222/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated222/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συγκεκριμένα η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη είναι, όπως δεν αμφισβητείται άλλωστε, κυρία ενός αγροτικού ακινήτου με δύο ερειπωμένα κτίσματα και μία επίσης ερειπωμένη μάνδρα, που απεικονίζεται περιμετρικά με τα στοιχεία ΓΔΖΗΘΙΚΛΜΝΞΟΠΡΤΓ στο συνημμένο στην αγωγή από 13-11-2000 τοπογραφικό διάγραμμα που έχει συνταχθεί από τον τοπογράφο μηχανικό Α.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 222 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 222/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1 και 2. Χ2, κατοίκων ......, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Γεωργόπουλο.
Της αναιρεσίβλητης: Ψ, κατοίκου ......, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία-Λουΐζα Ανδριακοπούλου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-10-2004 αγωγή, την από 2-10-2004 προσεπίκληση της ήδη αναιρεσίβλητης και την από 11-2-2005 κύρια παρέμβαση του Δήμου Σερίφου, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Σερίφου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 23/2007 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σύρου. Την αναίρεση των ως άνω αποφάσεων ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4-7-2007 αίτησή τους και με τους από 9-9-2008 προσθέτους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 29-9-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, καθώς και του πρόσθετου λόγου αυτής. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 553 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή για την ανταγωγή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι, σε περίπτωση που η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η απόφαση του Εφετείου, αφού, αν μεν η έφεση γίνει δεκτή, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίζεται, ενώ αν η έφεση απορριφθεί, η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται και ενσωματώνεται στην εφετειακή (ΟλΑΠ 40/1196, Ολ.ΑΠ 16/1990). Η κρινόμενη, επομένως, αίτηση αναίρεσης, καθόσον απευθύνεται κατά της 6/2005 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Σερίφου, η έφεση κατά της οποίας μετά από εξέταση της ουσίας, απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη 23/2007 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σύρου, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη.
Η νομική αοριστία της αγωγής που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που πρέπει να εφαρμοστεί, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ (ή του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ), αν το δικαστήριο, για το σχηματισμό τής περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίση του, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόμο προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος, για να κρίνει νόμιμη την αγωγή ή αντίθετα αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία.
Η αοριστία όμως του δικογράφου της αγωγής μπορεί να μην είναι νομική, αλλά ποσοτική ή ποιοτική, όταν στο δικόγραφο αυτής δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής (ποσοτική αοριστία), ή όταν στο δικόγραφο γίνεται απλώς επίκληση των όρων του νόμου χωρίς να αναφέρονται τα περιστατικά που θεμελιώνουν την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου. (ποιοτική αοριστία) Στις περιπτώσεις αυτές (της ποσοτικής ή ποιοτικής αοριστίας της αγωγής) η απόφαση ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ, αντίστοιχα.
Τέλος, η αοριστία της αγωγής εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, για να δημιουργηθεί όμως λόγος αναίρεσης από τους παραπάνω, πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, να προτείνεται στο Εφετείο και να αναγράφεται η πρόταση αυτή στο σχετικό λόγο, δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους, οι οποίοι κατ' εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και, ειδικότερα, δεν αφορά τη δημόσια τάξη (ΟλΑΠ 1/1987).
Ο πρώτος, επομένως, λόγος της αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, με τον οποίο προβάλλεται η από τον αριθμό 560 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, δεν απέρριψε ως αόριστη την ένδικη αγωγή περί προσβολής της προσωπικότητας τής ήδη αναιρεσίβλητης, γιατί δεν αναφέρεται στο δικόγραφό της "η συνδρομή στο πρόσωπο τής - αναιρεσίβλητης - και εάν είναι αναγκαίο στο πρόσωπό των νόμιμων δικαιοπαρόχων της (άρθρο 1051 ΑΚ) των όρων που απαιτούνται κατά νόμο, με αναφορά συγκεκριμένων πράξεων, από την ενέργεια των οποίων παρεμποδίζεται και προσβάλλεται έτσι η προσωπικότητά της", όπως απαιτεί η διάταξη του άρθρου 57 ΑΚ είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, εφόσον δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο, ότι ο σχετικός περί νομικής αοριστίας της αγωγής ισχυρισμός προτάθηκε παραδεκτά στο πιο πάνω Δικαστήριο από την αναιρεσείουσα.
Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 68 και 556 Κ.Πολ.Δ, το έννομο συμφέρον, που αποτελεί προϋπόθεση για το παραδεκτό της αναίρεσης και πρέπει να έχει ο αναιρεσείων κατά το χρόνο της συζήτησής της, ερευνώμενο αυτεπαγγέλτως (άρθρα 577 παρ. 1 και 2 και 73 Κ.Πολ.Δ), θεμελιώνεται στη βλάβη, την οποία υφίσταται ο διάδικος που ηττήθηκε, από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης και με την άσκηση της αναίρεσης επιδιώκεται η ανατροπή της επιβλαβούς για τον αναιρεσείοντα συνέπειας.
Μετά την απόρριψη, επομένως, της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης ως απαράδεκτης, καθόσον στρέφεται κατά της πρωτόδικης απόφασης (6/2005 του Ειρηνοδικείου Σερίφου), ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση για παραβίαση της διάταξης του άρθρου 1041 ΑΚ, γιατί το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο αρκέστηκε στο χαρακτηρισμό του επίδικου ακινήτου ως κοινοχρήστου εντελώς αντιφατικά, απορρίπτοντας την κύρια κατά παρέμβαση του Δήμου Σερίφου ως νόμω αβάσιμη και, παράλληλα, δεχόμενο την ένδικη αγωγή, με την ίδια κατ' αντιγραφή ιστορική βάση της αμέσως πιο πάνω παρέμβασης, ως και κατ' ουσίαν βάσιμη, χωρίς να δεχθεί την αδιαμφισβήτητη κυριότητα των αναιρεσειόντων στο επίδικο ακίνητο, στηριζόμενη στην τακτική χρησικτησία, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος για έλλειψη έννομου συμφέροντος των αναιρεσειόντων.
Ο ίδιος πιο πάνω λόγος αναίρεσης, κατά το τρίτο μέρος του, με τον οποίο, κατ' ορθή εκτίμησή του, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, γιατί το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, ευθέως παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1041 ΑΚ, με τον να μη δεχθεί ότι οι αναιρεσείοντες απέκτησαν την κυριότητα του επίδικου ακινήτου με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας, είναι απορριπτέος ως αόριστος, αφού δεν εκτίθεται σ' αυτόν, ότι ο σχετικός ισχυρισμός των αναιρεσειόντων προτάθηκε παραδεκτά από τους ίδιους στο πιο πάνω Δικαστήριο.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ,Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε ευθέως κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου υπάρχει, όταν το δικαστήριο, με βάση τις παραδοχές του στη συγκεκριμένη περίπτωση, παρέλειψε να εφαρμόσει ένα ουσιαστικό κανόνα δικαίου, ο οποίος ήταν εφαρμοστέος ή εφάρμοσε ουσιαστικό κανόνα δικαίου, τον οποίο δεν έπρεπε να εφαρμόσει.
Ειδικότερα, το δικαστήριο παραβιάζει τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, που εισάγουν οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, όταν, μολονότι διαπιστώνει, έστω και έμμεσα την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων, συνακόλουθα δε, την ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας αυτών, παραλείπει να προσφύγει για τη συμπλήρωση ή ερμηνεία τους στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ ή προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και στη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχεται, επίσης ανέλεγκτα ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, ως στοιχεία προσδιοριστικά της καλής πίστης.
Οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών παραβιάζονται ευθέως και όταν το ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο, μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας, κατέληξε το δικαστήριο δεν είναι σύμφωνο προς την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη. Στην προκείμενη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε, κατά τα κρίσιμα σημεία της, τα ακόλουθα: "Οι διάδικοι είναι κύριοι όμορων ακινήτων, που βρίσκονται στη θέση "......" στη ...... .
Συγκεκριμένα η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη είναι, όπως δεν αμφισβητείται άλλωστε, κυρία ενός αγροτικού ακινήτου με δύο ερειπωμένα κτίσματα και μία επίσης ερειπωμένη μάνδρα, που απεικονίζεται περιμετρικά με τα στοιχεία ΓΔΖΗΘΙΚΛΜΝΞΟΠΡΤΓ στο συνημμένο στην αγωγή από 13-11-2000 τοπογραφικό διάγραμμα που έχει συνταχθεί από τον τοπογράφο μηχανικό Α.
Οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες είναι, όπως συνομολογείται, συγκύριοι κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, του ακινήτου που απεικονίζεται στο ίδιο παραπάνω τοπογραφικό διάγραμμα με τα στοιχεία ΔΕΗΖΔ. Επίδικο είναι το εδαφικό τμήμα, εμβαδού 37,75 τ.μ., που απεικονίζεται με τα στοιχεία ΑΒΓΔΕΑ στο προαναφερόμενο τοπογραφικό διάγραμμα και συνορεύει βόρεια επί πλευράς ΕΔ'Δ με ιδιοκτησία εναγομένων, ανατολικό κατά ένα μέρος επί πλευράς ΔΓ με την ιδιοκτησία της ενάγουσας και κατά το υπόλοιπο επί πλευράς ΓΒ με ιδιοκτησία Β, νότια επί πλευράς ΒΑΆ με τη κοινοτική οδό ......-......
και δυτικά και επί πλευράς ΑΕ με ιδιοκτησία Γ. Το εν λόγω εδαφικό τμήμα, χρησιμοποιούσαν από αμνημονεύτων ετών, κυρίως οι εκάστοτε ιδιοκτήτες των παρακείμενων ιδιοκτησιών για την επικοινωνία τους με το δημοτικό δρόμο ......-...... αλλά και οποιοσδήποτε επιθυμούσε να διέλθει από αυτό. Επιπλέον το επίδικο αποτελούσε χώρο συγκέντρωσης και παιχνιδιού για τα παιδιά.
Στον χαρακτήρα του επιδίκου ως κοινοχρήστου συνηγορεί πέραν των καταθέσεων των μαρτύρων απόδειξης, η ύπαρξη σ' αυτό σκαλοπατιών που οδηγούν στην ιδιοκτησία της ενάγουσας καθώς και σ' αυτήν του Γ, τα οποία δεν θα υπήρχε λόγος να έχουν κατασκευαστεί, αν το επίδικο δεν ήταν χώρος ελεύθερος στην κοινή χρήση, ώστε να μπορούν να διέρχονται μέσα από αυτό για να εισέρχονται στις ιδιοκτησίες τους.
Σκαλιά, έξαλλου, υπήρχαν και στη νότια πλευρά του επιδίκου που οδηγούσαν από το δημοτικό δρόμο ......-...... στο επίδικο, που βρίσκεται σε χαμηλότερο επίπεδο. Τα σκαλιά αυτά, όμως, καταστράφηκαν κατά την ανέγερση οικοδομής από τους εναγομένους στο παραπάνω ακίνητό τους, καθόσον αυτοί την επέκτειναν στο επίδικο, καταλαμβάνοντας τμήμα του, εμβαδού 27,25 τ.μ., που απεικονίζεται στο ίδιο παραπάνω τοπογραφικό διάγραμμα με τα στοιχεία ΑΕΔ'ΑΆ.
Έτσι η νότια πλευρά όπου υπήρχαν τα επίμαχα σκαλιά, έχει πλέον οικοδομηθεί. Επιπλέον στην ιδιοκτησία Β υπάρχει αυλόπορτα που οδηγεί στο επίδικο. Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι το επίδικο διαχωριζόταν με ξηρολιθιά από την εκτεινόμενη βορειότερα αυτού ιδιοκτησία των εναγομένων, γεγονός που υποδηλώνει, ότι η δικαιοπάροχος των εναγομένων Δ θεωρούσε ότι η ιδιοκτησία της, που ήταν περιφραγμένη με ξηρολιθιά και στις υπόλοιπες πλευρές της, δεν συμπεριελάμβανε το επίδικο.
Η κρίση αυτή δε αναιρείται, άλλωστε, από την αναφορά στο ...... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Σερίφου Ελένη Χρυσολωρά-Ανδρουτσοπούλου, με το οποίο παραπάνω η Ελένη Χαλίδα πώλησε στους εναγομένους το προαναφερόμενο ακίνητό τους, ως προς νότον ορίου του, του κοινοτικού δρόμου, δεδομένου ότι εκείνη θεωρούσε ως κοινοτικό δρόμο το επίδικο.
Ενόψει, εξάλλου, της προχωρημένης ηλικίας της (73 ετών κατά το χρόνο σύνταξης του συμβολαίου) σε συνδυασμό με την έλλειψη σχετικών γνώσεων (ήταν νοικοκυρά όσο ζούσε) δεν ήταν σε θέση, βλέποντας το πρόχειρο από 10-11-1983 σκαρίφημα που έχει συνταχθεί από τον πρώτο εναγόμενο, υπό την ιδιότητά του ως πολιτικού μηχανικού και επισυναφθεί στο προαναφερόμενο συμβόλαιο να αντιληφθεί, ότι στο ακίνητο που απεικονιζόταν, συμπεριλαμβανόταν και το επίδικο.
Για το γεγονός αυτό κατηγορηματικός είναι ο Ε, γιος της παραπάνω δικαιοπαρόχου των εναγομένων, που βεβαιώνει ενόρκως ότι η μητέρα του θεωρούσε το επίδικο δημοτικό δρόμο και θα πίστευε ότι στο παραπάνω σκαρίφημα αποτυπώνεται μόνον η ιδιοκτησία της χωρίς το επίδικο. Επιπλέον και ο Δήμαρχος Σερίφου, με το με αριθ. ......
έγγραφό του, βεβαιώνει την ύπαρξη κοινοτικού δρόμου, που ξεκινούσε από τον κεντρικό κοινοτικό δρόμο, διερχόταν έμπροσθεν της ιδιοκτησίας Β και κατέληγε σ' αυτήν της Ψ. Ακόμη ο Δήμος Σερίφου, μόλις του κοινοποιήθηκε η κρινόμενη αγωγή από την ενάγουσα, άσκησε κύρια παρέμβαση ενώπιον του Ειρηνοδικείου Σερίφου ζητώντας την αναγνώριση του επιδίκου ως κοινόχρηστου χώρου, η οποία, όμως, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη με την εκκαλουμένη απόφαση.
Έτσι οι προαναφερόμενες ενέργειες του Δήμου Σερίφου υποδηλώνουν την κοινή αντίληψη που υπήρχε στη Σέριφο για τον κοινόχρηστο χαρακτήρα του επιδίκου. Ούτε, εξάλλου, από τη μελέτη των τίτλων κτήσεως των διαδίκων και των ομόρων ιδιοκτητών συνάγεται διαφορετικό συμπέρασμα, όπως ισχυρίζονται οι εναγόμενοι, ενόψει μάλιστα του ότι δεν αναφέρονται όλα τα όρια, ενώ επιπλέον δεν προσδιορίζονται αυτά ως προς τα σημεία του ορίζοντα και πάντως σε όλα ανεξαιρέτως εμφαίνεται ως όριο δημόσιος δρόμος, όπως, άλλωστε, με βάση τα όσα σημειώθηκαν παραπάνω, θεωρείτο ο επίδικος.
Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι στο από 6-12-1983 πρόχειρο σκαρίφημα που συνοδεύει τους δύο τίτλους ιδιοκτησίας της ενάγουσας, δηλαδή τα ...... και ...... νόμιμα μεταγραμμένα συμβόλαια του συμβολαιογράφου Αθηνών Κωνσταντίνου Χρυσολωρά, με το πρώτο από τα οποία η ενάγουσα αποδέχθηκε ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου του προπεριγραφόμενου ακινήτου της, που περιήλθε σ' αυτήν ως κληρονομία της ΣΤ, και με το δεύτερο αγόρασε το υπόλοιπο ποσοστό εξ αδιαιρέτου που μεταβιβάστηκε σ' αυτήν λόγω πωλήσεως από τους Ζ και Η, και έχει συνταχθεί σε ανύποπτο χρόνο, απεικονίζεται ότι η ιδιοκτησία της ενάγουσας στη δυτική πλευρά της συνορεύει κατά ένα μέρος με την ιδιοκτησία των εναγομένων και κατά το υπόλοιπο με δρόμο, όπως χαρακτηρίζεται το επίδικο.
Έχοντας λοιπόν την πεποίθηση η ενάγουσα, ότι το επίδικο αποτελεί κοινόχρηστο δρόμο, όταν υπάλληλοι της ΔΕΗ, μετά από υπόδειξη των εναγομένων τοποθέτησαν τον μετρητή για την ηλεκτροδότηση του εργοταξίου της οικοδομής τους σε χώρο του επιδίκου, εμποδίζοντας την είσοδό της στην παραπάνω ιδιοκτησία της, αντέδρασα άμεσα ζητώντας με την από 17-11-2000 αίτησή της την μετακίνησή του.
Στη συνέχεια, μάλιστα, με το από ...... έγγραφο της ΔΕΗ προς τον εναγόμενο, αφού ανακοινώθηκε σ' αυτόν η προαναφερόμενη αίτηση της ενάγουσας, του ζητήθηκε να προσκομίσει τους τίτλους ιδιοκτησίας του, διαφορετικά θα γινόταν μεταφορά του μετρητή. Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι, όταν οι εναγόμενοι άρχισαν κατά το έτος 2000 την ανέγερση της οικοδομής στο ακίνητό τους, επέκτειναν μεν αυτή στο προπεριγραφόμενο τμήμα του επιδίκου, εμβαδού 27,25 τ.μ., αλλά στον υπόλοιπο χώρο του επιδίκου, εμβαδού 10,50 τ.μ., διαμόρφωσαν κλίμακα προς την ιδιοκτησία της ενάγουσας, μέσω της οποίας επιτρέπουν τη διέλευσή της, ώστε να υπάρχει επικοινωνία της ιδιοκτησίας της με τον δημοτικό δρόμο, που διέρχεται νοτιότερα του επιδίκου.
Από τα προαναφερόμενα λοιπόν αποδεικτικά στοιχεία, αποδεικνύεται η ύπαρξη του επίδικου δρόμου πολύ πριν το 1900 και η χρησιμοποίησή του από τους όμορους ιδιοκτήτες για την επικοινωνία των ακινήτων τους αλλά και οποιουδήποτε άλλου ήθελε να διέλθει. Επομένως, η επίδικη οδός έχει καταστεί κοινόχρηστη με το θεσμό της αμνημονεύτου αρχαιότητας καθόσον η ζώσα γενεά γνώρισε την προπεριγραφόμενη πραγματική κατάσταση και δεν διέδωσε παράδοση από την παρελθούσα γενεά για την ύπαρξη άλλης διαφορετικής κατάστασης".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο, εμβαδού 37,75 τετρ. μέτρων, είναι κοινόχρηστο, υποχρέωσε δε τους εναγομένους να παραλείπουν στο μέλλον κάθε πράξη που θα έχει ως αποτέλεσμα την παρακώλυση της ελεύθερης χρήσης του εμφαινόμενου με τα στοιχεία Α', Δ', Δ, Γ, Β, Α' στο τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Α τμήματος, εμβαδού 10,50 τετρ.
μέτρων, ακολούθως δε, δέχθηκε την ένδικη αγωγή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη, επικυρώνοντας, έτσι, την πρωτόδικη απόφαση, που είχε εκφέρει την ίδια κρίση. Με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 εδάφιο α' του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, γιατί το Δικαστήριο που δίκασε, καίτοι διαπίστωσε αμφιβολία στη δήλωση βούλησης της δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων με το να δεχτεί ότι η άμεση δικαιοπάροχός τους, πωλήτρια του επίδικου ακινήτου, θεωρούσε το τελευταίο "ως κοινοτικό δρόμο", μολονότι στο μεταβιβαστικό της κυριότητάς του τίτλο, δηλαδή στο ......
πωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Σερίφου Ελένης Χρυσολωρά - Ανδρουτσοπούλου δήλωσε τα αντίθετα, εντούτοις παρέλειψε να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, τους οποίους έτσι και παραβίασε. Όμως το Πολυμελές Πρωτοδικείο, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που προπαρατέθηκαν, δεν διαπίστωσε κενό ή αμφίβολο σημείο, ως προς την περιεχόμενη στο προμνημονευόμενο συμβόλαιο δήλωση βούλησης της πωλήτριας περί μεταβίβασης της κυριότητας στους αγοραστές και ήδη αναιρεσείοντες του περιγραφόμενου σ'αυτό ακινήτου, στο οποίο δεν περιλαμβάνεται το και ήδη επίδικο και επομένως ο παρών λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Κατά την έννοια του αριθμού 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ, η ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου συντελείται, όταν το δικαστήριο της ουσίας εφαρμόζει τέτοιο κανόνα, μολονότι, κατά τις παραδοχές της σχετικής απόφασης του, δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή, αντίθετα, όταν αυτό δεν εφαρμόζει τέτοιο κανόνα, μολονότι, κατά τις παραδοχές της απόφασής του, υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις της εφαρμογής του.
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 369, 966, 967, 968, 972, 1033 και 1192 αριθ. 1 ΑΚ, οι οποίες εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 51 ΕισΝ Α.Κ, προκειμένου να κριθεί μετά την εισαγωγή του ΑΚ η ιδιότητα ενός πράγματος ως εκτός συναλλαγής ή κοινοχρήστου, προκύπτει, ότι μεταξύ των κοινόχρηστων πραγμάτων περιλαμβάνονται και οι οδοί αδιακρίτως.
Τα κοινής χρήσης πράγματα λαμβάνουν τον προορισμό τους αυτό από το νόμο ή τη βούληση του ιδιοκτήτη τους (όπως με διαθήκη ή δωρεά), που μπορεί να εκδηλωθεί και με παραίτηση από την κυριότητα του πράγματος για να καταστεί αυτό κοινόχρηστο, τηρουμένων πάντοτε των νόμιμων προϋποθέσεων. Κατά το προϊσχύσαν του ΑΚ βυζαντινορρωμαϊκό δίκαιο (ν. 3 Πανδ. 43, 7, ν.2 παρ. 8, Πανδ. 93.3, ν. 28 Πανδ. 22,3) αναγνωριζόταν ως τρόπος κτήσης της ιδιότητας του πράγματος ως κοινοχρήστου η αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα στη χρήση του πράγματος από τους δημότες Κοινότητας ή Δήμου (vetustas), με την οποία κυρούνταν ως νόμιμη η πραγματική κατάσταση που υπήρχε πριν από τόσο χρόνο, ώστε η ζώσα γενεά να τη γνώρισε ως έχει και να μη διέδωσε παράδοση από την παρελθούσα γενεά για την ύπαρξη άλλης διαφορετικής κατάστασης.
Η αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα δεν υιοθετήθηκε από τον ΑΚ, διατηρείται, όμως σύμφωνα με το άρθρο 51 ΕισΝ ΑΚ, η δυνάμει αυτής ιδιότητα που απέκτησε το πράγμα ως κοινής χρήσης, εφόσον πριν από την εισαγωγή του ΑΚ (23-2-1946) δύο συνεχόμενες γενεές ανθρώπων επί συνολικό διάστημα τουλάχιστον ογδόντα (80) ετών δεν γνώρισαν διαφορετική κατάσταση του πράγματος από την κοινοχρησία.
Εκείνος που ισχυρίζεται ότι κάποιο ακίνητο ή οδός είναι κοινόχρηστος χώρος, πρέπει, για το ορισμένο του ισχυρισμού του, να καθορίσει το νόμιμο τρόπο με τον οποίο αποκτήθηκε η ιδιότητα της κοινοχρησίας. Μακροχρόνια, όμως, κοινή χρήση του ακινλητου με την ανοχή ή, πολύ περισσότερο, με τη βούληση του κυρίου, μπορεί να αντιταχθεί κατ' αυτού, με βάση τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, με την exceptio doli generalis και να επιτευχθεί, έτσι, έμμεσα ο χαρακτηρισμός του ακινήτου ως κοινοχρήστου.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρόσθετο λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, γιατί το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, με το να δεχθεί ότι "η επίδικη οδός έχει καταστεί κοινόχρηση με το θεσμό της αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητας, καθόσον η ζώσα γενεά γνώρισε την προπεριγραφόμενη πραγματική κατάσταση στο επίδικο και δεν διέδωσε παράδοση από την παρελθούσα γενεά για την ύπαρξη άλλης διαφορετικής κατάστασης", μολονότι στην ένδικη αγωγή "δεν αναφέρεται ούτε υποτυπωδώς ο τρόπος και ο χρόνος που το επίδικο εδαφικό τμήμα απέκτησε με το ΥΦΙΣΤΑΜΕΝΟ ΔΙΚΑΙΟ" την ιδιότητα του κονοχρήστου πράγματος", ενόψει και του ότι η αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα είναι θεσμός του Βυζαντινορρωμαϊκού Δικαίου, που καταργήθηκε με την εισαγωγή του ΑΚ, παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, οι προϋποθέσεις της οποίας με την εφαρμογή της δεν συνέτρεχαν στην προκείμενη περίπτωση.
Όπως, όμως, προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ) επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, προς θεμελίωση του κοινόχρηστου χαρακτήρα του επίδικου ακινήτου, ισχυρίστηκε, ότι το τελευταίο "αποτελεί τμήμα κοινοτικού δρόμου, που αρχίζει από τον κεντρικό δρόμο προς ......
και προς ......, βρίσκεται μεταξύ των ιδιοκτησιών Β και Γ και είναι μπροστά από την ιδιοκτησία των εναγομένων, είναι εμβαδού 37,75 τ.μ και εμφαίνεται, αποτυπούμενος στο τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Α με τα αλφαβητικά στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Α, συνορεύει δε βόρεια και επί πλευράς Ε-Δ'-Δ, μήκους 7,80 μ.
με ιδιοκτησία εναγομένων, ανατολικά εν μέρει επί πλευράς Δ-Γ, μήκους 1.85 μ, με την ιδιοκτησία της ενάγουσας και εν μέρει επί πλευράς Γ-Β, μήκους 4,40 μ, με ιδιοκτησία Β, νότια και επί πλευράς Β-Α'-Α, μήκους 8,40 μ, με την κεντρική κοινοτική οδό προς ...... και προς ...... και δυτικά και επί πλευράς Α-Ε μήκους 3,05 μ, με ιδιοκτησία Γ.
Και ότι ο εν λόγω κοινοτικός δρόμος έχει αποκτήσει το χαρακτήρα του κοινόχρηστου πράγματος με τη συνεχή χρήση του από την Κοινότητα (και τώρα Δήμο) Σερίφου και από τους δημότες του επί χρόνο αμνημόνευτο, έτσι που στην παρούσα και την προηγούμενη γενεά να μην υφίσταται γνώση διαφορετική από την, ως κοινοτικού - δημοτικού δρόμου, χρήση του, η δε αμνημόνευτη αρχαιότητα (Vetustas cujus memoria non extastat), με την οποία κυρούται ως νόμιμη η πραγματική κατάσταση που υπάρχει πριν από τόσο χρόνο ώστε, πράγματι, η ζώσα γενεά να τη γνώρισε ως έχει και δεν διασώθηκε παράδοση από την παρελθούσα άλλης διαφορετικής κατάστασης στη συνεχή χρήση του επίδικου δρόμου από την Κοινότητα Σερίφου και τους δημότες της, υπήρξε πράγματι συνεχής επί δύο τουλάχιστον γενεές ανθρώπων (η κάθε μία των οποίων εκτείνεται σε σαράντα έτη) πριν από τις 23-2-1946, ημερομηνία έναρξης της ισχύος του Αστικού Κώδικα, χωρίς ποτέ να αμφισβητηθεί η κοινοχρησία του δρόμου αυτού, αλλιώς ο εν λόγω δρόμος ως κοινής χρήσεως, κείμενος μέσα στα διοικητικά όρια της Κοινότητας και τώρα Δήμου Σερίφου ανήκει κατά κυριότητα στο Δήμο αυτό από του χρόνου της αναγνώρισής του ως τέτοιου".
Ισχυρίστηκε, επίσης, η ενάγουσα, ότι το πρώτο εξάμηνο του έτους 2000, οι εναγόμενοι, εκτελώντας εργασίες ανέγερσης οικίας στο όμορο ακίνητό τους, οικοδόμησαν τμήμα του επίμαχου κοινόχρηστου δρόμου, εμβαδού 27,25 τετρ. μέτρων, επεξέτειναν δε τις εργασίες επί του εδάφους στο υπόλοιπο τμήμα του εν λόγω δρόμου, εμβαδού 10,50 τετρ.
μέτρων. Και ότι με την πιο πάνω παράνομη, αυθαίρετη και υπαίτια συμπεριφορά των εναγομένων στον επίδικο χώρο προσβλήθηκε η προσωπικότητά της -ενάγουσας-, καθόσον θίχθηκε το δικαίωμα της για την ελεύθερη χρήση του. Με αυτό το περιεχόμενο η ένδικη αγωγή περιέχει όλα τα απαιτούμενα για το ορισμένο αυτής στοιχεία, χωρίς, ειδικότερα, να απαιτείται η μνεία σ' αυτή του χρόνου κατά τον οποίο το επίδικο ακίνητο απέκτησε την ιδιότητα του κοινόχρηστου πράγματος, αφού φέρεται ως τέτοιο ήδη κατά την έναρξη της ισχύος του ΑΚ.
Το Πολυμελές, επομένως, Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, δεν έσφαλε, δεχόμενο τον κοινόχρηστο χαρακτήρα του επίδικου ακινήτου, που αποκτήθηκε με βάση την αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα, η οποία, είχε συμπληρωθεί μέχρι την εισαγωγή του ΑΚ (23-2-1946), (με συνέπεια, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, να διατηρείται η ιδιότητα του κιοινοχρήστου και μετά την εισαγωγή του ΑΚ) και όχι με βάση την exception doli generalis, που στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, τα θεμελιούντα στοιχεία της οποίας δεν περιέχονται στην ένδικη αγωγή, και την οποία δεν εφάρμοσε.
Με τα δεδομένα αυτά, ο ερευνώμενος πρόσθετος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4-7-2007 αίτηση για αναίρεση της 23/2007 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σύρου, που δίκασε ως Εφετείο, καθώς και του από 9-9-2008 πρόσθετου λόγου αυτής.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 16 Δεκεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ