Supreme Court allows appeal against panel ruling due to lack of specific reasoning on habitual crime aggravating circumstance.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeals filed by two defendants against a Council of Judges' ruling that rejected their previous appeals. The defendants argued the lower panel failed to provide specific reasoning regarding the aggravating circumstance of habitual crime. The court held that the panel's failure to explicitly justify why the defendants' actions constituted habitual fraud was a clear violation of procedural requirements, necessitating a remand for a new hearing.
Legislator headnote
AI generatedArticles 473, 474, 482, 484, 485, 519 of the Code of Criminal Procedure; A ruling rejecting an appeal is void if it lacks specific and detailed reasoning on the existence of aggravating circumstances such as habitual commission of the crime, requiring the case to be remanded for a new hearing.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2231 / 2006 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ) Αριθμός 2231/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποιν. Τμήμα-ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση και Βασίλειο Λυκούδη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 21 Νοεμβρίου 2006, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων 1)Χ1 και 2)Χ2, περί αναιρέσεως του υπ΄ αριθμ. 58/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πατρών. Το Συμβούλιο Εφετών Πατρών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτό και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι, ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 10 Μαρτίου 2006 δύο χωριστές αιτήσεις τους, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 558/2006. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Θάνος, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καίσαρη, με αριθμό 361/1-9-2006, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω, κατ' ά. 485 παρ 1 ΚΠΔ, τις υπ' αρ 5 και 6/10-3-2006 αιτήσεις αναιρέσεων του Χ2 και Χ1, (δυνάμει της από 9-3-2006 εξουσιοδότησής τους προς τον πληρεξούσιο δικηγόρο Πατρών Κων/νο Κωστάρα), κατά του υπ' αρ 58/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πατρών και εκθέτω τα εξής: Α) Με το προσβαλλόμενο βούλευμα απορρίφθηκαν κατ' ουσία οι υπ' αρ 9 και 8/19-12-2003, αντίστοιχα εφέσεις των τώρα αναιρεσειόντων κατά του υπ' αρ 56/2003 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Κεφαλληνίας, με το οποίο, έπειτα από μεταρρύθμισή του, παραπέμφθηκαν αυτοί στο ακροατήριο του Τριμ Εφετείου (κακ/των) Πατρών για από πρόθεση και κατ' επάγγελμα παροχή απλής συνδρομής εκ μέρους του πρώτου ως άνω κατηγ/νου στην κακουργηματική απάτη που αποδίδεται στη δεύτερη κατηγ/νη με παράνομο περιουσιακό όφελος ανώτερο των 5.000.000 δρχ (ή 15.000 ευρώ ) και αντίστοιχη περιουσιακή ζημίας της παθούσης εταιρίας "ΑΒΕΕ Αγγελάτος Εμπορική και Βιομηχανική εταιρία".
Β) Οι αιτήσεις αναίρεσης πανομοιότυπες κατά περιεχόμενο και οι 2, ασκήθηκαν εμπρόθεσμα και νομότυπα από πρόσωπα δικαιούμενα προς τούτο και κατά βουλεύματος, υποκειμένου σε αναίρεση σύμφωνα με τα άρθρα 473 παρ 1, 474 και 482 παρ 1 και 3 ΚΠΔ, με τις ως άνω από 10-3-2006 δηλώσεις των 2 αναιρεσειόντων στο Γραμματέα του Εφετείου Πατρών, για τις οποίες συντάχθηκαν οι υπ' αρ 5 και 6/06 εκθέσεις αναιρέσεων, ενώ το προσβαλλόμενο βούλευμα τους είχε επιδοθεί την 2-3-2006 , και είναι τυπικά δεκτές.
Με το υπό κρίση ένδικο μέσο οι αναιρεσείοντες προβάλλουν ως λόγους αναίρεσης την έλλειψη αιτιολογίας και την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικώς ποινικής δ-ξης. Γ) Έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στο παραπεμπτικό βούλευμα, που απαιτείται κατ' α. 93 παρ 3 Συντ/τος και 139 ΚΠΔ, υπάρχει, όταν δεν εκτίθεται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την πράξη που αποδίδεται στον κατηγ/νο, τ' αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το Συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έκρινε τούτο ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγ/νου στο ακροατήριο, για την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη, ενώ Δ) εσφαλμένη μεν ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής δ-ξης, ιδρύουσα λόγον αναιρέσεως, υπάρχει, όταν το συμβούλιο αποδίδει στη δ-ξη διαφορετική έννοια από αυτήν που πράγματι έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή, όταν δεν υπάγει ορθώς σ' αυτήν τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως προκύψαντα από τις αποδείξεις, καθώς και όταν η σχετική δ-ξη παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει, όταν έχουν εμφιλοχωρήσει στο βούλευμα κατά την έκθεση και ανάπτυξη των περιστατικών ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου , οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση (ΑΠ 252/04 και 2200/02 , ΠΧ ΝΓ/762).
Ε) Εξάλλου, εφόσον τα εκτιθέμενα στις αιτήσεις αναιρέσεων ως προς το λόγο της έλλειψης αιτιολογίας ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, ο λόγος αυτός των αιτήσεων είναι απαράδεκτος , διότι η εκτίμηση των εγγράφων και κάθε αποδεικτικού στοιχείου εν γένει απόκειται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη επί της ουσίας κυριαρχική κρίση του δικαστικού συμβουλίου ή του δικαστηρίου (ΑΠ 145/2000 και 591/2001, ΠΧ ΝΑ/537ι και ΝΒ/131).
ΣΤ) Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Πατρών, με μνεία, όλων κατ' είδος , των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη του, και επιτρεπτή αναφορά στην εισαγγελική πρόταση, αλλά και με δικές τους σκέψεις, δέχθηκε τα ακόλουθα : Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 386 παρ 1 του ΠΚ το έγκλημα της απάτης συντελείται με την επέλευση βλάβης σε ξένη περιουσία προς το σκοπό επιτεύξεως παρανόμου περιουσιακού οφέλους στον ίδιο τον δράστη ή σε άλλον με δόλια παραπλάνηση του που επιτυγχάνεται είτε με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών είτε με την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθών, κατά δε την παρ 3 του ιδίου άρθρου επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών "αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτη κατ' επάγγελμα".
Η παρ αυτή συμπληρώθηκε και τροποποιήθηκε με το άρθρο 14 παρ 4 του Ν 2721/1999 και έτσι πλέον με κάθειρξη μέχρι δέκα έτη τιμωρείται : α) ο υπαίτιος που διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική βλάβη? υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δρχ. ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δρχ ή 73.000 ΕΥΡΩ.
Η τέλεση πριν το νόμο αυτό απάτης: α) με ζημία ή όφελος κάτω από 5.000.000 κατ' επάγγελμα και β) με ζημία η όφελος πάνω από 25.000.000 δρχ όχι κατ' επάγγελμα, έχει την μορφή πλημ/τος επειδή η νέα ρύθμιση του Ν 2721/1999 είναι επιεικέστερη της παλαιότερης (ΑΠ 1494/1999 ΝοΒ 2000.320, ΑΠ 150/2000 ΝοΒ 2000.836, ΑΠ 1131/2002 ΠΔ! 2002. 1318, Μυλωνόπουλος <<Τα εγκλήματα κατά της περιουσίας και της ιδιοκτησίας >> 2001.538) χωρίς να είναι πλημ/μα.
Ως βλάβη της περιουσίας νοείται η μείωση της, η απειλή μειώσεώς της, η επιβράδυνση δικαστικής επιδιώξεως κάποιας αξιώσεως, καθώς και η αναγκαία εμπλοκή σε δικαστικούς αγώνες για την ανατροπή της καταστάσεως που δημιουργήθηκε λόγω των ψευδών παραστάσεων (ΑΠ 1682/84, ΑΠ 239/68 , ΑΠ 353/64). Η έννοια της τελέσεως και της απάτης "κατ' επάγγελμα" δίδεται ήδη από το άρθρο 13 εδαφ στ' του ΠΚ, όπως το εδαφ προστέθηκε από το άρθρο 11 παρ 1 του Ν 2408/1996, σύμφωνα με το οποίο για την συνδρομή αυτής της επιβαρυντικής περιστάσεως:
α) ο δράστης πρέπει να έχει τελέσει τουλάχιστον μια πράξη απάτης κατά το παρελθόν και ακολούθως να τελέσει και άλλη ή άλλες αντίστοιχες πράξεις απάτης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως τέτοιων πράξεων με σκοπό πορισμού εισοδήματος ή β) ο δράστης πρέπει να τελέσει μόνο μια πράξη απάτης, αλλά από την υποδομή που έχει διαμορφώσει να συνάγεται πρόθεση του επαναλήψεως αυτής με σκοπό, πορισμού εισοδήματος.
Η νέα αυτή διάταξη είναι ευμενέστερη της μέχρι το 1996 κρατούσας απόψεως, που αποδεχόταν την κατ' επάγγελμα τέλεση της απάτης και σε περίπτωση τελέσεως μίας μόνο απάτης. Αν όμως η υποδομή που αναφέρει η νέα διάταξη υπήρχε και σε πράξεις πριν τον Ν 2408/4-6-1996 εφαρμόζεται και στις περιπτώσεις αυτές. Ως υποδομή νοείται π.χ., το άνοιγμα γραφείων από τον δράστη, η ενημέρωση μέσω των ΜΜΕ του κοινού , η ύπαρξη πλαστών τίτλων νομίμου λειτουργίας των γραφείων, η δημιουργία πλαστών ή εικονικών τίτλων με παραπλάνηση αρχών ή δικαστηρίων , και σε κάθε περίπτωση η τέλεση "βάσει οργανωμένου σχεδίου" (ΑΠ 1176/97, ΑΠ 1569/97 Ποινική Δικαιοσύνη σελ 7 και 8, Συμβ Εφ Αθ 975/97 Ποιν Δ σελ 8 , Σ.
Εφ. Θεσ. 303/97 Υπερ 1997 σελ 1042, Σταθέας "Τοξικομανείς χρήστες ναρκωτικών" 1998 σελ 48 και επ, Συλίκος " Η έννοια της υποδομής στην κατ' επάγγελμα τέλεση " Ποιν Δικ σελ 9 και επ , Λίβος " Η κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος " ΠΧΡ 1996 σελ 1377, Ε Συμεωνίδου -Καστανίδου "Η έννοια του κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια εγκλήματος" 1990.
Σελ 15,17,52 και 62 όπου και πλήρης νομολογία και βιβλιογραφία). Σε περίπτωση που ο δράστης του εγκλήματος της απάτης έχει βοήθεια για την τέλεση της παραπάνω κακουργηματικής απάτης από τρίτους τότε αυτοί τιμωρούνται σε βαθμό πλημ/τος εκτός και αν στο πρόσωπο αυτών (συνεργών) υπάρχουν, σύμφωνα με το άρθρο 49 παρ 2 του ΠΚ, οι παραπάνω ιδιαίτερες ιδιότητες που υπάρχουν και στον αυτουργό δηλ.
ο συνεργός γνωρίζει το όλο εγκληματικό σχέδιο του αυτουργού ( ΑΠ 555/1986 ΠΧΡ ΛΣΤ.687, ΑΠ 1254/81 ΠΧΡ ΛΒ .601, ΑΠ 944/75 ΠΧΡ Κστ.311)). Έτσι ο συνεργός στο κακούργημα της, απάτης κατ' επάγγελμα μπορεί να διωχθεί και αυτός για συνέργια στην πράξη της απάτης με την επιβαρυντική περίπτωση της κατ' επάγγελμα τελέσεως εφ' όσον η κατ' επάγγελμα περίσταση συντρέχει και στο πρόσωπο αυτού δηλ του συνεργού ( ΑΠ 878/80 ΠΧΡ ΛΑ.27, ΑΠ 1452/84 ΠΧΡ 1985 σελ 461, ΑΠ 770/86 ΠΧΡ ΛΣΤ.740).
Έτσι έχει κριθεί ότι το έγκλημα της απάτης τελεί και αυτός που πωλεί σε άλλον ακίνητο, του οποίου δεν είναι κύριος (ΑΠ 6/1999 ΠΧΡ 1999.15, ΑΠ 1319/93 ΠΧΡ 1993.1141) ενώ ο μηχανικός που κατάρτισε το σχετικό σχεδιάγραμμα του ακινήτου που γνώριζε ότι ο πωλητής δεν ήταν κύριος αυτού είναι απλός , συνεργός στο έγκλημα της απάτης ( ΑΠ 830/1976 ΠΧΡ 1997.1152).
Τέλος είναι επιτρεπτή η προσθήκη ή αφαίρεση επιβαρυντικών περιστάσεων από το Συμβούλιο Εφετών ακόμα και σε περίπτωση που αυτό, σύμφωνα με τα άρθρα 470, 318 εδαφ β΄ και 485 παρ 1 του ΚΠΔ, επιλαμβάνεται της κατηγορίας μετά από έφεση του κατηγορουμένου (ΑΠ 272/2002 ΠΧΡ 2002.914, ΑΠ 166/98 ΠΧΡ 1998.791, ΑΠ 1795/2001 ΠΔ 2002.337, Μαργαρίτης Ένδικα μέσα Ι σελ 289).
Από την κύρια ανάκριση που έγινε και περατώθηκε νόμιμα καθώς και την περαιτέρω κυρία ανάκριση που διέταξε το Συμβούλιό Σας με το 14/2004 βούλευμά του , και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις των μαρτύρων ..., ..., ..., ..., ..., ... και ... σε συνδυασμό με τις απολογίες των κατ/νων και τα υπόλοιπα έγγραφα, προέκυψαν κατά την γνώμη του, τα εξής ουσιώδη και κρίσιμα πραγματικά περιστατικά :
Οι εκπρόσωποι της εγκαλούσας Α.Ε. ΑΓΓΕΛΑΤΟΣ ΑΕΒΕ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ, που έχει την έδρα της στο ..., ... και ... αναζητούσαν στην περιοχή ... της κοινότητας ... ακίνητο με πρόσωπο στον επαρχιακό δρόμο ... για να ανεγείρουν τις εγκαταστάσεις της επιχειρήσεως τους που είχε αντικείμενο την δημιουργία εμπορικών καταστημάτων για εμπορικές δραστηριότητες πάσης φύσεως.
Αυτοί (εκπρόσωποι ) πληροφορήθηκαν από τον ... ότι τέτοιο ακίνητο εκτάσεως 6.000 τμ προσφέρει για πώληση η πρώτη του εξαδέλφη του Χ1 (α΄ κατηγορουμένη) κάτοικος ... το οποίο μάλιστα τους υπέδειξε. Αυτοί τότε, επειδή αυτό το ακίνητο τους ικανοποιούσε , πήγαν στην ... όπου συνάντησαν την ιδιοκτήτρια Χ1 και τον σύζυγό της και δεύτερο κατηγορούμενο Χ2 πολιτικό μηχανικό, οι οποίοι τους διαβεβαίωσαν ότι αυτό το ακίνητο που τους υποδείχθηκε ανήκει στην αποκλειστική κυριότητα της πρώτης και επείγεται να το πουλήσει.
Εκεί μετά από διαπραγματεύσεις συμφώνησαν να το αγοράσουν οι ... για λογαριασμό της παραπάνω ΑΕ αντί του ποσού των 27.000.000 δρχ ενώ ο Χ2 τους παρέδωσε αρχικά ένα τοπογραφικό του ακινήτου και αργότερα και τους τίτλους ιδιοκτησίας που ήσαν τα ... και ... δωρητήρια του Συμβολαιογράφου Σαμαίων Β.Δρακουλόγκωνα . Με τα συμβόλαια αυτά η Χ1 είχε αποκτήσει το ακίνητο αυτό κατά τα 9/10 από τον πατέρα της ...
και το 1/10 από την .... Οι δικαιοπάροχοι της αυτοί ( ... ) τα ποσοστά αυτά τα είχαν αποκτήσει από διανομή που έγινε με το ... διανεμητήριο συμβόλαιο του ίδιου συμβολαιογράφου μεταξύ αυτών και του ... που ήταν ο μοναδικός αδελφός του .... Τα ακίνητα στα οποία έγινε η διανομή αυτή αποτυπώνονται στο σχετικό τοπογραφικό σχεδιάγραμμα του ...
που έχει συσχετισθεί στο συμβόλαιο διανομής. Στις 27-7-1981 οι ... και ... (δικαιοπάροχοι) δώρισαν με συμβόλαια του ίδιου συμβολαιογράφου και άλλα ακίνητα στα άλλα παιδιά τους και αδέλφια (γνήσια και ετεροθαλή) της Χ1 και συγκεκριμένα στους: α) .... έκταση 6.000 τ.μ. με τα ... συμβόλαια β) ... έκταση 6.000 τμ με τα ... συμβόλαια γ) ...
έκταση 6.000 τμ με τα ... συμβόλαια και δ) ... έκταση 6.000 τμ με τα ... συμβόλαια. Το ακίνητο που δόθηκε στην Χ1 ήταν κοντά με αυτά που δόθηκαν στην ... και την ... (βλ τα δωρητήρια αυτά συμβόλαια τα οποία δεν συνοδεύονται από σχετικά τοπογραφικά σχεδιαγράμματα γιατί δεν συντάχθηκαν). Η διανομή αυτή και όλα τα δωρητήρια αυτά, συμβόλαια ήσαν γνωστά σε όλη την οικογένεια του ...
και φυσικά τόσο στην Χ1, όσο και τον σύζυγο της Χ2. Μετά από αυτά με το ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αργοστολίου Π. Καραβιώτη η Χ1 πώλησε και μεταβίβασε , αντί του ποσού των 27.000.000 δρχ που της κατεβλήθη , στην παραπάνω ΑΕ το ακίνητο αυτό των 6000 τμ που αποτυπωνόταν στο τοπογραφικό σχεδιάγραμμα του Απριλίου 1994 του δευτέρου κατηγορουμένου Χ2 που ήταν, όπως αναφέρθηκε σύζυγος αυτής (πωλήτριας).
Το ακίνητο αυτό σύμφωνα με το σχεδιάγραμμα του β΄ κατηγορουμένου, συνόρευε ολόγυρα στην πλευρά ΑΒ σε μήκος 201 μ. με ιδιοκτησία ..., στην πλευρά ΒΓ και σε μήκος 30 μ. με την επαρχιακή οδό ... (βλ το τοπογραφικό σχεδιάγραμμα του Χ2). Αφού ολοκληρώθηκε η μεταβίβαση, οι εκπρόσωποι της αγοράστριας ΑΕ χωρίς να ενοχληθούν από κανένα περιμάντρωσαν αυτό και με την ...
άδεια της Πολεοδομίας Κεφαλληνίας ανήγειραν διώροφη οικοδομή με ισόγειο 300 τμ, όροφο 135 τμ, καθώς και άλλο ισόγειο οικοδόμημα 300 τμ και άρχισαν να λειτουργούν σε αυτό οργανωμένη επιχείρηση πωλήσεως τροφίμων και ποτών (Super Market). Το 1996 όμως εμφανίστηκε η αδελφή της πωλήτριας ..., που διέμενε μέχρι τότε στον ..., η οποία αρχικά εξωδίκως και αργότερα με την 283/17-9-1996 αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας ισχυρίστηκε ότι το ακίνητο που πώλησε και μεταβίβασε στην εγκαλούσα ΑΕ η αδελφή της Χ1 δεν ανήκε σ' αυτή αλλά ανήκε στην ίδια (...).
Μετά από αυτά , ενώ οι κατηγορούμενοι ισχυρίζονταν ότι το ακίνητο που πώλησαν ανήκε στην Χ1, οι εκπρόσωποι της ΑΕ επειδή ανησυχούσαν παρέδωσαν όλα τα παραπάνω συμβόλαια στον τοπογράφο μηχανικό ... και του ζήτησαν να τα αξιολογήσει και να εκφέρει την άποψη του για την διένεξη που δημιουργήθηκε. Ο μηχανικός αυτός με την από 28-7-1997 έκθεση του αποφάνθηκε αιτιολογημένα ότι τα παραπάνω 6.000 τμ του ακινήτου που πούλησε και μεταβίβασε η Χ1 τα 5.479 τμ ανήκαν στην ...
και τα άλλα 511 τμ ανήκαν στην άλλη της αδελφή .... Μάλιστα ο τοπογράφος αυτός προσδιόρισε το ακίνητο της Χ1 σε άλλη θέση παράλληλη με αυτή του πωληθέντος αλλά με πολύ μικρότερη πρόσοψη στην επαρχιακή οδό ... (βλ την έκθεση του μηχανικού αυτού και το σχετικό του τοπογραφικό). Τις απόψεις αυτές του τοπογράφου αυτού τις αμφισβητούν τόσο οι κατηγορούμενοι όσο και ο πολιτικός τους μηχανικός ...
που υποστηρίζει ότι με βάση όλα τα παραπάνω συμβόλαια δεν μπορεί να καθορισθεί η ακριβής θέση των ακινήτων των αδελφών ... (βλ την από 25-11-2002 έκθεση αυτού). Όμως οι θέσεις τους αυτές είναι αβάσιμες γιατί όπως υποστηρίζει αιτιολογημένα στην από 15-3-2002 έκθεση του πραγματογνωμοσύνης ο αγρονόμος-τοπογράφος μηχανικός ..., που διορίστηκε από το Πολυμελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας με την 227/1999 απόφαση του, το ακίνητο των 6.000 τμ που πώλησε και μεταβίβασε η πρώτη κατηγορουμένη δεν ανήκει σ' αυτή αλλά 5030 τμ από αυτό ανήκουν στην ...
και τα άλλα 970 τμ από αυτό ανήκουν στην .... Δηλαδή οι απόψεις του πραγματογνώμονα αυτού ουσιαστικά, με ελάχιστη απόκλιση, συμπίπτουν με αυτές, του μηχανικού της εγκαλούσας .... Από τα στοιχεία αυτά προκύπτει ότι από την παραπάνω συμπεριφορά των κατηγορουμένων στοιχειοθετείται το έγκλημα της απάτης σε βαθμό κακουργήματος όχι με την μορφή που αναφέρεται εσφαλμένα στο προσβαλλόμενο βούλευμα αλλά με την μορφή της κατ' επάγγελμα τελέσεως από την οποία η ζημιά που προκλήθηκε υπερβαίνει τα 5.000.000 δρχ.
ή τα 15.000 ΕΥΡΩ, σύμφωνα με όσα παραπάνω
ΙΙ. εκτέθηκαν , αφού το Συμβούλιό ΣΑς έχει την δικονομική ευχέρεια να προσθέσει σ' αυτούς την επιβαρυντική περίσταση της κατ' επάγγελμα τελέσεως της απάτης επειδή υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ότι το ακίνητο που πωλήθηκε δεν έχει καμιά σχέση με αυτό που είχε η Χ1 και το τοπογραφικό που δόθηκε στους εκπρόσωπους της εγκαλούσας ήταν ηθελημένα ανακριβές.
Ο συντάκτης του τοπογραφικού αυτού και δεύτερος κατηγορούμενος, ενώ είχε όλες τις απαραίτητες τεχνικές γνώσεις και μπορούσε να αποτυπώσει την πραγματικότητα , ηθελημένα συνέταξε αυτό ανακριβές με σκοπό να ωφελήσει παράνομα την πρώτη κατηγορουμένη και σύζυγο του της οποίας γνώριζε το εγκληματικό σχέδιο εξαπάτησης της εγκαλούσας.
Η μεμονωμένη αυτή πράξη της απάτης έχει τα στοιχεία της κατ' επάγγελμα τελέσεως επειδή στο πρόσωπο και των δύο κατηγορουμένων : α) υπήρχε η απαραίτητη υποδομή τελέσεως της με το ανακριβές αυτό τοπογραφικό που συνοδευόταν από συνεχείς αντίστοιχες διαβεβαιώσεις προς τους εκπροσώπους της εγκαλούσας και β) η σαφής πρόθεση να ωφεληθούν με το σημαντικότατο ποσό των 27.000.000 δρχ με την πώληση ακινήτου που ποτέ δεν ανήκε έστω και μερικά στην ιδιοκτησία της πρώτης από αυτούς.
Ζ) Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς ασάφειες και αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων, για τα οποία κρίθηκαν παραπεμπτέοι στο ακροατήριο οι αναιρεσείοντες, τ' αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές δ-ξεις των αρθρ 1,14,16,17,18,26 παρ 1α, 27 παρ 1 , 386 παρ 1 , 3α, 46 παρ 1β, 51,52, 60, 79 παρ 1 και 13 εδ στ' ΠΚ, τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίαση ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου και επομένως οι αντίθετες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων για λόγους αναίρεσης κατ' α 484 παρ 1 στοιχ β΄ και δ΄ ΚΠΔ είναι αβάσιμες.
ΕΙΔΙΚΟΤΕΡΑ: Η) Δεν απαιτείται χωριστή αξιολόγηση και εκτίμηση (ΑΠ 193/88 ,ΠΧ ΛΗ/498) του περιεχομένου κάθε αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 1334 και 1424/89 ,ΠΧ Μ/586 και 705), καθόσον αρκεί η λήψη αυτών συνολική (ΑΠ 798/88, ΠΧ ΛΗ/889) και δεν είναι ανάγκη να εξειδικεύεται τι συνήχθη από το καθένα (ΑΠ 1140/89 , ΠΧ Μ/424), όπως δε προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα (ανωτέρω υπό ΣΤ΄) , το Συμβούλιο Εφετών συνεκτίμησε όλα κατ' είδος τ' αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1825/99, ΠΧ Ν/810) και επομένως η αντίθετες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων δεν ευσταθούν.
ΠΙΟ ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΑ Θ) Αιτιολογημένα, αναλυτικά και εμπεριστατωμένα εκτίθενται στο προσβαλλόμενο βούλευμα τα πραγματικά περιστατικά και οι νομικοί συλλογισμοί, που θεμελιώνουν την κακουργηματική μορφή της απάτης, δηλ την επιβαρυντική περίπτωση (μορφή) της "κατ' επάγγελμα" τέλεσης, οι δε αντίθετες αιτιάσεις για πλημμεληματική μορφή της πράξης και παραγραφή είναι αβάσιμες.
Ι) επίσης αβάσιμες είναι οι αιτιάσεις: α) για αναφορά εξ ολοκλήρου του βουλεύματος στην εισαγγελική πρόταση , διότι τούτο επιτρέπεται, καθόσον, όπως προκύπτει στη συγκεκριμένη περίπτωση, αυτή είναι ειδικά αιτιολογημένη και εμπεριστατωμένη με εκτενείς παραπομπές στη νομολογία και μάλιστα του Ακυρωτικού.
β) Για μη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων κατά τις απόψεις των αναιρεσειόντων , αφού και η εσφαλμένη ακόμη εκτίμηση γενικά των αποδεικτικών μέσων, όπως ήδη προαναφέρθηκε, δεν θεμελιώνει λόγο αναίρεσης και γ) Για ουσιαστικές εκτιμήσεις και κρίσεις, που άπτονται καθαρά της ουσίας της υπόθεσης και ως αρνητικές, κατά βάση, της κατηγορίας είναι εκτός αναιρετικού ελέγχου.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω αναφερομένων, πρέπει ν' απορριφθούν και οι 2 ως άνω αιτήσεις αναιρέσεων και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στους αναιρεσείοντες. ΓΙ' ΑΥΤΟ Προτείνω: 1) Ν' απορριφθούν οι υπ' αρ 5 και 6/10-3-2006 αιτήσεις αναιρέσεων των α) Χ2 και β) Χ1, δυνάμει της από 9-3-2006 εξουσιοδότησης τους προς τον πληρεξούσιο δικηγόρο Πατρών Κων/νο Κωστάρα, κατά του υπ' αρ 58/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πατρών και 2) Να υποβληθούν στους ως άνω αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα.
Αθήνα 6/6/2006
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Καίσαρης
Αφού άκουσε τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Οι κρινόμενες -ταυτόσημες κατά περιεχόμενο - 5/10-3-2006 και 6/10-3-06 αιτήσεις ( εκθέσεις) αναιρέσεως των Χ2 και Χ1, αντιστοίχως, στρεφόμενες και οι δύο κατά του 58/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πατρών, με το οποίο απορρίφθηκαν κατ΄ ουσίαn οι εφέσεις των αναιρεσειόντων κατά του 56/2003 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κεφαλληνίας , που τους παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, προκειμένου να δικαστούν, μετά από μερική μεταρρύθμιση του από το προσβαλλόμενο βούλευμα, η μεν δεύτερη για την πράξη της κακουργηματικής απάτης, κατ' επάγγελμα με παράνομο περιουσιακό όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δραχμών (15.000 ευρώ), ο δε πρώτος για από πρόθεση κατ' επάγγελμα παροχή απλής συνδρομής στη τέλεση της πιο πάνω πράξεως της κακουργηματικής απάτης που αποδίδεται στη συγκατηγορούμενή του, έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, από πρόσωπα που δικαιούνται προς τούτο και κατά βουλεύματος υποκειμένου σε αναίρεση, γι΄ αυτό και πρέπει, αφού συνεκδικασθούν ως συναφείς, να γίνουν τυπικά δεκτές.
Στο Συμβούλιο Εφετών Πατρών εισήχθη προς εκδίκαση η προκείμενη υπόθεση, μετά την έκδοση του 19/2004 βουλεύματος του ίδιου Συμβουλίου με το οποίο έγιναν δεκτές τυπικά οι εφέσεις των ήδη αναιρεσειόντων και διατάχθηκε, περαιτέρω, κυρία ανάκριση, και μετά την έκδοση του 37/2005 βουλεύματος, το οποίο και αναιρέθηκε με την 2116/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου, με το οποίο απορρίφθηκαν κατ' ουσίαν οι εφέσεις και παραπέμφθηκαν οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι στο ακροατήριο του Tριμελούς Εφετείου (Kακουργημάτων) Πατρών για να δικασθούν για τις ποιο πάνω πράξεις.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 386 παρ.1 ΠΚ, το έγκλημα της απάτης θεμελιώνεται αντικειμενικώς και υποκειμενικώς με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών ,συνεπεία των οποίων παραπλανάται άλλος και προβαίνει με πράξη παράλειψη ανοχή σε περιουσιακή διάθεση , η οποία έχει ως άμεσο και αναγκαίο αποτέλεσμα περιουσιακή βλάβη στον πλανηθέντα ή άλλον , προς τον σκοπό να αποκομίσει ο δράστης ή άλλος αντίστοιχο παράνομο όφελος , είναι δε αδιάφορο αν πραγματοποιήθηκε ή όχι ο σκοπός αυτός .
Δεν είναι απαραίτητο να ταυτίζεται το πρόσωπο εκείνου που εξαπατήθηκε με εκείνου που ζημιώθηκε. Για την κακουργηματική μορφή τη απάτης απαιτείτο, επιπλέον, κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, όπως είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 11 του ν. 2408/1996, ο υπαίτιος να διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια.
Η μορφή δε αυτή της κακουργηματικής απάτης υπήρχε και πριν από την ισχύ του νόμου αυτού. Μετά, όμως, την αντικατάσταση της παρ.3 του άρθρου 386 του ΠΚ με το άρθρο 14 παρ.4 του ν. 2721/1999, για την κακουργηματική μορφή της απάτης δεν αρκεί πλέον ο υπαίτιος να διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, αλλά απαιτείται και το πρόσθετο στοιχείο, ότι το παράνομο περιουσιακό όφελος που επιδίωξε ο δράστης, η αντίστοιχη συνολική ζημία που προκλήθηκε, να υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δρχ.
Η διάταξη ,δηλαδή, του άρθρου 14 παρ. 4 του Ν. 2721/1999 κατά το μέρος αυτής με το οποίο θεσπίζεται πρόσθετη προϋπόθεση για την κακουργηματική μορφή της απάτης , δηλαδή εκτός από την κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τέλεση της πράξεως και το συνολικό όφελος ή συνολική να είναι μεγαλύτερη των 15.000 ευρώ, είναι ευνοϊκότερη των προηγούμενων ρυθμίσεων και εφαρμόζεται και για τις πράξεις που τελέστηκαν πριν από την έναρξη εφαρμογής της.
Η προβλεπόμενη, όμως, με το άρθρο 14 παρ.4 του Ν. 2721/1999, δεύτερη μορφή της κακουργηματικής απάτης, κατά την οποία κακουργηματική απάτη υφίσταται και μόνο όταν "το περιουσιακό όφελος ή προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 75.000 ευρώ (25.000.000 δρχ)", είναι δυσμενέστερη , αφού εισάγονται νέα στοιχεία που προσδιορίζουν τον κακουργηματικό χαρακτήρα της απάτης και δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής για τις πράξεις που τελέστηκαν πριν από την έναρξη εφαρμογής του Ν .2721/1999.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 περ. στ του ΠΚ, όπως το εδάφιο προστέθηκε από το άρθρο 11 παρ.1 του Ν. 2408/1996, κατ' επάγγελμα τέλεση της πράξεως συντρέχει, όταν, από την επανειλημμένη τέλεση αυτής ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος.
Κατά συνήθεια δε τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από τη επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητάς του δράστη. Από την διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περίπτωσης τελέσεως του εγκλήματος κατ' επάγγελμα απαιτείται, αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού , υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεση του, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη καταδίκη του δράστη για το έγκλημα αυτό.
Kατ' επάγγελμα τέλεση υπάρχει και όταν η πράξη τελείται το πρώτον, όχι όμως ευκαιριακώς , αλλά βάση σχεδίου , δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του , με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός του προς πορισμό εισοδήματος. Η νέα αυτή διάταξη του άρθρου 13 περ.
στ ΠΚ, είναι ευμενέστερη της μέχρι την έναρξη της εφαρμογής του ν. 2408/1996 κρατούσας άποψης, που αποδεχόταν την κατ' επάγγελμα τέλεση της απάτης και σε περίπτωση τελέσεως μίας μόνο απάτης, εφ' όσον υπήρχε πρόθεση επανειλημμένης διάπραξης με σκοπό την απόκτηση εισοδήματος για βιοπορισμό και εφαρμόζεται, ως επιεικέστερη, και σε πράξεις που τελέστηκαν και πριν από τον νόμο αυτό.
Εξάλλου, το παραπεμπτικό βούλευμα, δεχόμενο τη συνδρομή των επιβαρυντικών περιστάσεων της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως, πρέπει, για την πληρότητα τη αιτιολογίας του να εκθέτει πραγματικά περιστατικά που να στοιχειοθετούν τις επιβαρυντικές αυτές περιστάσεις , δηλαδή πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι από την επανειλημμένη τέλεση των πράξεων απάτης προκύπτει, σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος ή σταθερή ροπή αυτού προς διάπραξη του συγκεκριμένου αυτού εγκλήματος και στο μέλλον , ως στοιχείο της προσωπικότητάς του, δεδομένου ότι δεν αρκεί η μνεία μόνο της οικείας νομικής ορολογίας.
Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 47 παρ.1 ΠΚ, προκύπτει ότι απλή συνέργεια αποτελεί οποιαδήποτε από πρόθεση συνδρομή, υλική ή ψυχική που παρέχεται στον αυτουργό της συγκεκριμένης κύριας πράξεως, πριν από την τέλεση αυτής ή κατά τη τέλεση της , η οποία χωρίς να έχει τα στοιχεία της άμεσης συνέργειας συντελεί στη τέλεση της πράξεως από τον αυτουργό.
Ο δόλος του απλού συνεργού συνίσταται στη γνώση του για την από τον αυτουργό τέλεση ορισμένης άδικης πράξης και την βούληση να συμβάλει στην τέλεση αυτή από τον αυτουργό. Η ευθύνη του απλού συνεργού σε απάτη του αυτουργού με την επιβαρυντική περίπτωση της κατ' επάγγελμα τελέσεως σε βαθμό κακουργήματος θεμελιώνεται, εφόσον συντρέχουν και στο πρόσωπό του απλού συνεργού τα στοιχεία της κατ΄ επάγγελμα τελέσεως.
Είναι δε επιτρεπτή η προσθήκη ή αφαίρεση επιβαρυντικών περιστάσεων από το Συμβούλιο Εφετών, ακόμη και όταν αυτό επιλαμβάνεται της κατηγορίας μετά από έφεση του κατηγορουμένου. Περαιτέρω, η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος, κατά το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ.
δ' του ίδιου Κώδικα, υπάρχει, όταν περιέχονται σε αυτό με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, τα οποία θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα για το οποίο ασκήθηκε ποινική δίωξη , οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων το δικαστικό συμβούλιο έκρινε, ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής, ικανές να στηρίξουν την κατηγορία.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό του βουλεύματος, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ' είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης.
Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης , όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι κατ' επιλογή μερικά εξ αυτών.
I
ΙΙ.- Στην προκείμενη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Πατρών με το προσβαλλόμενο βούλευμά του , με επιτρεπτή εν μέρει αναφορά του στην ενσωματωμένη σ' αυτό πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών και μετά από την εκτίμηση και την αξιολόγηση των αναφερομένων σ' αυτό κατ' είδος αποδεικτικών μέσων (καταθέσεις μαρτύρων, έγγραφα, απολογίες κατηγορουμένων), δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του ,τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: "Οι εκπρόσωποι της εγκαλούσας Α.Ε.
ΑΓΓΕΛΑΤΟΣ ΑΕΒΕ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ, που έχει την έδρα της στο ..., ... και ... αναζητούσαν στην περιοχή ... της κοινότητας ... ακίνητο με πρόσωπο στον επαρχιακό δρόμο ... για να ανεγείρουν τις εγκαταστάσεις της επιχειρήσεως τους που είχε αντικείμενο την δημιουργία εμπορικών καταστημάτων για εμπορικές δραστηριότητες πάσης φύσεως.
Αυτοί (εκπρόσωποι ) πληροφορήθηκαν από τον ... ότι τέτοιο ακίνητο εκτάσεως 6.000 τμ προσφέρει για πώληση η πρώτη του εξαδέλφη του Χ1 (α΄ κατηγορουμένη) κάτοικος ... το οποίο μάλιστα τους υπέδειξε. Αυτοί τότε, επειδή αυτό το ακίνητο τους ικανοποιούσε , πήγαν στην ... όπου συνάντησαν την ιδιοκτήτρια Χ1 και τον σύζυγό της και δεύτερο κατηγορούμενο Χ2 πολιτικό μηχανικό, οι οποίοι τους διαβεβαίωσαν ότι αυτό το ακίνητο που τους υποδείχθηκε ανήκει στην αποκλειστική κυριότητα της πρώτης και επείγεται να το πουλήσει.
Εκεί μετά από διαπραγματεύσεις συμφώνησαν να το αγοράσουν οι ... για λογαριασμό της παραπάνω ΑΕ αντί του ποσού των 27.000.000 δρχ ενώ ο Χ2 τους παρέδωσε αρχικά ένα τοπογραφικό του ακινήτου και αργότερα και τους τίτλους ιδιοκτησίας που ήσαν τα ... και ... δωρητήρια του Συμβολαιογράφου Σαμαίων Β.Δρακουλόγκωνα . Με τα συμβόλαια αυτά η Χ1 είχε αποκτήσει το ακίνητο αυτό κατά τα 9/10 από τον πατέρα της ...
και το 1/10 από την .... Οι δικαιοπάροχοι της αυτοί ( ... ) τα ποσοστά αυτά τα είχαν αποκτήσει από διανομή που έγινε με το ... διανεμητήριο συμβόλαιο του ίδιου συμβολαιογράφου μεταξύ αυτών και του ... που ήταν ο μοναδικός αδελφός του .... Τα ακίνητα στα οποία έγινε η διανομή αυτή αποτυπώνονται στο σχετικό τοπογραφικό σχεδιάγραμμα του ...
που έχει συσχετισθεί στο συμβόλαιο διανομής. Στις 27-7-1981 οι ... και ... (δικαιοπάροχοι) δώρισαν με συμβόλαια του ίδιου συμβολαιογράφου και άλλα ακίνητα στα άλλα παιδιά τους και αδέλφια (γνήσια και ετεροθαλή) της Χ1 και συγκεκριμένα στους: α) ... έκταση 6.000 τ.μ. με τα ... συμβόλαια β) ... έκταση 6.000 τμ με τα ... συμβόλαια γ) ...
έκταση 6.000 τμ με τα ... συμβόλαια και δ) ... έκταση 6.000 τμ με τα ... συμβόλαια . Το ακίνητο που δόθηκε στην Χ1 ήταν κοντά με αυτά που δόθηκαν στην ... και την ... (βλ τα δωρητήρια αυτά συμβόλαια τα οποία δεν συνοδεύονται από σχετικά τοπογραφικά σχεδιαγράμματα γιατί δεν συντάχθηκαν). Η διανομή αυτή και όλα τα δωρητήρια αυτά, συμβόλαια ήσαν γνωστά σε όλη την οικογένεια του ...
και φυσικά τόσο στην Χ1, όσο και τον σύζυγο της Χ2. Μετά από αυτά με το ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αργοστολίου Π. Καραβιώτη η Χ1 πώλησε και μεταβίβασε , αντί του ποσού των 27.000.000 δρχ που της κατεβλήθη , στην παραπάνω ΑΕ το ακίνητο αυτό των 6000 τμ που αποτυπωνόταν στο τοπογραφικό σχεδιάγραμμα του Απριλίου 1994 του δευτέρου κατηγορουμένου Χ2 που ήταν, όπως αναφέρθηκε σύζυγος αυτής (πωλήτριας).
Το ακίνητο αυτό σύμφωνα με το σχεδιάγραμμα του β΄ κατηγορουμένου , συνόρευε ολόγυρα στην πλευρά ΑΒ σε μήκος 201 μ. με ιδιοκτησία ..., στην πλευρά ΒΓ και σε μήκος 30 μ. με την επαρχιακή οδό ... (βλ το τοπογραφικό σχεδιάγραμμα του Χ2). Αφού ολοκληρώθηκε η μεταβίβαση, οι εκπρόσωποι της αγοράστριας ΑΕ χωρίς να ενοχληθούν από κανένα περιμάντρωσαν αυτό και με την ...
άδεια της Πολεοδομίας Κεφαλληνίας ανήγειραν διώροφη οικοδομή με ισόγειο 300 τμ, όροφο 135 τμ, καθώς και άλλο ισόγειο οικοδόμημα 300 τμ και άρχισαν να λειτουργούν σε αυτό οργανωμένη επιχείρηση πωλήσεως τροφίμων και ποτών (Super Market). Το 1996 όμως εμφανίστηκε η αδελφή της πωλήτριας ..., που διέμενε μέχρι τότε στον ..., η οποία αρχικά εξωδίκως και αργότερα με την 283/17-9-1996 αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας ισχυρίστηκε ότι το ακίνητο που πώλησε και μεταβίβασε στην εγκαλούσα ΑΕ η αδελφή της Χ1 δεν ανήκε σ' αυτή αλλά ανήκε στην ίδια (...).
Μετά από αυτά , ενώ οι κατηγορούμενοι ισχυρίζονταν ότι το ακίνητο που πώλησαν ανήκε στην Χ1, οι εκπρόσωποι της ΑΕ επειδή ανησυχούσαν παρέδωσαν όλα τα παραπάνω συμβόλαια στον τοπογράφο μηχανικό ... και του ζήτησαν να τα αξιολογήσει και να εκφέρει την άποψη του για την διένεξη που δημιουργήθηκε. Ο μηχανικός αυτός με την από 28-7-1997 έκθεση του αποφάνθηκε αιτιολογημένα ότι τα παραπάνω 6.000 τμ του ακινήτου που πούλησε και μεταβίβασε η Χ1 τα 5.479 τμ ανήκαν στην ...
και τα άλλα 511 τμ ανήκαν στην άλλη της αδελφή.... Μάλιστα, ο τοπογράφος αυτός προσδιόρισε το ακίνητο της Χ1 σε άλλη θέση παράλληλη με αυτή του πωληθέντος αλλά με πολύ μικρότερη πρόσοψη στην επαρχιακή οδό ... (βλ την έκθεση του μηχανικού αυτού και το σχετικό του τοπογραφικό). Τις απόψεις αυτές του τοπογράφου αυτού τις αμφισβητούν τόσο οι κατηγορούμενοι όσο και ο πολιτικός τους μηχανικός ...
που υποστηρίζει, ότι με βάση όλα τα παραπάνω συμβόλαια δεν μπορεί να καθορισθεί η ακριβής θέση των ακινήτων των αδελφών ... (βλ την από 25-11-2002 έκθεση αυτού). Όμως οι θέσεις τους αυτές είναι αβάσιμες γιατί όπως υποστηρίζει αιτιολογημένα στην από 15-3-2002 έκθεση του πραγματογνωμοσύνης ο αγρονόμος-τοπογράφος μηχανικός ..., που διορίστηκε από το Πολυμελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας με την 227/1999 απόφαση του, το ακίνητο των 6.000 τμ που πώλησε και μεταβίβασε η πρώτη κατηγορουμένη δεν ανήκει σ' αυτή αλλά 5030 τμ από αυτό ανήκουν στην ...
και τα άλλα 970 τμ από αυτό ανήκουν στην.... Δηλαδή, οι απόψεις του πραγματογνώμονα αυτού ουσιαστικά, με ελάχιστη απόκλιση, συμπίπτουν με αυτές, του μηχανικού της εγκαλούσας ... Από τα στοιχεία αυτά προκύπτει ότι από την παραπάνω συμπεριφορά των κατηγορουμένων στοιχειοθετείται το έγκλημα της απάτης σε βαθμό κακουργήματος όχι με την μορφή που αναφέρεται εσφαλμένα στο προσβαλλόμενο βούλευμα αλλά με την μορφή της κατ' επάγγελμα τελέσεως από την οποία η ζημιά που προκλήθηκε υπερβαίνει τα 5.000.000 δρχ.
ή τα 15.000 ΕΥΡΩ, σύμφωνα με όσα παραπάνω
ΙΙ. εκτέθηκαν , αφού το Συμβούλιό ΣΑς έχει την δικονομική ευχέρεια να προσθέσει σ' αυτούς την επιβαρυντική περίσταση της κατ' επάγγελμα τελέσεως της απάτης επειδή υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ότι το ακίνητο που πωλήθηκε δεν έχει καμιά σχέση με αυτό που είχε η Χ1 και το τοπογραφικό που δόθηκε στους εκπρόσωπους της εγκαλούσας ήταν ηθελημένα ανακριβές. Ο συντάκτης του τοπογραφικού αυτού και δεύτερος κατηγορούμενος, ενώ είχε όλες τις απαραίτητες τεχνικές γνώσεις και μπορούσε να αποτυπώσει την πραγματικότητα, ηθελημένα συνέταξε αυτό ανακριβές με σκοπό να ωφελήσει παράνομα την πρώτη κατηγορουμένη και σύζυγο του της οποίας γνώριζε το εγκληματικό σχέδιο εξαπάτησης της εγκαλούσας. Η μεμονωμένη αυτή πράξη της απάτης έχει τα στοιχεία της κατ' επάγγελμα τελέσεως επειδή στο πρόσωπο και των δύο κατηγορουμένων : α) υπήρχε η απαραίτητη υποδομή τελέσεως της με το ανακριβές αυτό τοπογραφικό που συνοδευόταν από συνεχείς αντίστοιχες διαβεβαιώσεις προς τους εκπροσώπους της εγκαλούσας και β) η σαφής πρόθεση να ωφεληθούν με το σημαντικότατο ποσό των 27.000.000 δρχ με την πώληση ακινήτου που ποτέ δεν ανήκε έστω και μερικά στην ιδιοκτησία της πρώτης από αυτούς.
Το Συμβούλιο Εφετών με δικές του περαιτέρω σκέψεις επισημαίνει ότι η απάτη που τελέστηκε από την πρώτη εκκαλούσα- κατηγορουμένη σε βάρος της εγκαλούσας εταιρίας "είναι κακουργηματική, εμπίπτουσα στην ευμενέστερη γι' αυτή (πρώτη εκκαλούσα - κατηγορουμένη) ρύθμιση του άρθρου 386 παρ.3 παρ.α' του ΠΚ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 14 παρ.4 του Ν. 2721/1999, στην οποία στηρίχθηκε η άσκηση της σχετικής ποινικής δίωξης, αφού α) συντρέχει το στοιχείο της κατ' επάγγελμα τελέσεως, ενόψει του ότι υπήρξε:
αα) η απαραίτητη υποδομή τέλεσής της με τη χρήση του ανακριβούς τοπογραφικού διαγράμματος του ακινήτου, το οποίο φέρεται ότι μεταβίβασε στην εγκαλούσα εταιρία με τις διαβεβαιώσεις της προς τους εκπροσώπους της εγκαλούσας εταιρίας, ότι το ακίνητο αυτό ανήκει στην κυριότητά της και αβ) ο σκοπός της να ωφεληθεί το ποσό των 27.000.000 δρχ ( 79.236,98 ευρώ) , σε βάρος της εγκαλούσας εταιρίας με την πώληση σ' αυτή του ακινήτου το οποίο δεν ανήκε στην κυριότητά της και β) του ότι το όφελος το οποίο απεκόμισε από την πράξη αυτή υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ.......".
Επίσης, το αυτό Συμβούλιο δέχθηκε ότι και "ο δεύτερος εκκαλών- κατηγορούμενος, που είναι πολιτικός μηχανικός, σύζυγος της πρώτης εκκαλούσας- κατηγορουμένης με την κατάρτιση του προαναφερόμενου τοπογραφικού διαγράμματος εν γνώσει του ότι η πωλήτρια σύζυγός του δεν είναι κυρία του ακινήτου, είναι απλός συνεργός στην προαναφερόμενη πράξη της απάτης με την επιβαρυντική περίσταση της κατ' επάγγελμα τελέσεως, αφού η πράξη αυτή συντρέχει και στο πρόσωπο αυτού, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην εισαγγελική πρόταση.
ΙV. Με βάση τα πιο πάνω περιστατικά, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πατρών, προκειμένου να δικασθούν ως υπαίτιοι των αξιόποινων πράξεων , η μεν πρώτη για απάτη σε βαθμό κακουργήματος, όχι με την μορφή που αναφερόταν στο εκκαλούμενο πρωτόδικο βούλευμα προσβαλλόμενο βούλευμα (δηλαδή της πράξεως της απάτης που το όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ) , αλλά με τη μορφή της κατ' επάγγελμα τελέσεως της πράξεως, από την οποία το όφελος αυτής και η αντίστοιχη ζημία της εγκαλούσας εταιρίας υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ, κατά δε του δευτέρου από αυτούς για απλή συνέργεια στην πιο πάνω (κακουργηματική) απάτη με την επιβαρυντική περίσταση της κατ' επάγγελμα τελέσεως της.
Ακολούθως το Συμβούλιο Εφετών απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση των αναιρεσειόντων κατά του πρωτοδίκου 56/2003 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κεφαλληνίας, αφού μεταρρύθμισε αυτό κατά τον προαναφερθέντα τρόπο. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών δεν διέλαβε στo προσβαλλόμενo παραπεμπτικό βούλευμά του την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία.
η έλλειψη της οποίας ιδρύει το από το άρθρο 483 παρ.1 στοιχ. δ του ΚΠοινΔ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως , διότι δεν εκτίθεται σε αυτό με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, σχετικά με την αποδιδόμενη στους κατηγορουμένους αναιρεσείοντες επιβαρυντική περίσταση της κατ' επάγγελμα τελέσεως της πράξεως της απάτης , ως προς την δεύτερη κατηγορουμένη αναιρεσείουσα και της απλής συνδρομής στην πράξη αυτή, ως προς τον πρώτο αναιρεσείοντα.
Η συνδρομή δε της περιστάσεως αυτής είναι εκείνη η οποία μαζί με την παραδοχή του προσβαλλόμενου βουλεύματος, ότι το συνολικό όφελος της δεύτερης αναιρεσείουσας και η αντίστοιχη ζημία της εγκαλούσας εταιρίας υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δρχ ( ή 15.000 ευρώ), προσδίδει κακουργηματικό χαρακτήρα στην πράξη της απάτης και της άμεσης συνδρομής σ΄αυτήν , πράξεις για τις οποίες έκρινε το Συμβούλιο ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή των κατηγορουμένων- αναιρεσειόντων στο ακροατήριο.
Ειδικότερα, ενώ δέχεται το προσβαλλόμενο βούλευμα , ότι η "μεμονωμένη αυτή πράξη της απάτης", όπως χαρακτηρίζεται η πράξη αυτή των αναιρεσειόντων , έχει τα στοιχεία της επιβαρυντικής περίσταση της κατ΄ επάγγελμα τελέσεως , λόγω της υποδομής, η οποία, κατά τις παραδοχές του εν λόγω βουλεύματος, συνίσταται αποκλειστικά και μόνο στο πιο πάνω αναφερόμενο ανακριβές τοπογραφικό σχεδιάγραμμα που συνέταξε ο πρώτος αναιρεσείων , που συνοδευόταν με συνεχείς αντίστοιχες διαβεβαιώσεις ότι το ακίνητο ανήκε στην κυριότητα της δεύτερης, ουδόλως εκτίθενται σε αυτό περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι η "υποδομή" αυτή είχε διαμορφωθεί με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως του εγκλήματος της απάτης εκ μέρους της δεύτερης αναιρεσείουσας και της απλής συνδρομής στην ίδια πράξη εκ μέρους του πρώτου, από την οποία μάλιστα "υποδομή" με πρόθεση επανειλημμένη τελέσεως, να προκύπτει σκοπός των αναιρεσειόντων για πορισμό εισοδήματος.
Η έκθεση των περιστατικών αυτών προς αιτιολόγηση της πιο πάνω παραδοχής είναι απαραίτητη, δεδομένου ότι η σύνταξη και μόνο του πιο πάνω ανακριβούς τοπογραφικού σχεδιαγράμματος, εκ μέρους του πρώτου κατηγορουμένου- αναιρεσείοντος, έστω και αν αυτό συνοδευόταν με τις προαναφερόμενες διαβεβαιώσεις, προκειμένου να διευκολύνει αυτός τη διάπραξη αποκλειστικά και μόνο της πιο πάνω "μεμονωμένης" πράξεως της απάτης, δεν αρκεί για τον χαρακτηρισμό των πράξεων των αναιρεσειόντων ως "κατ' επάγγελμα" τελεσθεισών.
Επομένως σχετικός από τη διάταξη του άρθρου 484 στοιχ. δ ΚΠΔ σαφής και ορισμένος λόγος αναιρέσεως, της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένη αιτιολογίας ως προς την συνδρομή στο πρόσωπο των αναιρεσειόντων της επιβαρυντικής περιστάσεως της κατ' επάγγελμα τελέσεως των πιο πάνω αξιοποίνων πράξεων , είναι βάσιμος και, πρέπει, να γίνει δεκτός.
Οι λοιπές αιτιάσεις των κατηγορουμένων αναιρεσειόντων που πλήττουν τις παραδοχές του προσβαλλόμενου βουλεύματος ως προς τη συνδρομή, κατά τα λοιπά, των υποκειμενικών και αντικειμενικών στοιχείων του αδικήματος της απάτης, που φέρεται ότι διέπραξε η αναιρεσείουσα Χ1 και της απλής συνδρομής στην πράξη αυτή ,που φέρεται ότι διέπραξε ο αναιρεσείων σύζυγός της Χ2, είναι αβάσιμες και απορριπτέες.
Ειδικότερα, δεν απαιτείται χωριστή αξιολόγηση και εκτίμηση του περιεχομένου κάθε αποδεικτικού μέσου, όπως δε προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα το Συμβούλιο Εφετών συνεκτίμησε όλα τα κατ' είδος μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα , μεταξύ των οποίων και τις κατεθέσεις όλων των μαρτύρων ( βλέπε 8ο φύλλο βουλεύματος) και , επομένως, την κατάθεση του μάρτυρα των αναιρεσειόντων ...
Οι περαιτέρω δε αιτιάσεις ως προς την εσφαλμένη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων ( καταθέσεις μαρτύρων κλπ), απαραδέκτως προβάλλονται , καθόσον πλήττουν την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του Συμβουλίου. VI. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και μετά την παραδοχή του σχετικού με την έλλειψη αιτιολογίας ως προς την συνδρομή των επιβαρυντικών περιστάσεων της κατ' επάγγελμα τελέσεως των αδικημάτων για τα οποία παραπέμφθηκαν οι αναιρεσείοντες, πρέπει να γίνουν δεκτές οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως ,ως βάσιμες κατ' ουσία και να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Συμβούλιο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές από εκείνους που έκριναν προηγουμένως ( άρθρο 485 παρ.1 και 519 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί το 58/2005 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πατρών.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση και κρίση στο ίδιο Συμβούλιο Εφετών Πατρών, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν το αναιρούμενο βούλευμα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Δεκεμβρίου 2006. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 27 Δεκεμβρίου 2006 Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ