Legislator Case Law & Legislation
2229/2014 AI generated

2229/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2229/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Μαρία Βαρελά, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

2229/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά την εκφώνηση της υποθέσεως κατά την εις την αρχή της παρούσας αναφερομένη δικάσιμο και την επακολουθήσασα συζήτηση, δεν εμφανίστηκαν όλοι οι αναιρεσείοντες μεταξύ των οποίων και οι κληρονόμοι του Ν. Π., ούτε υπέβαλαν την από τη διάταξη του άρθρου 242§2 ΚΠολΔ έγγραφη δήλωση μη παράστασής τους στο ακροατήριο ως επίσης και οι αναιρεσίβλητοι δεύτερος Θ.

Keywords

AI generated
previous legal status undeclared gainful employment hunger strike previous political persecution exercise of an economic activity action for failure to act
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2229 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 2229/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Μαρία Βαρελά, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Απριλίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1)Θ. Κ. του Γ., … έως και 73)Α. Ψ. του Ά., κατοίκων όλων …, πλην της με αριθμό 25, κατοίκου .... Οι 1, 3, 4α, 7, 8, 10, 11, 13, 14, 16, 17, 18, 19, 20, 22, 23, 25, 26, 27, 28, 31, 34, 37, 38, 39, 40, 44, 45, 49, 50, 51, 52, 53, 55, 56, 58, 59, 61, 62, 64, 66, 67, 68, 69, 70 και 71 εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Πάρι Αρβανιτάκη και Κωνσταντίνο Χατζηγιαννάκη, οι οποίοι δήλωσαν ότι οι 32ος (Ι. Σ.), 42ος (Ι. Β.), 43ος (Δ. Β.) και 73ος (Α. Ψ.) απεβίωσαν και κληρονομήθηκαν από τους: α)Β. χήρα Ι. Σ., το γένος Δ. Ζ., Μ. Σ. του Ι., κατοίκους … και Χ. Σ. του I., κατοίκου ... β)Λ. χήρα Ι. Β., το γένος Σ. Κ., Φ. Β. του Ι., Ε. Β. του Ι., ..., και Δ. Β. του Ι., κατοίκου ..., κατοίκου ..., γ)Α. - Θ. Β. του Δ., Α. Β. του Δ., ..., και δ)Θ. Ψ. του Α., ... αντίστοιχα, οι οποίοι συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από τους ίδιους. Οι λοιποί 2, 4β, 5, 6, 9,12, 15, 21, 24, 29, 30, 33, 35, 36, 41, 46, 47, 48, 54, 57, 60, 63, 65 και 72 δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/3/1994 αγωγή των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 22857/1995 μη οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 4018/1995 μη οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης, 4482/1998 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και 2920/1999 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 1/6/2000 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσίβλητοι, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Βαρελά ανέγνωσε την από 10/9/2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων τους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 268 περ. α' 287§1 και 290 ΚΠολΔικ, προκύπτει ότι λόγο διακοπής της δίκης αποτελεί και ο θάνατος διαδίκου, ο οποίος, όμως, πρέπει να γνωστοποιηθεί στον αντίδικο του αποβιώσαντος από πρόσωπο που δικαιούται να επαναλάβει τη δίκη ή από τον πληρεξούσιο ή το νόμιμο αντιπρόσωπο του αποβιώσαντος, η δε γνωστοποίηση μπορεί να γίνει μόνο με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης, όχι, όμως και με τις προτάσεις αφού ατές δεν επιδίδονται.

Περαιτέρω, η δίκη που έχει διακοπεί, μπορεί να επαναληφθεί εκουσίως με ρητή ή σιωπηρή δήλωση, εκείνου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή, ακόμη και ταυτογχρόνως με τη δήλωση διακοπής, οπότε επέρχεται άμεση επανάληψη της δίκης. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων με εκείνες των άρθρων 62, 73, 242 § 1 και 313 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι το αποτέλεσμα της διακοπής και της επανάληψης της δίκης, επέρχεται εφόσον τόσο το διακοπτικό γεγονός όσο και η γνωστοποίηση του, επισυμβούν το βραδύτερο μέχρι την προφορική συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, διότι, μετά το πέρας αυτής και μέχρι την έκδοση αποφάσεως, δεν υπάρχει στάδιο διακοπής της δίκης και η απόφαση εκδίδεται εγκύρως στο όνομα των αρχικών διαδίκων.

Αν ο διάδικος είναι στη Ζ. κατά την έναρξη της δίκης, αποβιώσει, όμως, στη συνέχεια, αν μεν ο θάνατός του επήλθε μέχρι πέρατος της προφορικής συζητήσεως μετά την οποία εκδίδεται οριστική απόφαση, τότε, τηρουμένων και των λοιπών νομίμων διατυπώσεων, μεταξύ των οποίων και εκείνη της γνωστοποιήσεως του θανάτου προς τον αντίδικο, επέρχεται διακοπή της δίκης με συνέπεια όλες οι επιχειρούμενες στο μεταξύ και μέχρι της νόμιμης επανάληψης, διαδικαστικές πράξεις, εκτός της τυχόν εκδιδομένης αποφάσεως, να λογίζονται άκυρες.

Αν δε ο θάνατος έλαβε χώρα μετά το πέρας της συζητήσεως εκείνης, πολύ δε, περισσότερο μετά την έκδοση της οριστικής επ'αυτής αποφάσεως, τότε, εφόσον δεν υφίσταται εκκρεμής δικαστικός αγώνας, ούτε στάδιο εφαρμογής των διατάξεων για διακοπή και επανάληψη της δίκης, τα ασκούμενα κατά της ως άνω αποφάσεως, ένδικα μέσα, άρα και η αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απευθύνεται, σύμφωνα με το άρθρο 558 ΚΠολΔ κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων) του αποβιώσαντος, απευθυνόμενα δε κατά του αποβιώσαντος, είναι άκυρα, υπό την προϋπόθεση όμως ότι ο αναιρεσείων διάδικος είχε λάβει γνώση προτού ασκηθεί η αναίρεσή του, με οποιονδήποτε τρόπο, του θανάτου του αντιδίκου του, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει κατ'αυτών την αναίρεση.

Η αναίρεση συνεπώς, που απευθύνεται κατά του αποβιώσαντος, χωρίς όμως να γνωρίζει το θάνατό του ο αναιρεσείων, δεν είναι άκυρη και νόμιμα χωρεί η συζήτηση αυτής με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, οι οποίοι καλούνται προς τούτο ή εμφανίζονται κατά τη συζήτηση με την ιδιότητα αυτή στη θέση του αναιρεσιβλήτου και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς.

Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 576 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν, ο απολιπόμενος διάδικος, επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολιπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο 'Αρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξ'άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226§4 εδ3 και 4 ΚΠολΔ που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ'άρθρο 575 εδ β'ιδίου Κώδικα, αν η συζήτηση της υποθέσεως αναβληθεί, ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης, να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε.

Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προϋπόθεση όμως της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής είναι ότι ο απολιπόμενος διάδικος κατά τη μετ'αναβολή δικάσιμο διάδικος είτε είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση, είτε είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως με την μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλήτευσής του κατά την αρχική δικάσιμο.

Από δε το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94, 96, 97, 142 και 143 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η επίδοση προς διάδικο μπορεί να γίνεται και προς τον νόμιμα διορισμένο αντίκλητό του εφόσον εξακολουθεί να έχει αυτή την ιδιότητα. Ο διορισμός αντικλήτου γίνεται κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 142§1 και 4 ΚΠολΔ είτε με δήλωση ενώπιον του γραμματέως του Πρωτοδικείου της κατοικίας του διαδίκου, είτε, με ρήτρα σε σύμβαση που καλύπτει μόνο τις σχετικές με τη σύμβαση αυτή πράξεις.

Επίσης, έχει την ιδιότητα του αντικλήτου και ο νόμιμα διορισμένος πληρεξούσιος δικηγόρος του διαδίκου στον οποίο μπορεί να γίνονται οι επιδόσεις που ανάγονται στη δίκη για την οποία είναι πληρεξούσιος, συμπεριλαμβανομένης και της επίδοσης της οριστικής απόφασης. Σε περίπτωση ασκήσεως ενδίκου μέσου, μπορεί να γίνει επίδοση της σχετικής κλήσεως προς τον υπογράψαντα το ένδικο μέσο ως πληρεξούσιο δικηγόρο του ασκούντος τούτο.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας α) ο έκτος αναιρεσείων Ν. Π. απεβίωσε μετά την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως στις 30-7-2013 και άφησε μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του τη σύζυγό του Π. Π. και το γυιό του Χ. Π. οι οποίοι αποδέχθηκαν την κληρονομία αυτού όπως προκύπτει από το υπ'αριθμ. .../2014 πιστοποιητικό μη αποποίησης της κληρονομίας του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης β) ο τριακοστός δεύτερος αναιρεσίβλητος Ι.

Σ. του Χ., απεβίωσε στις 16-12-2001 και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγό του Β. το γένος Δ. Ζ. και τα τέκνα του Μ. Σ. και Χ. Σ. οι οποίοι αποδέχθηκαν την κληρονομία αυτού. Στις 5-12-2001 απεβίωσε ο τεσσαρακοστός δεύτερος αναιρεσίβλητος Ι. Β. και άφησε εκ διαθήκης κληρονόμους του τη σύζυγό του Λ. χήρα Ι. Β. το γένος Σ.

Κ. και τα τέκνα του Φ. Β. του Ι., Ε. Β. του Ι. και Δ. Β. του Ι., οι οποίοι αποδέχθηκαν την κληρονομία αυτού. Στις 13-11-2006 απεβίωσε ο εβδομηκοστός τρίτος (73ος) αναιρεσίβλητος Α. Ψ. και κληρονομήθηκε εκ διαθήκης από τη σύζυγό του Ζ. το γένος Θ. Τ. και τα τέκνα του Α. Ψ. και Θ. Ψ.. Πριν την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, στις 20-4-1998 απεβίωσε ο τεσσαρακοστός τρίτος αναιρεσίβλητος Β.

Δ., ο οποίος κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγό του Β. Ε. και τα τέκνα του Α. Β. και Α. - Θ. Β., το θάνατο δε αυτού δεν γνώριζαν οι αναιρεσείοντες πριν την άσκηση της αίτησης αναίρεσης. Όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του δικαστηρίου αυτού, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως κατά την εις την αρχή της παρούσας αναφερομένη δικάσιμο (2-4-2014), εμφανίστηκαν οι κληρονόμοι του Ι.

Σ., Β. χήρα Ι. Σ., Μ. Σ. και Χ. Σ., οι κληρονόμοι του Ι. Β. Λ. Ι. Β., Φ. Β., Ε. Β. και Δ. Β., οι εκ των κληρονόμων του Δ. Β., Α. - Θ. Β. και Α. Β. και ο εκ των κληρονόμων του Α. Ψ., Θ. Ψ. εκπροσωπούμενοι από τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους Πάρι Αρβανιτάκη και Κωνσταντίνο Χατζηγιαννάκη και δήλωσαν, εξ αιτίας θανάτου των προαναφερομένων αναιρεσιβλήτων τη βίαιη διακοπή της δίκης και την επανάληψη από αυτούς της βιαίως διακοπείσης δίκης.

Κατά την εκφώνηση της υποθέσεως κατά την εις την αρχή της παρούσας αναφερομένη δικάσιμο και την επακολουθήσασα συζήτηση, δεν εμφανίστηκαν όλοι οι αναιρεσείοντες μεταξύ των οποίων και οι κληρονόμοι του Ν. Π., ούτε υπέβαλαν την από τη διάταξη του άρθρου 242§2 ΚΠολΔ έγγραφη δήλωση μη παράστασής τους στο ακροατήριο ως επίσης και οι αναιρεσίβλητοι δεύτερος Θ.

Α., τέταρτος (β') Ν. Β., πέμπτος Δ. Β., έκτη Α. Γ. - Τ., ένατη Μ. Γ. - Κ., δωδέκατος Σ. Κ., δέκατη πέμπτη Σ. Κ., εικοστός πρώτος Κ. Λ., εικοστός τέταρτος Κ. Μ., εικοστός ένατος Β. Σ., τριακοστός Δ. Σ., τριακοστή τρίτη Ε. Τ., τριακοστός πέμπτος Α. Φ., τριακοστός έκτος Δ. Χ., τεσσαρακοστός πρώτος Ε. Β., η εκ των κληρονόμων του τεσσαρακοστού τρίτου Δ.

Β., Ε. χήρα Δ. Β., τεσσαρακοστός έκτος Γ. Κ., τεσσαρακοστός έβδομος Π. Κ., τεσσαρακοστός όγδοος Δ. Χ., πεντηκοστός τέταρτος Δ. Κ., πεντηκοστός έβδομος Ε. Μ., εξηκοστός Δ. Π., εξηκοστός τρίτος Ν. Ρ., εξηκοστή πέμπτη Β. Σ., εβδομηκοστός δεύτερος Φ. Χ. και οι υπεισελθόντες στη θέση του εβδομηκοστού τρίτου αναιρεσιβλήτου Α.

Ψ., Ζ. χήρα Α. Ψ. και Α. Ψ.. Κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 18-9-2013 κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε για την εις την αρχή της παρούσας αναφερομένη δικάσιμο (2-4-2014), δεν εμφανίστηκαν όλοι οι αναιρεσείοντες, ούτε υπέβαλαν την από τη διάταξη του άρθρου 242§2 ΚΠολΔ έγγραφη δήλωσή τους μη παράστασής τους στο ακροατήριο, όπως και οι αναιρεσίβλητοι, πέμπτος Δ.

Β., τριακοστός δεύτερος Ι. Σ., τριακοστή τρίτη Ε. Τ., τριακοστός πέμπτος, Α. Φ., τριακοστός έκτος Δ. Χ., τεσσαρακοστός πρώτος Ε. Β., τεσσαρακοστός δεύτερος Ι. Β. τεσσαρακοστός τρίτος Δ. Β., πεντηκοστός τέταρτος Δ. Κ., πεντηκοστός έβδομος Ε. Μ. και εβδομηκοστός τρίτος Α. Ψ.. Οι παρασταθέντες στο ακροατήριο του δικαστηρίου αυτού αναιρεσίβλητοι κατά την εις την αρχή της παρούσας αναφερομένη δικάσιμο (2-4-2014) προσκομίζουν την υπ'αριθμ. 10597α/26-6-2012 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Π.

Τ., από την οποία προκύπτει ότι αντίγραφο της από 1-6-2000 αιτήσεως αναίρεσης της υπ'αριθμ. 2920/1999 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την παρά πόδας από 1-6-200 έκθεση κατάθεσης του γραμματέα του Εφετείου Θεσσαλονίκης και την από 15-3-2012 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου με την οποία ορίζεται αρμόδιο για εκδίκαση της παραπάνω αιτήσεως αναιρέσεως το Γ' Πολιτικό Τμήμα του Αρείου Πάγου και την πράξη της Προέδρου του Γ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου με την οποία ορίσθηκε δικάσιμος για εκδίκαση της υποθέσεως αυτής η 18η Σεπτεμβρίου 2013, επιδόθηκε νομίμως στον υπογράψαντα το δικόγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης δικηγόρο Θεσσαλονίκης Δημήτρη Μπελούρη ως πληρεξούσιο και νόμιμο αντίκλητο των αναιρεσειόντων.

Στη συνέχεια, επιδόθηκε στους αναιρεσείοντες με την επιμέλεια του πρώτου αναιρεσιβλήτου Σ. Α., βεβαίωση αναβολής συζητήσεως της υποθέσεως από την αρχική δικάσιμο της 18-9-2013, στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης αποφάσεως (2-4-2014) και συγκεκριμένα στον πρώτο αναιρεσείοντα Θ. Κ. με την υπ'αριθμ. 2728Β/24-1-2014 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Π.

Τ., στο δεύτερο αναιρεσείοντα Σ. Σ. με την υπ'αριθμ. 2726/Β/24-1-2014 έκθεση επίδοσης του αυτού ως άνω δικαστικού επιμελητή, στον τρίτο αναιρεσείοντα Ι. Μ., με την υπ'αριθμ. 2729Β/24-1-2014 έκθεση επίδοσης του αυτού δικαστικού επιμελητή, στον τέταρτο αναιρεσείοντα Α. Π. με την υπ'αριθμ. 2730Β/24-1-2014 έκθεση επιδόσεως του αυτού δικαστικού επιμελητή, στον πέμπτο αναιρεσείοντα Γ.

Θ., με την υπ'αριθμ. 2727Β/24-1-2014 έκθεση επιδόσεως του αυτού δικαστικού επιμελητή στους υπεισελθόντες στη θέση του έκτου αναιρεσείοντος Ν. Π., καθολικούς του διαδόχους Π. Π. και Χ. Π. με τις υπ'αριθμ. 2756Β/30-1-2014 και 2757Β/30-1-2014 εκθέσεις επιδόσεως του αυτού δικαστικού επιμελητή και στον έβδομο αναιρεσείοντα Σύλλογο με την επωνυμία "Σύλλογος Ακτημόνων Καλλιεργητών Επανομής" με την υπ'αριθμ. 2731Β/24-1-2014 έκθεση επίδοσης του αυτού δικαστικού επιμελητή.

Επομένως πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της προκειμένης υποθέσεως ως εάν ήταν παρόντες οι αναιρεσείοντες. Από τα έγγραφα της δικογραφίας δεν αποδεικνύεται ότι οι απολειπόμενοι κατά την εις την αρχή της παρούσας αναφερομένη δικάσιμο (2-4-2014) αναιρεσίβλητοι, επισπεύδουν και αυτοί εγκύρως τη συζήτηση της υποθέσεως με παροχή συμβολαιογραφικής πληρεξουσιότητας σε δικηγόρους των, ούτε ότι αυτοί κλήθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως να παραστούν ενώπιον του δικαστηρίου αυτού κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 18-9-2013, ούτε ότι αυτοί παραστάθηκαν νομίμως κατά την ως άνω αρχική δικάσιμο της 18-9-2013 εκπροσωπούμενοι από πληρεξούσιο με συμβολαιογραφική πράξη δικηγόρο τους.

Επομένως και δεδομένου ότι κατ'άρθρο 576§3 εδ. β'ΚΠολΔ που προστέθηκε με το άρθρο 62 ν. 4139/2013 και καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς υποθέσεις σύμφωνα με το άρθρο 98§1 του ιδίου νόμου 4.139/2013 "σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς", πρέπει ως προς τους αναιρεσιβλήτους Θ.

Α., Ν. Β., Δ. Β., Α. Γ. - Τ., Μ. Γ. - Κ., Σ. Κ., Σ. Κ., Κ. Λ., Κ. Μ., Β. Σ., Δ. Σ., Ε. Τ., Α. Φ., Δ. Χ., Ε. Β., την υπεισελθούσα στη θέση του αποβιώσαντος αναιρεσίβλητου Δ. Β., Ε. χήρα Δ. Β., Γ. Κ., Π. Κ., Δ. Κ., Δ. Κ., Ε. Μ., Δ. Π., Β. Σ., Ν. Ρ., Φ. Χ. και τους υπεισελθόντες στη θέση του αποβιώσαντος αναιρεσιβλήτου Α. Ψ., καθολικούς διαδόχους του, Ζ. χήρα Α.

Ψ. και Α. Ψ., να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της υποθέσεως σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη νομική σκέψη.

Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 1 του ν.δ/τος 249/1969 "περί διοικήσεως της εν Χαλκιδική Πατριαρχικής και Σταυροπηγιακής Ιεράς Μονής της Αγίας Αναστασίας της Φαρμακολύτριας και διαχειρίσεως της περιουσίας αυτής", η εν λόγω Μονή με όλη τη κινητή και ακίνητη περιουσία της που ανήκει στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, τελεί υπό την άμεση πνευματική κυριαρχία και διοίκηση αυτού και διέπεται από το Πατριαρχικό Καθεστώς που ανέκαθεν ίσχυε.

Εξάλλου, το άρθρο 104§1 του Συντάγματος του 1912 όριζε ότι "προς αποκατάσταση ακτημόνων καλλιεργητών και ακτημόνων μικρών κτηνοτρόφων επιτρέπεται επί μία τριετία από της ισχύος του παρόντος αναγκαστική απαλλοτρίωση των κατωτέρω κατηγοριών αγροτικών κτημάτων κατά παρέκκλιση του άρθρου 17 του Συντάγματος ως νόμος θέλει ορίσει".

Με το άρθρο 18§8 του Συντάγματος 1975 ορίζεται ότι δεν επιτρέπεται να απαλλοτριωθεί η αγροτική ιδιοκτησία των Σταυροπηγιακών Ιερών Μονών της Αγίας Αναστασίας της Φαρμακολύτριας στη Χαλκιδική, των Βλατάδων στη Θεσσαλονίκη και του Ευαγγελιστού Ιωάννου του Θεολόγου στην Πάτμο, με εξαίρεση τα μετόχια. Από το συνδυασμό των διατάξεων που προαναφέρθηκαν, προκύπτει ότι η περιουσία της Ιεράς Σταυροπηγιακής και Πατριαρχικής Μονής της Αγίας Αναστασίας της Φαρμακολύτριας η διοίκηση και διαχείριση της οποίας ανήκει στο Οικουμενικό Πατριαρχείο και διέπεται από το Πατριαρχικό καθεστώς, δεν υπόκειται σε αναγκαστική απαλλοτρίωση.

Επομένως, με τις ανωτέρω επαυξημένης ισχύος συνταγματικές διατάξεις θεσπίστηκε το αναπαλλοτρίωτο της αγροτικής ακίνητης περιουσίας αυτής για την αποκατάσταση ακτημόνων καλλιεργητών. Περαιτέρω, από τις διατάξεις του ν. 8§1 κωδ (7.39), 2§1 Βασ. (5.14) νεαρά ΙΙΙ και νεαρά 131 κεφ. 6, που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 51 ΕισΝΑΚ, προκύπτει ότι όποιος επί 40 έτη νέμεται με καλή πίστη ακίνητα που ανήκουν κατά κυριότητα σε Ιερά Μονή γίνεται κύριος αυτών και δύναται να τα διεκδικήσει κατά οποιουδήποτε κατόχου ή να προτείνει κατά της μονής την ένσταση της παραγραφής.

Η ανωτέρω 40ετής αποσβεστική και κτητική παραγραφή, ισχύει για τις αξιώσεις των Ιερών Μονών, τις σχετικές με τα ακίνητα και μετά την ισχύ των ν. ΓΧΞ/1910 και του ν.δ./τος 224/1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κ.λ.π." που προβλέπουν 30 έτη παραγραφή για τις αξιώσεις επί ακινήτων του Δημοσίου και της Αεροπορικής 'Αμυνας που συστήθηκε με το από 26/31-8-1925 π.δ. 'Ετσι, με βάση τα νομοθετήματα αυτά και σε συνδυασμό με τα διατάγματα που εκδόθηκαν σε εκτέλεση του ν.

ΔΞΗ/1912 από τις 19-9-1915 μέχρι 16-5-1926 για την αναστολή της λήξης της παραγραφής κάθε δικαιώματος καθώς και της χρησικτησίας, προς κτήση της κυριότητας ακινήτου Ιεράς Μονής με έκτακτη χρησικτησία και προς παραγραφή της εμπράγματης αξίωσης αυτής, απαιτείται 40ετής νομή με καλή πίστη, η οποία πρέπει να έχει συμπληρωθεί το βραδύτερο μέχρι 11-9-1915.

Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει, αν για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αυτός απαιτεί καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ'ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την εν λόγω διάταξη που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93§3 Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μη καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις αναγόμενες μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή μόνον το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με τη συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν αιτιολογία της απόφασης ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δε δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση του προσκομιζομένου αντιγράφου της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι με αυτή το Εφετείο, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Με το .../1.9.1977 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Βασιλικών Στυλιανού Μαντωνανάκη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Βασιλικών, σε συνδυασμό και με την .../26.10.1977 πράξη εξόφλησης και άρσης διαλυτικής αίρεσης του ίδιου συμβολαιογράφου που και αυτή μεταγράφηκε νόμιμα στα ίδια βιβλία η Ιερά Σταυροπηγιακή και Πατριαρχική Μονή της Αγίας Αναστασίας, της Φαρμακολύτριας στην Χαλκιδική μεταβίβασε λόγω πωλήσεως, με την έγκριση του Οικουμενικού Πατριάρχη και της "παρ' αυτού Αγίας και Ιεράς Συνόδου" και συγκεκριμένα με την 777/26.11.1974 Πατριαρχική Επιστολή, στους 1 μέχρι και 38 εφεσίβλητους από τους οποίους οι 4α κα ι 4β είναι δικαιοδόχοι του Ι.

Β., η 33η του Κ. Τ. και ο 30ος του Θ. Σ., κατά ποσοστό 1/108 εξ αδιαιρέτου στον καθένα και στους υπόλοιπους με αριθμούς 39 μέχρι και 73 κατά ποσοστό 2/108 εξ αδιαιρέτου στον καθένα τα ακόλουθα ακίνητα: Α] ένα αυτοτελές και διαιρημένο τμήμα έκτασης 95800 τμ περίπου από το 646 αγρόκτημα του κτηματολογικού πίνακα διανομής των κτημάτων της πωλήτριας Ιεράς Μονής που βρίσκεται στη θέση "Κριτσιάνα" της περιοχής του αγροκτήματος Επανωμής Θεσσαλονίκης και που συνορεύει κατά τον τίτλο κτήσεως βόρεια με ιδιοκτησία του Συλλόγου Τεχνικών του ΟΤΕ, δυτικά με το υπόλοιπο του 646 αγροκτήματος και ανατολικά με τον 647 λάκκο [ρέμα] Β] το 655 αγρόκτημα του ανωτέρω κτηματολογικού πίνακα συνολικής έκτασης 149000 τμ περίπου που βρίσκεται στην περιοχή που προαναφέρθηκε και που συνορεύει με αγροτικό δρόμο, με το 656 αγρόκτημα, με τον 647 λάκκο [ρέμα] και με ιδιοκτησία του άνω συλλόγου υπαλλήλων του ΟΤΕ και Γ] τον μεταξύ των άνω αγροκτημάτων υφιστάμενο λάκκο 647, όσης έκτασης είναι.

Τα αγροκτήματα τούτα και ο μεταξύ αυτών λάκκος [ρέμα] ανήκουν σ' αυτά που εξαιρέθηκαν, με βάση την από 9.10.1952 σύμβαση μεταξύ του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως και του Ελληνικού Δημοσίου που κυρώθηκε με το από 10.10.1952 διάταγμα [ΦΕΚ Α304/11.10.52] από την απαλλοτρίωση του Υπουργείου Γεωργίας που έγινε το 1952 υπέρ του ΣΑΑΚ Επανωμής, όπως τούτο προκύπτει και από τον κτηματολογικό πίνακα της Τοπογραφικής Υπηρεσίας του ίδιου Υπουργείου σε συνδυασμό με τη γενόμενη κατά το έτος 1958 οριστική διανομή του αγροκτήματος Επανωμής. 'Ετσι οι ανωτέρω αγοραστές έγιναν συγκύριοι των πιο πάνω ακινήτων κατά τα ποσοστά εξ αδιαιρέτου που προαναφέρθηκαν.

Στη συνέχεια από τους αρχικούς συγκυρίους στις 3.6.1980 απεβίωσε ο Κ. Τ. χωρίς να συντάξει διαθήκη και τον κληρονόμησαν εξ αδιαθέτου οι μοναδικοί κληρονόμοι του Δ. Τ. μητέρα και Ε. Τ. σύζυγος Κ. Α. οι οποίες με την .../6.12.1980 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς της συμβ/φου Θεσσαλονίκης Χρυσούλας Μαλαχτάρη - Τριανταφυλλίδη που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Βασιλικών αποδέχθησαν την κληρονομιά του γιου και αδελφού αντίστοιχα, στην οποία συμπεριλαμβανόταν και το 1/108 εξ αδιαιρέτου επί των ακινήτων που προαναφέρθηκαν και έτσι έγιναν αυτές συγκύριες τούτου κατά την κληρονομική τους μερίδα.

Σημειώνεται εδώ ότι και οι δύο ανωτέρω κληρονόμοι όπως προκύπτει από το 29717/4.12.1994 πιστοποιητικό της ΔΟΥ Καλαμαριάς υπέβαλαν δήλωση φόρου κληρονομιάς και τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι εκκαλούντες είναι αβάσιμα. Αμέσως μετά με το 5390/6.12.1990 συμβόλαιο της ίδιας συμβολαιογράφου, που νόμιμα μεταγράφηκε στα βιβλία του ίδιου Υποθηκοφυλακείου, η Δ.

Τ. μεταβίβασε λόγω δωρεάς στη θυγατέρα Ε. Τ. - Α. [υπό στοιχ.33 εφεσίβλητη] το ιδανικό της μερίδιο επί του 1/108 εξ αδιαιρέτου επί των άνω ακινήτων [1/2 του 1/108] και έτσι η τελευταία έγινε συγκυρία των εν λόγω ακινήτων κατά το 1/108 εξ αδιαιρέτου. Επίσης στις 10.5.1979 απεβίωσε από τους αρχικούς συγκυρίους ο Ι. Β. του Ν. χωρίς ν' αφήσει διαθήκη.

Τούτο κληρονόμησαν εξ αδιαθέτου οι μοναδικοί κληρονόμοι του Φ. Β. σύζυγος και Ν. Β. τέκνο, οι οποίοι με την .../9.2.1994 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μιχαήλ Κωτούλα, που νόμιμα μεταγράφηκε στα βιβλία του άνω Υποθηκοφυλακείου, αποδέχθησαν την κληρονομιά και έγιναν έτσι συγκύριοι του 1/108 εξ αδιαιρέτου που αγόρασε ο δικαιοπάροχος τους κατά το 1/4 η πρώτη και κατά τα 3/4 ο δεύτερος, δηλαδή σε ποσοστά ίσα με τα κληρονομικά τους μερίδια.

Σε αντίθεση με όσα αβασίμως υποστηρίζουν οι εκκαλούντες και αυτοί υπέβαλαν δήλωση φόρου κληρονομιάς όπως προκύπτει από το 25649/16.12.1995 πιστοποιητικό της ΔΟΥ Κεφαλαίου Θεσσαλονίκης. Ωσαύτως διευκρινίζεται ότι στη θέση του αρχικού συγκυρίου Θ. Σ. είναι ο 30ος εφεσίβλητος Δ. Σ., στον οποίο ο πρώτος μεταβίβασε το ποσοστό του 1/108 εξ αδιαιρέτου με βάση το .../26.11.1993 πωλητήριο συμβόλαιο της συμβ/φου Θεσσαλονίκης Νιόνης Κοριζή το οποίο νόμιμο μεταγράφηκε.

Τα παραπάνω ακίνητα είχαν περιέλθει στη δικαιοπάροχο των εφεσιβλήτων πωλήτρια Ιερά Σταυροπηγιακή και Πατριαρχική Μονή της Αγίας Αναστασίας από παραχώρηση της ιδρύτριας αυτής Αυτοκράτειρας του Βυζαντίου Θεοφανούς το έτος 883 μΧ και όπως προαναφέρθηκε είχαν εξαιρεθεί από τη γενόμενη απαλλοτρίωση κατά το έτος 1952 υπέρ του ΣΑΑΚ Επανωμής.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι εφεσίβλητοι αγόρασαν τα επίδικα ακίνητα για να δημιουργήσουν αστικό οικισμό με σκοπό τη μόνιμη ή παραθεριστική κατοικία και προς τούτο υπέβαλαν σχετική μελέτη στο ΥΠΕΧΩΔΕ, η οποία εγκρίθηκε [βλ. και το 5022/28.1.1987 έγγραφο της Δ/νσης Οικισμού Θεσσαλονίκης και την 62970/23.5.94 απόφαση του ΥΠΕΧΩΔΕ με την οποία εγκρίθηκε η χωροθέτηση και οικιστική καταλληλότητα των εκτάσεων του παραθεριστικού Οικοδομικού Συνεταιρισμού ΕΔΠ -ΦΜ Σχολής ΑΠΘ "Αγία Αναστασία" Συν.

ΕΠΕ και του Παραθεριστικού Οικοδομικού Συνεταιρισμού Στεγαστική Αποκατάσταση Υπαλλήλων ΟΤΕ Βορείου Ελλάδος"]. Μετά την αγοραπωλησία και την ακολουθήσασα παράδοση της νομής των επιδίκων στους εφεσίβλητους και στους δικαιοπαρόχους τους από την πωλήτρια Μονή αυτοί οριοθέτησαν εμβαδομέτρησαν και τοποθέτησαν ορόσημα και στη συνέχεια υπέβαλαν την μελέτη που προαναφέρθηκε για την έγκριση της οικιστικής περιοχής.

Όμως από το 1977 που έλαβε χώρα η αγοραπωλησία των επιδίκων οι εκκαλούντες πολλές φορές απέβαλαν από αυτά τους εφεσίβλητους και τα καλλιέργησαν αυθαίρετα πότε για λογαριασμού του 8ου από αυτούς Συλλόγου και πότε για δικό τους λογαριασμό. Γι' αυτό οι εφεσίβλητοι με κατ'επανάληψη ασφαλιστικά μέτρα νομής και εκτέλεση των σχετικών υπέρ αυτών αποφάσεων πέτυχαν κατά καιρούς την αποβολή των εκκαλούντων και άλλων από τα επίδικα και την επανεγκατάστασή τους σ' αυτά.

Μάλιστα άσκησαν και την από 8.4.1987 τακτική αγωγή νομής για την οποία εκδόθηκε η 3874/1987 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία επικυρώθηκε με την 2754/1994 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου [σχετ. και οι 158/1978, 1636/1979, 222/1980, 501/1983 436/1984 αποφάσεις Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, 38/1985, 40/1987, 5/1988 αποφάσεις του Ειρηνοδικείου Βασιλικών και 1366/78, 1624/79/ 1626/80, 1637/80, 1685/1981, 1739/82, 989/83 και 1689/84εκθέσεις βίαιης αποβολής και εγκατάστασης των δικ.

επιμελητών Α. Μ. Θ. Ε. Α. Γ. και Σ.Π.]. Παρά τα όσα προηγήθηκαν οι εξ ι πρώτοι εκκαλούντες πρόσφατα κατέλαβαν και κατέχουν τα ανωτέρω αγροκτήματα τόσο για δικό τους λογαριασμό όσο και για λογαριασμό του 7ου και τελευταίου από αυτούς Συλλόγου Ακτημόνων Καλλιεργητών Επανωμής [σχετ. και τα 597/93, 825/93 και 368/93 έγγραφα του Α' Αγρονομείου Θεσσαλονίκης].

Υποστηρίζει ο άνω εκκαλών Σύλλογος Ακτημόνων ότι απότο1972 ιδρυτικά μέλη του και στη συνέχεια αυτός από την ίδρυση του κατά το 1994 που ασκήθηκε η κρινόμενη αγωγή, έγινε κύριος τούτων με έκτακτη χρησικτησία. Με τον ισχυρισμό αυτό ο Σύλλογος επιχειρεί να θεμελιώσει τόσο ένσταση ιδίας κυριότητας κατά της αγωγής των εφεσιβλήτων όσο και δική του ανταγωγή για αναγνώριση της κυριότητάς του επί των επιδίκων Όμως και η ένσταση και η ανταγωγή σύμφωνα με αυτά που αναφέρονται στη δεύτερη σκέψη της παρούσας δεν είναι νόμιμος διότι μέχρι το 1977 νομέας των επιδίκων ήταν η Ιερά Μονή της Αγίας Αναστασίας και μέχρι τότε αυτά ήταν ανεπίδεκτα χρησικτησίας. 'Εκτοτε μέχρι την άσκηση της αγωγής [8.6.1994] δεν παρήλθε χρόνος μεγαλύτερος της 20ετίας.

4. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές Πρωτοδικείο ορθά έκρινε και απέρριψε την ανταγωγή του τελευταίου από τους εκκαλούντες και δέχθηκε την αγωγή των εφεσιβλήτων και τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι εκκαλούντες εναγόμενοι με τους λόγους της έφεσης τους ότι δηλαδή α] κύριος των επιδίκων με έκτακτη χρησικτησία έγινε ο τελευταίος από αυτούς Σύλλογος β] υπάρχει έλλειψη νομιμοποιήσεως τόσο ενεργητικής [οι εφεσίβλητοι δεν είναι κύριοι] τόσο και παθητικής για τους έξι πρώτους από αυτούς γ] καταχρηστικά ασκούν τα δικαιώματά τους οι εφεσίβλητοι και το δικαίωμα τους αποδυναμώθηκε με την αιτιολογία ότι τα επίδικα όλα αυτά τα χρόνια καλλιεργούνταν από τους ακτήμονες και οι εφεσίβλητοι δεν άσκησαν καμμία πράξη νομής και δ] οι με αριθμούς 4α και 4β και 33 εφεσίβλητοι ενάγοντες δεν υπέβαλαν δήλωση φόρου κληρονομιάς είναι αβάσιμα και απορριπτέα.

Τέλος οι εκκαλούντες παραπονούνται με τον τελευταίο λόγο της έφεσής τους ότι το Πρωτοδικείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και επέβαλε σ' αυτούς να καταβάλουν στους ενάγοντες 2.000.000 δρχ. για δικαστικά έξοδα. Ο λόγος αυτός της έφεσης είναι αβάσιμος, διότι με βάση την αξία του αντικειμένου της αγωγής που ανέρχεται στο μη αμφισβητούμενο ποσό των 50.000.000 δραχμών η αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου των εναγόντων εκκαλούντων ανέρχεται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 100 παρ.1 και 107 παρ.1 του Κώδικα Δικηγόρων στο ποσό των 1.500.000 δραχ.

για την σύνταξη της αγωγής και των προτάσεων [2% + 1% αντίστοιχα] και στις 5800 δρχ. για την παράσταση. Στα άνω ποσά πρέπει να προστεθούν και 280.000 δρχ. που κατέβαλαν οι εφεσίβλητοι για το δικαστικό ένσημο και τα υπέρ του ΤΝ και ΤΑΧΔΙΚ δικαιώματα [183§1β ΚΠολΔ]. Τέλος εάν ληφθούν υπόψη τα έξοδα για τις επιδόσεις και η επιστημονική εργασία του δικηγόρου λόγω της σπουδαιότητας της διαφοράς [άρθρο 98 παρ.1 ΚΠολΔ] ο ορισμός του συνόλου των δικαστικών εξόδων στο άνω ποσό των 2.000.000 δραχμών δεν είναι υπερβολικός αλλά σύννομος αφού ανταποκρίνεται στα γενόμενα έξοδα Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ως κατ'ουσίαν αβάσιμη την ανταγωγή του αναιρεσείοντος Συλλόγου με την επωνυμία "ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΑΚΤΗΜΟΝΩΝ ΚΑΛΛΙΕΡΓΗΤΩΝ ΕΠΑΝΟΜΗΣ" και έκανε δεκτή την διεκδικητική αγωγή των αναιρεσιβλήτων της επίδικης εδαφικής έκτασης, απορρίπτοντας ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση που άσκησαν οι αναιρεσείοντες κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης που είχε εκφέρει όμοια κρίση.

Κρίνοντας ως ανωτέρω, το Εφετείο δεν παρεβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου μόνου ν. 2148/1952 και 18 § 8 του Συντάγματος αφού υπό τα ως άνω ανελέγκτως γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις εφαρμογής τους. Επίσης, με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο και έτσι, όπως έκρινε, αναφορικά με το ουσιώδες ζήτημα της κτήσεως κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου από τους αναιρεσίβλητους και της μη κτήσεως κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου εκ μέρους των αναιρεσειόντων, της απορρίψεως της ενστάσεως περί ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεως των έξι πρώτων αναιρεσειόντων, της απόρριψης της ενστάσεως καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων και την απόρριψη ενστάσεως περί αποδυναμώσεως του δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων ως και της απόρριψης της ένστασης των αναιρεσειόντων περί ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποιήσεως των εναγόντων - αναιρεσιβλήτων, δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες για τα παραπάνω ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης οι οποίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των προδιαληφθεισών διατάξεων.

Η αιτίαση των αναιρεσειόντων ότι η προσβαλλομένη απόφαση περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τους πρώτους έξι (6) τούτων διότι αν και δέχεται ότι οι ως άνω έξι (6) αναιρεσείοντες καλλιεργούσαν το επίδικο ακίνητο για λογαριασμό του εβδόμου αναιρεσείοντος Συλλόγου με την επωνυμία "ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΑΚΤΗΜΟΝΩΝ ΚΑΛΛΙΕΡΓΗΤΩΝ ΕΠΑΝΟΜΗΣ", εν τούτοις απέρριψε την ένσταση περί ελλείψεως παθητικής νομιμοποίησής τους, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη διότι όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο δέχθηκε ότι οι έξι (6) πρώτοι αναιρεσείοντες κατέλαβαν και κατέχουν το επίδικο ακίνητο για δικό τους λογαριασμό όσο και για λογαριασμό του εβδόμου τούτων Συλλόγου Ακτημόνων Καλλιεργητών Επανομής.

Συνεπώς ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ και ο τρίτος λόγος αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Απορριπτέα ως απαράδεκτη είναι η αιτίαση που διατυπώνεται με τον τρίτο λόγο αναίρεσης ότι το Εφετείο χωρίς επαρκή αιτιολογία δέχεται ότι ορθώς κατεδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες στην καταβολή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, συνολικού ποσού 2.000.000 δραχμών, διότι η καταψήφιση στη δικαστική δαπάνη του διαδίκου που νικήθηκε δεν έχει ανάγκη ειδικής αιτιολογίας και είναι συνέπεια της αρχής της ήττας (άρθρο 176 ΚΠολΔ) (ΑΠ 191/2002).

Επειδή, ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές και επιστημονικές γνώσεις οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αορίστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρισίμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν.

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. β'ΚΠολΔ που ορίζει ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνον, αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ'αυτούς, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας, προκειμένου να ανεύρει την αληθή έννοια κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ'αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς και όχι, όταν παραβαίνει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων.

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση την από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. β'ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο εσφαλμένα δεν χρησιμοποίησε τα διδάγματα της κοινής πείρας που ορίζουν ότι η μεν Ιερά Μονή Αγίας Αναστασίας εδρεύει στη Χαλκιδική, το δε επίδικο ακίνητο αποτελεί μέρος του Μετοχίου Επανομής της άνω Μονής δηλαδή είναι αγροτικό ακίνητο κείμενο εκτός της έδρας της Μονής και στην κτηματική περιφέρεια ΟΤΑ κειμένου σε άλλο νομό (Επανομή Νομού Θεσσαλονίκης) και σε απόσταση δεκάδων χιλιάδων χιλιομέτρων από την έδρα της, οπότε έπρεπε να δεχθεί το Εφετείο ότι το επίδικο ακίνητο αποτελεί μέρος του Μετοχίου Επανομής και υπόκειται σε απαλλοτρίωση.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος αφού τα αναφερόμενα πραγματικά περιστατικά ως διδάγματα της κοινής πείρας δεν συγκροτούν την έννοια τέτοιων διδαγμάτων, αλλά αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων για τις οποίες κρίνουν ανελέγκτως τα δικαστήρια της ουσίας (άρθρο 561§1 ΚΠολΔ).

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 9 εδ. β ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτησης των διαδίκων δηλαδή κάθε αίτηση με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή της και η οποία δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητας δίκης, ιδίως δε η αγωγή, κύρια ή παρεμπίπτουσα, καθώς και κάθε βάση αγωγής, η ανταγωγή, η κυρία παρέμβαση, η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, κάθε ένδικο μέσο, η ανακοπή και η τριτανακοπή, όχι, όμως και εκείνη της ένστασης, αντένστασης και γενικά εκείνη η απόφανσης πάνω σε κάθε άλλου είδους πράγματα υπό την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ.

Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση ως πλημμέλεια από τον αριθμό 9 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ ότι το Εφετείο άφησε αίτηση αδίκαστη παραλείποντας να αποφανθεί επί της ενστάσεως που αυτοί προέβαλαν της αποδυνάμωσης του δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων.

Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στη νομική σκέψη ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Ακολούθως, πρέπει να απορριφθεί η από 1-6-2000 αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθμ. 2920/1999 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης ως προς τους παρισταμένους αναιρεσιβλήτους και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων αυτών κατά το νόμιμο αίτημα αυτών (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κυρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 1-6-200 αίτησης για αναίρεση της υπ'αριθ. 2920/1999 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης ως προς τους αναιρεσιβλήτους Θ. Α., Ν. Β., Δ. Β., Α. Γ.-Τ., Μ. Γ.-Κ., Σ. Κ., Σ. Κ., Κ. Λ., Κ. Μ., Β. Σ., Δ. Σ., Ε. Τ., Α. Φ., Δ. Χ., Ε. Β., Γ. Κ., Π. Κ., Δ. Κ., Δ. Κ., Ε. Μ., Δ. Π., Ν. Ρ., Β. Σ., Φ. Χ., Β. Ε. χήρα Δ. Β., Ζ. Ψ. χήρα Α. Ψ. και Α. Ψ..

Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης της υπ'αριθ. 2920/1999 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης ως προς τους αναιρεσιβλήτους Σ. Α., Ι. Α., Φ. χήρα Ι. Β., Ι. Γ., Φ. Γ. - Α., Δ. Δ., Γ. Ε., Κ. Κ., Α. Κ. - Φ., Π. Κ., Κ. Κ., Κ. Λ., Π. Λ., Π. Λ., Τ. Μ., Κ. Μ., Ε. Ν., Λ. Π., Σ. Π.-Κ., Γ. Ρ., Ι. Σ. - Σ., τους υπεισελθόντες στη θέση του Ι. Σ. καθολικούς διαδίκους του Β. χήρα Ι. Σ. το γένος Ζ., Μ. Σ. και Χ. Σ., Κ. Τ., Α. Χ., Π. Χ., Ε. Κ. - Α., Θ. Α., τους υπεισελθόντες στη θέση Ι. Β. του Ε. καθολικούς διαδόχους του Λ. χήρα Ι. Β., Φ. Β., Ε. Β. και Δ. Β., τις υπεισελθούσες στη θέση του Δ. Β. καθολικές διαδόχους του Α. - Θ. Β. και Α. Β., Α. Ζ. - Χ., Θ. Θ. - Α., Β. Κ., Χ. Κ., Α. Κ., Ε. Κ., Δ. Κ., Ε. Μ. - Ξ., Σ. Μ., Ε. Μ., Δ. Χ. Μ., Π. Π., Ε. Π., Δ. Σ., Γ. Σ., Π. Σ., Χ. Τ., Β. Φ. - Γ., Δ. Χ., Ι. Χ. και τον υπεισελθόντα στη θέση του Α. Ψ. Θ. Ψ..

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των ως άνω περισταμένων αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 14 Οκτωβρίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 17 Δεκεμβρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ