222/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated222/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νομίμως οι διάδικοι.
Full text
Απόφαση 222 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 222/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 14 Ιανουαρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σ. Ά. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Ε. Λ. του Γ. και 2)Χ. Ά. του Α., κατοίκων ..., ως κληρονόμων του αρχικού διαδίκου Α. Β. του Κ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στυλιανό Ποταμίτη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/9/1994 (με αρ. κατάθεσης: 313/1994) αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και την από 28/9/1994 (με αρ. κατάθεσης: 362/1994) αγωγή του αρχικού διαδίκου Αριστείδη Βάθη, δικαιοπαρόχου των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 157/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 210/2010 του Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8/7/2013 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσίβλητοι, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου ανέγνωσε την από 29/12/2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ.1-3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δε λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται ως εάν ήταν παρόντες οι διάδικοι.
Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος που δεν εμφανίσθηκε ή αν και εμφανίσθηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.
Αν όμως κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προχωράει στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση κατά τη εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου κατά την αναφερομένη στην αρχή δικάσιμο, δεν εμφανίσθηκε ο αναιρεσείων, ούτε κατέθεσε δήλωση ότι δε θα παραστεί κατά την εκφώνησή της, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.
Από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης για την αναφερόμενη στην αρχή της αποφάσεως δικάσιμο (14-1-2015) επισπεύδει ο απολειπόμενος αναιρεσείων δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Β. Χατζηγρίβα, στον οποίο είχε χορηγήσει σχετική πληρεξουσιότητα και με παραγγελία του οποίου κλητεύθηκαν οι αναιρεσίβλητοι, όπως τούτο προκύπτει από την επί του δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως επισημείωση του δικαστικού επιμελητή Γ.
Σ..
Συνεπώς πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του αναιρεσείοντος (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) Από το άρθρο 553 παρ.3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν η έφεση γίνει τυπικά δεκτή και απορριφθεί κατ' ουσίαν ή αν γίνει δεκτή κατ' ουσία και εξαφανισθεί η πρωτόδικη απόφαση, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η απόφαση του Εφετείου, αφού στην πρώτη περίπτωση η απόφαση του πρώτου βαθμού ενσωματώνεται στην απόφαση του Εφετείου, ενώ στη δεύτερη περίπτωση εξαφανίζεται η απόφαση του πρώτου βαθμού. Στην προκειμένη περίπτωση με την 210/2010 απόφαση του Εφετείου Κέρκυρας έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 157/2007 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας, η δε αίτηση αναίρεσης στρέφεται κατά των δύο αυτών αποφάσεων. Επομένως η αίτηση αυτή κατά το μέρος που στρέφεται κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, η οποία θεωρείται ότι ενσωματώθηκε στην απόφαση του Εφετείου Κέρκυρας, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα (άρθρο 577 Κ.Πολ.Δ.).
Τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την επαγγελματική ενασχόληση, μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για την ερμηνεία των κανόνων δικαίου, είτε για να εξακριβωθεί η βασιμότητα πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν το αντικείμενο της απόδειξης (άρθρο 336 παρ.4 Κ.Πολ.Δ.), είτε για να γίνει, μετά την εξακρίβωση της βασιμότητας αυτών υπαγωγή τους σε νομικούς κανόνες (ΟλΑΠ8/2005). Κατά δε το άρθρο 559 αρ.1β Κ.Πολ.Δ. η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας δημιουργεί λόγο αναιρέσεως αν το δικαστήριο της ουσίας παρέβη δίδαγμα της κοινής πείρας που αφορά την ερμηνεία κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε αυτόν. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, που για να είναι ορισμένος, πρέπει να αναφέρονται σ' αυτόν τα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβιάσθηκαν, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει διδάγματα από την κοινή πείρα, έστω και αυτεπάγγελτα για την ανεύρεση της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου ή για την υπαγωγή σε αυτόν των πραγματικών γεγονότων.
Συνεπώς ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, από τον αρ. 1εδβ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο προβάλλεται κατά της προσβαλλομένης απόφασης η αιτίαση της παράβασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στους κανόνες των άρθρων 138 ΑΚ και 1045 ΑΚ, καθ' όσον δε δέχθηκε το Εφετείο ότι ήταν εικονική η αγοραπωλησία του επιδίκου ακινήτου, ούτε ότι ο αναιρεσείων απέκτησε την κυριότητα αυτού με έκτακτη χρησικτησία είναι αόριστος, αφού δεν αναφέρει ο τελευταίος στο αναιρετήριο ποια συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάσθηκαν, Παρεκτός του ότι είναι απαράδεκτος επειδή υπό την επίκληση της προαναφερόμενης πλημμέλειας, πλήττεται η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, πραγματικών γεγονότων, η οποία (εκτίμηση) δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).
Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική πεποίθησή του, ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.
Δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νομίμως οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 παρ.11περγ' Κ.Πολ.Δ. υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, το οποίο επικαλείται ο διάδικος, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνον ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός, καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως (Ολ.Α.Π. 2/2008, Ολ.Α.Π. 14/2005).
Επί παραπόνου για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων, που προσκομίσθηκαν με επίκληση, πρέπει για το παραδεκτό του λόγου αυτού, να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους, να αναφέρεται δηλαδή ότι ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε στο Εφετείο με τις έγγραφες προτάσεις του μέχρι του πέρατος της συζητήσεως μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση τα αποδεικτικά μέσα, που δεν έλαβε υπόψη το ίδιο δικαστήριο.
Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης κατά ένα μέρος από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. προβάλλονται αιτιάσεις ότι το Εφετείο για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, με βάση το οποίο έκρινε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την αγωγή του αναιρεσείοντος, αναγνωριστική ακυρότητας δικαιοπραξίας ως εικονικής κατά την κύρια βάση αυτής και αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου κατά την επικουρική δέχθηκε δε ως κατ' ουσίαν βάσιμη τη συνεκδικασθείσα αγωγή του εναγομένου, στη δικονομική θέση του οποίου μετά το θάνατό του υπεισήλθαν και συνεχίζουν τη δίκη οι κληρονόμοι του και ήδη αναιρεσίβλητοι, κατά το μέρος που ενδιαφέρει, διεκδικητική κυριότητας ακινήτου, και απέρριψε την έφεσή του (αναιρεσείοντος) κατ' ουσίαν, δεν έλαβε υπόψη τις αποδείξεις πληρωμής της ΔΕΗ όλων των ετών για τα κτίρια που βρίσκονται στο επίδικο ακίνητο, τα εμβάσματα που έστειλε προς τον αρχικό εναγόμενο από τη Γερμανία για την εξόφληση της αγοράς του επιδίκου, την άδεια λειτουργίας του καταστήματος και τις παραγγελίες των εμπορευμάτων και τα τιμολόγια που εκδίδοντο στον όνομά του.
Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως αόριστος, καθ' όσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο το παραδεκτόν της προσαγωγής των παραπάνω εγγράφων στο δικαστήριο της ουσίας δηλαδή ότι ο αναιρεσείων, ως εκκαλών, με τις έγγραφες προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου επικαλέσθηκε και προσκόμισε τα έγγραφα αυτά. Περαιτέρω κατά το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ.
αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης.
Δεν αποτελούν πράγματα και άρα δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής ή την ένστασης, καθώς και οι ισχυρισμοί, που συνιστούν επιχειρήματα πραγματικά ή νομικά ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων ή από το νόμο.
Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το υπόλοιπο μέρος, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 8β του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του ισχυρισμό του αναιρεσείοντος "ότι όλα τα κτίρια εντός του επιδίκου χώρου ανηγέρθησαν με αποκλειστικές δικές του (αναιρεσείοντος) δαπάνες και ότι στο ένα εκ των κτιρίων αυτών έμενε ο γιός του Α.
Ά. στο οποίο είχε παραχωρήσει τούτο, ως χρησιδάνειο". Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθ' όσον ο προαναφερόμενος ισχυρισμός του αναιρεσείοντος δεν εμπίπτει στην έννοια των πραγμάτων, όπως διατυπώνεται στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, αλλά συνιστά άρνηση της αγωγικής βάσης της θεμελιούμενης στην απόκτηση της κυριότητας του επιδίκου από τον αρχικώς ενάγοντα με έκτακτη χρησικτησία και ειδικότερα στη διενέργεια διακατοχικών πράξεων στο επίδικο από τον ίδιο.
Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 561 τταρ.1 Κ.Πολ.Δ. η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάσθηκαν κανόνες δικαίου, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή αν υπάρχει λόγος αναίρεσης κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 και 20 του ίδιου Κώδικα.
Συνεπώς ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι απαράδεκτος καθ' όσον οι αποδιδόμενες με αυτόν αιτιάσεις, υπό την επίκληση του αρ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και αφορούν ελλείψεις στην εκτίμηση των αποδείξεων, στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος και σε απλά επιχειρήματα του αναιρεσείοντος, που κατατείνουν στην ουσιαστική βασιμότητα του αγωγικού ισχυρισμού του περί απόκτησης της κυριότητας του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία.
Επειδή ο από το άρθρο 559 αριθ. 17 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις στο διατακτικό, ώστε να καθίσταται αδύνατη η εκτέλεση της ή να δημιουργείται αβεβαιότητα ως προς τη διάπλαση ή τη διάγνωση που έλαβε χώρα και όχι όταν η αντίφαση υπάρχει στις αιτιολογίες της απόφασης, εκτός αν αυτές επέχουν θέση διατακτικού ή όταν η αντίφαση υπάρχει μεταξύ του διατακτικού και του αιτιολογικού της απόφασης.
Συνεπώς ο τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθ. 17 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτος, αφού ο αναιρεσείων δεν αναφέρει αντιφατικές διατάξεις στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά ισχυρίζεται ότι υπάρχουν αντιφάσεις στο αιτιολογικό της. Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ., που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του Ν.4045/2012 παραβόλου και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς διάδικος στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-7-2013 αίτηση του Σ. Ά. περί αναιρέσεως των 157/2007 και 210/2010 αποφάσεων του Πολυμελούς Πρωτοδικείου και του Εφετείου Κέρκυρας αντιστοίχως.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Φεβρουαρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Μαρτίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ