222/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Ιωάννη Φιοράκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated222/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Φιοράκης, ανέγνωσε την από 23-2-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο δεύτερος κατά το πρώτο μέρος του λόγος της αναιρέσεως και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι της.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 222 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 222/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Ιωάννη Φιοράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Βασίλειο Κορκίζογλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσίβλητου: Σ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Βασιλική Χρήστου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-7-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σύρου.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 81ΤΜ/2005 του ιδίου Δικαστηρίου, 348/2010 του Εφετείου Αιγαίου.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 19-12-2013 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Φιοράκης, ανέγνωσε την από 23-2-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο δεύτερος κατά το πρώτο μέρος του λόγος της αναιρέσεως και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι της.
Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τα άρθρα 1-3 του Οθωμανικού νόμου της 7 Ραμαζάν 1274 οι γαίες διακρίνονται στις ακόλουθες πέντε κατηγορίες (α) τις γαίες καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια), (οικοδομήματα, εργαστήρια, αμπελώνες), των οποίων την κυριότητα είχε αυτός που τις εξουσίαζε και μπορούσε να τις διαθέτει ελεύθερα προς τρίτους με άτυπη συμφωνία περί μεταβίβασης, (β) τις δημόσιες γαίες (μιριγιέ), (τα καλλιεργήσιμα χωράφια, βοσκοτόπια, δάση), των οποίων η κυριότητα ανήκε στο Οθωμανικό Δημόσιο και επί των οποίων οι ιδιώτες μπορούσαν να αποκτήσουν μόνο δικαίωμα εξουσίασης (τεσσαρούφ), (γ) τις αφιερωμένες γαίες (βακούφια), των οποίων η χρήση και εκμετάλλευση γινόταν υπέρ κάποιου αγαθοεργού σκοπού και οι οποίες θεωρούνταν ως πράγματα εκτός συναλλαγής, (δ) τις εγκαταλελειμμένες σε κοινόκτητες γαίες (μετρουκέ) (οι δημόσιοι δρόμοι, οι πλατείες), οι οποίες ήταν προορισμένες για την κοινή χρήση και ανήκαν στο Δημόσιο και (ε) τις νεκρές γαίες (μεβάτ) (τα βουνά, τα ορεινά και πετρώδη μέρη, τα αδέσποτα δάση), οι οποίες αποτελούσαν γαίες που κανείς δεν κατείχε, δεν εξουσίαζε και δεν καλλιεργούσε και ανήκαν στο Δημόσιο.
Επακολούθησαν τα πρωτόκολλα του Λονδίνου της 3/22-2-1830, 4/16-6-1830 και 19-6/1-7-1830, με τα οποία κυρώθηκε η Ανεξαρτησία της Ελλάδος και ρυθμίσθηκαν οι σχέσεις του Ελληνικού Δημοσίου ως προς τις άλλοτε ιδιοκτησίες των Οθωμανών στην Ελλάδα, ορίζοντας, σε συνδυασμό με την από 9-7-1832 Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως "Περί διαρρυθμίσεως των Ελληνικών συνόρων", ότι το Ελληνικό Δημόσιο αποκτά την κυριότητα στα κτήματα των Οθωμανών, τα οποία είχε καταλάβει κατά την διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα (έως τις 3-2-1830) και είχε δημεύσει κατά την διάρκεια του πολέμου, καθώς και σε εκείνα, τα οποία, κατά τον χρόνο της υπογραφής των πρωτοκόλλων είχαν εγκαταλειφθεί από τους άλλοτε κυρίους τους Οθωμανούς, οι οποίοι απεχώρησαν και δεν εξουσιάζονταν πλέον από αυτούς, χωρίς παράλληλα να έχουν καταληφθεί από τρίτους μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου της 21-6/3-7-1837 "περί διακρίσεως δημόσιων κτημάτων", περιερχόμενα κατά το άρθρο 16 αυτού στην κυριότητα του Δημοσίου ως αδέσποτα.
Με τις ρυθμίσεις αυτές το Ελληνικό Δημόσιο δεν κλήθηκε ως καθολικός διάδοχος των Οθωμανών, αλλά διαδέχθηκε το Τουρκικό Δημόσιο in globo με τη γενόμενη δήμευση "δικαιώματι πολέμου", ως ειδικού τίτλου, στο δικαίωμα κυριότητας των κτημάτων, τα οποία κατείχοντο μόνο από τους Οθωμανούς κατά την έναρξη της Ελληνικής Επαναστάσεως και , ή διότι κατέλαβε διαρκούντος του πολέμου, ή ως εγκαταλελειμμένα από τους πρώην κυρίους τους, δεν κατείχοντο πλέον από αυτούς.
Η διαδοχή του Ελληνικού Δημοσίου στο Τουρκικό Δημόσιο "δικαιώματι πολέμου" αφορά και τις νήσους του Αιγαίου, με ρητή αναφορά τους στο σχετικό κείμενο του πρακτικού (αριθ. 3) και στο προηγούμενο πρωτόκολλο της 10/22-3-1829 με τον παράτιτλο "Οριοθεσία της Στερεάς και των νήσων", διαλαμβάνοντας "Αι παρακείμενοι εις την Πελοπόννησον νήσοι, η Εύβοια και αι κοινώς καλούμεναι Κυκλάδες θέλουν αποτελεί ωσαύτως μέρος τούτου του Κράτους".
Η διαδοχή όμως αυτή δεν έθιξε τα εμπράγματα δικαιώματα των ιδιωτών, τα οποία είχαν αποκτηθεί επί των ακινήτων καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια) και τα δικαιώματα εξουσίασης "τεσσαρούφ", τα οποία είχαν αποκτηθεί επί των δημοσίων γαιών σύμφωνα με το Οθωμανικό δίκαιο. Λόγοι ιστορικής ιδιαιτερότητας διαμόρφωσαν ιδιαίτερο νομικό και ιδιοκτησιακό καθεστώς στις Κυκλάδες.
Ειδικότερα οι γαίες των νησιών αυτών χαρακτηρίσθηκαν κατά τον ιερό μουσουλμανικό νόμο ως ιδιωτικές ανήκουσες στην κατά τα άρθρα 1 και 2 του από 7ης Ραμαζάν έτους 1274 Οθωμανικού νόμου "περί γαιών" κατηγορία των καθαράς ιδιοκτησίας ακινήτων, τα οποία εξακολούθησαν εξουσιαζόμενα υπό των μέχρι τότε κυρίων αυτών και δη κατά πλήρη κυριότητα, υπό τον όρο όμως καταβολής εγγείου φόρου Κατά συνέπεια, τα ακίνητα των νήσων αυτών, μη εξουσιαζόμενα πριν από την επανάσταση από τον σουλτάνο, ουδέ κατεχόμενα από Οθωμανούς ιδιώτες, δεν περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο, κατά διαδοχήν του Τουρκικού Δημοσίου, δικαιώματι πολέμου και δυνάμει των περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος πρωτοκόλλων του Λονδίνου και της από 9-7-1832 συνθήκης της Κωνσταντινούπολης.
Τούτο, όμως, συμβαίνει εφόσον πρόκειται περί γαιών καθαρής ιδιοκτησίας, ενώ και για τα νησιά των Κυκλάδων, μεταξύ των οποίων και η Μήλος, σύμφωνα με τα ως άνω Πρωτόκολλα του Λονδίνου και τη Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως, για εκτάσεις που αφορούσαν τα δάση, τους αιγιαλούς, τα κοινόχρηστα, τις βοσκές και τις εκτάσεις που λόγω της μορφής τους δεν εξουσιάζονταν από κανένα, μετά τον Αγώνα της Ανεξαρτησίας, κατέστη κύριος αυτών το Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του Οθωμανικού Κράτους δικαιώματι πολέμου.
Και τούτο διότι οι εκτάσεις αυτές παρέμειναν προσδιορισμένες κατά την ταυτότητά τους ως τμήμα της χώρας του Οθωμανικού Κράτους και οι οποίες ουδέποτε εξουσιάστηκαν από ορισμένο πρόσωπο, αλλά υπήγοντο υπό την απόλυτη εξουσία του κράτους αυτού. Μετά δε την Επανάσταση του 1821 και τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους διά των προαναφερομένων Πρωτοκόλλων και Συνθήκης, οπότε προσδιορίστηκε η χώρα του Ελληνικού Κράτους, των ακινήτων αυτών κατέστη κύριο το νέο ελληνικό κράτος χωρίς καμιά αποζημίωση.
Η νομική αυτή παραδοχή επιβεβαιώνεται από το Πρωτόκολλο της 4/16 Ιουνίου 1830, στο κείμενο του οποίου ορίζεται ότι τα κτήματα υπό το όνομα "Βακούφια" και όσα δεν είναι ιδιωτικά, αλλά εκκλησιαστικά ή δημόσια υπό το Οθωμανικό σύστημα θα ανήκουν αυτοδικαίως στην Κυβέρνηση της Ελλάδος (ΟλΑΠ 1/2013). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου.
Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήσαν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Επίσης, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (ΟλΑΠ 24/1992).
Οι παραπάνω από τις διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι είναι δυνατόν να φέρονται ότι πλήττουν την προσβαλλομένη απόφαση γιατί παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάστηκε κανόνας δικαίου, να πλήττουν την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε οι λόγοι αναίρεσης θα απορριφθούν ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ διότι πλήττουν την ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός αναίρεσης στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς που τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη για τους ισχυρισμούς αυτούς ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, στην απόφασή του από ποιά αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη για τη βασιμότητά τους.
Ειδικότερα δεν απαιτείται να αξιολογείται στην απόφαση κάθε αποδεικτικό μέσο ειδικά και χωριστά ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ή να γίνεται διάκριση ποιά από αυτά λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποιά για έμμεση απόδειξη. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ), μετά από συνεκτίμηση των νομίμων σ` αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων δέχθηκε, κατά ανέλεγκτη κρίση, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά :"Το επίδικο είναι ένα αγροτικό ακίνητο εκτάσεως 4.567,49 τ.μ.
που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου ... και αποτελεί το ανατολικό τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου, εκτάσεως 5.927,52 τ.μ. Απεικονίζεται με τα στοιχεία ... στο από 26-9-2001 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Α. Λ. και συνορεύει βόρεια επί πλευράς... με ιδιοκτησία κληρονόμων Κ. Μ., νότια επί πλευράς ...
με ιδιοκτησία Ά. Ι. Μ., ανατολικά-νοτιοανατολικά επί πλευράς ... με επαρχιακό δρόμο και δυτικά επί πλευράς ... με υπόλοιπο του μείζονος ακινήτου. Το ανωτέρω ακίνητο αποτελεί, όπως προαναφέρθηκε, το ανατολικό τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου, το οποίο παλαιότερα αποτελούσε τμήμα ακόμη μεγαλύτερης εκτάσεως. Το αρχικά ενιαίο ακίνητο-συμπεριλαμβανομένου του επιδίκου - είχε μεταβιβαστεί στον απώτατο δικαιοπάροχο του εφεσιβλήτου - ενάγοντος Ι.
Μ. Ζ. δυνάμει του υπ’ αριθ. .../29.09.1919 πωλητηρίου συμβολαίου του τότε συμβολαιογράφου ... Ιωάννη Νοστράκη, που μεταγράφηκε νόμιμα. Το έτος 1922 απεβίωσε ο I. Ζ. και με την υπ’ αρ. ...1922 δημόσια διαθήκη του, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του τότε συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη ... Π. Κ. και δημοσιεύθηκε με το υπ’ αριθ. 83/1922 πρακτικό δημοσιεύσεως του Πρωτοδικείου Σύρου, εγκατέστησε κληρονόμους του σε μέρος της ακίνητης περιουσίας του που περιελάμβανε και την ως άνω ευρύτερη έκταση στη θέση ... ["...κτήματα καλλιεργημένα και ακαλλιέργητα ...
συνεχόμενα και μη εις θέσιν ... και αρχόμενα από την εκκλησίαν ..., θάλασσας, δρόμου δημοσίου και φθάνοντα μέχρι της κατοικίας Μ. Ζ. (ή Β. όπως προκύπτει από το κατωτέρω αναφερόμενο υπ’ αρ. .../1923 συμβόλαιο), εκτάσεως τεσσαράκοντα περίπου ζευγαριών"] τη σύζυγο του Α. και τις κόρες του Μ. σύζ. Σ. Τ., Α. συζ. Κ. Μ., Ι. συζ.
Ν. Μ. και Ά. Ζ., κατά ποσοστό 1/5 εξ αδιαιρέτου την καθεμιά. Στη συνέχεια, οι ανωτέρω κληρονόμοι μεταβίβασαν έναντι ανταλλάγματος το κληρονομικό τους δικαίωμα στον Β. Ζ. του Ι. και της Α., γιο και αδελφό τους αντιστοίχως, ο οποίος υπεισήλθε στην εν λόγω κληρονομιαία περιουσία του πατέρα του, δυνάμει των υπ’ αριθ. .../1923 και .../1923 συμβολαίων του τότε συμβολαιογράφου ...
Χρήστου Προκοπέα, που μεταγράφηκαν νόμιμα. Περαιτέρω, με το υπ’ αριθ. .../1957 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου ... Αγησίλαου Νοστράκη, που μεταγράφηκε νόμιμα, ο ως άνω Β. Ζ. μεταβίβασε λόγω πωλήσεως στον εφεσίβλητο ενάγοντα (αναιρεσίβλητο), μεταξύ άλλων, και τμήμα της μεγαλύτερης αυτής εκτάσεως που περιλαμβάνει το επίδικο χαρακτηριζόμενη ως "αγρός πρώην χερσάμπελος κατά την θέσιν ... ...
εκτάσεως περίπου μιας ζευγαριάς οριζόμενος με χερσάμπελον Α. Κ. Μ. και Ά. συζύγου Ι. Κ., δημόσιον δρόμον και καλλιεργημένον αγρόν Ι. Β. ή Κ.". Η έκτασή του προσδιορίζεται σε μια ζευγαριά, μέγεθος το οποίο υπολείπεται όμως εκείνης των 5.972,52 τ.μ. της συνολικής εκτάσεως του εφεσιβλήτου ενάγοντος, ωστόσο από τους προαναφερόμενους τίτλους των δικαιοπαρόχων του σε συνδυασμό με τους προσκομιζόμενους και επικαλούμενους τίτλους ομόρων ιδιοκτητών, προκύπτει ότι το ακίνητο που αγόρασε ο εφεσίβλητος ενάγων ταυτίζεται με την έκταση που περιλαμβάνει το επίδικο.
Ειδικότερα, οι σημερινοί όμοροι ιδιοκτήτες του εν λόγω ακινήτου, δηλαδή οι κληρονόμοι Β., κληρονόμοι Κ. Μ. και Ά. σύζ. Ι. Μ., το γένος Γ. και Μ. Β., η οποία (Μ.) είναι κόρη της Ά. συζύγου Ι. Κ. και κόρη Ι. Ζ. (σχετ. το υπ’ αριθμ. ...1989 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου ... Σ. Κυράνη), είναι καθολικοί και ειδικοί διάδοχοι των όμορων ιδιοκτητών που αναφέρονται και στον τίτλο του εφεσιβλήτου - ενάγοντος και στους προαναφερόμενους τίτλους των δικαιοπαρόχων του.
Στο συμπέρασμα αυτό, εξάλλου, συνηγορεί και το γεγονός ότι σε όλους τους ανωτέρω τίτλους ως όριο της ευρύτερης εκτάσεως και του επιδίκου είναι ο δημόσιος δρόμος, ο οποίος βρίσκεται προς τα ανατολικά, δηλαδή προς την αντίθετη κατεύθυνση που βρίσκεται το τμήμα της ιδιοκτησίας του εφεσιβλήτου - ενάγοντος που δεν αμφισβητείται από το εναγόμενο (αναιρεσείον) και χαρακτηρίζεται χέρσος αγρός εκτάσεως 1.360 τ.μ.
Στο ίδιο συμπέρασμα, δηλαδή ότι το επίδικο ακίνητο περιλαμβάνεται στον τίτλο ιδιοκτησίας του εφεσιβλήτου-ενάγοντος, καταλήγει και ο τοπογράφος μηχανικός Π.Κ., που συνέταξε την άνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης. Αποδείχθηκε, εξάλλου, ότι το επίδικο ως τμήμα του μεγαλύτερου ακινήτου νεμήθηκαν διαδοχικά με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, με την ειλικρινή δηλαδή πεποίθηση ότι με την κτήση της νομής του δεν προσβάλλεται δικαίωμα κυριότητας άλλου και δυνάμει των προαναφερόμενων τίτλων οι μνημονευόμενοι ως άνω δικαιοπάροχοι του εφεσιβλήτου - ενάγοντος, ενώ μετά την ανωτέρω πώληση του έτους 1957, την έκταση που περιλαμβάνει και το επίδικο νεμήθηκε και ο ίδιος επιβλέποντας και επιτηρώντας το, για χρόνο που ξεπερνά την εικοσαετία.
Πιο συγκεκριμένα, ο Β. Ζ. καλλιεργούσε τα τμήματά του που επιδέχονταν καλλιέργεια με αρακά, σιτάρι και κριθάρι, ο δε εφεσίβλητος ενάγων, ακόμη και αν δεν ασκούσε αγροτική δραστηριότητα στο επίδικο λόγω της διαφορετικής επαγγελματικής ενασχόλησής του (ναυτικός) ή λόγω της άγονης μορφής του, εξακολούθησε να νέμεται το ακίνητο με διάνοια κυρίου συνεχίζοντας τις υπόλοιπες διακατοχικές πράξεις, δηλαδή να το επιτηρεί και να το επιβλέπει.
Όλες τις προαναφερόμενες πράξεις νομής ο ενάγων και προηγουμένως οι δικαιοπάροχοί του ασκούσαν δημόσια και φανερά, χωρίς ποτέ να ενοχληθούν από κανέναν, ούτε από το εκκαλούν-εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο στην άσκηση των ανωτέρω πράξεων νομής και κατοχής επί του εν λόγω ακινήτου. Ενόψει, λοιπόν, των όσων αποδείχθηκαν ανωτέρω ο εφεσίβλητος-ενάγων κατέστη κύριος του επιδίκου ως άνω τμήματος του μεγαλύτερου με τον περιγραφόμενο παράγωγο τρόπο και πάντως με τακτική άλλως με έκτακτη χρησικτησία, προσμετρώντας στο χρόνο της δικής του νομής και τον αντίστοιχο χρόνο χρησικτησίας των δικαιοπαρόχων του.
Αντιθέτως το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο ουδέποτε άσκησε οποιαδήποτε διακατοχική πράξη επί του επιδίκου. Εξάλλου, όπως συνάγεται από τις διατάξεις του πρωτοκόλλου της 3-22/1.2.1830 "περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος", τα ερμηνευτικά του εν λόγω πρωτοκόλλου κείμενα των τριών προστάτιδων δυνάμεων από 4/16.6.1830 και 1/7 (19-8) 1830, της από 9.7.1832 συνθήκης της Κωνσταντινούπολης και του νόμου της 216/3.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", στο Ελληνικό Δημόσιο περιήλθαν ως εθνική γη ("δικαιώματι πολέμου") οι ακόλουθες γαίες της ηπειρωτικής Ελλάδος: "α) Οι εξουσιαζόμενες, πριν από την επανάσταση, από τον Σουλτάνο εκτάσεις, β) οι εκτάσεις που ανήκαν σε Οθωμανούς ιδιώτες, πλην δημευθείσες, ήτοι καταληφθείσες και κατεχόμενες στρατιωτικά από το Ελληνικό Έθνος κατά την 3.2.1830, γ) οι ανήκουσες σε ιδιώτες Οθωμανούς, πλην εγκαταληφθείσες και μη δεσποζόμενες από αυτούς κατά την 3.2.1330, εφόσον την εγκατάλειψή τους επακολούθησε κατάληψή τους από το Ελληνικό Δημόσιο και δ) οι μη κατειλημμένες μέχρι 21.7.1831 εκτάσεις, ως αδέσποτες, δυνάμει του άρθρου 15 του Ν. "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων" (ΑΠ 404/1958).
Προκειμένου όμως περί γαιών κειμένων εις τα νησιά των Κυκλάδων δεν ισχύουν τα ανωτέρω, διότι είναι παγκοίνως γνωστό (η ΑΠ 200/1934 ΕΕΝ Α’ 467 το θεωρεί "πασίδηλον") ότι κατά της εποχή της τουρκοκρατίας, οι Κυκλάδες "κατά το σύνολον αποτελούντο εξ ιδιωτικών γαιών καθαράς ιδιοκτησίας". Και τούτο διότι τα νησιά αυτά, υπαχθέντα υπό την Οθωμανική κυριαρχία όχι "δικαιώματι πολέμου" αλλά ειρηνικά κατόπιν συνθηκών συναφθεισών μεταξύ των μέχρι τότε Γενουατών ή Ενετών κατακτητών τους αφενός και του Σουλτάνου αφετέρου, δεν θεωρήθηκαν περιελθόντα στον Σουλτάνο, αλλά οι γαίες των νησιών αυτών χαρακτηρίσθηκαν κατά τον ιερό μουσουλμανικό νόμο ως ιδιωτικές ανήκουσες στην κατά τα άρθρα 1 και 2 του από 7ης Ραμαζάν έτους 1274 Οθωμανικού νόμου "περί γαιών" κατηγορία των καθαράς ιδιοκτησίας ακινήτων, τα οποία εξακολούθησαν εξουσιαζόμενα υπό των μέχρι τότε κυρίων αυτών και δη κατά πλήρη κυριότητα, υπό τον όρο όμως καταβολής εγγείου φόρου.
Κατά συνέπεια, τα ακίνητα των νήσων αυτών, μη εξουσιαζόμενα πριν από την επανάσταση από τον σουλτάνο ουδέ κατεχόμενα από οθωμανούς ιδιώτες, δεν περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο, κατά διαδοχήν του Τουρκικού Δημοσίου, "δικαιώματι πολέμου" και δυνάμει των περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος πρωτοκόλλων του Λονδίνου και της από 9.7.1832 συνθήκης της Κωνσταντινούπολης.
Συνεπώς ο κατά της αγωγής αντιταχθείς ισχυρισμός του εκκαλούντος-εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου περί ιδίας αυτού κυριότητας επί των επιδίκων, στη νήσο Μήλο των Κυκλάδων, κειμένης εκτάσεως, κτηθείσης (εκτός των επικαλουμένων άλλων τρόπων) και πρωτοτύπως κατά διαδοχήν του Τουρκικού Δημοσίου, "δικαιώματι πολέμου" και δυνάμει των προαναφερθέντων πρωτοκόλλων και συνθήκης, είναι μη νόμιμος και απορριπτέος.
Αλλά και με την εκδοχή ακόμη ότι τα επίδικα δεν είναι γεωργική έκταση αλλά λιβάδι ή βοσκότοπος, πρέπει να γίνει δεκτό ότι αυτά δεν θεωρούνται ως εκ τούτου ως δημόσιο κτήμα, αφού το άρθρο 1 του Β.Δ. 12.12.1833 δεν καθιστά τα δημόσια λιβάδια και τους βοσκότοπους ανεπίδεκτους νομής και ιδιωτικής κτήσεως στο μέλλον.
Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι το επίδικο πριν την ισχύ του Β.Δ. 3/15.12.1833 τύγχανε λιβάδι ή βοσκότοπος, με συνέπεια να μην απαιτείται για την απόκτηση κυριότητας επ’ αυτού έγγραφο εκδοθέν επί τουρκικής εξουσίας (ταπίον) σε σχέση με την κυριότητά του. Τέλος, από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι το εναγόμενο άσκησε οποιαδήποτε διακατοχική πράξη στο επίδικο από τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους έως την άσκηση της ανωτέρω αγωγής".
Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε ότι το αναιρεσείον-εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο δεν απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου, σύμφωνα με τα επικαλούμενα Πρωτόκολλα και Συνθήκη, καθόσον δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, αφού αυτό (επίδικο) ήταν γαία καθαρής ιδιοκτησίας και δεν εξουσιάζετο από τον Σουλτάνο, ούτε κατείχετο από Οθωμανούς ιδιώτες που το εγκατέλειψαν, ώστε να περιέλθει στο Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο άλλωστε, βαρυνόμενο με το οικείο βάρος της ένστασής του, δεν απέδειξε τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς του.
Κατόπιν τούτου το Εφετείο απέρριψε την έφεσή του και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που είχε δεχθεί ως βάσιμη την αγωγή του αναιρεσιβλήτου, αναγνωρίζοντας την επί του επιδίκου ακινήτου κυριότητά του. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις επικαλούμενες και αναφερόμενες στη νομική σκέψη ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των από 3/22-2-1830, 4/16-6-1830 και 19-6/1-7-1830 Πρωτοκόλλων του Λονδίνου και της από 9.7.1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως, των οποίων οι προϋποθέσεις εφαρμογής δεν συνέτρεχαν, ενώ διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα, με βάση τα λεπτομερώς εκτιθέμενα αποδεικτικά μέσα ως προς τις επιδηλωτικές της νομής επί του επιδίκου διακατοχικές πράξεις τόσο του ενάγοντος, όσο και του αμέσου δικαιοπαρόχου του, οι δε τ’ αντίθετα υποστηρίζοντες πρώτος κατ’ αμφότερα τα μέρη του και δεύτερος κατά το δεύτερο μέρος του από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αντίστοιχα λόγοι της αναίρεσης είναι αβάσιμοι.
Περαιτέρω, με τον πέμπτο αναιρετικό λόγο προβάλλεται η από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση περί του ότι το Εφετείο δέχθηκε την από τον αναιρεσίβλητο κτήση κυριότητας επί του επιδίκου με τακτική και έκτακτη χρησικτησία χωρίς αποδείξεις. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος καθόσον από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο κατέληξε στο προαναφερόμενο αποδεικτικό του πόρισμα στηριζόμενο στα προσκομισθέντα και μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα (ένορκες καταθέσεις μαρτύρων, έγγραφα είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για να χρησιμεύσουν ως δικαστικά τεκμήρια, έκθεση πραγματογνωμοσύνης), χωρίς να παρίσταται ανάγκη ειδικής αξιολόγησης ενός εκάστου εξ αυτών.
Λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσβάλλεται μη πραγματική παραδοχή του δικαστηρίου της ουσίας είναι αβάσιμος, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, πλην άλλων, ότι α) το επίδικο ακίνητο ήταν αγροτικό ακίνητο, επί του οποίου άσκησαν τις αναφερόμενες στην απόφασή του διακατοχικές πράξεις επιδηλωτικές της νομής των, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, δηλαδή με την ειλικρινή πεποίθηση ότι με την κτήση της νομής τους δεν προσβάλλεται δικαίωμα κυριότητος άλλου, από το 1923 έως το 2004 συνεχώς και αδιαλείπτως, τόσο ο άμεσος δικαιοπάροχος του ενάγοντος Β.
Ζ. (1923-1957), όσο και ο ενάγων (1957-2004), ο τελευταίος και με νόμιμο τίτλο το υπ’ αριθ. .../1957 νομίμως μεταγραφέν πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου ... Αγησίλαου Νοστράκη, αποκτήσας έτσι με παράγωγο, αλλά και πρωτότυπο τρόπο και δη με τακτική και έκτακτη χρησικτησία την επί του επιδίκου κυριότητα και β) δεν αποδείχθηκε ότι το επίδικο πριν την ισχύ του β.δ. 3/15-12-1833 "περί διορισμού του φόρου βοσκής και του δια τα εθνικοϊδιόκτητα λιβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833-1834" ήταν λιβάδι ή βοσκότοπος.
Με τους από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ τρίτο και τέταρτο αναιρετικούς λόγους αντίστοιχα προβάλλονται οι αιτιάσεις της παραβίασης από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, σε σχέση με το επίδικο ακίνητο, ως χορτολιβαδικό, αφενός του ανωτέρω, επέχοντος θέση νόμου, βασιλικού διατάγματος και αφετέρου των πριν από την εισαγωγή του Α.Κ. (23-2-1946) διατάξεων του ισχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου και δη των ν.8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), ν.9 παρ.1 Βασ. (50.14), ν.1 Κωδ. (7.31), 7 παρ. 1.2 Κωδ. (7.39) και 14 Κωδ. (11.61) σε συνδυασμό με εκείνες (διατάξεις) των άρθρων 18 και 21 του νόμου της 21-6/3-7-1837 "περί διακρίσεως των δημοσίων κτημάτων", κατά τις οποίες επιτρέπεται μεν έκτακτη χρησικτησία και στις χορτολιβαδικές εκτάσεις, όπως στην επίδικη περίπτωση (κατά το αναιρεσείον), εφόσον όμως αυτή (χρησικτησία) είχε συμπληρωθεί μέχρι την 11-9-1915, όπως τούτο προκύπτει από τις διατάξεις του ν.
ΔΞΗ/1912, των αλλεπαλλήλων περί δικαιοστασίου διαταγμάτων, του άρθρου 21 του από 22-4/16-5-1926 ν.δ/τος "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης" και του άρθρου 4 παρ. 1 του α.ν. 1539/1938. Σύμφωνα όμως με τα προεκτεθέντα αμφότεροι οι λόγοι στηρίζονται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι το επίδικο αποτελεί χορτολιβαδική έκταση (παραδοχή την οποία εκείνο δεν υιοθετεί, αλλά μόνον ως επικουρική εκδοχή παραθέτει), και ως εκ τούτου είναι αβάσιμοι.
Κατά το προϊσχύσαν δίκαιο, δυνάμει του άρθρου 16 του από 21-6/10-7-1837 νόμου "περί διακρίσεως κτημάτων", όπως και κατά το ισχύον δίκαιο, δυνάμει του άρθρου 972 ΑΚ, τα αδέσποτα ακίνητα, ήτοι τα μη διατελούντα υπό ουδενός την κυριότητα, ανήκουν στο Δημόσιο (ΑΠ 1076/1973). Κατά δε τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Πράγματα υπό την έννοια της διάταξης αυτής είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που, υπό την προϋπόθεση νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, καθώς και ο λόγος έφεσης που περιέχει παράπονο κατά της κρίσης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός ισχυρισμός του εφεσίβλητου.
Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 25/2003). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο, κατά το πρώτο μέρος του, αναιρετικό λόγο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον νομίμως προβληθέντα τόσο πρωτοδίκως με τις προτάσεις, όσο και ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου ως λόγο έφεσης ισχυρισμό ότι το επίδικο περιήλθε στην κυριότητα του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου ως "αείποτε αδέσποτο", διότι ουδέποτε πριν και κατά την ισχύ της άνω διάταξης υπήρξε επ’ αυτού οποιοδήποτε δικαίωμα φυσικού ή νομικού προσώπου.
Η προβολή του ανωτέρω ισχυρισμού που αποτελεί ένσταση καταλυτική της αγωγής του αναιρεσιβλήτου επαληθεύεται από την επιτρεπτή επισκόπηση των προαναφερομένων δικογράφων, εφόσον δε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν απάντησε σ’ αυτόν υπέπεσε στην, ως άνω, πλημμέλεια του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τον βάσιμο περί τούτου σχετικό δεύτερο κατά το πρώτο μέρος του αναιρετικό λόγο.
Κατόπιν τούτων πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το προαναφερόμενο και μόνο μέρος (που αφορά τη μη ληφθείσα από το Εφετείο υπόψη και νομοτύπως προβληθείσα, καταλυτική της αγωγής του αναιρεσιβλήτου ένσταση, περί χαρακτηρισμού του επιδίκου ως αδεσπότου), να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, κατά το νόμιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, 22 ν. 3693/1957).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ’ αριθ. 348/2010 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές πλην εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Δεκεμβρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Φεβρουαρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ