Legislator Case Law & Legislation
2228/2013 AI generated

2228/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2228/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-11-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 679/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4831/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν o αναιρεσείοντες με την από 11-10-2012 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Δημητρούλα Υφαντή, ανέγνωσε την από 25-9-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Legislator headnote

AI generated

2228/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2228 / 2013 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2228/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου, Γεώργιο Σακκά και Χαράλαμπο Καλαματιανό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Ε. Τ. και 2 Α. Ο. συζ. Ε. Τ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν δια της πληρεξουσίας δικηγόρου τους Ιωάννας Ορφανού, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις και με την από 27-9-2013 αίτησή της ζητάει η ως άνω πληρεξουσία δικηγόρος, να παραπεμφθεί η υπόθεση για συζήτηση στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Μ. Δ. του Κ., κατοίκου ..., 2. Β. Β. συζ. Π. Ζ., κατοίκου ... 3. Α. Β. του Κ., κατοίκου ..., 4. Ε. Β., χήρας Κ. Β., το γένος Δ. Μ., κατοίκου ... και 5. Ε. Ξ., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-11-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 679/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4831/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν o αναιρεσείοντες με την από 11-10-2012 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Δημητρούλα Υφαντή, ανέγνωσε την από 25-9-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις υπ' αριθμ. …/8-4-2013, …/5-4-2013, .../8-4-2013, .../8-4-2013 και .../8-4-2013 εκθέσεως επιδόσεως των δικαστικών επιμελητών του Πρωτοδικείου Αθηνών … και …, που προσκομίζουν και επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας συνεδρίαση καθώς και κλήση προς συζήτηση της αιτήσεως, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στις αναιρεσίβλητες, οι οποίες όμως δεν εμφανίσθηκαν κατά την ως άνω συνεδρίαση, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το πινάκιο. Επομένως και σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.1 και 2 ΚΠολΔ πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, που επισπεύδεται από τους αναιρεσείοντες παρά την απουσία των αναιρεσιβλήτων.

Ι. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.

ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.

ΑΠ 1/1999). Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559, αριθ. 19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεση τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.

ΑΠ 13/1995). Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψη της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1002, 1117 ΑΚ και 1, 2 παρ.1, 4 παρ.1, 5 και 13 του ν. 3741/1929 συνάγεται ότι στην οριζόντια ιδιοκτησία ιδρύεται κυρίως μεν χωριστή κυριότητα επί ορόφου οικοδομής ή διαμερίσματος ορόφου, παρεπομένως δε αναγκαστική συγκυριότητα που αποκτάται αυτοδικαίως, κατ' ανάλογη μερίδα, στα μέρη του όλου ακινήτου που χρησιμεύουν σε κοινή από όλους τους οροφοκτήτες χρήση.

Από την παραπάνω διάταξη του άρθρου 2 παρ.1 του ν. 3741/1929 προκύπτει ότι εκτός από τα ειδικώς αναφερόμενα σ' αυτή κοινόχρηστα πράγματα, μεταξύ των οποίων και η στέγη της οικοδομής, κοινόχρηστο πράγμα είναι και κάθε άλλο, ο κατά τη φύση του προορισμός του οποίου έγκειται στην εξυπηρέτηση των πλειόνων ιδιοκτητών δια της κοινής χρήσης αυτού.

Έτσι η κλίμακα της οικοδομής η οποία ως εκ της εκ κατασκευής φύσης της προορίζεται για τη μετακίνηση των πλειόνων ιδιοκτητών από όροφο σε όροφο ή στο δώμα περιλαμβάνεται στα κοινόχρηστα πράγματα της οικοδομής. Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 7 παρ.1 του ν.3741/1929 κατά την οποία επί των ηλιακών δωμάτων (ηλιακωτών) εφαρμόζεται ό,τι και επί της στέγης, προκύπτει ότι το ηλιακωτό δώμα, εξομοιούμενο με τη στέγη, αποτελεί κοινόχρηστο πράγμα της οικοδομής.

Ηλιακωτό δώμα δε είναι και το ανοικτό μέρος της οικοδομής που επεκτείνεται από το δάπεδο ενός ορόφου μέχρι του κατακόρυφου επιπέδου των όψεων του κτιρίου, αποτελεί δε πλάκα οροφής του κάτω απ' αυτό ορόφου ή διαμερίσματος. Περαιτέρω, από τις ίδιες ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι κάθε συνιδιοκτήτης δικαιούται να προβαίνει σε απόλυτη χρήση των κοινοχρήστων μερών της οικοδομής, να ενεργεί επισκευές και ανανεώσεις αυτών, καθώς και μεταβολές και προσθήκες, με τον όρο ότι δεν παραβλάπτει τα δικαιώματα των άλλων ιδιοκτητών και δεν μεταβάλλει τον συνήθη προορισμό αυτών.

Η διαφορετική συμμετοχή των συνιδιοκτητών στη χρήση κοινοχρήστου μέρους της οικοδομής ή ο αποκλεισμός του κοινοχρήστου χαρακτήρα του και η περιέλευση αυτού αποκλειστικά σε ένα ή περισσότερους ιδιοκτήτες είναι δυνατή λόγω του ενδοτικού χαρακτήρα της διάταξης του άρθρου 2 παρ.1 του ν.3741/1929 αλλά προϋποθέτει κατά το άρθρο 13 παρ.1 αυτού, συμφωνία όλων των συνιδιοκτητών που πρέπει να καταρτισθεί με συμβολαιογραφικό έγγραφο και να μεταγραφεί.

Εξάλλου, είναι δυνατόν μια υπαίτια ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται η σύμβαση, να θεμελιώνει συγχρόνως και ευθύνη από αδικοπραξία, τούτο δε συμβαίνει όταν η ενέργεια αυτή και χωρίς την προϋπάρχουσα συμβατική σχέση θα ήταν παράνομη, ως αντίθετη προς το γενικό καθήκον που επιβάλλει το αρθρ. 914 Α.Κ.

να μην προκαλεί κανείς σε άλλον υπαιτίως ζημία.

Υπό την έννοια αυτή είναι δυνατή η συρροή ενδοσυμβατικής και εξωσυμβατικής από αδικοπραξία ευθύνης (Α.Π. 1600/2002 1145/2003). Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Οι ενάγουσες είναι ιδιοκτήτριες οριζοντίων ιδιοκτησιών μιας πολυκατοικίας που βρίσκεται στο Δήμο Ζωγράφου Αττικής, επί της οδού ...

αρ. …. Συγκεκριμένα η πρώτη είναι ιδιοκτήτρια του διαμερίσματος ολοκλήρου του πέμπτου ορόφου, η δεύτερη και τρίτη συνιδιοκτήτριες ολοκλήρου του πρώτου και τρίτου ορόφου, η τέταρτη είναι ιδιοκτήτρια διαμερίσματος ολοκλήρου του δευτέρου ορόφου, και η πέμπτη είναι ιδιοκτήτρια διαμερίσματος ολοκλήρου του τετάρτου ορόφου.

Οι εναγόμενοι είναι συνιδιοκτήτες του υπό στοιχ. ΣΤ1-Ζ1 διαμερίσματος (μεζονέτας), που εκτείνεται σε ολόκληρο τον έκτο και έβδομο όροφο πλην των κοινόκτητων και κοινόχρηστων χώρων της οικοδομής. Η ανωτέρω οικοδομή διέπεται από τις διατάξεις του Ν. 3741/1929, τα αρθρ. 1002 και 1117 Α.Κ., σύμφωνα με την υπ' αρ. 239/2003 πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και κανονισμού πολυκατοικίας της συμβ/φου Αθηνών Ασπασίας Παπαγεωργίου που μεταγράφηκε νόμιμα, κατά την οποία ο έβδομος όροφος της οικοδομής περιλαμβάνει το τμήμα της ιδιοκτησίας των εναγομένων (μεζονέτας), καθώς και τους κοινόκτητους, ήτοι το δώμα, το κλιμακοστάσιο, το φρέαρ του ανελκυστήρα και τον προ αυτών χώρο (πλατύσκαλο).

Ειδικότερα στον κανονισμό ορίζεται μεταξύ άλλων ότι "κάθε ιδιοκτήτης οριζοντίου ιδιοκτησίας έχει στους κοινόκτητους και κοινόχρηστους χώρους όλα τα δικαιώματα που του παρέχει ο νόμος, ανάλογα με τη χρήση και τον προορισμό τους... Επιτρέπεται το άπλωμα ρούχων και χαλιών α) στα προς τον πίσω ακάλυπτο χώρο, μπαλκόνια ελευθέρως και β) στην ταράτσα...

Επίσης προβλέπεται η τοποθέτηση στο δώμα και στην ύπερθεν του Ζ' ορόφου ταράτσα ηλιακών θερμοσιφώνων για όσους κυρίους διαμερισμάτων επιθυμούν...".

Σύμφωνα με την προαναφερόμενη πράξη σύστασης και κανονισμού που διέπει την εν λόγω πολυκατοικία, ρητά ορίζεται ότι το δώμα που βρίσκεται στον έβδομο όροφο της οικοδομής, αποτελεί κοινόχρηστο χώρο, στον οποίο έχουν πρόσβαση όλοι οι ένοικοι της πολυκατοικίας.

Οι εναγόμενοι όμως έχουν καταλάβει το χώρο αυτό απαγορεύοντας στις ενάγουσες τη χρήση και την πρόσβαση σ' αυτόν, αλλάζοντας την κλειδαριά της κοινόχρηστης θύρας και τοποθετώντας εσωτερικό σύρτη. Ενόψει της ανωτέρω ενέργειας των εναγομένων, οι ενάγουσες, κατόπιν της από 25-11-2008 απόφασης της Γενικής Συνέλευσης των ιδιοκτητών της πολυκατοικίας, αποφάσισαν την αντικατάσταση της κλειδαριάς της θύρας που οδηγεί στο δώμα, πλην όμως και αυτήν αντικατέστησαν με άλλη δική τους οι εναγόμενοι.

Ακολούθως πραγματοποιήθηκε στις 18-5-2009 νέα γενική συνέλευση των ιδιοκτητών κατά την οποία αποφασίστηκε εκ νέου η αντικατάσταση της κλειδαριάς, αλλά οι εναγόμενοι έσπασαν το κλειδί μέσα στην κλειδαριά., προκειμένου να αποκλείσουν την πρόσβαση στο δώμα στις ενάγουσες. Η ενάγουσα, ως διαχειρίστρια, κατέφυγε, μετά από εισαγγελική παραγγελία, στο Αστυνομικό τμήμα Ζωγράφου όπου κλήθηκε η πρώτη εναγομένη για τις απαραίτητες συστάσεις (βλ.

το υπ' αρ. πρωτ. 82/2009 αντίγραφο εγγραφής βιβλίου συμβάντων του Α.Τ. Ζωγράφου). Εξάλλου στις 23-6-2009, ήταν προγραμματισμένη η απολύμανση όλων των κοινόχρηστων χώρων της πολυκατοικίας συμπεριλαμβανομένου του δώματος, πλην όμως το δώμα δεν απολυμάνθηκε, διότι οι εναγόμενοι δεν επέτρεψαν την είσοδο στο συνεργείο.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι ενάγουσες επέδωσαν στις 2-7-2009, εξώδικη δήλωση με την οποία καλούσαν τους εναγομένους να τους παραδώσουν το κλειδί της θύρας του δώματος προκειμένου να έχουν πρόσβαση στον κοινόχρηστο χώρο του δώματος. Στις 10-7-2009 και 11-7-2009 ζητήθηκε εκ νέου η συνδρομή της αστυνομίας, προκειμένου να αποφευχθεί η αλλαγή κλειδαριάς της θύρας του δώματος εκ μέρους των εναγομένων, ενώ τις επόμενες ημέρες οι εναγόμενοι αχρήστευσαν εκ νέου την κλειδαριά της πόρτας του δώματος σπάζοντας το κλειδί μέσα σ' αυτήν.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι ενάγουσες κατέθεσαν την από 20-7-2009 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, επί της οποίας εκδόθηκε αρχικά η από 4-8-2009 προσωρινή διαταγή του προέδρου του Δικαστηρίου, η οποία υποχρέωνε τους εναγόμενους να ανεχθούν την αντικατάσταση της κλειδαριάς της θύρας του κοινόχρηστου δώματος και να χορηγήσουν κλειδιά στους συνιδιοκτήτες.

Την επομένη ημέρα της εκδόσεως της ανωτέρω προσωρινής διαταγής, οι ενάγουσες ειδοποίησαν εκ νέου κλειδαρά, ο οποίος αντικατέστησε την κλειδαριά που είχαν καταστρέψει οι εναγόμενοι, πλην όμως οι εναγόμενοι κατέστρεψαν εκ νέου την κλειδαριά αυτή με τη μέθοδο του σπασίματος του κλειδιού, αρνούμενοι να πειθαρχήσουν στην προσωρινή διαταγή του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Στη συνέχεια εκδόθηκε η υπ' αρ. 8593/2009 απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων, η οποία υποχρέωνε τους εναγομένους να ανεχθούν, α) την αλλαγή της κλειδαριάς και τη χορήγηση κλειδιών της θύρας του δώματος σε όλες τις ενάγουσες και β) τη χρήση του δώματος και την ελεύθερη πρόσβαση σ' αυτό όλων των ιδιοκτητριών. Εντούτοις οι εναγόμενοι συνέχισαν να αρνούνται την πρόσβαση στις ενάγουσες στο κοινόχρηστο δώμα, χρησιμοποιώντας αυτό κατ' αποκλειστικότητα.

Η ως άνω συμπεριφορά των εναγομένων έχει προκαλέσει πολύ μεγάλη ταλαιπωρία και στεναχώρια στις ενάγουσες. Όπως προαναφέρθηκε οι εναγόμενοι παραβίαζαν συνεχώς και κατ' επανάληψη τον κανονισμό της πολυκατοικίας, εκ προθέσεως προκειμένου να προκαλέσουν ζημία στις ενάγουσες, γνωρίζοντας ότι παραβιάζουν νόμο και τον κανονισμό.

Μετά την έκδοση της προσωρινής διαταγής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αλλά και την έκδοση της υπ' αρ. 8593/2009 απόφασης των Ασφαλιστικών μέτρων, οι εναγόμενοι αρνήθηκαν να συμμορφωθούν και συνέχισαν την παραβατική συμπεριφορά τους, αφαιρώντας ή καταστρέφοντας το κλειδί της κοινόχρηστης πόρτας του δώματος, προκειμένου να αποκλείσουν την είσοδο των εναγουσών στο κοινόχρηστο δώμα. Η συμπεριφορά τους αυτή προσκρούει όχι μόνο στις διατάξεις του κανονισμού της πολυκατοικίας, σύμφωνα με τις οποίες, όπως προαναφέρθηκε, το δώμα του εβδόμου ορόφου ανήκει στους κοινόχρηστους χώρους, αλλά συνιστά συγχρόνως και αδικοπραξία, αφού ενέχει όλα τα στοιχεία της διάταξης του αρθρ. 914 Α.Κ. Εξαιτίας της αδικοπρακτικής αυτής συμπεριφοράς των εναγομένων, οι ενάγουσες υπέστησαν ηθική βλάβη, γι' αυτό και δικαιούνται ανάλογη χρηματική ικανοποίηση, η οποία πρέπει να ανέλθει στο ποσό των 1500 ευρώ για την κάθε μία, λαμβανομένου υπόψιν του μεγέθους της αδικοπραξίας, του βαθμού της υπαιτιότητας των εναγομένων και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των μερών.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι για τις αλλεπάλληλες αλλαγές της κλειδαριάς, που οι ενάγουσες πραγματοποίησαν εξαιτίας της καταστροφής αυτών από τους εναγόμενους, έχουν δαπανήσει το συνολικό ποσό των 280 ευρώ (βλ. τις από 8-12-2008, 9-12-2008, 8-7-2009 και 5-8-2009 αποδείξεις του κλειθροποιού Γ. Δ.).

Περαιτέρω όπως προκύπτει από τη προσκομιζόμενη υπ' αρ 392/24-9-2009 απόδειξη παροχής υπηρεσιών, οι ενάγουσες κατέβαλαν στον δικηγόρο τους Αλέξιο Δημητρακόπουλο, το ποσό των 475 ευρώ για τις δικαστικές ενέργειες στις οποίες αυτός προέβη προς υπεράσπιση των συμφερόντων τους και ειδικότερα για σύνταξη εξωδίκου και αίτησης ασφαλιστικών μέτρων, παράστασης σε συζητήσεις προσωρινής διαταγής και αίτησης ασφαλιστικών μέτρων, ενώ με την υπ' αρ. 8593/2009 απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων επιδικάσθηκε στις ενάγουσες δικαστική δαπάνη ποσού 300 ευρώ. Επομένως η διαφορά, ήτοι ποσόν 175 ευρώ (475 - 300), είναι η ζημία των εναγουσών εκ της αιτίας αυτής, την οποία και πρέπει να τους καταβάλλουν.

Εξάλλου ουδόλως αποδείχθηκε ότι οι ενάγουσες παρεβίασαν καθοιονδήποτε τρόπο τον κανονισμό της πολυκατοικίας και ειδικότερα ότι προέβησαν σε φθορά της θύρας του δώματος και παραβίασης της κλειδαριάς της θύρας αυτής, όπως οι εναγόμενοι ισχυρίζονται.

Αντίθετα όλες οι ενέργειες των εναγουσών αποσκοπούσαν στην αποκατάσταση της κοινής χρήσης του δώματος του εβδόμου ορόφου, καθότι την πρόσβαση των εναγουσών στο δώμα είχαν αποκλείσει οι εναγόμενοι, όπως προαναφέρθηκε. Τούτο ρητά κατέθεσε και ο μάρτυρας των εναγουσών ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ο οποίος είπε: "Οι εναγόμενοι έχουν κλειδώσει το δώμα και δεν δίνουν το κλειδί στους υπόλοιπους ενοίκους. Το δώμα βάσει του κανονισμού είναι κοινόχρηστο. Πήγαμε στον εισαγγελέα, κάναμε ασφαλιστικά και πάλι δεν συμμορφώθηκαν. Βάλαμε κλειδαριά για να ανοίξει. Θεωρούν ότι το δώμα είναι ιδιοκτησία τους". Επομένως όλες οι ενέργειες των εναγουσών για την απόδοση στην κοινή χρήση του δώματος του εβδόμου ορόφου, ήσαν καθόλα νόμιμες και ουδεμία αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγουσών αποδείχθηκε. Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η ασκηθείσα με τις προτάσεις ανταγωγή των εναγομένων, καθώς και το αίτημα αυτών για λήψη ασφαλιστικών μέτρων.

Εξάλλου, έσφαλε η εκκαλουμένη απόφαση που δέχθηκε ότι η ζημιά των εναγουσών για τις δικαστικές ενέργειες στις οποίες προέβησαν προς υπεράσπιση των συμφερόντων τους ανέρχεται σε 750 ευρώ αντί του ορθού 175 ευρώ, γι' αυτό πρέπει να γίνουν δεκτοί οι σχετικοί λόγοι της έφεσης, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση και ως προς το μέρος που έκανε δεκτή εν όλω την αγωγή και στη συνέχεια, αφού κρατηθεί και δικασθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο αυτό, να γίνει εν μέρει δεκτή η κρινόμενη από 3-11-2009 αγωγή και επαναλαμβανόμενων των μη ανατρεπόμενων διατάξεων, πρέπει να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να ανεχθούν α) την αλλαγή κλειδαριάς και τη χορήγηση κλειδιών της θύρας του δώματος σε όλες τις ενάγουσες και β) τη χρήση του χώρου του δώματος και την ελεύθερη πρόσβαση σε αυτόν από όλες τις ενάγουσες με απειλή στον καθένα χρηματικής ποινής 3000 ευρώ για κάθε παράβαση της παρούσας απόφασης ως προς την υποχρέωση ανοχής των ανωτέρω πράξεων (αρθρ. 947§ 1 Κ.Πολ.Δ.).

Πρέπει επίσης να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, έκαστος εις ολόκληρο, να καταβάλλουν στις ενάγουσες το ποσό των 455 ευρώ (280+175), καθώς και σε καθεμιά από τις ενάγουσες το ποσό των 1500 ευρώ, για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης νομιμότοκα από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως". Το Εφετείο με το να δεχθεί κατά ένα μέρος με τις ανωτέρω σκέψεις τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης των αναιρεσειόντων, κατά της πρωτόδικης απόφασης και στη συνέχεια με τα ν'απορρίψει την παρέμβαση και την ανταγωγή των αναιρεσειόντων και με το να δεχθεί την αγωγή που είχαν ασκήσει οι αναιρεσίβλητοι για την προστασία του δικαιώματός του χρήσεως του κοινόχρηστου χώρου του δώματος στην ένδικη πολυκατοικία με απειλή κατά των αναιρεσειόντων χρηματικής ποινής ως μέσου εκτελέσεως, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε, τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 1002, 1117 ΑΚ, 1, 2 παρ.1, 4 παρ. 1, 5 και 13 του ν. 3741/1929, 1047, 947 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.

καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα περιστατικά για την παρακώλυση εκ μέρους των αναιρεσειόντων συνιδιοκτητών των αναιρεσιβλήτων επίσης συνιδιοκτητών στην ακώλυτη χρήση και πρόσβαση στο κοινόχρηστο δώμα της πολυκατοικίας με συνθήκες συνιστώσεως και αδικοπρακτικής συμπεριφοράς, πληρούν το πραγματικό των νομικών εννοιών του κοινόχρηστου πράγματος επί συνιδιοκτησίας πολυώροφης οικοδομής και της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς, τελούσας σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με την προκληθείσα ζημία στο πρόσωπο των αναιρεσιβλήτων συνιδιοκτητών, και δικαιολογούν την παραδοχή της αγωγής των τελευταίων και την απόρριψη της αντίθετης ανταγωγής των αναιρεσειόντων.

Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τους πρώτο, δεύτερο, τρίτο, τέταρτο και πέμπτο λόγους του αναιρετηρίου, με τους οποίους αποδίδεται στην προβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ.1 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης.

Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ πιο πάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί η παραδοχή της αγωγής και η απόρριψη της ανταγωγής. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τους ίδιους πρώτο έως και πέμπτο λόγους του αναιρετηρίου, κατά το άλλο μέρος τους με τους οποίους αποδίδεται στην προβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ.19 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα.

Εξ άλλου, οι ίδιοι πρώτος έως και πέμπτος λόγοι της αναίρεσης κατά την σ' αυτούς κατά το άλλος μέρος τους περιλαμβανόμενη αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 19 και 561 παρ.1 του ΚΠολΔ ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το ίδιο πιο πάνω προαναφερόμενο κρίσιμο ζήτημα της παρακώλυσης των αναιρεσιβλήτων εναγόντων στην ελεύθερη πρόσβαση και χρήση του χώρου του δώματος της ένδικης πολυκατοικίας και του κοινόχρηστου χαρακτήρα του τελευταίου και τα αντίστοιχα επιχειρήματα των αναιρεσιβλήτων και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα των αναιρεσειόντων, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, και βρίσκονται κατά τους αναιρεσείοντες σε αντίθεση:

α) με το ότι το δώμα κατά τον κανονισμό δεν έχει κοινόχρηστο χαρακτήρα, β) ότι οι ίδιοι ουδέποτε αδικοπράγησαν και γ) ότι οι αδικοπραξίες που εκθέτουν στο αναιρετήριο αφορούσαν πάντοτε τους αναιρεσίβλητους, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι αφού κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τις προεκτειθείσες ουσιαστικές παραδοχές της με τους ίδιους λόγους κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου των οποίων δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του αρθρ. 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων των αναιρεσειόντων, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.

Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ.11 περ.γ' του ΚΠολΔ υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (ΑΠ 1072/2005).

Με τους τρίτο, τέταρτο και πέμπτο λόγους του αναιρετηρίου κατά το άλλο μέρος τους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν εκτίμησε: 1) την από 25-11-2008 απόφαση της Γενικής Συνέλευσης, 2) την από 8-12-2008 απόδειξη, 3) την από 9-12-2008 απόδειξη, 4) την από 2-7-2009 ψευδή δήλωση των αναιρεσιβλήτων, ότι δήθεν εστερούντο κλειδιού, 5) την από 8-7-2009 απόδειξη, 6) τα υπ' αριθ. 199 και 199α/10, 219/2-8-2009, 245 και 245α/6 και 8-10-2009 πιστοποιητικά του Α.Τ.

Ζωγράφου, 7) την από 12.12.2009 έγκληση της Π. Ο. γι' αφαίρεση κοινόχρηστης πόρτας με κόψιμο των μεντεσέδων, 8) το από 16-12-2009 σημείωμα των αναιρεσειόντων για την αφαίρεση στις 9-12-2009, 9) τα υπ' αριθμ. 356/12-12-2009, 368/17-12-2009 πιστοποιητικά του Α.Τ. Ζωγράφου, 10) την ανακοίνωση των αναιρεσιβλήτων μετά τη δημοσίευση της υπ' αριθμ. 8593/2009 απόφασης ασφαλιστικών μέτρων, 11) το από 25.12.2009 σε φωτογραφική απεικόνιση σχετικό τους με αριθ. 44 και 22 με ημερομηνία 25.12.2009 για την εμφανή παραποίηση κλειδαριάς, 12) τις από 14-12-2009 με αρ. 98667/14.12.2009 και από 12-12-2009 με αριθ. 1016/12-12-2009 μηνύσεις κατά των αναιρεσιβλήτων, 13) την από 4-2-2010 μήνυση των αναιρεσειόντων και την υπ' αριθμ. 8486/2-2-2010 μήνυσή τους, 14) το υπ' αριθ. 343/17-4-2009 πιστοποιητικό του Α.Τ.

Ζωγράφου και 15) την υπ' αριθ. 19980/29-3-2010 μήνυση κατά των αναιρεσιβλήτων για την ολοσχερή καταστροφή της κοινόχρηστης πόρτας. Τα αποδεικτικά δε αυτά στοιχεία είχαν νόμιμα επικαλεσθεί και προσκομίσει με τις προτάσεις τους στο Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή βεβαίωση του Εφετείου, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που του είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει νομίμως οι διάδικοι, και από το όλο περιεχόμενο εκείνης της απόφασης, όπως παρατίθεται ανωτέρω σε προηγούμενες σκέψεις, με τις οποίες απορρίφθηκαν ρητά οι ισχυρισμοί των αναιρεσειόντων, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα πιο πάνω έγγραφα για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, οι δε σχετικοί λόγοι αναίρεσης κρίνονται αβάσιμοι.

Στην αβασίμως αποδιδόμενη εν λόγω πλημμέλεια δεν προσήκει, η παράλληλα διατυπούμενη αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 13 ΚΠολΔ, το αντικείμενο της οποίας περιορίζεται στην παραβίαση του αντικειμενικού βάρους αποδείξεως με άμεση δικονομική συνέπεια να ελέγχεται ως αβάσιμη.

ΙΙΙ. Ο Λόγος αναίρεσης του αριθ.8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα του προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώληση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης λόγου έφεσης όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε αι οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ.

ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1933/2006). Εξ άλλου δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.

ΑΠ 11/1996). Με τους δεύτερο, τέταρτο και πέμπτο λόγους του αναιρετηρίου κατά το άλλο μέρος τους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων ότι "οι αναιρεσίβλητοι συνιδιοκτήτες είναι εκείνοι που αδικοπράγησαν σε βάρος τους και όχι οι ίδιοι".

Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι διότι οι ανωτέρω "ισχυρισμοί" δεν αποτελούν "πράγμα" κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά προβλήθηκαν από τους αναιρεσείοντες ως επιχειρήματα συναγόμενα από τις αποδείξεις, για την άρση ανταποδεικτικά του βασικού αγωγικού ισχυρισμού των αναιρεσιβλήτων που στήριξαν και την αγωγή τους για τον κοινόχρηστο χαρακτήρα του δώματος και την παρακώλυσή τους εκ μέρους των αναιρεσειόντων στην ελεύθερη πρόσβαση και χρήση του δώματος.

Ανεξάρτητα όμως από αυτά, τα ίδια πραγματικά περιστατικά συγκροτούντα τους αυτοτελείς ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων από τις διατάξεις των άρθρων 1002 και 1116 Α.Κ., 1, 4, 5 και 13 του ν. 3741/1929, 297, 298, 300, 330, 914 και 932 ΑΚ για τη στήριξη της ανταγωγής τους, τα εκτίμησε προσηκόντως το Εφετείο, δεχόμενο ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα προς αυτά που συγκροτούν τους ισχυρισμούς αυτούς.

Εξ άλλου το Εφετείο ερευνώντας την βασιμότητα της ανταγωγής σε συνδυασμό με το περιεχόμενο του κανονισμού της πολυκατοικίας (υπ' αριθ. …/29-12-2003 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Ασπασίας Χριστοδούλου) δέχθηκε όπως προέκυπτε από το ίδιο συμβόλαιο (φύλλο 27ο, β σελίδα, άρθρο 3 παρ.4) ότι επιτρέπεται το άπλωμα των ρούχων και χαλιών:

α) στα προς τον πίσω ακάλυπτο χώρο μπαλκόνια ελευθέρως και β) στην ταράτσα χωρίς από το λόγο αυτό να λάβει υπόψη του περιστατικό που δεν προβλήθηκε εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων και επομένως ο εκ του άρθρ. 579 αρ.8 του Κ.Πολ.Δ. δεύτερος λόγοι αναίρεσης κατά το τελευταίο μέρος του κρίνεται αβάσιμος. IV. Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή που αφορά όλους τους λόγους του αρθρ.559 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 115/2007) αποτελεί εκδήλωση της αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης με βάση τα πραγματικά γεγονότα και τους ισχυρισμούς που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου από τους διαδίκους (Α.Π. 1055/2005). Προς τους μη προταθέντες εξομοιώνονται και οι απαραδέκτως προταθέντες ισχυρισμοί στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (Ολ.

ΑΠ 2/2005, Α.Π.1055/2005, αλλά και στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο άρα και αυτοί που για την επαναφορά τους από προηγούμενη συζήτηση δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη στο άρθρο 240 του ΚΠολΔ διαδικασία (ΑΠ 1933/2006).

Περαιτέρω σύμφωνα με τις διατάξεις των αρθρ. 79 επ. Κ.Πολ.Δ. Παρέμβαση είναι η προσέλευση τρίτου στην μεταξύ άλλων υφισταμένη εκκρεμή δίκη, προκειμένου να μετάσχει σ' αυτήν προς προστασία των συμφερόντων του. Από την ανωτέρω έννοια της παρεμβάσεως, προκύπτει ότι προϋποθέσεις απαραίτητες για την άσκηση αυτής είναι:

α) η ύπαρξη εκκρεμούς μεταξύ άλλων δίκης, β) η ιδιότητα του παρεμβαίνοντος ως τρίτου αναφορικά με τους αρχικούς διαδίκους και γ) η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος του τρίτου. Επομένως το Εφετείο, όχι παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο, απορρίπτοντας την παρέμβαση των αναιρεσειόντων που άσκησαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, γιατί δεν είχαν την ιδιότητα του τρίτου.

Εξ 'άλλου, από τα πρακτικά συνεδριάσεως του Πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και το ιστορικό της υπ' αριθ. 679/2011 απόφασής του δεν προκύπτει ότι η Π. Ο. παρέστη στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και δήλωσε προφορικά ότι ασκεί πρόσθετη παρέμβαση υπέρ των αναιρεσειόντων, ενώ τέτοια άσκηση δεν προκύπτει ούτε από τις κατατεθείσες τότε έγγραφες των αναιρεσειόντων και την ενσωμάτωση σε αυτές ανταγωγής και παρέμβασης της προαναφερθείσας Π.

Ο. ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Επομένως, τα όσα ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης με την επίκληση πλημμέλειας από τον αριθ.14 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ (κατ' εκτίμηση) και αναφέρονται στην εσφαλμένη μη έρευνα εκ μέρους του Εφετείου της προαναφερθείσας ανύπαρκτης δικονομικά πρόσθετης παρέμβασης κρίνονται απαράδεκτα.

V. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Από τη διατύπωση της η διάταξη αυτή αφορά μόνο έγγραφο, και όχι μαρτυρική κατάθεση, ενώ ως έγγραφο νοούνται μόνο όσα προβλέπονται από τα άρθρα 339 και 432 επ.

του ΚΠολΔ, και όχι τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης όπως η αγωγή. Για να δημιουργηθεί ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να έχει γίνει επίκληση του εγγράφου στην κατ' έφεση δίκη, διαφορετικά ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος. Περαιτέρω, ως παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου που ιδρύει τον ίδιο λόγο αναίρεσης, και η οποία πρέπει να είναι προφανής, υπάρχει όταν το Δικαστήριο από εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενο του κάτι το διαφορετικό από το πραγματικό (Ολ.

ΑΠ 1/1999). Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, θα πρέπει το Δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη αποδεικτικού γεγονότος (ΑΠ 442/1993).

Από δε το συνδυασμό της πιο πάνω διάταξης με εκείνη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι δεν περιλαμβάνει ο λόγος αυτός αναίρεσης και την περίπτωση, κατά την οποία, από την αποδεικτική αξιολόγηση του περιεχομένου του εγγράφου, κατέληξε το δικαστήριο με την συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί δεν είναι εφικτή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του εγγράφου, παρά μόνο με την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που συνεκτιμήθηκαν με αυτό, η οποία δεν υπόκειται σε έλεγχο του Αρείου Πάγου, και ο αναιρετικός λόγος απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 413/1993).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση του, για να καταλήξει στην κρίση, ότι ο χώρος του δώματος της ένδικης πολυκατοικίας είναι κοινόχρηστος και να απορρίψει τον σχετικό αρνητικό ισχυρισμό των αναιρεσειόντων και την έφεση τους στηρίχθηκε σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή στις ένορκες καταθέσεις των εκατέρωθεν εξετασθέντων μαρτύρων, και σε όλα τα έγγραφα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι με τις έγγραφες προτάσεις τους, μεταξύ των οποίων και αντίγραφο του προαναφερθέντος κανονισμού της πολυκατοικίας από την ανάγνωση του οποίου δέχθηκε κατά τα προαναφερθέντα σε προηγούμενη παράγραφο ο κοινόχρηστος χαρακτήρας του δώματος.

Προβάλλουν ειδικά δε ως προς το πιο πάνω αποδεικτικό μέσο οι αναιρεσείοντες, ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του πιο πάνω εγγράφου. Υπ' αυτά, όμως τα δεδομένα, και καθ' όσον αφορά το πιο πάνω φερόμενο ως παραμορφωθέν έγγραφο ο σχετικός ισχυρισμός των αναιρεσειόντων κρίνεται αβάσιμος, δοθέντος ότι δεν πρόκειται περί εσφαλμένης αναγνώσεως του επίμαχου κειμένου του κανονισμού, το οποίο παρατίθεται κατ' ακριβή αντιγραφή του στις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αλλά περί εξαγωγής, εξ αυτού αποδεικτικού πορίσματος διαφορετικό από εκείνο που θεωρούν ορθό οι αναιρεσείοντες.

Επομένως ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 20 του Κ.Πολ.Δ., δεύτερος κατά το ένα μέρος του λόγος αναίρεσης, είναι από την αιτία αυτή απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατά τα λοιπά δε, ο ίδιος πιο πάνω λόγος αναίρεσης από τον αριθμ. 20 του αρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ. είναι επίσης απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί όπως από το περιεχόμενο του προκύπτει, οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι ο ελεύθερος χώρος του δώματος δεν είναι κοινόχρηστος στο σύνολό του, πλήττοντας πλέον την αντίθετη ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου, που ανάγεται σε πράγματα, και σαν τέτοια, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (αρθρ. 561 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ.).

VI. Ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 10 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, ότι το δικαστήρια παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο την κρίση του σχημάτισε από τα μνημονευόμενα σ' υτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα (Α.Π. 72/2006). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, αφού έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα της υπόθεσης (καταθέσεις εξετασθέντων μαρτύρων και με επίκληση προσκομισθέντα έγγραφα) σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, με το οποίο, μεταξύ άλλων, δέχθηκε ότι το δώμα είναι κοινόχρηστο και οι αναιρεσείοντες αδικοπράγησαν σε βάρος των αναιρεσιβλήτων. Επομένως, το Εφετείο δεν δέχθηκε παρά το νόμο πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και ο εκ του άρθρου 559 αριθ.10 λόγος κρίνεται αβάσιμος.

Μετά τα παραπάνω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου (8871016 σειρά VI ΔΟΥ Ψυχικού) στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495§4 εδ.4 ΚΠολΔ)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 11-10-2012 αίτηση αναίρεσης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4831/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Και Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου (8871016 σειρά VI ΔΟΥ Ψυχικού).

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 4 Δεκεμβρίου 2013.

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 18 Δεκεμβρίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ