Supreme Court allows appeal against insufficient reasoning in appellate court's rejection of counterclaim for declaration of co-ownership.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the First Instance Court's rejection of a counterclaim seeking a declaration of co-ownership. The appellant argued the appellate court failed to provide sufficient reasoning regarding the legal basis for rejecting the claim based on the contract of work. Consequently, the court found the appellate decision legally flawed due to this lack of reasoning and remanded the case for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 166, 361, 681 of the Civil Code; Article 949 of the Code of Civil Procedure: When an appellate court rejects a claim without adequate reasoning connecting the facts to the legal provisions, the decision is flawed and the case must be remanded for retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2228 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 2228/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Απριλίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας - καλούσας:..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπύρο Λάλα.
Του αναιρεσίβλητου - καθού η κλήση: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Μανωλάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-3-1997 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας-καλούσας και με την από 3-2-1998 ανταγωγή - προτάσεις του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 454/1998 προδικαστική, 235/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 336/2005 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 4-10-2005 αίτησή της επί της οποίας εκδόθηκε η 968/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, που κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρει για συζήτηση η καλούσα με την από 28-7-2008 κλήση της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης ανέγνωσε την από 20-12-2006 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία, Αρεοπαγίτη Ζήση Βασιλόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση για αναίρεση της 336/2005 απόφασης του Εφετείου Κρήτης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 166 ΑΚ, καταρτισμένη σύμβαση αποτελεί και το προσύμφωνο, με το οποίο δημιουργείται τέλεια ενοχή, δηλαδή γεννώνται υποχρεώσεις και από τα δύο μέρη για τη σύναψη της κυρίας σύμβασης, οι υποχρεώσεις δε αυτές είναι αγώγιμες και καθένα από τα συμβαλλόμενα μέρη δικαιούται να εγείρει αγωγή με αίτημα την κατά το άρθρο 949 Κ.Πολ.Δ καταδίκη σε δήλωση βουλήσεως, η οποία θεωρείται ότι έγινε μόλις η απόφαση καταστεί τελεσίδικη.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, το Εφετείο απέρριψε την έφεση κατά της 235/2003 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, με την οποία είχε απορριφθεί διεκδικητική αγωγή ακινήτου και συγκεκριμένα οικοπέδου μετά της επ' αυτού πολυώροφης οικοδομής, που άσκησε η αναιρεσείουσα και έγινε δεκτή ανταγωγή του αναιρεσιβλήτου, με την οποία αυτός, επικαλούμενος εργολαβική σύμβαση, κατά το σύστημα της αντιπαροχής, που είχε καταρτίσει με τη δικαιοπάροχο της αναιρεσείουσας (οικοπεδούχο), της οποίας η τελευταία είναι ειδική διάδοχος, ζήτησε να υποχρεωθεί αυτή (αναιρεσείουσα) σε δήλωση βουλήσεως για τη σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας στην άνω οικοδομή για τη μεταβίβαση σ' αυτόν των χωριστών ιδιοκτησιών που δικαιούται.
Προς στήριξη του διατακτικού αυτού το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά γεγονότα: Η δικαιοπάροχος της αναιρεσείουσας (ενάγουσας-αντεναγομένης) Κ1 είχε στην κυριότητά της ένα οικόπεδο, εμβαδού 53,59 τ.μ., στη συμβολή της οδού ... και ανώνυμης οδού, στην περιοχή "..." της πόλεως του .... Με το ... προσύμφωνο της συμβολαιογράφου Ηρακλείου Καλλιόπης Παπαδάκη υποσχέθηκε την πώλησή του στην αναιρεσείουσα, η οποία μετά το θάνατο της πωλήτριας μεταβίβασε, με αυτοσύμβαση, όπως είχε δικαίωμα με βάση το άνω προσύμφωνο, στην ίδια, την κυριότητά του, με το ...
συμβόλαιο της προαναφερόμενης συμβολαιογράφου που νόμιμα μετέγραψε. Η δικαιοπάροχος της αναιρεσείουσας Κ1 το έτος 1979 με το ... εργολαβικό προσύμφωνο του συμβολαιογράφου Ηρακλείου Ηλία Λατσάρα συμφώνησε με τον αναιρεσίβλητο (εναγόμενο-αντενάγοντα) να ανεγείρει ο τελευταίος στο οικόπεδο αυτό πολυώροφη οικοδομή με το σύστημα της αντιπαροχής, ήτοι όλες οι δαπάνες ανέγερσης θα βάρυναν τον ίδιο, η δε οικοπεδούχος υποχρεούτο στη σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας και τη μεταβίβαση στον εργολάβο, ή στους αγοραστές που αυτός θα υποδείκνυε, ως εργολαβικό αντάλλαγμα, των 760/1000 εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου με τις αντιστοιχούσες στα ποσοστά αυτά χωριστές ιδιοκτησίες του υπογείου, του ισογείου με πατάρι, του δεύτερου και τρίτου ορόφου και του δικαιώματος της καθ' ύψος επέκτασης της οικοδομής.
Στην οικοπεδούχο θα παρέμεινε ο πρώτος όροφος και η αποκλειστική χρήση μιας αποθήκης 5 ή 6 τ.μ. που θα κατασκευαζόταν στο υπόγειο, το ισόγειο ή το πατάρι. Μετά τη συμφωνία αυτή και με βάση την ... οικοδομική άδεια του τμήματος Πολεοδομίας ...ο αναιρεσίβλητος κατασκεύασε στο άνω οικόπεδο της δικαιοπαρόχου της αναιρεσείουσας οικοδομή, η οποία αποτελείται από υπόγειο μεικτού εμβαδού 45,99 τ.μ., ισόγειο με πατάρι 45,99 τ.μ., πρώτο και δεύτερο όροφο 45,99 τ.μ.
του καθενός και τρίτο όροφο 25 τ.μ. Τον Οκτώβριο του 1979, χρόνο που είχε συμφωνηθεί με το πιο πάνω εργολαβικό, παρέδωσε στην οικοπεδούχο τον πρώτο όροφο της οικοδομής και μια αποθήκη στο υπόγειο. Η τελευταία τα παρέλαβε και εγκαταστάθηκε στον πρώτο όροφο-διαμέρισμα έκτοτε μέχρι το θάνατό της κατά το έτος 1995, ενώ ο αναιρεσίβλητος τα άλλα διαμερίσματα της οικοδομής, που περιέχονταν σ' αυτόν, ως εργολαβικό αντάλλαγμα, τα αποπεράτωσε μέσα στο έτος 1980 και στη συνέχεια ο ίδιος με την οικογένειά του εγκαταστάθηκε στο διαμέρισμα του δεύτερου ορόφου και τα λοιπά τα εκμίσθωσε σε τρίτους.
Στη συνέχεια του Εφετείο, αφού απέρριψε τις ενστάσεις που πρότεινε η αναιρεσείουσα-αντεναγόμενη α) περί υπάρξεως δεδικασμένου ως προς το ζήτημα της λύσης της εργολαβικής σύμβασης, λόγω υπαναχωρήσεως, από προηγούμενη απόφαση που εκδόθηκε μεταξύ του αναιρεσιβλήτου και της δικαιοπαρόχου της αναιρεσείουσας, β) περί υπαναχωρήσεως από την εργολαβική σύμβαση της δικαιοπαρόχου της αναιρεσείουσας και γ) περί μη εκπληρώσεως της συμβατικής υποχρεώσεως από την εν λόγω σύμβαση για σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας στην οικοδομή και την μεταβίβαση των χωριστών ιδιοκτησιών που δικαιούται ο αναιρεσίβλητος ως εργολαβικό αντάλλαγμα από υπαιτιότητα του τελευταίου, επικύρωσε την πρωτόδικη οριστική απόφαση, κατά το μέρος που μεταβιβάστηκε σ' αυτό η υπόθεση με την έφεση δηλ.
κατά το κεφάλαιο της ανταγωγής, η οποία είχε γίνει δεκτή και ως βάσιμη κατ' ουσίαν. Οι ανωτέρω αιτιολογίες όμως της προσβαλλόμενης απόφασης είναι ανεπαρκείς και δεν καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών, που αφορούν την παθητική νομιμοποίηση της αναιρεσείουσας-αντεναγόμενης και συγκεκριμένα την υποχρέωση αυτής να προβεί σε δήλωση βουλήσεως για να συστήσει οριζόντια ιδιοκτησία και για να μεταβιβάσει, ως εργολαβικό αντάλλαγμα, τις χωριστές ιδιοκτησίες στον αντενάγοντα-αναιρεσίβλητο, στις διατάξεις των άρθρων 166, 361, 681 ΑΚ σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 949 του ΚΠολΔ.
Συγκεκριμένα δεν περιέχεται στην απόφαση αιτιολογία που να στηρίζει το διατακτικό της σχετικά με την παραδοχή της ανταγωγής και την καταδίκη της αντεναγόμενης-αναιρεσείουσας στην ανωτέρω δήλωση βουλήσεως, αφού αυτή απέκτησε την κυριότητα του επίδικου οικοπέδου με το επ' αυτού κτίσμα το έτος 1995, λόγω πωλήσεως, από την κυρία αυτού, η οποία είχε συμβληθεί με τον εργολάβο αναιρεσίβλητο, χωρίς να γίνεται μνεία ότι η αναιρεσείουσα συνδέεται με κάποια ενοχική σχέση με τούτον ή ότι αυτή αναδέχθηκε τις πηγάζουσες από την αρχική εργολαβική σύμβαση υποχρεώσεις, μεταξύ των οποίων και αυτές που διαλαμβάνονται στο διατακτικό της πρωτόδικης τελεσίδικης απόφασης.
Συνεπώς το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και επομένως ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 336/2005 απόφαση του Εφετείου Κρήτης.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Δεκεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ