222/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated222/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατ' ακολουθίαν ο πρώτος λόγος αναιρέσεως με το οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα έγγραφα που αναφέρονται σ' αυτόν τα οποία επικαλέσθηκε και προσκόμισε η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται ότι τα έγγραφα αυτά κατέστησαν κοινά αποδεικτικά μέσα με την επίκληση τους και από την ίδια.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 222 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 222/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Φώσκολο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο και Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων-καθών η κλήση: 1........ η οποία απεβίωσε στις 11-11-2005 κληρονομήθηκε από τους: α. ......β. ..... και γ. ....... οι οποίοι συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ Κουτσούκο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης-καλούσας: ....... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στέφανο Ντάλια με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-10-1993 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 317/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 1/2003 προδικαστική, 304/2003 οριστική του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες-καθών η κλήση με την από 16-2-2004 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Παπαηλιού ανέγνωσε την από 14-4-2006 έκθεσή του ήδη προαχθέντος σε Πρόεδρο του Αρείου Πάγου Βασιλείου Νικόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η πρώτη αναιρεσείουσα ...... χήρα Δ1 όπως προκύπτει από την ....... ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου Ροδίων, απεβίωσε στις 11-11-2005, οι δε μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της, λοιποί αναιρεσείοντες, γνωστοποίησαν δια του πληρεξουσίου των δικηγόρου το ως άνω γεγονός με δήλωσή τους που καταχωρήθηκε στα πρακτικά του παρόντος δικαστηρίου, ενώ, περαιτέρω, δήλωσαν ότι επαναλαμβάνουν εκουσίως τη διακοπείσα λόγω του θανάτου δίκη (άρθρ. 286 περ. α', 287 παρ. 1 και 290 ΚΠολΔ). Επομένως νομίμως συνεχίζεται η δίκη μεταξύ των ανωτέρω αναιρεσειόντων και της αναιρεσίβλητης.
ΕΠΕΙΔΗ, ο από το άρθρο 559 αρ.11 γ ΚΠολΔικ λόγος αναιρέσεως για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τα έγγραφα του αναιρεσείοντος και όχι έγγραφα που προσκόμισε ο αντίδικος του. Κατ' εξαίρεση αν ο αναιρεσείων είχε επικαλεσθεί στο δικαστήριο της ουσίας το έγγραφο το οποίο είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει ο αντίδικος του και έτσι αυτό κατέστη κοινό μέσο αποδείξεως, δημιουργείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως.
Κατ' ακολουθίαν ο πρώτος λόγος αναιρέσεως με το οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα έγγραφα που αναφέρονται σ' αυτόν τα οποία επικαλέσθηκε και προσκόμισε η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται ότι τα έγγραφα αυτά κατέστησαν κοινά αποδεικτικά μέσα με την επίκληση τους και από την ίδια.
ΕΠΕΙΔΗ, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως, εκτός των άλλων και τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: Συγκύριος των επιδίκων ακινήτων μαζί με άλλους, που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, ήταν και ο δικαιοπάροχος των εναγομένων Δ1 ο οποίος το έτος 1983 άσκησε εναντίον των δικαιοπαρόχων της ενάγουσας την από 8-11-1983 αγωγή από το αρθρ. 63 του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου, ισχυριζόμενος ότι το έτος 1939 κατόπιν συμφωνίας με τους αντιδίκους του αγόρασε ατύπως τα μερίδια τους και έκτοτε νεμόταν τα επίδικα για δικό του αποκλειστικό λογαριασμό και έχει συμπληρωθεί στο πρόσωπό του ή δεκαπενταετής κτητική παραγραφή που προβλέπει το ως άνω άρθρο και με τη βάση αυτήν ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι συμπληρώθηκε στο πρόσωπό του η κτητική παραγραφή ως προς τα ποσοστά των δικαιοπαρόχων της ενάγουσας στο επίδικο.
Το έτος 1984, διαρκούσης της εκκρεμοδικίας απεβίωσε ο ανωτέρω Δ1 και την διακοπείσα βιαίως δίκη συνέχισαν οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, οι οποίοι επανέλαβαν τους ίδιους ως άνω ισχυρισμούς. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 198/2000 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου, με την οποία κρίθηκε ότι ο ως άνω Δ1 (δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων) ενέμετο τα επίδικα και για λογαριασμό των λοιπών συγκυριών δικαιοπαρόχων της ενάγουσας (ήδη αναιρεσίβλητης) μέχρι και το έτος 1981 που είχε ασκήσει την πρώτη από 12-1-1981 όμοια αγωγή από την οποία όμως παραιτήθηκε.
Οι ήδη αναιρεσείοντες εναγόμενοι αμυνόμενοι στην υπό κρίση πλέον αγωγή και αντιφάσκοντες με την προηγηθείσα θέση τους στη δίκη επί της αγωγής της κτητικής παραγραφής του δικαιοπαρόχου τους, ισχυρίσθηκαν ότι ο δεύτερος, η τρίτη και η τέταρτο από αυτούς, από το έτος 1976 και εντεύθεν νέμονται τα επίδικα εξολοκλήρου με διάνοια κυρίου στο δικό τους όνομα και πέραν από το ιδανικό μερίδιο που ανήκε στον πατέρα τούς Δ1 εν γνώσει της ενάγουσας και της δικαιοπαρόχου της και έχει συμπληρωθεί στο πρόσωπό τους ο χρόνος της δεκαπενταετούς κτητικής παραγραφής.
Ο ισχυρισμός αυτός, που συνιστά νόμιμη ένσταση κατά της αγωγής, δεν αποδείχθηκε. Αντίθετα αποδείχθηκε ότι όλα τα επίδικα τα κατείχε ο πατέρας του στο όνομα και των λοιπών συγκυρίων μέχρι και το έτος 1981 όπως κρίθηκε και με την προαναφερθείσα υπ' αριθμ. 128/2000 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου (Εφετείου Δωδεκανήσου), ο δε ενιστάμενος εναγόμενος επιλήφθηκε την νομής αυτού μετά τον θάνατο του πατέρα τους.
Και ναι μεν από την απόφαση εκείνη δεν προκύπτει δεδικασμένο, διότι το δικαίωμα της κτητικής παραγραφής που επικαλούνται οι εναγόμενοι (αναιρεσείοντες) ισχυρίσθηκαν ότι το απέκτησαν εξ ιδίου δικαίου και όχι ως διάδοχοι του αρχικού διαδίκου πατέρα τους Δ1 ωστόσο όμως συνάγεται εξ αυτής ότι οι τελευταίοι δεν είχαν νομή επί των επιδίκων προ του έτους 1981.
Πολύ περισσότερο μάλιστα όταν οι ίδιοι ισχυρίσθηκαν στα πλαίσια εκείνης της δίκης ότι ο δικαιοπάροχος τους ήταν στη νομή των επιδίκων μέχρι το έτος 1984. Σύμφωνα με αυτά από το έτος 1984 μέχρι και το έτος 1993, οπότε ασκήθηκε η ένδικη αγωγή δεν συμπληρώνει και ο νόμιμος "χρόνος της δεκαπενταετούς κτητικής παραγραφής ίου αρθ. 63 του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου και η ως άνω ένσταση των προαναφερθέντων εναγομένων πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσία αβάσιμη.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο επί της ως άνω ένστασης των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες επ' αυτού, ο δε αντίθετος δεύτερος από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-2-2004 αίτηση των 1) .......2) ......3) ......και 4) ...... για αναίρεση της 304/2003 αποφάσεως του Εφετείου Δωδεκανήσου. Και
Καταδικάζει τους ήδη αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Ιανουαρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Φεβρουαρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ