Supreme Court allows appeal against Lamia Court of Appeal, remands case, and rejects restitution request.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the Court of Appeal of Lamia, remanding the case for retrial before a different panel. The appellants sought restitution of properties sold at auction following the contested judgment, but the court found their request legally vague. Consequently, the court rejected the restitution claim as indefinite while ordering the respondent to pay the appellants' legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 579, 580, 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may remand a case for retrial upon allowing an appeal, but a request for restitution of property must be specific regarding the execution act to be annulled.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2230 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2230/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη και Κωνσταντίνο Τσόλα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1, 2. Χ2, 3. Χ3 και 4. Χ4, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Σάκκαλη.
Του αναιρεσίβλητου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Παρδάλη.
Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, οι οποίοι παραστάθηκαν όπως ανωτέρω σημειώνεται, η δικηγόρος του αναιρεισιβλήτου ζήτησε την αναβολή της υποθέσεως. Για το ανωτέρω ζήτημα έλαβε το λόγο και ο πληρεξούσιος των αντιδίκων ο οποίος δεν συναίνεσε στο αίτημα της αναβολής. Το Δικαστήριο διασκέφτηκε και δια του Προέδρου του απέρριψε το αίτημα αναβολής και προχώρησε στη συζήτηση της υποθέσεως.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-11-1999 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Άμφισσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 64/2000 μη οριστική, 28/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 135/2007 του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 29-4-2008 αίτησή τους και με τους από 18-8-2009 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Τσόλας ανέγνωσε την από 14-9-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί ως απαράδεκτη η αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος που αυτοτελώς στρέφεται κατά της 28/2006 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας και να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος που στρέφεται κατά της 135/2007 απόφασης του Εφετείου Λαμίας, κατά παραδοχή των αναφερομένων στο σκεπτικό λόγων της.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, η πληρεξούσια του αναιρεσίβλητου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Κατά το άρθρο 799 ΑΚαν δεν συμφωνούν για τη διανομή όλοι οι κοινωνοί, κάθε κοινωνός μπορεί να απαιτήσει δικαστική διανομή κατά τις διατάξεις της πολιτικής δικονομίας. Κατά δε το άρθρο 800 ΑΚ, η διανομή γίνεται αυτουσίως, αν το αντικείμενο ή τα αντικείμενα που πρόκειται να διανεμηθούν είναι δυνατόν χωρίς μείωση της αξίας να διαιρεθούν σε ομοειδή μέρη ανάλογα προς τις μερίδες των κοινωνών.
Εξάλλου: α) Κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 480 του ΚΠολΔ, το δικαστήριο αποφασίζει την αυτούσια διανομή, αν είναι δυνατή η διαίρεση του διανεμητέου σε μέρη ανάλογα προς τις μερίδες των κοινωνών, δίχως να μειώνεται η αξία του, κατά δε την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου αν τα διανεμητέα αντικείμενα είναι περισσότερα και η αυτούσια διανομή όλων ή μερικών από αυτά είναι αδύνατη ή ασύμφορη, είναι όμως δυνατή η κατανομή τους σε μέρη ανάλογα προς τις μερίδες των κοινωνών, το δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει την αυτούσια διανομή με τον τρόπο αυτόν.
β) Κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 486 ΚΠολΔ, αν τα μέρη που σχηματίστηκαν κατά τα άρθρα 480 και 480 Α είναι ίσα, η αυτούσια διανομή τους μεταξύ των κοινωνών γίνεται με κλήρωση ..., κατά δε την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, αν τα μέρη που σχηματίστηκαν κατά τα άρθρα 480 και 480 Α είναι άνισα, η αυτούσια διανομή γίνεται με επιδίκαση στους συγκυρίους ή στις ομάδες εκείνων που ζήτησαν κοινή μερίδα, κατά το λόγο των μερίδων τους.
γ) Κατά το άρθρο 481 εδαφ. 2 του Κ.Πολ.Δ, στις περιπτώσεις των άρθρων 480 και 480 Α το δικαστήριο μπορεί για την εξίσωση άνισων μερών να αποφασίσει ότι οι κοινωνοί που λαμβάνουν ορισμένα μέρη θα καταβάλουν σε άλλους κοινωνούς ορισμένο χρηματικό ποσό ή να συστήσει δουλεία σε ορισμένα μέρη υπέρ άλλων κοινωνών.
Με τις προπαρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 480 και 486 Κ.Πολ.Δ., επιτράπηκε, υπό τις διαλαμβανόμενες σ' αυτές προϋποθέσεις, η αυτούσια διανομή με απονέμηση, ήτοι χωρίς κλήρωση, με απ` ευθείας επιδίκαση στους συγκυρίους άνισων, ομοειδών ή μη, μερών, κατά το λόγο των μερίδων τους. Περαιτέρω κατά το άρθρο 480 Α ΚΠολΔ, 1.
Κάθε συγκύριος οικοπέδου στο οποίο υπάρχει οικοδομή ή χωριστές οικοδομές έχει δικαίωμα να ζητήσει την αυτούσια διανομή του οικοπέδου με σύσταση χωριστής ιδιοκτησίας κατ' ορόφους ή μέρη ορόφων ή με σύσταση χωριστής ιδιοκτησίας σε διακεκριμένα μέρη του ενιαίου οικοπέδου στα οποία έχουν ανεγερθεί οι χωριστές οικοδομές, με την επιφύλαξη των πολεοδομικών διατάξεων.
Το δικαστήριο αποφασίζει τη διανομή με τον τρόπο αυτόν αν είναι εφικτή και δεν αντιβαίνει στο συμφέρον των λοιπών συγκυρίων ... 2. Αν πρόκειται για οικόπεδο ακάλυπτο και οικοδομήσιμο και η αυτούσια διαίρεσή του είναι ανέφικτη, το δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει την αυτούσια διανομή του με σύσταση χωριστής ιδιοκτησίας σε διακεκριμένα μέρη του ενιαίου οικοπέδου στα οποία θα είναι δυνατή η ανέγερση χωριστών οικοδομημάτων, με την επιφύλαξη των πολεοδομικών διατάξεων.
Κατά την αληθινή έννοια των ανωτέρω διατάξεων, σε συνδυασμό ερμηνευομένων και εφαρμοζομένων ενόψει και του σκοπού για τον οποίο τέθηκαν ως νέο δίκαιο, είναι επιτρεπτή, αν είναι εφικτή και δεν αντιβαίνει στο συμφέρον όλων των συγκυρίων, η αυτούσια διανομή ακινήτου επί του οποίου υπάρχει μία μόνο οικοδομή με τη σύσταση χωριστών ιδιοκτησιών σε διακεκριμένα μέρη του ακινήτου σύμφωνα με το ν.δ.1024/1971, με την έννοια ότι η υπάρχουσα οικοδομή θα περιέλθει, ως αυτοτελής ιδιοκτησία, σε ένα των συγκυρίων και στους λοιπούς θα περιέλθουν οι ανεγερθησόμενες επί των οριζομένων υπό του δικαστηρίου διακεκριμένων μερών υπόλοιπες ιδιοκτησίες, εξισουμένων των τυχόν ανισοτήτων με την καταβολή χρηματικού ποσού ή σύσταση δουλειών (ΑΠ 1843/1999).
Κατά την εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, το πόρισμα του δικαστηρίου της ουσίας περί του αδυνάτου ή του ασυμφόρου, (που δεν αποτελεί νομική έννοια), της αυτούσιας διανομής πρέπει, ενόψει των διατάξεων των άρθρων 93 παρ. 3 εδ. α' του Συντάγματος και 305 ΚΠολΔ, να είναι σαφές. Αν επομένως το πόρισμα αυτό δεν είναι σαφές, διότι αποτελεί το καταστάλαγμα ελλιπών, ασαφών ή αντιφατικών αιτιολογιών που δεν ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως και ιδρύεται ο προβλεπόμενος από τον αριθ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης.
Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ιδρύεται αναιρετικός λόγος, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται με το να μην εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή με το να εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, ή με το να εφαρμοσθεί εσφαλμένα.
Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με την κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή. Προς εξεύρεση της παραβιάσεως ελέγχεται ο δικανικός συλλογισμός, που διατυπώνεται, έστω και ατελώς, στην απόφαση και που συγκροτείται από την μείζονα πρόταση (νομική διάταξη), την ελάσσονα πρόταση (πραγματικές παραδοχές) και το συμπέρασμα (διατακτικό).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, που έκρινε ως ασύμφορη την αυτούσια διανομή των επίδικων ακινήτων και διέταξε την διά πλειστηριασμού πώλησή τους, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, από τα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά:
Οι διάδικοι είναι συγκύριοι κατά ποσοστά 396/500 εξ αδιαιρέτου ο ενάγων και 26/500 εξ αδιαιρέτου καθένας από τους τέσσερις εναγομένους των δύο επίδικων ακινήτων και συγκεκριμένα: α) ενός οικοπέδου επιφανείας 278,45 τ.μ, που βρίσκεται εντός του σχεδίου πόλεως ... στη συνοικία "..." και συνορεύει με δημοτική οδό ..., ιδιοκτησίες ...
και ... μετά της παλαιάς (ισόγειας) οικίας μετά βοηθητικού χώρου (υπογείου), εμβαδού 81,05 τ.μ και β) μίας οικοδομής επί οικοπέδου, εμβαδού 70,65 τ.μ, η οποία αποτελείται από υπόγειο επιφανείας 70,65 τ.μ., ισόγειο- κατάστημα επιφανείας 70,65 τ.μ και ανώγειο διαμέρισμα τριών δωματίων μετά βοηθητικών χώρων, επιφανείας 58,50 τ.
μ, που βρίσκεται στην αγορά της ... και συνορεύει με δημοτική οδό ..., ιδιοκτησία κληρονόμων ..., προικώο ... και ... Η αξία του πρώτου ακινήτου (οικόπεδο με οικία) ανέρχεται στο ποσό των 31.414,13 ευρώ, ενώ της ως άνω οικοδομής σε 65.963,57 ευρώ Περαιτέρω το Εφετείο κρίνει ότι είναι αδύνατη η αυτούσια διανομή των επίδικων ακινήτων σε πέντε χωριστές ιδιοκτησίες σύμφωνα με τα ποσοστά του καθενός διαδίκου λόγω:
α) της θέσης των οικοδομών επί εκάστου οικοπέδου και β) του ποσοστού των επί μέρους ιδιοκτησιών, καθόσον τα αναλογούντα τετραγωνικά μέτρα είναι κατά πολύ μικρότερα ενός αυτοτελούς ορόφου. Επίσης για τους ίδιους λόγους κρίνει ότι είναι αδύνατη η αυτούσια διανομή των εν λόγω ακινήτων σε δύο χωριστές ιδιοκτησίες με λήψη από όλους τους εναγομένους μίας μερίδας (ποσοστού 104/500), όπως αυτοί ζήτησαν, και σύσταση οριζόντιας ή κάθετης συνιδιοκτησίας χωρίς τη μείωση των ακινήτων.
Στην συνέχεια στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται, επί λέξει, "ως προς τη δυνατότητα αυτούσιας διανομής του πρώτου ακινήτου και συγκεκριμένα αυτού με την παλαιά ισόγεια κατοικία, με την κατασκευή νέας οικοδομής, η οποία προτείνεται από τον πραγματογνώμονα, πρέπει να παρατηρηθεί ότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 480 Α παρ Ι εδ.
α' και 2 ΚΠολΔ, για να γίνει αυτούσια διανομή οικοπέδου με σύσταση χωριστής ιδιοκτησίας σε διακεκριμένα μέρη του ενιαίου οικοπέδου κατά το Ν.Δ 1024/1971, απαιτείται να υπάρχουν στο οικόπεδο περισσότερες της μίας χωριστές οικοδομές ή να πρόκειται για ακάλυπτο οικόπεδο. Στην προκείμενη περίπτωση, το επίδικο οικόπεδο αφενός μεν δεν είναι ακάλυπτο, αφετέρου δε εντός αυτού υπάρχει μία και όχι περισσότερες αυτοτελείς οικοδομές, με αποτέλεσμα η αυτούσια διανομή με αυτόν τον τρόπο να μην βρίσκει έρεισμα στο νόμο.
Ως προς το δεύτερο ακίνητο, ήτοι αυτό με τη διώροφη οικοδομή, αποτελούμενη από κατάστημα και διαμέρισμα, δημιουργούνται άνισες ως προς την αξία ιδιοκτησίες, ώστε κατ' αρχήν να είναι δυνατή η εξίσωσή τους με καταβολή χρηματικού ποσού. Πλην όμως η με αυτόν τον τρόπο αυτούσια διανομή κρίνεται ασύμφορη, δεδομένου ότι αφ' ενός μεν υποχρεούνται οι εναγόμενοι να καταβάλουν έκαστος ποσό 3.617,23 ευρώ στον ενάγοντα, ποσό που αντιστοιχεί στο ποσοστό συνιδιοκτησίας του καθενός (26/500), αφετέρου δε, διότι ο ενάγων με αυτό τον τρόπο λαμβάνει μερίδα κυρίως σε χρήμα, που όμως δεν επιτρέπεται, αφού η λήψη της μερίδας του κυρίως σε χρήμα αφαιρεί από τη διανομή το χαρακτήρα της αυτούσιας".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι πρέπει να διαταχθεί η πώληση των επίδικων ακινήτων με πλειστηριασμό. Το Εφετείο με το να αποφανθεί, ότι η αυτούσια διανομή του πρώτου ακινήτου, το οποίο βρίσκεται εντός σχεδίου πόλεως, στο οποίο υπάρχει μία μόνο οικοδομή με σύσταση χωριστής ιδιοκτησίας σε διακεκριμένα μέρη του ενιαίου οικοπέδου δεν είναι κατά νόμο δυνατή, απορρίπτοντας το σχετικό αίτημα των αναιρεσειόντων για αυτούσια διανομή του επικοίνου ακινήτου σε διακεκριμένα μέρη κατά το ν.δ. 1024/1971, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 480 και 480Α ΚΠολΔ, αφού, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, είναι επιτρεπτή η αυτούσια διανομή του ακινήτου αυτού, με την έννοια που προαναφέρεται.
Συνεπώς είναι βάσιμος ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες ψέγουν το Εφετείο, ότι παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 480 και 480 Α του ΚΠολΔ, όπως ο λόγος αυτός συμπληρώθηκε, κατ' άρθρο 562 παρ.4 του ίδιου Κώδικα, από τον Εισηγητή.
Περαιτέρω το Εφετείο, κρίνοντας αδύνατη και ασύμφορη την αυτούσια διανομή των επίδικων ακινήτων, στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, διότι με ανεπαρκείς αιτιολογίες κατέληξε στο παραπάνω πόρισμα και συγκεκριμένα, ενώ κατ' αρχήν δέχεται ότι είναι αδύνατη η αυτούσια διανομή των επίδικων ακινήτων σε πέντε χωριστές ιδιοκτησίες σύμφωνα με τα ποσοστά του καθενός διαδίκου λόγω:
α) της θέσης των οικοδομών επί εκάστου οικοπέδου και β) του ποσοστού των επί μέρους ιδιοκτησιών, καθόσον τα αναλογούντα τετραγωνικά μέτρα είναι κατά πολύ μικρότερα ενός αυτοτελούς ορόφου, στην συνέχεια κρίνει ότι για τους ίδιους λόγους είναι αδύνατη η αυτούσια διανομή των εν λόγω ακινήτων σε δύο χωριστές ιδιοκτησίες με λήψη από όλους τους εναγομένους μίας μερίδας (ποσοστού 104/500), όπως αυτοί ζήτησαν, και σύσταση οριζόντιας ή κάθετης συνιδιοκτησίας χωρίς τη μείωση της αξίας των ακινήτων, χωρίς περαιτέρω να αναφέρει ποια η αξία του καθενός (με την έννοια της διαιρεμένης ιδιοκτησίας) ορόφου (ανωγείου, ισογείου και υπογείου) της ανωτέρω οικοδομής, ώστε να είναι δυνατόν να κριθεί, ενόψει του νομίμως υποβαλλόμενου αιτήματος των εναγομένων-αναιρεσειόντων για κοινή μερίδα σε καθένα ή σε οποιοδήποτε ακίνητο και με σύσταση οριζόντιας ή κάθετης ιδιοκτησίας, αν είναι δυνατή η αυτούσια διανομή με απονέμηση με απ' ευθείας επιδίκαση στους συγκυρίους άνισων, ομοειδών ή μη, μερών, κατά το λόγο των μερίδων τους, λαμβανομένου υπόψη, κατά τα προεκτεθέντα, ότι το δικαστήριο μπορεί για την εξίσωση άνισων μερών να αποφασίσει ότι οι κοινωνοί που λαμβάνουν ορισμένα μέρη θα καταβάλουν σε άλλους κοινωνούς ορισμένο χρηματικό ποσό ή να συστήσει δουλεία σε ορισμένα μέρη υπέρ άλλων κοινωνών.
Ακόμη, κρίνοντας το Εφετείο, ότι η αυτούσια διανομή της ως άνω οικοδομής είναι ασύμφορη, δεδομένου ότι αφενός υποχρεούνται οι εναγόμενοι να καταβάλουν έκαστος ποσό 3.617,23 ευρώ στον ενάγοντα, ποσό που αντιστοιχεί στο ποσοστό συνιδιοκτησίας του καθενός (26/500), αφετέρου δε, διότι ο ενάγων με αυτό τον τρόπο λαμβάνει μερίδα κυρίως σε χρήμα, που όμως δεν επιτρέπεται, αφού η λήψη της μερίδας του κυρίως σε χρήμα αφαιρεί από τη διανομή το χαρακτήρα της αυτούσιας διέλαβε ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, αφού δεν υπολογίζει την αξία της κοινής μερίδας των αναιρεσειόντων επί της οικοδομής και έτσι, μη αναφέροντας και την αξία του κάθε ορόφου αυτής (ως διαιρεμένης ιδιοκτησίας), δεν μπορεί να κριθεί αν είναι ή όχι δυνατή και συμφέρουσα, με σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας επί των αυτοτελών ορόφων, η διαίρεση σε δύο άνισες μερίδες και το ποσό που, ενδεχομένως, απαιτείται, για την εξίσωση των άνισων μερίδων, ενώ δεν προκύπτει πως το Εφετείο καταλήγει στον πιο πάνω συλλογισμό "ότι ο ενάγων ...
λαμβάνει μερίδα κυρίως σε χρήμα". Επομένως είναι βάσιμος ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, κατά το τρίτο, πέμπτο και έβδομο μέρος του, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών για το ουσιώδες ζήτημα του εφικτού της αυτούσιας διανομής των διανεμητέων ακινήτων.
V.- Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν δικόγραφο πρόσθετων λόγων αναίρεσης και προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 183 και 191παρ.2 ΚΠολΔ).
ΙV.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 579 παρ.2 ΚΠολΔ, αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της αποφάσεως που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, εφόσον υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.
Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό προς τη διάταξη της πρώτης παραγράφου του ίδιου άρθρου, που ορίζει ότι "αν αναιρεθεί η απόφαση οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνο εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση", προκύπτει ότι:
α) μπορεί να ζητηθεί από τον αναιρεσείοντα και να διαταχθεί με την αναιρετική απόφαση, ως συνέπεια της επαναφοράς των πραγμάτων στην προ της αναιρεθείσης αποφάσεως και της εκούσιας ή αναγκαστικής εκτελέσεως αυτής κατάσταση, και η ακύρωση των πράξεων της τελευταίας, υπό την προϋπόθεση όμως ότι οι πράξεις αυτές αφορούν το αντικείμενο που αποτέλεσε περιεχόμενο της απόφασης που εκτελέστηκε, και β) για να διατάξει ο Άρειος Πάγος, με την αναιρετική απόφασή του, την επαναφορά των πραγμάτων, πρέπει η εκτέλεση, εκούσια ή αναγκαστική, να έγινε με βάση την απόφαση που αναιρέθηκε.
Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων αναίρεσης ισχυρίζονται ότι σε εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης διενεργήθηκε στις 25-6-2008 πλειστηριασμός των επίδικων ακινήτων με υπερθεματιστή τον αναιρεσίβλητο, γι' αυτό και υποβάλλουν αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην προ της αναιρεθείσης αποφάσεως κατάσταση, χωρίς όμως να σωρεύουν και αίτημα να διαταχθεί με την αναιρετική απόφαση, ως συνέπεια της επαναφοράς των πραγμάτων και η ακύρωση των πράξεων εκτελέσεως και εν προκειμένω του πλειστηριασμού, για την ακύρωση του οποίου, άλλωστε, όπως στο πιο πάνω δικόγραφο προσθέτων λόγων αναφέρεται, οι αναιρεσείοντες έχουν ασκήσει ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ.
Συνεπώς το ως άνω αίτημα πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστο.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την 135/2007 απόφαση του Εφετείου Λαμίας.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ το αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Νοεμβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Δεκεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ