222/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ από 18-12-2018 και με αριθμό κατάθεσης 9925/2017 αίτηση αναίρεσης, όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 9-8-2018 πρόσθετους λόγους κατά της 4064/2017 απόφασης του Moνoμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, επί της ασκηθείσας από την ενάγουσα έφεσης κατά της 424/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθείσας, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί της από 1-9-2014 (με αριθμό κατάθεσης 3825/2014 ) αγωγής, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ.1 και 144).
Legislator headnote
AI generated222/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνεπώς, είναι παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (ΚΠολΔ 577 παρ.3).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 222 / 2019 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 222/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Σοφία Καρυστηναίου, προεδρεύουσα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 18η Σεπτεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας με την επωνυμία "... Ε.Ε.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην ... και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Κωνσταντίνου Κουτσαντώνη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ε. Μ. του Σ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου Δήμητρας Μπάτσου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-9-2014 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 424/2016 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 4064/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18-12-2017 αίτησή της και τους από 9-8-2018 πρόσθετους λόγους της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο αρεοπαγίτης Γεώργιος Δημάκης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Η από 18-12-2018 και με αριθμό κατάθεσης 9925/2017 αίτηση αναίρεσης, όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 9-8-2018 πρόσθετους λόγους κατά της 4064/2017 απόφασης του Moνoμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, επί της ασκηθείσας από την ενάγουσα έφεσης κατά της 424/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθείσας, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί της από 1-9-2014 (με αριθμό κατάθεσης 3825/2014 ) αγωγής, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ.1 και 144).
Συνεπώς, είναι παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (ΚΠολΔ 577 παρ.3).
2. Από τα άρθρα 1 και 3 του ν. 2112/1920 και 1 και 5 του ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία από τον εργοδότη σχέσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι έγκυρη εφόσον γίνει εγγράφως και καταβληθεί στον μισθωτό η νόμιμη αποζημίωση, η οποία πρέπει να καταβάλλεται ασχέτως από το λόγο που προκάλεσε την καταγγελία, εκτός από τις περιοριστικά αναγραφόμενες στο νόμο περιπτώσεις (υποβολή μηνύσεως για αξιόποινη πράξη, ανώτερη βία).
Επομένως ο εργοδότης οφείλει την αποζημίωση αυτή και όταν κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας για κάθε άλλη (εκτός δηλαδή της συνιστάμενης σε καταμηνυθείσα αξιόποινη πράξη) υπαίτια μη εκπλήρωση ή πλημμελή εκπλήρωση των από τη σύμβαση εργασίας υποχρεώσεων του μισθωτού. Όταν όμως ο τελευταίος (μισθωτός) δεν εκπληρώνει τις συμβατικές του υποχρεώσεις ή εκπληρώνει αυτές πλημμελώς κακόβουλα, δηλαδή με αποκλειστικό σκοπό να εξαναγκάσει τον εργοδότη να τον απολύσει για να εισπράξει τη νόμιμη αποζημίωση, τότε μόνο η ενάσκηση της αξιώσεως για την καταβολή της αποζημιώσεως της απολύσεως υπερβαίνει προφανώς τα όρια, που επιβάλλονται από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος και συνεπώς είναι καταχρηστική υπό την έννοια του άρθρου 281 του ΑΚ.
Περαιτέρω από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 281 ΑΚ και 262, 269, 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν η προβαλλόμενη από τον εναγόμενο ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος στοιχειοθετείται από περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, τα οποία, συνολικώς ορώμενα, προσδίδουν καταχρηστικό χαρακτήρα στο ενασκούμενο δικαίωμα, τα αυτοτελή αυτά περιστατικά, υποβαλλόμενα συγχρόνως για το παραδεκτό τους κατά την πρώτη συζήτηση της υποθέσεως στον πρώτο βαθμό, επαναφερόμενα νομοτύπως στο δεύτερο και συνδεόμενα με το αίτημα του ενισταμένου, αποτελούν το καθένα χωριστά "πράγματα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ.
ΑΠ 88/1980), η δε μη λήψη από το Εφετείο ενός ή περισσοτέρων από αυτά, που παραδεκτώς προτάθηκαν, στοιχειοθετεί τον λόγο αναιρέσεως που προβλέπεται από την τελευταία διάταξη, δηλ του αριθ. 8 άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 405/2008 , 38/2004).
3. Στην προκειμένη περίπτωση από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτουν τα ακόλουθα: Η ενάγουσα με την αγωγή της εκθέτει ότι προσλήφθηκε από την εναγομένη και εργάσθηκε σε αυτήν από το έτος 2011 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως πωλήτρια, με την ειδικότητα, τους όρους εργασίας και τον καταβαλλόμενο μισθό, όπως ειδικότερα αναφέρει.
Ότι εργάσθηκε στην εναγομένη μέχρι την 4-7-2014, όταν αυτή κατήγγειλε την ένδικη σύμβαση εργασίας της, χωρίς να της καταβάλει την νόμιμη και αναλογούσα αποζημίωση απολύσεώς της επικαλούμενη σπουδαίο λόγο, ότι δηλ τυγχάνει άκυρη η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της ως παράνομη, επειδή δεν της καταβλήθηκε η αποζημίωση απολύσεώς, καθώς και ότι η εναγομένη δεν της κατέβαλε και της οφείλει ακόμη τις νόμιμες αναλογούσες αποδοχές της κατά το επίδικο αγωγικό χρονικό διάστημα για την εργασία της κατά την νύκτα, κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή.
Ζητούσε, δε, κατ' ορθή εκτίμηση δικογράφου και αιτημάτων, να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας της ένδικης συμβάσεως εργασίας της, να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το ποσό των 9.201,15 ευρώ άλλως των 5.802,21 ευρώ ως μισθούς υπερημερίας από 4-7-2014 έως 31-3-2015, επικουρικώς ζητεί το ποσό των 2.385,48 ευρώ άλλως των 1.504,27 ευρώ ως αποζημίωση εκ της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας της, να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το ποσό των 5.119,07 ευρώ ως διαφορές αποδοχών της για την εργασία της κατά την νύκτα και των 2.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη, που της προκάλεσε η συμπεριφορά της εναγομένης, ένεκα προσβολής της προσωπικότητάς της και της μη καταβολής των δεδουλευμένων αποδοχών της, νομιμοτόκως από τότε που κάθε επί μέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής, επ' απειλή χρηματικής ποινής ποσού 100 ευρώ ημερησίως σε περίπτωση μη συμμορφώσεως της εναγομένης, επικουρικώς ζητεί τα ανωτέρω ποσά κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού.
4. Την πιο πάνω αγωγή αρνήθηκε η αναιρεσείουσα και πρότεινε επιπλέον με καταχώριση στα πρακτικά ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και με τις προτάσεις για την απόκρουση του κονδυλίου αυτού της αγωγής της αναιρεσίβλητης για αποδοχές υπερημερίας την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του σχετικού δικαιώματος της τελευταίας, συνιστάμενη στο ότι η ανωτέρω διάδικος επέδειξε αντισυμβατική συμπεριφορά και επιπλέον δεν εκπλήρωνε τις συμβατικές της υποχρεώσεις κακόβουλα με αποκλειστικό σκοπό να εξαναγκάσει την αναιρεσείουσα να απολύσει αυτήν, για να εισπράξει τη νόμιμη αποζημίωση της απολύσεως. 5.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε την προαναφερθείσα ένσταση της αναιρεσείουσας και απέρριψε την αγωγή της αναιρεσίβλητης με την 424/2016 απόφασή του. Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησε έφεση η αναιρεσίβλητη και με τις προτάσεις της επανέφερε νομοτύπως την ανωτέρω ένστασή της κατά το μέρος που αναφερόταν στο κεφάλαιο των αιτούμενων μισθών υπερημερίας.
Ειδικότερα, ισχυρίσθηκε μεταξύ των άλλων και τα εξής σχετιζόμενα με την παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεων της ενάγουσας: α ) Περί τα μέσα Φεβρουάριου 2014 εντελώς απροειδοποίητα η ενάγουσα εγκατέλειψε τη θέση της και έφυγε από το κατάστημα περίπου τέσσερις (4) ώρες πριν από τη λήξη του ωραρίου της λέγοντας σε άλλη εργαζόμενη συνάδελφό της ότι "δεν έχει δουλειά το μαγαζί και φεύγω".
Η αποχώρηση αυτή έλαβε χώρα χωρίς η αναιρεσίβλητη να αποδώσει ταμείο και εισπράξεις στον εργοδότη και χωρίς να δώσει ποτέ εξηγήσεις γι' αυτήν την ξαφνική αποχώρηση. β ) Δύο (2) ημέρες αργότερα επισκέφθηκε τον συνδιαχειριστή της εναγομένης Ε. Μ. εκφράζοντας τη μεταμέλειά της και υποσχόμενη ότι "δεν θα ξανασυμβεί".
γ ) Η υπόσχεση της αναιρεσίβλητης δεν κράτησε για πολύ, καθώς στις 27 και 28 Φεβρουάριου 2014 δεν εμφανίστηκε στην εργασία της, χωρίς καμία προειδοποίηση, ενώ σε σχετική ερώτηση επικαλέστηκε "τροχαίο" ατύχημα στην …. και άλλα προσωπικά της προβλήματα για τα οποία ουδέποτε προσκόμισε οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο.
δ) Την 1 και 2 Μαρτίου 2014 η αναιρεσίβλητη και πάλι απουσίασε αδικαιολόγητα από την εργασία της χωρίς ποτέ να δοθεί απ' αυτήν οποιαδήποτε εξήγηση γι' αυτήν την νεότερη παραβίαση των όρων εργασίας της. ε ) Επανειλημμένως, απουσίαζε από την θέση της, ακόμη και σε ώρες, που δεν ήταν το διάλλειμά της, με αποκορύφωμα το τελευταίο περιστατικό της 04/04/2014, όταν κρυμμένη δίπλα στην μπροστινή ρόδα του αυτοκινήτου της, που βρισκόταν σταθμευμένο σε χώρο parking παρακείμενου καταστήματος, την "ανακάλυψε" εντελώς τυχαία ο διαχειριστής της εναγομένης, παρά τις προσπάθειές της να κρυφτεί, για να απαλλαγεί από την υποχρέωσή της να εξηγήσει, για άλλη μια φορά, την αδικαιολόγητη απουσία της από την θέση της και μάλιστα σε ώρα αιχμής (21:00 μ.μ.) και μη διαλείμματος.
Ήταν πάρα πολλές και συχνές οι παρατηρήσεις, που της απευθύνθηκαν, αναφορικά με την χρήση του κινητού τηλεφώνου της καθ' όλη την διάρκεια της βάρδιάς της καθώς συχνά διέκοπτε την εργασία της, ακόμη κι όταν βρίσκονταν πελάτες εντός του καταστήματος, για να απαντήσει σε εισερχόμενη κλήση ή να καλέσει, αν και γνώριζε ότι τούτο δεν μπορούσε να γίνει εν ώρα εργασίας κι ούτε μπορούσε να επικαλείται συνεχώς λόγους "κατεπείγοντος".
ζ) Αν και γνώριζε ότι εκάλυπτε μόνη της το πόστο της πωλήτριας, αποχωρούσε από την εργασία της πολύ νωρίτερα από την ώρα λήξης του ωραρίου της την 22:00μ.μ., ενώ και την τελευταία φορά, που της επισημάνθηκε ότι οι ενέργειές της συνιστούσαν παράβαση των συμβατικών της υποχρεώσεων,απείλησε ότι θα προσφύγει στην Επιθεώρηση Εργασίας και ότι θα φύγει χωρίς δεύτερη σκέψη.
Της επισημάνθηκε, επί λέξει, "είναι ολοφάνερο ότι δεν τρέφετε κανένα απολύτως ενδιαφέρον για την συγκεκριμένη συνεργασία και την διατήρηση της θέσης εργασίας σας και έτσι μόνο μπορούν να δικαιολογηθούν τα άπειρα περιστατικά, που έχετε προκαλέσει σε βάρος της επιχείρησης, αδιαφορώντας απροκάλυπτα για τις όποιες συνέπειες".
η) Κάπνιζε εκτός διαλείμματος, κρυμμένη στο W.C. του καταστήματος, ακόμη και μπροστά στην υποδοχή, παρά τις επανειλημμένες παρατηρήσεις, που της είχανε απευθυνθεί. θ) Επανειλημμένως της είχανε γίνει συστάσεις και για την απρεπή, εριστική και συχνά εχθρική συμπεριφορά της, απέναντι σε πελάτες του καταστήματος, ενώ δεν ήταν λίγες οι φορές, που της είχανε μεταφέρει παράπονα από πελάτες, τους οποίους κλήθηκε να εξυπηρετήσει με αποτέλεσμα οι εργοδότες να γίνονται αποδέκτες, συχνά, παραπόνων.
Έτσι, αφού η αναιρεσείουσα εξάντλησε όλα τα μέσα που επέβαλλε η καλόπιστη εκτέλεση της συμβάσεως, για να πεισθεί η αναιρεσίβλητη να σταματήσει την αντισυμβατική συμπεριφορά της και λόγω του ότι η τελευταία είχε αποφασίσει την λύση της συμβάσεως με την εταιρεία της αναιρεσείουσας επεδίωκε δε με κάθε τρόπο να εξαναγκάσει την τελευταία να την απολύσει, για να εισπράξει την αποζημίωση απολύσεως, τότε με εξώδικες δηλώσεις καταγγέλθηκε από την αναιρεσείουσα η σύμβαση της αναιρεσίβλητης, όπως ήταν και η αρχική επιδίωξη της τελευταίας.
6. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα προσλήφθηκε τη 24.8.2011 από την εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου προκειμένου να εργασθεί ως πωλήτρια στο διατηρούμενο από την εναγομένη ζαχαροπλαστείο - εργαστήριο στη ....
Η ενάγουσα ήταν κάτοχος βιβλιαρίου υγείας νόμιμα θεωρημένου για το διάστημα 2010-2015. Βάσει της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας η αμοιβή ορίσθηκε να είναι σύμφωνη με τα προβλεπόμενα από την οικεία κλαδική σύμβαση των εργαζομένων στις εμπορικές επιχειρήσεις και ανερχόταν έως τις 31.7.2012 σε 1.055.85 ευρώ (β.μ. 918,31 +91,81 οικογενειακό επίδομα γάμου και ανήλικου παιδιού) + 45.91 επίδομα ταμειακών λαθών).
Είχε δε γνωστοποιήσει στον εργοδότη την οικογενειακή της κατάσταση κατά τη πρόσληψη. Ο εν λόγω συμφωνηθείς μισθός ήταν από 1.8.2012 989 ευρώ και από 1.9.2013 1.022,35, ενώ από 1.4.2014 ορίσθηκε σε 644.69 ευρώ. Η ενάγουσα εργαζόταν 6 ημέρες την εβδομάδα συμπεριλαμβανομένων Σαββάτων και Κυριακών και ελάμβανε εβδομαδιαία ανάπαυση καθημερινή Δευτέρα ή Τρίτη.
Εργαζόταν από τις 18:00' έως και τις 2:30' το βράδυ ενώ από τον Αύγουστο του 2013 από τις 14:00' έως τις 22:00. Η εναγομένη δεν κατέβαλε στην ενάγουσα αμοιβή για τη νυκτερινή εργασία με αποτέλεσμα αυτή διαμαρτύρεται συνεχώς στον συνδιαχειριστή και ουσιαστικά υπεύθυνο της εναγόμενης Ε. Μ. για τη πληρωμή της αμοιβής νυκτερινής εργασίας.
Αυτό δημιούργησε εντάσεις στις μεταξύ τους σχέσεις, η δε εναγόμενη απέβλεπε στο να εξαναγκάσει την ενάγουσα σε οικειοθελή αποχώρηση, όμως η ενάγουσα, λόγω αυξημένων οικογενειακών αναγκών και δεδομένης της δεινής οικονομικής κατάστασής, της αλλά και του αυξημένου ποσοστού ανεργίας που επικρατούσε ήδη από το 2010 στην Ελλάδα ήθελε να συνεχίσει να εργάζεται.
Μάλιστα, τον Φεβρουάριο του 2014 ο Ε. Μ. απέδωσε στην ενάγουσα τη κατηγορία ότι ένας πελάτης πήρε 2 κουτιά γλυκά, αλλά η ενάγουσα χρέωσε μόνο ένα. Αυτή η κατηγορία, που δεν επιβεβαιώνεται από κανένα αποδεικτικό στοιχείο, ως προς την ουσιαστική βασιμότητά της, προκάλεσε σοβαρό πρόβλημα στις σχέσεις των διαδίκων, αφού ο Ε.
Μ. εξύβρισε την ενάγουσα και χειροδίκησε σε βάρος της με αποτέλεσμα οι διάδικοι να υποβάλλουν μήνυση ο ένας σε βάρος του άλλου. Στις 4.7.2014 η εναγόμενη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας της ενάγουσας έγγραφα, χωρίς να της καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση. Η εν λόγω καταγγελία είναι άκυρη κατά τα προαναφερθέντα και η εναγόμενη περιήλθε σε κατάσταση υπερημερίας.
Δεν αποδείχθηκε καμία καταχρηστική συμπεριφορά εκ μέρους της ενάγουσας συνισταμένης στο γεγονός ότι προκάλεσε κακόβουλα την απόλυσή της με σκοπό να εισπράξει τη νόμιμη αποζημίωσή της απορριπτόμενου ως ουσία αβασίμου του σχετικού ισχυρισμού της εναγόμενης. Η αιτία της διατάραξης των σχέσεων των διαδίκων ήταν η νόμιμη αξίωση της ενάγουσας να πληρωθεί την αμοιβή της για νυκτερινή εργασία, γεγονός που προκάλεσε δυσαρέσκεια στον προαναφερθέντα Ε.
Μ.. Πρέπει δε να λάβει: Για αμοιβή νυκτερινής εργασίας τα ακόλουθα ποσά ( ακολουθεί η παράθεση των ποσών) Από τις παραδοχές αυτές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι δεν έλαβε υπόψη της τους παραδεκτά προβληθέντες σε αμφότερους βαθμούς δικαιοδοσίας ισχυρισμούς της εναγομένης, που περιλαμβάνονται στον αριθμό 5 της παρούσας απόφασης 7.
Επί των ανωτέρω ισχυρισμών της αναιρεσείουσας-εναγομένης, δεν διαλαμβάνονται στην απόφαση του Εφετείου θετικές ή αρνητικές παραδοχές και συνακόλουθη σχετική κρίση, δηλαδή δεν λήφθηκαν καθόλου υπόψη από το Εφετείο, όπως από το επισκοπούμενο περιεχόμενο της αποφάσεώς του προκύπτει, πλην της επιγραμματικής αναφοράς ότι <<δεν αποδείχθηκε καμία καταχρηστική συμπεριφορά εκ μέρους της ενάγουσας συνισταμένης στο γεγονός ότι προκάλεσε κακόβουλα την απόλυσή της με σκοπό να εισπράξει τη νόμιμη αποζημίωσή της απορριπτόμενου ως ουσία αβασίμου του σχετικού ισχυρισμού της εναγόμενης>> Θα μπορούσαν όμως οι ανωτέρω προβληθέντες από την αναιρεσείουσα ως άνω ισχυρισμοί, συνολικώς εκτιμώμενοι να ασκήσουν, ενόψει και της συγκεκριμενοποιήσεως της συνεχούς αντισυμβατικής συμπεριφοράς της αναιρεσίβλητης, καθόλο το ως άνω χρονικό διάστημα, ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και συνακόλουθα να θεμελιώσουν αιτιολογημένα την προβληθείσα από την αναιρεσείουσα ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης (άρθρο 281 ΑΚ) να ζητεί από την πρώτη την καταβολή σε αυτήν των μισθών υπερημερίας λόγω της ακυρότητας της καταγγελίας που η ίδια, κατά τους ισχυρισμούς της ανωτέρω διαδίκου (αναιρεσείουσας) κακοβούλως προκάλεσε.
Κατόπιν των ανωτέρω ο σχετικός από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη με αριθμό2 σκέψη της παρούσας.
8. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο "δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν". Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπ' όψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι. Δεν επιβάλλεται, όμως, η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στην απόφαση. Για τον αναιρετικό έλεγχο αρκεί το ότι από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, σε συνδυασμό με το συνολικό περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν, νομίμως, στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραβλεφθεί. Εν όψει, όμως, του ότι μόνο ένα ουσιώδες γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης, η παράβαση της ως άνω υποχρεώσεως ιδρύει τον προκείμενο λόγο αναιρέσεως, υπό την απαραίτητη προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, που επικαλείται ο διάδικος, ως προκύπτον από το αποδεικτικό μέσο, που κατά την άποψή του δεν αξιολογήθηκε, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 42/2002).
Εν προκειμένω, με τον 7ο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η εξετασθείσα στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο μάρτυς αναιρεσίβλητης κατέθεσε επί λέξει ότι: "...το μόνο που έχω ακουστά απ' την ίδια (εννοεί την αναιρεσίβλητη-ενάγουσα) είναι ότι έχει καταφέρει και την βάλανε σε βάρδια από τις 14.00 η ώρα το μεσημέρι μέχρι τις 22.00 το βράδυ", χωρίς να προσδιορίζει, ωστόσο, αν η ενάγουσα υπερέβαινε το "κανονικό" της ωράριο, ώστε να κριθεί εκ του ασφαλούς ο συνολικός χρόνος της τυχόν νυκτερινής εργασίας και η διάρκειά της.
Ότι το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη την εν λόγω κατάθεση, που αποτελεί και την μόνη πηγή πληροφοριών για την νυχτερινή εργασία, ενώ η μη αξιολόγηση της κατάθεσης αυτής ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι αβάσιμος, εφόσον το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί της απόρριψης ως ουσιαστικά αβάσιμου του ένδικου κεφαλαίου της αγωγής περί της αμοιβής της ενάγουσας για νυχτερινή εργασία της στηρίχθηκε σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή, στις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων και σε όλα τα έγγραφα, που, με επίκληση, προσκομίζουν οι τελευταίοι.
Ειδικότερα στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για το αν το Εφετείο έλαβε υπόψη του και το παραπάνω έγγραφο, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγησή του. 9. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και μόνο κατά το μέρος με το οποίο αναγνωρίστηκε η ακυρότητα της ένδικης καταγγελίας και υποχρεώθηκε η εναγομένη να καταβάλει νομιμοτόκως στην ενάγουσα το ποσό των 2113,21 ευρώ για μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 4-7-2014 έως 31-3-2015 και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, του οποίου η συγκρότηση από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως, είναι εφικτή (ΚΠολΔ 580 παρ.3).
Η έρευνα των υπολοίπων λόγων αναιρέσεως που αφορούν το συγκεκριμένο κεφάλαιο αποβαίνει περιττή. Τέλος, λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας των διαδίκων, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στην πληρωμή μέρους από τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 4064/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος που αναφέρεται στο παραπάνω σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση ως στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.- Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη να πληρώσει στην αναιρεσείουσα εννιακόσια (900) ευρώ, για μέρος των δικαστικών εξόδων
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 5 Φεβρουαρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 21 Φεβρουαρίου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ