη επί δικαστηρίου είναι τελεσμένη όταν με τους ψευδείς ισχυρισμούς και με την προσαγωγή αναληθών αποδεικτικών στοιχείων, εκδίδεται οριστική απόφαση υπέρ των απόψεων του δράστη ή άλλου, σε βάρος του αντιδίκου του, απόπειρα δε αυτής συντρέχει, στην περίπτωση κατά την οποία ο δικαστής δεν παραπλανάται από τους ψευδείς ισχυρισμούς και τα ανακριβή αποδεικτικά στοιχεία και απορρίπτει, ως αβάσιμη, την αγωγή ή την αίτηση.

Η καταδικαστική απόφαση έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.

Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση γενικώς, κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο.

Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Ιδιαίτερα για το δόλο, όταν για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος απαιτείται η εν γνώσει τέλεση της πράξεως ή υπερχειλής δόλος, δηλαδή εγκληματικός σκοπός, απαιτείται, για την ύπαρξη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς αυτόν, να εκτίθενται στην καταδικαστική απόφαση, στην πρώτη περίπτωση με πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε, με την έννοια της βεβαιότητας (της επίγνωσης - εντελούς γνώσεως), τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και, στη δεύτερη περίπτωση, τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει, ότι ο κατηγορούμενος επιδίωκε την επέλευση του εγκληματικού αποτελέσματος.

Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που αποτελεί λόγο αναιρέσεως, κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν δεν αναφέρονται στην απόφαση κατά τρόπο σαφή, πλήρη και χωρίς λογικά κενά, τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια την αιτιολογία, είτε μεταξύ αυτής και του διατακτικού, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε, ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το αιτιολογικό της, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι, από τα αποδεικτικά μέσα, που γενικώς, κατά το είδος τους, αναφέρει (καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, ανώμοτη κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσα, αναγνωσθέντα πρακτικά και απόφαση της πρωτοβάθμιας δίκης, λοιπά αναγνωσθέντα έγγραφα και απολογία του κατηγορουμένου), αποδείχθηκαν τα εξής: "Ο κατηγορούμενος ήταν νόμιμος εκπρόσωπος της εδρευούσης στον Κορυδαλλό Αττικής εταιρείας με την επωνυμία "ΜΑΝΚΟ ΓΚΡΟΥΠ ΑΕΒΕ", ως και της εδρευούσης στην ......

εταιρείας με την επωνυμία "......... ΕΕ", οι οποίες ησχολούντο με την εμπορία αναψυκτικών κλπ και οι οποίες, για την εξυπηρέτηση των πελατών των διατηρούσαν θυγατρικές εταιρείες με διαφορετικές επωνυμίες σε πολλές συνοικίες των Αθηνών. Η πολιτικώς ενάγουσα, η οποία από πολλών ετών διατηρεί καφενείο στην οδό ........, κατά το χρονικό διάστημα από του έτους 1990 μέχρι το έτος 1995 επρομηθεύετο τα πωλούμενα από το κατάστημά της είδη, από μερικές από τις ανωτέρω θυγατρικές εταιρείες.

Κάθε αγορά της πολιτικώς ενάγουσας ανήρχετο στο ποσόν των 15.000 έως 20.000 δρχ., το οποίο εκείνη εξοφλούσε πάντοτε αμέσως με την λήψη του σχετικού τιμολογίου. Ο κατηγορούμενος, χωρίς να γνωρίζει την πολιτικώς ενάγουσα και χωρίς να έχουν συναλλαγεί ποτέ μαζί της ο ίδιος ή οι ανωτέρω μητρικές εταιρείες, την 30ην Δεκεμβρίου 1999 κατήρτισε συναλλαγματική, στην οποία ανέγραψε ως ημερομηνία λήξεως την 30.1.2000 και ως ποσόν, το ποσόν των 180.000 δρχ., εις διαταγήν, την επωνυμία ".........

ΕΕ", στην θέση δε του αποδέκτου ανέγραψε το ονοματεπώνυμο της μηνύτριας και επιπλέον έθεσε κατ' απομίμηση και την υπογραφή της. Ακολούθως, κατόπιν αιτήσεως του κατηγορουμένου και αφού αυτός ενεφάνισε την συναλλαγματική ως γνήσια και έπεισε περί τούτου τον Ειρηνοδίκη Αθηνών, αποκρύψας από αυτόν το γεγονός ότι ήταν πλαστή, πέτυχε να εκδοθεί από τον τελευταίο, σε βάρος της πολιτικώς ενάγουσας, η υπ' αριθ. .......

διαταγή πληρωμής, με την οποία εκείνη υποχρεώθηκε να καταβάλει στον κατηγορούμενο, ως κομιστή της συναλλαγματικής, το ποσόν των 180.000 δρχ. (528,25 ευρώ). Όμως, η πολιτικώς ενάγουσα άσκησε ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής, εξεδόθη δε η υπ' αριθ. 14/2003 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η ανακοπή και ακυρώθηκε η διαταγή πληρωμής, ενώ κατά της τελευταίας αποφάσεως ο κατηγορούμενος δεν ήσκησε κανένα ένδικο μέσο".

Ακολούθως, τον κήρυξε ένοχο α) πλαστογραφίας με χρήση και β) απάτης κατά συρροή και του επεδίκασε συνολική ποινή φυλακίσεως 9 μηνών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική, προς 4,40 ευρώ ημερησίως. Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η οποία δεν είναι τυπική, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 216 παρ. 1 και 386 παρ. 1α Π.

Κ., που εφήρμοσε, τις οποίες, ούτε ευθέως, αλλ' ούτε και εκ πλαγίου, με ελλειπείς ή ασαφείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις, παραβίασε. Ειδικότερα, στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Δικαστήριο της ουσίας αναφέρει γενικώς κατά το είδος τους τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του για την εξενεχθείσα κρίση του, δεν ήταν δε απαραίτητη η αναλυτική παράθεσή τους στο σκεπτικό και η μνεία του τι προέκυψε από το καθένα χωριστά, καθώς και η διαδοχική συσχέτισή τους, ούτε ήταν αναγκαία η πανηγυρική αναφορά της αναγνωσθείσης γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του ειδικού δικαστικού γραφολόγου, ........., η οποία, ως διενεργηθείσα κατόπιν εντολής του κατηγορουμένου, δεν αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλ' απλό έγγραφο, συνεκτιμώμενο μαζί με τις λοιπές αποδείξεις.

Περαιτέρω, αιτιολογείται με πληρότητα και η απομάκρυνση της προσβαλλόμενης απόφασης από το πόρισμα της γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, αφού, κατά τις παραδοχές αυτής, ο αναιρεσείων ήταν νόμιμος εκπρόσωπος της ετερόρρυθμης εταιρείας "............ΕΕ", που προσκόμισε την επίμαχη πλαστή συναλλαγματική στο Δικαστή του Ειρηνοδικείου Αθηνών και ζήτησε με αίτησή της την έκδοση, με βάση τη συναλλαγματική αυτή, διαταγής πληρωμής σε βάρος της πολιτικώς ενάγουσας, που φερόταν, ως αποδέκτρια αυτής, η οποία δεν ήταν οφειλέτης του ποσού της συναλλαγματικής, ενώ δεν υπάρχει αντίφαση, μεταξύ, αφενός της παραδοχής της αποφάσεως, ότι ο αναιρεσείων υπέβαλε την αίτηση για έκδοση διαταγής πληρωμής με βάση την πλαστή συναλλαγματική, την οποία εμφάνισε ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών και, αφετέρου, του περιεχομένου της εκδοθείσας με βάση τη συναλλαγματική αυτή διαταγής πληρωμής, από το οποίο προκύπτει, ότι την ανωτέρω αίτηση υπέβαλε η ετερόρρυθμη εταιρεία "..........

ΕΕ" και όχι ο αναιρεσείων, αφού, ως αντίφαση νοείται εκείνη μεταξύ των παραδοχών της απόφασης και όχι μεταξύ αυτών και του περιεχομένου των αποδεικτικών μέσων, καθόσον το τελευταίο ανάγεται στην εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικώς, πέραν του ότι, με την αναφορά στο σκεπτικό και στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι ο αναιρεσείων εμφάνισε τη συναλλαγματική ως γνήσια στον Ειρηνοδίκη Αθηνών, υπονοείται, ότι την εμφάνισε ως νόμιμος εκπρόσωπος της ανωτέρω ετερόρρυθμης εταιρείας και όχι ο ίδιος ατομικώς, ενώ η ασάφεια που δημιουργείται από τη μνεία στο διατακτικό της προσβαλλόμενης, ότι την ως άνω επίμαχη συναλλαγματική εμφάνισε προς εξόφληση ο αναιρεσείων στην πληρώτρια Τράπεζα, με σκοπό να παραπλανήσει τους αρμόδιους υπαλλήλους αυτής, ότι η μηνύτρια ήταν υπόχρεη προς εξόφλησή της, είναι πρόδηλο ότι οφείλεται σε γραφική παραδρομή, δεδομένου ότι η διατύπωση αυτή αρμόζει στην τραπεζική επιταγή και όχι στη συναλλαγματική, αίρεται δε σε κάθε περίπτωση η ασάφεια αυτής από τις παραδοχές του σκεπτικού, αλλά και από το περιεχόμενο του διατακτικού που αναφέρεται στο έγκλημα της απάτης, από τα οποία προκύπτει, ότι η επίμαχη συναλλαγματική προσκομίσθηκε από τον αναιρεσείοντα με την ιδιότητά του, ως νομίμου εκπροσώπου της ετερόρρυθμης εταιρείας "...........

ΕΕ" στον Ειρηνοδίκη Αθηνών, με σκοπό να παραπλανήσει αυτόν, ως προς τη γνησιότητά της.

Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση α) για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και β) εσφαλμένη εφαρμογή, με την έννοια της εκ πλαγίου παραβιάσεως των εφαρμοσθεισών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, των άρθρων 216 παρ. 1 και 386 παρ. 1 εδ. ε' ΠΚ, είναι αβάσιμοι, ενώ, κατά το μέρος που με αυτούς πλήττεται η ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, είναι απαράδεκτοι και ως τέτοιοι, πρέπει να απορριφθούν.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της αποφάσεως ιδρύει και η έλλειψη ακροάσεως, η οποία, κατά το άρθρο 170 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας. Η ακυρότητα αυτή επέρχεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 170 παρ. 2 του ΚΠΔ, στην περίπτωση κατά την οποία ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητώς τους παρέχεται από το νόμο και το δικαστήριο αρνήθηκε ή παρέλειψε να απαντήσει στο σχετικό αίτημα. Τέτοιο δικαίωμα αποτελεί και εκείνο του κατηγορουμένου για πλαστογραφία, να ζητήσει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 183 του ΚΠοινΔ, την αναβολή της δίκης, για διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, προκειμένου να αποφανθεί ο πραγματογνώμονας, αν το έγγραφο που φέρεται ότι πλαστογράφησε (κατασκεύασε εξ υπαρχής) ή νόθευσε ο κατηγορούμενος, είναι πλαστό ή γνήσιο και, σε καταφατική περίπτωση, αν την πλαστογραφία ή την νόθευση έκαμε ο ίδιος.

Στην προκειμένη περίπτωση, ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, ότι υπέβαλε αίτημα στο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, να αναβληθεί η δίκη, προκειμένου να διενεργηθεί γραφολογική πραγματογνωμοσύνη, για να καταστεί δυνατή η διάγνωση και κρίση, αν η επίμαχη πλαστή συναλλαγματική καταρτίστηκε από τον ίδιο ή από τρίτον και το Δικαστήριο παρέλειψε να αποφανθεί επί του αιτήματος αυτού. Όπως όμως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, τέτοιο αίτημα δεν υποβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα και πρέπει, επομένως, να απορριφθεί ως αβάσιμος, ο περί αντιθέτου, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ΚΠοινΔ, προβαλλόμενος συναφής λόγος αναιρέσεως.

Κατά το άρθρο 99 παρ. 1 του Π Κ, όπως τελικά αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ. 3 του ν. 2479/97, αν κάποιος που δεν έχει καταδικασθεί αμετακλήτως για κακούργημα ή πλημμέλημα σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή ανωτέρας των έξι μηνών, με μία μόνη ή με περισσότερες αποφάσεις, που οι ποινές δεν υπερβαίνουν συνολικώς το ανωτέρω όριο, καταδικασθεί σε τέτοια ποινή που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη, το δικαστήριο με την απόφαση του, διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τρία και ανώτερο από πέντε έτη, εκτός αν κρίνει με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία στοιχεία, ότι η εκτέλεση της ποινής κατά το άρθρο 82, είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το δικαστήριο, στην περίπτωση που επιβάλλει στερητική της ελευθερίας ποινή, η οποία δεν υπερβαίνει τα δύο έτη, υποχρεούται να ελέγξει, ακόμη και χωρίς αίτημα, τη συνδρομή των προϋποθέσεων αναστολής εκτέλεσης της ποινής και να δικαιολογήσει ειδικώς την τυχόν αρνητική του κρίση.

Διαφορετικά, αν δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας στην περίπτωση αυτή δεν αιτιολογήσει ειδικά τη μη αναστολή εκτέλεσης της ποινής ή απορρίψει χωρίς τέτοια αιτιολογία σχετικό αίτημα του καταδικασμένου, υποπίπτει στις ελεγχόμενες από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Η' του ΚΠοινΔ πλημμέλειες της έλλειψης της απαιτούμενης αιτιολογίας και της αρνητικής υπέρβασης της εξουσίας του.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ επέβαλε, όπως προαναφέρθηκε, ποινή φυλακίσεως 9 μηνών συνολικά στον αναιρεσείοντα για τις πράξεις που κηρύχθηκε ένοχος, παρέλειψε να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως, παρόλο που ήταν υποχρεωμένο γι' αυτό, τις προϋποθέσεις αναστολής εκτελέσεως της ποινής και χωρίς καμμία αιτιολογία, ως προς τη μη χορήγηση της αναστολής, προέβη στη μετατροπή της φυλάκισης σε χρηματική ποινή. Έτσι όμως το Δικαστήριο υπέπεσε στις από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Η' του ΚΠοινΔ αναιρετικές πλημμέλειες και πρέπει, κατά παραδοχή του σχετικού λόγου αναιρέσεως, ως βασίμου, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς την περί μετατροπής της ποινής φυλάκισης σε χρηματική διάταξή της και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 519 ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθ. 1747/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς την περί μετατροπής της ποινής φυλάκισης σε χρηματική ποινή διάταξη αυτή.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο κεφάλαιο για νέα κρίση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Νοεμβρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 14 Δεκεμβρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ