Supreme Court dismisses bank's appeal on labor law violation and unjust enrichment claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the bank's appeal against a labor court ruling that dismissed a termination claim as abusive. The court found the lower court correctly applied labor law principles regarding the employee's long tenure and the principle of proportionality. Consequently, the appeal was dismissed, and the bank was ordered to pay the opposing party's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1)(a) and 19 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal based on violation of substantive law is inadmissible when the lower court's application of labor law principles regarding proportionality and the specific circumstances of the employment relationship is legally sound.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 222 / 2021 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 222/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο και Πελαγία Ακάσογλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, την 25 Φεβρουαρίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας - καλούσας: ανωνύμου τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ALPHA BANK", ως καθολικού διαδόχου, λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση της ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΗΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε. που έχει έδρα στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ουρανία Μπάρλου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου - καθού η κλήση: Δ. Θ. του Π., κατοίκου ..., πρώην κατοίκου …., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Καρταλτζή, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/2/2010 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκε με τις προφορικά ασκηθείσες πρόσθετες παρεμβάσεις της πρωτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία: "ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑ" και της δευτεροβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "Ομοσπονδία Τραπεζοϋπαλληλικών Οργανώσεων Ελλάδας (Ο.Τ.Ο.Ε.). Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2022/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 6449/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα τραπεζική εταιρεία με την από 18/11/2016 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 797/2018 απόφαση του δικαστηρίου τούτου, που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. Η υπόθεση επαναφέρεται με την από 9/1/2019 κλήση της αναιρεσείουσας - καλούσας. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
(Ι).- Η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, δηλ. κανόνα, που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις, προβλέπεται, ως λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ. Κανόνας του ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, αν εφαρμόσθηκε εσφαλμένα καθώς και αν δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ήτοι, αν το δικαστήριο της ουσίας απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία, από εκείνα, που ο ουσιαστικός νόμος απαιτεί.
Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε έννοια διαφορετική από την αληθινή είτε ως κακή εφαρμογή, όταν το δικαστήριο της ουσίας έκανε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών της ένδικης υποθέσεως, σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται και, έτσι, κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού.
Δια του λόγου αυτού αναιρέσεως, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων, αντενστάσεων) των διαδίκων καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών δηλ., αποκλειστικά, των πραγματικών περιστατικών, που, ανελέγκτως, δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν καθώς και της υπαγωγής αυτών στο νόμο.
Ιδρύεται δε, ο λόγος αυτός, αν οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας καθιστούν φανερή την παραβίαση (ΑΠ ολ. 3/2020). Επομένως, ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ είναι δυνατό να έχει, ως περιεχόμενο (και) την αιτίαση ότι παραβιάσθηκε συγκεκριμένος κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, με αποτέλεσμα η αγωγή να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη ή να απορριφθεί, ως αβάσιμη κατ' ουσία.
Για να είναι, τότε, ορισμένος (παραδεκτός) ο λόγος αυτός αναιρέσεως [άρθρα 118 αριθμός 4, 119, 120, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3, 495 παρ. 1, 562 ΚΠολΔ] και, συνεπώς, να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, πρέπει στο έγγραφο (δικόγραφο) της αναιρέσεως να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το νομικό σφάλμα, που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας περί την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού δικαίου, δηλ.
η πλημμέλεια, που αποδίδεται και η έννομη συνέπεια, που διαγνώσθηκε από την πλημμέλεια, επίσης, να εκτίθενται, πλήρως και σαφώς, οι κρίσιμες ουσιαστικές - πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας ώστε αγωγή να γίνει δεκτή, ως βάσιμη ή να απορριφθεί, ως αβάσιμη στην ουσία (ΑΠ ολ. 11/2017, ΑΠ ολ. 2/2013, ΑΠ ολ. 28/1998).
Εξ άλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού (δικανικού) συλλογισμού της, δηλ. στο αιτιολογικό της, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα πραγματικά περιστατικά, που εκτίθενται, δεν καλύπτουν όλα τα αναγκαία στοιχεία, κατά το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής ή ελλιπής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Ιδρύεται, έτσι, αυτός ο λόγος, μόνο, όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου και όχι δικονομικής διατάξεως, που ρυθμίζει τη διαδικασία. Για να είναι ορισμένος (παραδεκτός) τέτοιος λόγος [άρθρα 118 αριθμός 4, 119, 120, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3, 495 παρ. 1, 562 ΚΠολΔ], πρέπει στο δικόγραφο της αναιρέσεως να αναφέρονται ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου, σχετικά με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει η έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως καθώς και οι (ουσιαστικές) παραδοχές της αποφάσεως, με πληρότητα και σαφήνεια, σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών, δηλ.
ποια στοιχεία αναγκαία για την επάρκεια των αιτιολογιών λείπουν, σε τι συνίσταται η αντίφαση των αιτιολογιών και από ποια μέρη τους προκύπτει (ΑΠ ολ. 1/1999, ΑΠ ολ. 30/1997, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 114/2017).
(ΙΙ).- Από τα άρθρα 3, 167, 174, 180, 200, 281, 288, 361, 648, 649, 669, 672 ΑΚ, 68, 70 ΚΠολΔ προκύπτουν (και) τα εξής: Η σύμβαση ιδιωτικού δικαίου εξηρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου λήγει, με την πάροδο ορισμένου χρονικού σημείου, χωρίς να απαιτείται καταγγελία ή προειδοποίηση. Ορισμένου χρόνου είναι και η σύμβαση, όταν από τον Οργανισμό Προσωπικού του εργοδότη προβλέπεται η αυτοδίκαιη αποχώρηση ή απόλυση του εργαζομένου από την υπηρεσία, μετά τη συμπλήρωση προκαθορισμένου χρόνου (ορίου ηλικίας, πραγματικής και συντάξιμης υπηρεσίας), χωρίς να αναγνωρίζεται στον εργοδότη το δικαίωμα της ελεύθερης καταγγελίας, οποτεδήποτε.
Τη σύμβαση ιδιωτικού δικαίου εξηρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου μπορεί, πάντοτε, τα μέρη να καταγγείλουν, εκτάκτως, οποτεδήποτε, για σπουδαίο λόγο, χωρίς την τήρηση προθεσμίας [άρθρο 672 ΑΚ]. Με την περιέλευση της καταγγελίας στον αντισυμβαλλόμενο, λύεται για το μέλλον η έννομη σχέση, δηλ. η καταγγελία έχει άμεση διαπλαστική ενέργεια.
Τυχόν ανυπαρξία σπουδαίου λόγου καθιστά την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου άκυρη. Επί ακυρότητας της καταγγελίας, η διαπλαστική της ενέργεια δεν επέρχεται, η σύμβαση εργασίας εξακολουθεί να υφίσταται και η δικαστική απόφαση, που αναγνωρίζει την ακυρότητα της καταγγελίας, απλώς επιβεβαιώνει την έκτοτε ανυπαρξία του πιο πάνω αποτελέσματός της.
Σπουδαίο λόγο αποτελούν πραγματικά περιστατικά (ακόμη και μεμονωμένο περιστατικό), τα οποία, κατ' αντικειμενική κρίση, καθιστούν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, μη ανεκτή για τον καταγγέλλοντα, τη συνέχιση, μέχρι τη λήξη, της συμβάσεως εργασίας. Στην περίπτωση επικλήσεως περισσοτέρων περιστατικών, αρκεί η έρευνα και ενός, εφ' όσον δικαιολογεί, πράγματι, την πρόωρη λύση της συμβάσεως, διαφορετικά, ερευνάται το σύνολο των περιστατικών και, αν αυτά, αθροιστικά, επιβαρύνουν την εργασιακή σχέση σε τέτοιο βαθμό ώστε να καθίσταται, για τον καταγγέλλοντα, μη ανεκτή η συνέχισή της.
Η ουσιώδης παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεων του εργαζομένου, χωρίς να προϋποτίθεται, αναγκαίως και υπαιτιότητά του ή το ίδιο, ο κλονισμός ή η απώλεια της προσωπικής συνεργασίας και η απώλεια ή έλλειψη εμπιστοσύνης στο πρόσωπο του εργαζομένου, που συνεπάγεται ακαταλληλότητά του για την εργασία, για την οποία είχε προσληφθεί, ακόμη, το πειθαρχικό παράπτωμα του εργαζομένου, κατά τον Οργανισμό Προσωπικού του εργοδότη, συνιστούν σπουδαίο λόγο (ΑΠ 606/2019, ΑΠ 652/2009).
Ακυρότητα της καταγγελίας επιφέρει και η καταχρηστική άσκηση του συγκεκριμένου δικαιώματος του εργοδότη. Έτσι, η καταγγελία για σπουδαίο λόγο δεν πρέπει να υπερβαίνει, προφανώς, τα όρια τη καλής πίστεως ή των χρηστών ηθών ή του οικονομικού ή κοινωνικού σκοπού του δικαιώματος υπάρχει δε, 'προφανής' υπέρβαση, όταν, κατ' αντικειμενική κρίση, η υπέρβαση είναι αναμφισβήτητη, σε σχέση με το όφελος, ήτοι με την προστασία των συμφερόντων του εργοδότη (ΑΠ 1532/2000).
Με την πειθαρχική διαδικασία και την καταγγελία για σπουδαίο λόγο της συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου, επιδιώκονται διαφορετικοί σκοποί. Ειδικότερα, με την πειθαρχική διαδικασία επιδιώκεται, πάντοτε, ακόμη και αν προβλέπεται από τον Οργανισμό Προσωπικού του εργοδότη, η πειθαρχική ποινή της οριστικής παύσεως, η διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας της επιχειρήσεως του εργοδότη.
Αντίθετα, με την καταγγελία για σπουδαίο λόγο, απομακρύνεται ο εργαζόμενος, του οποίου η σύμβαση εργασίας δεν μπορεί να συνεχισθεί, ως επαχθής, για τον εργοδότη (ΑΠ 114/2019). Η καταγγελία, κατά παράλειψη της πειθαρχικής διαδικασίας, ελέγχεται από το δικαστήριο, κατόπιν σχετικού ισχυρισμού, ως καταχρηστική.
Επίσης, το δικαστήριο ερευνά, κατόπιν σχετικού ισχυρισμού, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, με την άσκηση του δικαιώματος (έκτακτης) καταγγελίας για σπουδαίο λόγο, παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας μεταξύ του χρησιμοποιουμένου μέσου και του επιδιωκόμενου σκοπού. Το δικαστήριο δηλ. εξετάζει, αν υπάρχουν άλλα, ηπιότερα από την καταγγελία, μέτρα, εξ ίσου πρόσφορα για τη διαφύλαξη των συμφερόντων του εργοδότη και, έτσι, αν η καταγγελία είναι προς τούτο (για τη διαφύλαξη των συμφερόντων του εργοδότη), όχι μόνο πρόσφορο, αλλά και αναγκαίο μέτρο.
Η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί ιδιαίτερη εκδήλωση της καλής πίστεως και της αρχής της μη καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος, απορρέει από τη συνταγματική αρχή του κράτους δικαίου και ήδη καθιερώνεται στο άρθρο 25 παρ.1 του Συντάγματος (ΑΠ 904/2012). Δεν αποτελεί λόγο ακυρότητας της καταγγελίας για σπουδαίο λόγο, αυτός, που θεμελιώνεται αποκλειστικώς στην παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως [άρθρο 288 ΑΚ] και, ειδικότερα, στο ότι δεν καταγγέλθηκε και η σύμβαση άλλων (ή άλλου) εργαζομένων, που υπέπεσαν στο ίδιο παράπτωμα (ΑΠ 255/2006).
Η από 11.11.1977 Συλλογική Σύμβαση Εργασίας περιλαμβάνει τον "Οργανισμό Προσωπικού της ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΗΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" (Πρακτικό Καταθέσεως στο Υπουργείο Εργασίας 1841/11.11.1977), εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 2 ν. 3239/1955 (ΦΕΚ Α. 25), δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, την 26.11.1977 (τ. Β', φ. 1255), με την 46806 / 10314 / 21.11.1977 απόφαση του Υπουργού Εργασίας και κηρύχθηκε υποχρεωτική, με την 15869 / 10.7.1981 απόφαση του ιδίου Υπουργού (ΦΕΚ Β. 446/ 27.7.1981).
Περιέχει δε, κανονιστικές διατάξεις και έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου (ΑΠ ολ. 22/1999). Στο άρθρο 31 του Οργανισμού αυτού, όπως ίσχυσε στον κρίσιμο χρόνο (4.11.2009), ορίζεται (και) ότι: "(1).- Η σύμβαση εργασίας μεταξύ της Τράπεζας και κάθε εργαζομένου σε αυτή λύνεται, με τη συμπλήρωση του 58ου έτους της ηλικίας για τους άνδρες και του 57ου έτους για τις γυναίκες. (2).- Οι εργαζόμενοι, που συμπληρώνουν το παραπάνω όριο ηλικίας, κατά τη διάρκεια του ημερολογιακού έτους, αποχωρούν, αυτοδικαίως, την 1η Ιανουαρίου του επομένου έτους ... (3).- Η όπως πιο πάνω σύμβαση εργασίας παρατείνεται οπωσδήποτε και πέραν του ορίου ηλικίας, που ορίζεται στην παράγραφο (1) του παρόντος άρθρου, αλλά όχι πέραν του 62ου έτους της ηλικίας για τους άνδρες και του 58ου έτους της ηλικίας για τις γυναίκες, προκειμένου, με την παράταση αυτή, ο εργαζόμενος να συμπληρώσει από οποιαδήποτε αιτία, 35 συντάξιμα έτη, σε κύριο και 35 συντάξιμα έτη, σε επικουρικό φορέα κοινωνικής ασφάλισης (από εργασία εντός και εκτός Τράπεζας) και, εφ' όσον, με την ασφάλιση αυτή, θεμελιώνει απαιτητό δικαίωμα πλήρους κύριας και επικουρικής σύνταξης.
Ως χρόνος πλήρωσης όλων των παραπάνω προϋποθέσεων λύσης της σύμβασης ορίζεται η ημέρα, που πληρώνονται, αθροιστικά, όλες οι ως άνω προϋποθέσεις. Οι εργαζόμενοι, που θα πληρούν όλες τις παραπάνω προϋποθέσεις λύσης της σύμβασης, κατά τη διάρκεια του ημερολογιακού έτους, αποχωρούν, αυτοδικαίως, την 1η Ιανουαρίου του επομένου έτους ... (4).- Η όπως πιο πάνω σύμβαση εργασίας λύεται και πριν τη συμπλήρωση των οριζομένων, ως άνω, ορίων ηλικίας, στις ακόλουθες περιπτώσεις: (α).- λόγω θανάτου του εργαζομένου, (β).- λόγω αδικαιολόγητης συνεχούς απουσίας του εργαζομένου για τριάντα (30) εργάσιμες ημέρες, που θεωρείται, ως οικειοθελής αποχώρηση, (γ).- λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας για σπουδαίο λόγο (άρθρο 672 ΑΚ) ... ".
Επομένως, η σύμβαση εργασίας του προσωπικού της εταιρίας 'ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε. είναι ορισμένου χρόνου, εφ' όσον προβλέπεται η λήξη της, με τη συμπλήρωση ορισμένου ορίου ηλικίας του εργαζομένου.
Υπόκειται προς κρίση, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, η από 18.11.2016 [Γ.Α.Κ. 6635 / Ε.Α.Κ. 975 / 21.11.2016 - Εφετείο Αθηνών] αίτηση για αναίρεση της 6449/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Φέρεται δε, νομίμως προς συζήτηση, με την από 9.1.2019 κλήση της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρίας υπό την επωνυμία 'ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ' (διακριτικός τίτλος 'ALPHA BANK'), ως καθολικής διαδόχου της αρχικής διαδίκου ανώνυμης εταιρίας υπό την επωνυμία 'ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.', μετά τη δημοσίευση, την 27.4.2018, της 797/2018 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, δια της οποίας κηρύχθηκε απαράδεκτη, 'κατά τα άρθρα 81 παρ.3 και 558 ΚΠολΔ', η συζήτηση της υποθέσεως [άρθρα 230 παρ.2, 568 παρ.4 εδ. (α) ΚΠολ, 75 κ.ν. 2190/1920 (ΦΕΚ Α. 144)].
Η 6449/2014 απόφαση, που προσβάλλεται, εκδόθηκε, την 25.11.2014, αντιμωλία των διαδίκων, επί της από 9.5.2013 εφέσεως της αρχικής διαδίκου ανώνυμης εταιρίας 'ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.'. Εκκαλούμενη ήταν η 2022/2012 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, την 17.12.2012, αντιμωλία των διαδίκων, επί της από 1.2.2010 αγωγής του (ήδη) αναιρεσίβλητου Δ.
Θ. κατά της αρχικής διαδίκου ανώνυμης εταιρίας 'ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.' Η αγωγή αφορά απαιτήσεις του (ήδη) αναιρεσίβλητου έναντι της αρχικής διαδίκου ανώνυμης εταιρίας 'ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.' από σύμβαση ιδιωτικού δικαίου εξηρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, η οποία καταγγέλθηκε, την 4.11.2009, από την εργοδότρια, αρχική διάδικο - εναγομένη εταιρία 'ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.' για σπουδαίο λόγο.
Με την 2022/2012 πρωτόδικη απόφαση, η αγωγή έγινε μερικώς δεκτή στην ουσία. Με την 6449/2014 απόφαση, η έφεση έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε στην ουσία, έτσι, επικυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση. Στους πρώτο και δεύτερο βαθμούς δικαιοδοσίας, η υπόθεση εκδικάσθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών [άρθρα 663 - 676 ΚΠολΔ, όπως ίσχυσαν πριν από το άρθρο 1 - άρθρο τέταρτο ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α. 87 / 23.7.2015), ισχύον για την ειδική αυτή διαδικασία από 1.1.2016, κατά το άρθρο 1 - άρθρο ένατο ν. 4335/2015].
Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε, ως άνω, την 21.11.2016, νομίμως και εμπροθέσμως, ήτοι στη νόμιμη προθεσμία των τριών (3) ετών, από την 25.11.2014, [άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1, 144, 145 παρ. 1, 147 παρ. 2 ΚΠολΔ, 13 παρ. 2, 18, 24, 25 ΕισΝΚΠολΔ, σε συνδυασμό προς το άρθρο 1 - άρθρο ένατο ν. 4335/2015], δεδομένου ότι από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της 6449/2014 αποφάσεως ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοσή της είναι δε, στην προκειμένη περίπτωση, η προθεσμία για την άσκηση της αναιρέσεως τριών (3) ετών διότι η 6449/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που προσβάλλεται, δημοσιεύθηκε πριν από την 1.1.2016, χωρίς να επιδοθεί (ΑΠ ολ.
πλ. 10/2018). Εξ άλλου, ύστερα από την ως άνω 797/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, ακριβή αντίγραφα της από 18.11.2016 αιτήσεως αναιρέσεως με κλήση προς συζήτησή της καθώς και της υπ' αριθμ. πρωτ. … / ….10.2019 'βεβαιώσεως αναβολής για τη νόμιμη δικάσιμο της 25.2.2020' της Γραμματέως του Αρείου Πάγου, έχουν επιδοθεί, κατά νόμο, με την επιμέλεια της αναιρεσείουσας [άρθρα 122, 123, 129 παρ.1 ΚΠολΔ], στην Πρωτοβάθμια Συνδικαλιστική Οργάνωση υπό την επωνυμία 'ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ' καθώς και στην Δευτεροβάθμια Συνδικαλιστική Οργάνωση υπό την επωνυμία 'ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΤΡΑΠΕΖΟΫΠΑΛΛΗΛΙΚΩΝ ΟΡΓΑΝΩΣΕΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΟΤΟΕ)', που είχαν παρέμβει προσθέτως υπέρ του (ήδη) αναιρεσίβλητου κατά την πρωτόδικη και την κατ' έφεση δίκη (βλ.
με αριθμούς 6189 Γ'/ 28.11.2019 και 6193 Γ'/ 28.11.2019 εκθέσεις επιδόσεως του αρμοδίου δικαστικού επιμελητή της περιφερείας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Σ. Ε. Α.). Μετά ταύτα, η αίτηση αναιρέσεως είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της [άρθρα 577 παράγραφοι 1 και 3, 591 παρ.7 ΚΠολΔ].
Οι λόγοι αναιρέσεως, δύο (2) συνολικά, περιέχουν τις παρακάτω αιτιάσεις: Ο π ρ ώ τ ο ς λόγος, με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμοί 1 εδ. (α) και 19 ΚΠολΔ, περιέχει τις μερικότερες αιτιάσεις ότι: (α).- Το εφετείο, το οποίο έκρινε στην 6449/2014 απόφασή του πως η καταγγελία της επίμαχης συμβάσεως ιδιωτικού δικαίου εξηρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου του (ήδη) αναιρεσίβλητου, εργαζομένου, "συνιστά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και, συνεπώς, είναι καταχρηστική και ως εκ τούτου άκυρη", ευθέως παραβίασε το άρθρο 281 ΑΚ, στα πλαίσια της αρχής της αναλογικότητας, κατ' άρθρο 25 παρ.1 Συντάγματος, σε συνδυασμό προς τα άρθρα 672 ΑΚ και 31 παρ. 4 εδ. (γ) του 'Οργανισμού Προσωπικού' της αρχικής διαδίκου, εργοδότιδος, ανώνυμης εταιρίας ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.
Ειδικότερα, παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, με την εσφαλμένη υπαγωγή, σε αυτή τη διάταξη, των πραγματικών περιστατικών, που, ανελέγκτως, δέχθηκε, ως αποδεδειγμένα, ενώ δεν υπάγονταν στο πραγματικό της και, έτσι, δέχθηκε την αγωγή μερικώς στην ουσία. (β).- Η 6449/2014 απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, ήτοι υπάρχει εκ πλαγίου παράβαση του ως άνω άρθρου 281 ΑΚ, στα πλαίσια της αρχής της αναλογικότητας [άρθρο 25 παρ.1 Συντάγματος] και σε συνδυασμό προς τα άρθρα 672 ΑΚ και 31 παρ.4 εδ. (γ) του 'Οργανισμού Προσωπικού' της ανώνυμης εταιρίας 'ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.', εφ' όσον, σύμφωνα με τις ουσιαστικές παραδοχές της, έχει ελλιπή αιτιολογία, ως προς την κρίση της για "προφανή" υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ.
Ο δ ε ύ τ ε ρ ο ς λόγος, με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, περιέχει την αιτίαση ότι η 6449/2014 απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, ήτοι υπάρχει εκ πλαγίου παράβαση του άρθρου 281 ΑΚ, στα πλαίσια της ως άνω αρχής της αναλογικότητας [άρθρο 25 παρ.1 Συντάγματος] και σε συνδυασμό προς τα άρθρα 672 ΑΚ και 31 παρ.4 εδ. (γ) του 'Οργανισμού Προσωπικού' της ανώνυμης εταιρίας 'ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ', εφ' όσον, κατά τις ουσιαστικές παραδοχές της, έχει ανεπαρκή αιτιολογία, ως προς το αν οι αντικανονικές ενέργειες και τα υπηρεσιακά παραπτώματα του (ήδη) αναιρεσίβλητου θα μπορούσε να αντιμετωπισθούν με ηπιότερα μέτρα, αντί της καταγγελίας και "αφού η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως δεν έχει εφαρμογή στην περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως ορισμένου χρόνου για σπουδαίο λόγο".
Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την 6449/2014 απόφαση, την οποία ο Άρειος Πάγος παραδεκτώς επισκοπεί, χάριν της εξετάσεως του βάσιμου των λόγων αναιρέσεως [άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ], δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα παρακάτω ουσιώδη (σελίδες 10 - 18): "Ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος) προσλήφθηκε, την 27.3.1981, από την εναγομένη ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία 'ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.', με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ...
Ήδη, η 'ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.' συγχωνεύθηκε, με απορρόφηση, από την 'ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.' (ήδη αναιρεσείουσα, καθολική διάδοχο) ... Ο ενάγων, διαδοχικά προαγόμενος, κατείχε τον βαθμό του Τμηματάρχη Β', από 1.1.2004. Κυρίως, υπηρέτησε στο Κατάστημα Αμαλιάδας, κατά το διάστημα 15.10.1990 - 2.11.2008. Διετέλεσε δε, Προϊστάμενος Πιστοδοτήσεων, το διάστημα 10.4.2001 - 14.7.2005 και Υποδιευθυντής Επιχειρήσεων, το διάστημα 15.7.2005 - 2.11.2008, ενώ, ενδιάμεσα, αναπλήρωνε, περιοδικά, τους Προϊσταμένους και άλλων Υπηρεσιών, όπως τους Προϊσταμένους Καταθέσεων - Κίνησης Κεφαλαίων - Συναλλάγματος, οικονομικών και διοικητικών λειτουργιών κ.λπ.
Κατά τη διάρκεια ελέγχου, που διενήργησαν οι Επιθεωρητές της εναγομένης για την περίοδο 29.10.2018 - 27.4.2009, στο Κατάστημα Αμαλιάδας, διαπίστωσαν αντικανονικές ενέργειες υπαλλήλων της, σχετικά με πιστοδοτήσεις των πιστούχων Ε. Θ. και της εταιρίας 'ΠΥΛΗ Α.Ε.', με συνακόλουθη πιθανή ζημιά της εναγομένης, από λειτουργικούς κινδύνους, 335.000 ευρώ.
Ειδικότερα, σχετικά με τον Ε. Θ,: (α).- Την 15.1.2007, ο Διευθυντής του Καταστήματος Λ. Π., μετά από σύμφωνη εισήγηση του ενάγοντος, ζήτησε από την Περιφέρεια Πελοποννήσου έγκριση για έναρξη συνεργασίας με τον παραπάνω πιστούχο, παρότι η έδρα του ήταν εκτός περιμέτρου ευθύνης του Καταστήματος, με την αβάσιμη αιτιολογία καταγωγής του από την Αμαλιάδα. (β).- Χορηγήθηκε στον Ε.
Θ. πιστωτικό όριο κίνησης 200.000 ευρώ, την 16.1.2007, αύξησή του, κατά 170.000 ευρώ, την 3.4.2007 και ανανέωσή του, συνολικά, για 400.000 ευρώ, την 5.11.2007, μετά από σύμφωνη εισήγηση του ενάγοντος και έγκριση του Λ. Π., στις δύο πρώτες περιπτώσεις και του νέου, από 10.7.2007, Διευθυντή του Καταστήματος Ι. Κ., στην τρίτη περίπτωση, χωρίς όμως τα αντίστοιχα εισηγητικά του ενάγοντος να έχουν επαρκή στοιχεία, όσον αφορά τον πιστωτικό κίνδυνο, την κατασκευαστική δραστηριότητα του πιστούχου, τις συνθήκες αγοράς, τις καλυπτόμενες από τη χρηματοδότηση ανάγκες, την ύπαρξη μη λειτουργικών αναγκών αποπληρωμής και τις σχέσεις του πιστούχου με άλλες Τράπεζες. (γ).- Με εισήγηση του ενάγοντος και έγκριση του εκάστοτε Διευθυντή του Καταστήματος, ο Ε.
Θ.ς έλαβε, την 21.5.2007, δάνειο 'CASH 4U', ποσού 50.000 ευρώ, που εξοφλήθηκε, την 30.10.2007 και επαναχορηγήθηκε, την 6.11.2007, καθ' υπέρβαση του πιστωτικού ορίου 400.000 ευρώ του Καταστήματος (με συνυπολογισμό του προαναφερομένου κεφαλαίου κίνησης) και, την 17.1.2007, δάνειο 'EASY BUSINESS', ποσού 30.000 ευρώ, με παράκαμψη της απόρριψης του συστήματος 'scoring', με την αβάσιμη αιτιολογία 'καλός πολίτης'. (δ).- Διενεργούνταν συναλλαγές, χωρίς τη φυσική παρουσία του Ε.
Θ. -συχνά από τον υπάλληλό του Δ. Μ., ο οποίος παρελάμβανε τα χρήματα των αναλήψεων από τους λογαριασμούς του πιστούχου, χωρίς εξουσιοδότηση- βάσει λευκών προϋπογεγραμμένων ενταλμάτων, που είχαν παραδοθεί στον πιστούχο, με εντολή του ενάγοντος, εν γνώσει του Διευθυντή του Καταστήματος Λ. Π.. (ε).- Ο ενάγων είχε οικονομικές δοσοληψίες με τον Ε.
Θ. καθώς έλαβε, αντ' αυτού, την 14.12.2007, 1000 ευρώ, με κατάθεση σε τραπεζικό λογαριασμό του, την 9.6.2008, 1000 ευρώ, που προέρχεται από εκταμίευση, μέσω προϋπογεγραμμένου εντάλματος, ποσού 39.568 ευρώ από την εναγομένη προς την πιστούχο 'ΠΥΛΗ Α.Ε.'. Όσον αφορά δε, την πιστοδότηση της εταιρίας 'ΠΥΛΗ Α.Ε.': (α).- Την 22.5.2007, ο Λ.
Π., μετά από σύμφωνη εισήγηση του ενάγοντος, ζήτησε από την Περιφέρεια Πελοποννήσου έγκριση για έναρξη συνεργασίας με την παραπάνω πιστούχο, παρότι η έδρα της ήταν εκτός περιμέτρου ευθύνης του Καταστήματος Αμαλιάδας, με την αβάσιμη δικαιολογία δραστηριοποίησης της εν λόγω εταιρίας στην ίδια περιοχή. (β).- Χορηγήθηκε στην ίδια εταιρία πιστωτικό όριο κεφαλαίου κίνησης 400.000 ευρώ, την 5.6.2007 και έγινε ανανέωσή του, την 23.6.2008, έπειτα από σύμφωνη εισήγηση του ενάγοντος και έγκριση του Λ.
Π., χωρίς όμως τα αντίστοιχα εισηγητικά του ενάγοντος να έχουν επαρκή στοιχεία, όσον αφορά τα οικονομικά στοιχεία της επιχείρησης, την κατασκευαστική δραστηριότητά της, τον πιστωτικό κίνδυνο, τις συνθήκες αγοράς, την ύπαρξη λειτουργικών πηγών αποπληρωμής και τις σχέσεις της πιστούχου με άλλες Τράπεζες, (γ).- Διενεργούνται συναλλαγές, χωρίς τη φυσική παρουσία των εκπροσώπων της πιστούχου -συχνά από τον Δ.
Μ., ο οποίος παραλάμβανε τα χρήματα των εκταμιεύσεων υπέρ της πιστούχου, χωρίς εξουσιοδότηση- βάσει λευκών προϋπογεγραμμένων ενταλμάτων, που είχαν παραδοθεί στον Ε. Θ., με εντολή του ενάγοντος, εν γνώσει του Διευθυντή του Καταστήματος Λ. Π.. (δ).- Με ενέργειες του ενάγοντος, ο οποίος αντικαθιστούσε την αδειούχα υπεύθυνη πωλήσεων Β.
Τ., χορηγήθηκε, τμηματικά, στην πιστούχο εταιρία συνολικό ποσό 224.692 ευρώ, το διάστημα 4.6.2008 - 1.7.2008 (η δε τελευταία χορήγηση, ποσού 48.000 ευρώ, την 1.7.2008, πραγματοποιήθηκε παρότι η εξουσιοδότηση του νομίμου εκπροσώπου της πιστούχου είχε λήξει, την 30.6.2007), που, ουσιαστικά, αποτελούσε έμμεση χρηματοδότηση του Ε.Θωμά καθώς οι εκταμιεύσεις (αα).- πραγματοποιήθηκαν με προϋπογεγραμμένα εντάλματα, (ββ).- πιστώνονταν σε λογαριασμούς του Ε.
Θ. ή εισπράττονταν από τον υπάλληλό του Δ. Μ. και (γγ).- καλύφθηκαν, εν μέρει, με επιταγές, οπισθογραφημένες από τον Ε. Θ., ενώ, εξ αυτών, επτά επιταγές, συνολικού ποσού 100.000 ευρώ, δεν πληρώθηκαν. Με βάση τις ως άνω διαπιστώσεις των επιθεωρητών Ν. Σ. και Κ. Κ., η εναγομένη, την 4.11.2009, εγγράφως, για σπουδαίο λόγο, κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του ενάγοντος, χωρίς να κινήσει την προβλεπόμενη πειθαρχική διαδικασία από τον 'Οργανισμό Προσωπικού' και τον 'Κανονισμό Πειθαρχικού Ελέγχου' αυτής.
Παρά την τέλεση εκ μέρους του ενάγοντος των παραπάνω υπηρεσιακών παραπτωμάτων, η εκ μέρους της εναγομένης καταγγελία συνιστά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας [άρθρα 25 παρ.1 του Συντάγματος, 281 ΑΚ], συνεπώς, είναι καταχρηστική και, ως εκ τούτου, άκυρη, καθ' όσον υπήρχαν ηπιότερα και αναγκαία μέσα, πρόσφορα για επαρκή διαφύλαξη των συμφερόντων της, όπως η επιβολή της προβλεπόμενης, ως άνω (από τον 'Κανονισμό Πειθαρχικού Ελέγχου'), αυστηρότερης πειθαρχικής ποινής (προσωρινή παύση τριών μηνών, με στέρηση αποδοχών, μετάθεση του ενάγοντος, μη ανάθεση καθηκόντων Προϊσταμένου Υπηρεσίας Πιστοδοτήσεων ή Υποδιευθυντή Επιχειρήσεων) ...
Η απόλυση, ως έσχατο μέσο, είναι η πλέον δυσβάστακτη και δυσανάλογη αντιμετώπιση του ενάγοντος, λαμβανομένων των παρακάτω περιστάσεων: (α).- Ο ενάγων ουδέποτε είχε τελέσει πειθαρχικά ή άλλα υπηρεσιακά παραπτώματα στα 28 έτη υπηρεσίας του, γεγονός, που λήφθηκε υπ' όψη από την εναγομένη για τη μη κίνηση της πειθαρχικής διαδικασίας, σε βάρος του Λ.
Π., (β).- οι Διευθυντές του Καταστήματος Αμαλιάδας Λ. Π. και Ι. Κ., παρ' ότι είχαν την αποφασιστική αρμοδιότητα και έγκριση, αύξηση και ανανέωση πιστοδοτήσεων και δανείων στους ως άνω πιστούχους, εν τούτοις, δεν κινήθηκε, σε βάρος τους, καμία πειθαρχική διαδικασία, αλλά, αντιθέτως, στον πρώτο έγινε αυστηρή έγγραφη σύσταση και στον δεύτερο, δεν αποδόθηκε καμία ευθύνη.
Συνεπώς, έγινε δυσανάλογη αντιμετώπιση του ενάγοντος, ο οποίος είχε εισηγητική αρμοδιότητα και τα ίδια περιστατικά αξιολογήθηκαν διαφορετικά, σε σχέση με τον ενάγοντα, (γ).- η βαρύτητα των εξεταζομένων παραπτωμάτων και ο βαθμός συμμετοχής σε αυτά του ενάγοντος δεν έχουν το μέγεθος απαξίας, που αποδίδει η εναγομένη, απολύοντάς τον, δεδομένου ότι: (1).- Οι Ε.
Θ.ς και 'ΠΥΛΗ Α.Ε.', κατά το χρόνο πιστοδότησής τους, παρουσίαζαν κερδοφόρα και αυξανόμενη δραστηριότητα, βάσει των αναφερομένων στα από 22.1.2009 και 23.2.2009 φύλλα ελέγχου των παραπάνω πιστούχων, που συνέταξε η Γενική Διεύθυνση Εσωτερικού Ελέγχου της εναγομένης, ο μεν Ε. Θ.ς είχε κύκλο εργασιών 1.564.100 ευρώ και καθαρά κέρδη 187.700 ευρώ, το 2007 και 740.000 ευρώ και καθαρά κέρδη 103.800 ευρώ, το 2006, η δε εταιρία 'ΠΥΛΗ Α.Ε.' είχε κύκλο εργασιών 378.000 ευρώ και καθαρά κέρδη 38.900 ευρώ, το 2007, ενώ, το 2006, είχε κύκλο εργασιών 178.900 ευρώ και ζημίες 190.000 ευρώ.
Επίσης, δεν είχαν δυσμενή στοιχεία και οι επιταγές πελατείας τους πληρώνονταν κανονικά, γεγονότα, που επηρέασαν, θετικά, την απόφαση των στελεχών του Καταστήματος για χρηματοδότησή τους. (2).- Στο από 6.5.2009 ειδικό σημείωμα του επιθεωρητή Κ. Κ. γίνεται λόγος για ζημία πιθανολογούμενη και όχι οριστική, σε κάθε δε περίπτωση, η επιλογή συνεργασίας με πελάτες, που, μελλοντικώς, αποδεικνύονται αφερέγγυοι, βαρύνει, κυρίως, τους Διευθυντές των Καταστημάτων, ως έχοντες της αποφασιστική αρμοδιότητα να αποδεχθούν ή μη τις εισηγήσεις των υφισταμένων τους.
Σημειώνεται ότι το εν λόγω σημείωμα λήφθηκε υπ' όψη από την εναγομένη για την απόλυση του ενάγοντος. Ο ισχυρισμός της (εναγομένης) ότι η ζημία είναι οριστική, επιτείνει το δυσανάλογο της αντιμετώπισης του ενάγοντος, καθ' όσον, ως προς τον Διευθυντή Λ. Π., θεωρήθηκε άνευ σημασίας, αφού του επιβλήθηκε αυστηρή επίπληξη. (3).- Η μη πληρωμή των επτά οπισθογραφημένων από τον Ε.
Θ. επιταγών, συνολικού ποσού 106.000 ευρώ, οφείλεται, προφανώς, στην αφερεγγυότητα των εκδοτών, χωρίς να προκύπτει ότι ο έλεγχος τουλάχιστον ότι είχε ανατεθεί στον ενάγοντα, ενώ, μέχρι τότε, οι επιταγές, που προσκόμιζε ο Ε. Θ.ς, για την κάλυψη της χρηματοδότησής του, πληρώνονταν κανονικά. (4).- Επιλογές, όπως η δανειοδότηση των εν λόγω πιστούχων, με ελλιπή εισηγητικά και παρότι εδρεύουν εκτός περιμέτρου ευθύνης του Καταστήματος (αν και η τελική έγκριση ανήκε στην αρμοδιότητα της Περιφερειακής Διεύθυνσης) και η υπέρβαση του ορίου πιστοδότησης, με το δάνειο 'CASH 4U', ποσού 50.000 ευρώ (αν και η σχετική υπ' αριθμ. 44099 / 3814 / 3.8.2005 εγκύκλιος της εναγομένης δεν καθορίζει σαφώς το χρηματικό όριο, σε περίπτωση σωρευτικής πιστοδότησης από τους τομείς Επιχειρήσεων και Ιδιωτών προς τον ίδιο πελάτη, όπως επισημαίνει και ο μη τιμωρηθείς Διευθυντής του Καταστήματος Ι.
Κ., στις από 23.4.2009 έγγραφες εξηγήσεις του), οφείλονται, σε μεγάλο βαθμό, στην πίεση των ανωτέρω ιεραρχικών κλιμακίων της εναγομένης προς το προσωπικό των Καταστημάτων της για επίτευξη υψηλών στόχων, αύξηση οικονομικών μεγεθών και προσέλευση πελατών από ανταγωνιστικές Τράπεζες. (5).- Για τη χορήγηση του δανείου 'EASY BUSINESS', ποσού 30.000 ευρώ, ο ενάγων δεν έκανε εισήγηση, αλλά, μόνο, διατύπωσε σύμφωνη γνώμη επί της εισήγησης του αρμοδίου Προϊσταμένου Υπηρεσίας Ιδιωτών. (6).- Οι έμμεσες χρηματοδοτήσεις προς τον Ε.
Θ., μέσω της εταιρίας 'ΠΥΛΗ Α.Ε.', δεν προκύπτει ότι προκάλεσαν οικονομική ζημιά στην εναγομένη καθώς ήταν σε γνώση και αποδοχή του νομίμου εκπροσώπου της 'ΠΥΛΗ Α.Ε.', Ι. Τ. καθώς η εταιρία του είχε στενή οικονομική συνεργασία με τον Ε. Θ.. (7).- Δεν αποδείχθηκε ότι οι οικονομικές δοσοληψίες του ενάγοντα με τον Ε.
Θ. οφείλονταν σε κάποια επιλήψιμη αιτία και, συνεπώς, οι εξηγήσεις του ενάγοντος περί ατομικών συναλλαγών με τον Ε. Θ. (επισκευή οικίας του ενάγοντος) κρίνονται πειστικές". Ακολούθως, το εφετείο δέχθηκε ότι "η εναγομένη, λόγω της ακυρότητας της γενομένης, την 4.11.2009, καταγγελίας, κατέστη υπερήμερη, ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του ενάγοντος και, συνεπώς, υποχρεούται να επανασχολήσει τον ενάγοντα, με αποδοχές και καθήκοντα Τμηματάρχη Β', σε Κατάστημα της Αμαλιάδας και όχι σε θέση Προϊσταμένου Υπηρεσίας Πιστοδοτήσεων ή Υποδιευθυντή Επιχειρήσεων ...
και να υποχρεωθεί να του καταβάλει για μισθούς υπερημερίας μετά των επιδομάτων αδείας, εορτών και ισολογισμού, για το χρονικό διάστημα 1.12.2009 - 1.5.2011, το συνολικό ποσό των ... 40.662,60 ευρώ", με το νόμιμο τόκο υπερημερίας, όπως διακρίνει. Έτσι, το εφετείο απέρριψε την έφεση κατά της 2022/2012 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο είχε κρίνει ομοίως, στην ουσία.
Με την κρίση αυτή και σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στις νομικές σκέψεις, το εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ούτε εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, στα πλαίσια της αρχής της αναλογικότητας, κατ' άρθρο 25 παρ.1 Συντάγματος και σε συνδυασμό προς τα άρθρα 672 ΑΚ και 31 παρ.4 εδ. (γ) του 'Οργανισμού Προσωπικού' της αρχικής διαδίκου ανώνυμης εταιρίας 'ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.', όπως η αναιρεσείουσα επικαλείται.
Τούτο διότι τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν, ανελέγκτως, δεκτά από το εφετείο, δηλ. ότι "οι αντικανονικές ενέργειες" και "τα υπηρεσιακά παραπτώματα" του αναιρεσίβλητου, σχετικά με τις πιστοδοτήσεις των πιστούχων Ε. Θ. και της εταιρίας ΠΥΛΗ ΑΕ, θα μπορούσε, εν όψει και της εν γένει επαγγελματικής συμπεριφοράς του αναιρεσίβλητου "στα 28 έτη υπηρεσίας του", να αντιμετωπισθεί, αντί της καταγγελίας, "με ηπιότερα μέσα", όπως με την επιβολή πειθαρχικής ποινής ή με τη μετάθεση ή με τη μη ανάθεση καθηκόντων Προϊσταμένου Υπηρεσίας Πιστοδοτήσεων ή Υποδιευθυντή Επιχειρήσεων, υπάγονται στο πραγματικό του άρθρου 281 ΑΚ, στα πλαίσια της αρχής της αναλογικότητας, κατ' άρθρο 25 παρ.1 Συντάγματος, σε συνδυασμό προς τα άρθρα 672 ΑΚ και 31 παρ.4 εδ. (γ) του ως άνω 'Οργανισμού Προσωπικού' και καθιστούν, κατ' αντικειμενική κρίση, αναμφισβήτητα καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος της αρχικής διαδίκου ανώνυμης εταιρίας 'ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.' να καταγγείλει για σπουδαίο λόγο την επίμαχη σύμβαση εργασίας.
Επίσης, το εφετείο, με τις προηγούμενες πλήρεις αιτιολογίες, δέχεται ότι τα πιο πάνω ηπιότερα, αντί της καταγγελίας, "μέσα", ήταν αναγκαία και πρόσφορα για επαρκή διαφύλαξη των συμφερόντων της αναιρεσείουσας και ως εκ τούτου η καταγγελία είναι, κατ' αντικειμενική κρίση, αναμφισβήτητα, καταχρηστική. Τέλος, δεν υπάρχει παραδοχή του εφετείου, σε σχέση με την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως.
Κατόπιν αυτών, αμφότεροι οι ως άνω λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμοί 1 εδ. (α) και 19 ΚΠολΔ είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα δεν υπάρχει, επομένως, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 579 ΚΠολΔ, αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση, που υπήρχε πριν από την απόφαση, που αναιρέθηκε και αν αποδεικνύεται, προαποδεικτικώς, εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της αποφάσεως, που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση (και) με το αναιρετήριο, διατάσσει, με την αναιρετική απόφαση, την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση, που υπήρχε πριν από την εκτέλεση. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, παραδεκτώς, με το αναιρετήριο, υποβάλλει αίτηση για 'επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση' και δη, να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος να της καταβάλει και με το νόμιμο τόκο, όπως διακρίνει, το ποσό των 47.565,60 ευρώ, το οποίο πλήρωσε στον αναιρεσίβλητο, σε εκούσια εκτέλεση της 2022/2012 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Κατά τα εκτεθέντα στην πιο πάνω νομική σκέψη, η αίτηση είναι απορριπτέα, ως αβάσιμη, δεδομένης της μη αναιρέσεως της 6449/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, που ορίζεται στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ [άρθρα 106, 191 παρ.2, 183, 176 ΚΠολΔ].
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 18.11.2016 αίτηση για αναίρεση της 6449/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, στο σύνολό της.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αίτηση της αναιρεσείουσας για επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση, που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, που ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα την 26 Μαΐου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ταύτης αποχωρήσασα ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, την 23 Φεβρουαρίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ