Legislator Case Law & Legislation
222/2020 AI generated

222/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 222/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Λουκά Μόρφη, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου και Πελαγία Ακάσογλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

222/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο χαρακτήρας της αποφάσεως, ως τελεσίδικης [ή μη], κρίνεται, τον χρόνο της ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως, ήτοι της καταθέσεως του δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως στη γραμματεία του δικαστηρίου, που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση ενώ, δεν αρκεί η απόφαση να έχει καταστεί τελεσίδικη, τον χρόνο συζητήσεως της αναιρέσεως (ΑΠ 594/2017 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 222 / 2020 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 222/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Λουκά Μόρφη, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου και Πελαγία Ακάσογλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 26 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσειουσας: Α. Κ. του Ι., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία - Μαγδαληνής Τσίπρα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών και τον Υπουργό Πολιτισμού και Αθλητισμού που κατοικοεδρεύουν στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Ευστράτιο Ηλιαδέλη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/2/2013 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και λοιπών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, επί της οποίας εκδόθηκε η 417/2016 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, η οποία διορθώθηκε με την 703/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της απόφασης αυτής, όπως διορθώθηκε ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22/1/2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

[Ι].- Από το συνδυασμό των ισχυόντων άρθρων 144, 145, 294, 296, 297, 299, 98, 516, 553 παρ.1 στοιχείο (β), 566 παρ.1, 309 εδ. (α), 321, 495 παρ.1, 564 και 577 ΚΠολΔ συνάγονται (και) τα εξής: Σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση, που έχει καταστεί τελεσίδικη δηλ. εκείνη, η οποία, απεκδύοντας το δικαστήριο από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της εφέσεως (ΑΠ ολ. 5/2001, ΑΠ 891/2014 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).

Δικαίωμα εφέσεως έχουν, εφ' όσον νικήθηκαν, ολικά ή εν μέρει, στην πρωτόδικη δίκη, ο ενάγων και ο εναγόμενος, επίσης, έφεση έχει δικαίωμα να ασκήσει και ο διάδικος, που νίκησε, εφ' όσον έχει έννομο συμφέρον. Δικαίωμα αναιρέσεως έχουν, εφ' όσον νικήθηκαν, ολικά ή εν μέρει, στη δίκη, που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο ενάγων, ο εναγόμενος, ο εκκαλών και ο εφεσίβλητος, ακόμη, αναίρεση δικαιούται να ασκήσει και ο διάδικος, που νίκησε, εφ' όσον έχει έννομο συμφέρον.

Ο χαρακτήρας της αποφάσεως, ως τελεσίδικης [ή μη], κρίνεται, τον χρόνο της ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως, ήτοι της καταθέσεως του δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως στη γραμματεία του δικαστηρίου, που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση ενώ, δεν αρκεί η απόφαση να έχει καταστεί τελεσίδικη, τον χρόνο συζητήσεως της αναιρέσεως (ΑΠ 594/2017 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).

Η κατ' αντιμωλία οριστική απόφαση του πρωτόδικου δικαστηρίου καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, μόνο, αφ' ότου έπαυσε να υπόκειται σε έφεση είτε διότι παρήλθε η νόμιμη γνήσια προθεσμία, από την επίδοση της αποφάσεως, των τριάντα (30) ημερών, εάν ο εκκαλών διαμένει στην Ελλάδα ή των εξήντα (60) ημερών, εάν ο εκκαλών διαμένει στο εξωτερικό (άρθρο 518 παρ.1 ΚΠολΔ) είτε διότι παρήλθε η νόμιμη καταχρηστική προθεσμία , από τη δημοσίευση της αποφάσεως, αν η απόφαση δεν έχει επιδοθεί, των δύο (2) ετών για απόφαση, που δημοσιεύθηκε από 1.1.2016 (άρθρο 518 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ισχύει μετά το άρθρο τρίτο - άρθρο 1 ν. 4335/2015, ΦΕΚ Α. 87 / 23.7.2015).

Τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση είναι και η κατ' αντιμωλία οριστική απόφαση του πρωτόδικου δικαστηρίου, αν έχει χωρήσει παραίτηση από το δικαίωμα προσβολής της με το ένδικο μέσο της εφέσεως ή από το ήδη ασκηθέν ένδικο μέσο της εφέσεως. Η (γνήσια) προθεσμία ασκήσεως της αναιρέσεως, αν ο αναιρεσείων διαμένει στην Ελλάδα, είναι τριάντα (30) ημέρες και, αν ο αναιρεσείων διαμένει στο εξωτερικό, είναι εξήντα (60) ημέρες και αρχίζει, σε αμφότερες τις περιπτώσεις, από την επίδοση της αποφάσεως ενώ, αν η απόφαση δεν επιδόθηκε, η (καταχρηστική) προθεσμία της αναιρέσεως είναι δύο (2) έτη και αρχίζει από την επίδοση της αποφάσεως, που περατώνει τη δίκη.

Οι πιο πάνω προθεσμίες των (30) ή (60) ημερών για την άσκηση εφέσεως ή αναιρέσεως τρέχουν εναντίον και εκείνου, με παραγγελία του οποίου έγινε η επίδοση (άρθρο 144 παρ.2 ΚΠολΔ). Η απόδειξη της τελεσιδικίας της κατ' αντιμωλία οριστικής αποφάσεως του πρωτόδικου δικαστηρίου γίνεται, με την προσκόμιση της σχετικής εκθέσεως επιδόσεως ή με τη βεβαίωση του αρμοδίου δικαστικού επιμελητή στο δικόγραφο, που επιδόθηκε (άρθρα 122, 123, 139, 140 ΚΠολΔ), σε συνδυασμό με τη βεβαίωση - πιστοποιητικό της γραμματείας του δικαστηρίου ότι δεν ασκήθηκε το ένδικο μέσο της εφέσεως.

Η δήλωση για παραίτηση από το δικαίωμα προς άσκηση εφέσεως είναι έγκυρη και χωρίς να τηρηθεί ο νόμιμος διαδικαστικός τύπος (άρθρο 297 ΚΠολΔ), εφ' όσον ο τύπος αυτός αφορά, αποκλειστικά, την παραίτηση από το δικόγραφο ή το δικαίωμα του ασκηθέντος ήδη ενδίκου μέσου.

Συνεπώς, η παραίτηση από το δικαίωμα ασκήσεως εφέσεως μπορεί να συνάγεται και σιωπηρώς και από το ότι ο δικαιούμενος σε άσκηση εφέσεως διάδικος άσκησε αναίρεση, χωρίς να ασκήσει έφεση. Παραίτηση από το δικαίωμα προς άσκηση εφέσεως μπορεί να γίνει και με το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, οπότε η τελεσιδικία της πρωτόδικης αποφάσεως ανατρέχει στον χρόνο ασκήσεως της αναιρέσεως, ανεξαρτήτως, εάν η επίδοση του δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως έγινε σε μεταγενέστερο χρόνο (ΑΠ ολ. 5/2001 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Για το κύρος της παραιτήσεως από το δικαίωμα ασκήσεως εφέσεως, απαιτείται ειδική πληρεξουσιότητα του δικηγόρου, που υπογράφει την αίτηση αναιρέσεως (άρθρο 98 στοιχείο β' ΚΠολΔ). Η έλλειψη της ειδικής πληρεξουσιότητας μπορεί να καλυφθεί, με έγκριση, εκ των υστέρων, του ασκήσαντος την αναίρεση διαδίκου, με συνέπεια, εξ αιτίας της αναδρομικής ενέργειας της εγκρίσεως, που αφορά την παραίτηση από το δικαίωμα ασκήσεως εφέσεως, να ισχυροποιείται (άρθρο 238 ΑΚ), αναδρομικώς, η παραίτηση από τον χρόνο ασκήσεως της αναιρέσεως και να θεωρείται η απόφαση τελεσίδικη από τότε και να υπόκειται σε αναίρεση από το ίδιο χρονικό σημείο (ΑΠ ολ. 17/2013, ΑΠ ολ. 626/1980, ΑΠ 891/2014 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Αν δεν αποδεικνύεται η τελεσιδικία, η αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται, αυτεπαγγέλτως, ως απαράδεκτη (ΑΠ 737/2017, ΑΠ 92/2017, ΑΠ 1216/2010 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).

[ΙΙ].- Εξ άλλου, κατά το ισχύον άρθρο 254 παρ.1 ΚΠολΔ [άρθρο δεύτερο - άρθρο 1 και άρθρο ένατο - άρθρο 1 ν. 4335/2015], το οποίο εφαρμόζεται και στη δίκη για την αναίρεση (άρθρο 573 παρ.1 ΚΠολΔ), το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την επανάληψη της συζητήσεως, η οποία έχει κηρυχθεί περατωμένη, όταν, κατά τη μελέτη της υποθέσεως ή τη διάσκεψη, παρουσιάζονται κενά ή αμφίβολα σημεία, που χρειάζονται συμπλήρωση ή επεξήγηση. Η απόφαση μνημονεύει, απαραιτήτως, τα ειδικά θέματα, που αποτελούν αντικείμενο της συζητήσεως, που επαναλαμβάνεται και η συζήτηση αυτή θεωρείται συνέχεια της προηγούμενης (ΑΠ 737/2017 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα: Η 417/2016 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών εκδόθηκε, την 11.2.2016, αντιμωλία των εδώ διαδίκων και, στη συνέχεια, διορθώθηκε, αυτεπαγγέλτως ("οίκοθεν"), με την 703/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε, την 9.5.2017, "παρόντων" των εδώ διαδίκων.

Με την από 22.1.2019 [Γ.Α.Κ. 43578 / Ε.Α.Κ. 67 / 14.5.2019 - Πρωτοδικείο Αθηνών] αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 417/2016 οριστική απόφαση, που εκδόθηκε επί της από 22.2.2013 (Α.Κ. 31925 / Α.Κ.Δ. 908 / 27.2.2013] αγωγής της Α. Κ. του Ι., κατοίκου ... [εναγούσης - αναιρεσείουσας] κατά του ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ, που νομίμως εκπροσωπείται από τους Υπουργούς Οικονομικών, Πολιτισμού και Αθλητισμού, με έδρα στην Αθήνα [εναγομένου - αναιρεσίβλητου].

Η αίτηση αναιρέσεως επιδόθηκε, κατά νόμο, στο αναιρεσίβλητο, με την επιμέλεια της αναιρεσείουσας, την 30.7.2019, κατά την ... / 30.7.2019 έκθεση επιδόσεως του αρμοδίου δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών, 'με έδρα στο Γαλάτσι', Α. Π. Μ.. Η αγωγή αφορά διαφορά από παροχή εργασίας της ενάγουσας. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε, με την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 επ.

ΚΠολΔ, όπως ίσχυσαν πριν από το άρθρο τέταρτο - άρθρο 1 ν. 4335/2015, ισχύον, για την ειδική αυτή διαδικασία, από 1.1.2016, κατ' άρθρο ένατο - άρθρο 1 παρ.4 ν. 4335/2015), απέρριψε την αγωγή. Η αναίρεση ασκήθηκε, ως άνω, την 14.5.2019 και στο δικόγραφό της αναγράφεται ότι "η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν έχει εισέτι κοινοποιηθεί, με την καθαρογραμμένη μορφή της".

Εν τούτοις, δεν προσκομίζεται -ούτε γίνεται επίκληση- βεβαίωση ή πιστοποιητικό του αρμοδίου Γραμματέως του Πρωτοδικείου Αθηνών περί μη ασκήσεως εφέσεως εντός της νόμιμης καταχρηστικής προθεσμίας, κατά της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως ώστε να εξετασθεί, εάν η αναίρεση ασκήθηκε παραδεκτώς (άρθρα 577 παρ.1, 553 παρ.1 ΚΠολΔ).

Μετά ταύτα, σύμφωνα και με όσα έγιναν δεκτά στις μείζονες σκέψεις, πρέπει να διαταχθεί η επανάληψη της συζητήσεως κηρυχθείσης περατωμένης, εφ' όσον, κατά τη διάσκεψη παρουσιάσθηκε κενό, που χρειάζεται συμπλήρωση ήτοι, προκειμένου, με την επιμέλεια οποιουδήποτε από τους διαδίκους, να προσκομισθεί βεβαίωση - πιστοποιητικό του Γραμματέως του Πρωτοδικείου Αθηνών, ως αρμοδίου, περί μη ασκήσεως εφέσεως κατά της 417/2016, αντιμωλία εκδοθείσης, αποφάσεως -και όπως διορθώθηκε με την 703/2017 απόφαση- του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών [ειδική διαδικασία εργατικών διαφορών], όσον αφορά τους εδώ διαδίκους.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επανάληψη της συζητήσεως της από 22.1.2019 [Γ.Α.Κ. ….78/Ε.Α.Κ. 67/14.5.2019 - Πρωτοδικείο Αθηνών] αιτήσεως αναιρέσεως, προκειμένου, με την επιμέλεια οποιουδήποτε από τους διαδίκους, να προσκομισθεί βεβαίωση - πιστοποιητικό του Γραμματέως του Πρωτοδικείου Αθηνών περί μη ασκήσεως εφέσεως κατά της 417/2016, αντιμωλία εκδοθείσης, αποφάσεως -και όπως διορθώθηκε με την 703/2017 απόφαση- του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών [ειδική διαδικασία εργατικών διαφορών], όσον αφορά τους εδώ διαδίκους.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε, στην Αθήνα, στις 4 Φεβρουαρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, την 25 Φεβρουαρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ