Legislator Case Law & Legislation
2227/2014 AI generated

2227/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2227/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 14η Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

2227/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά το άρθρο 564 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. η προθεσμία της αναιρέσεως είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αν ο αναιρεσείων διαμένει στην Ελλάδα. Κατά δε το άρθρο 495 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. τα ένδικα μέσα, μεταξύ των οποίων και εκείνο της αναιρέσεως, ασκούνται με δικόγραφο που κατατίθεται στο πρωτότυπο, στη γραμματεία του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2227 / 2014 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2227/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Δημήτριο Κόμη, Απόστολο Παπαγεωργίου και Παναγιώτη Κατσιρούμπα Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 14η Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Τριτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΕΡΓΑΤΩΝ ΕΛΛΑΔΑΣ"(ΓΣΕΕ) που εδρεύει στην Αθήνα, νομίμως εκπροσωπούμενη η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Μαρία Λαγουβάρδου.

Του αναιρεσίβλητου: Ι. Χ. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου Δημητρίου Λιάρου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-3-2005 αγωγή του αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1590/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2827/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 31-1-2013 αίτησή της. Με την από 15-12-2013 αίτησή της ζητεί την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση. Με την από 7-2-2014 δήλωσή της παραιτήθηκε του από 3-2-2014 δικογράφου των προσθέτων λόγων αναιρέσεως. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κατσιρούμπας διάβασε την από 3-4-2014 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου, Αρεοπαγίτη Νικολάου Τρούσα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή των αιτήσεών της, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 564 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. η προθεσμία της αναιρέσεως είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αν ο αναιρεσείων διαμένει στην Ελλάδα. Κατά δε το άρθρο 495 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. τα ένδικα μέσα, μεταξύ των οποίων και εκείνο της αναιρέσεως, ασκούνται με δικόγραφο που κατατίθεται στο πρωτότυπο, στη γραμματεία του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση.

Και τέλος κατά το άρθρο 577 παρ.1 και 2 ιδίου Κώδικα, το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης. Αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το εμπρόθεσμο της ασκήσεως αναιρέσεως είναι υπόθεση του παραδεκτού αυτής, τη συνδρομή δε της προϋποθέσεως αυτής εξετάζει ο Άρειος Πάγος και αυτεπαγγέλτως βάσει των αποδεικτικών εγγράφων της δικογραφίας, απορρίπτοντας την αναίρεση εάν ελλείπει η προϋπόθεση αυτή (ΑΠ 1905/2011, 22/2010).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 152 -158 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι αν ο διάδικος παραμελήσει τρέχουσα προθεσμία και εκπέσει του δικαιώματος επιχειρήσεως διαδικαστικής πράξεως, μπορεί να ασκήσει την πράξη εκπροθέσμως και να ζητήσει την κήρυξή της ως παραδεκτής, εφόσον η απώλεια της προθεσμίας οφείλεται σε ανώτερη βία ή δόλο του αντιδίκου του.

Η αίτηση περί κηρύξεως της εκπρόθεσμης πράξεως ως παραδεκτής πρέπει να είναι μεταγενέστερη ή σύγχρονη αυτής, να ασκείται εντός τριάντα (30) ημερών από την ημέρα της άρσης του εμποδίου που συνιστούσε την ανώτερη βία και να απευθύνεται στο αρμόδιο δικαστικό όργανο και να διαλαμβάνει μεταξύ άλλων, τα αποδεικτικά μέσα προς εξακρίβωση της βασιμότητάς της και την παραληφθείσα πράξη ή μνεία ότι αυτή έχει ήδη ενεργηθεί.

Η αναφορά των εν λόγω στοιχείων στην αίτηση αποτελούν προϋποθέσεις του παραδεκτού αυτής, με συνέπεια να είναι απορριπτέα η αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση ως απαράδεκτη, αν δεν αναφέρει τα αποδεικτικά μέσα προς εξακρίβωση της αλήθειας των λόγων της (ΑΠ 22/2010, 1342/2008). Ως ανωτέρα βία, κατά την ανωτέρω έννοια, νοείται το παρακωλυτικό γεγονός της τηρήσεως της προθεσμίας, που ήταν απρόβλεπτο και δεν μπορούσε στη συγκεκριμένη περίπτωση να αποτραπεί ούτε με μέτρα άκρας επιμέλειας και συνέσεως (ΑΠ 438/2013).

Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 124 § 2, 126 § 1 στοιχ. δ`, 127 § 1, 129 § 1, και 139 του ίδιου Κώδικα, συνάγεται ότι: α) επί επιδόσεως δικογράφου σε νομικό πρόσωπο πρέπει να εγχειρίζεται τούτο στον κατά το νόμο ή το καταστατικό εκπρόσωπο του, είτε στην κατοικία του τελευταίου, είτε στο κατάστημα, γραφείο ή εργαστήριο του νομικού προσώπου, β) αν ο εν λόγω εκπρόσωπος δεν ευρεθεί στο κατάστημα, γραφείο κλπ του νομικού προσώπου, η επίδοση μπορεί να γίνει εγκύρως δι` εγχειρίσεως του επιδοτέου δικογράφου σε κάποιο από τα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 129 § 1 ΚΠολΔ, ήτοι στον διευθυντή του καταστήματος κλπ, ή σε κάποιο από τους συνεταίρους, συνεργάτες, υπαλλήλους ή υπηρέτες, χωρίς να είναι υποχρεωμένος ο επιδίδων να τηρήσει οποιαδήποτε σειρά μεταξύ των προσώπων αυτών που είναι δεκτικά παραλαβής επιδιδομένων δικογράφων, αρκεί να αναφέρεται στην έκθεση επιδόσεως η ιδιότητα και το ονοματεπώνυμο του προσώπου προς το οποίο εγχειρίσθηκε το δικόγραφο για να μπορεί να ελεγχθεί αν είναι από εκείνα που ορίζονται από το προμνημονευθέν άρθρο 129 § 1 ΚΠολΔ, ως δεκτικά παραλαβής σε περίπτωση απουσίας του εκπροσώπου του νομικού προσώπου και γ) στην ανωτέρω υπό στοιχ.

β` περίπτωση για το έγκυρο της επιδόσεως δεν προσαπαιτείται να αναφέρεται στην έκθεση επιδόσεως και ότι το πρόσωπο που παρέλαβε το επιδοθέν δικόγραφο είναι εξουσιοδοτημένο να παραλαμβάνει δικόγραφα, εκτός αν ο εκπρόσωπος του νομικού προσώπου, μέσα στα πλαίσια της γενικής εξουσίας του προς εκπροσώπηση του νομικού προσώπου, έχει ορίσει κάποιο άλλο πρόσωπο (δικηγόρο, υπάλληλο) ως αρμόδιο για την παραλαβή δικογράφων, οπότε η επίδοση μπορεί να γίνει προς τον πληρεξούσιο του εκπροσώπου, χωρίς καμία άλλη προϋπόθεση ή διατύπωση, εφόσον, βεβαίως και αυτός (πληρεξούσιος) ήθελε ευρεθεί εκεί, αλλιώς η επίδοση μπορεί να γίνει και πάλι σε κάποιο από τα πρόσωπα, που αναφέρονται στο άρθρο 129 παρ. 1 ΚΠολΔ (AΠ 868-9/1996).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την αυτοτελώς ασκηθείσα με κατάθεση δικογράφου στη γραμματεία του παρόντος δικαστηρίου την 19.12.2013 και επίδοση αυτού στον αναιρεσίβλητο την 24.12.2013 (βλ. την ... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή των Πρωτοδικών Αθηνών Π. Τ.), αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, ζητείται από την αναιρεσείουσα να κριθεί ως εμπρόθεσμη η αίτηση αναιρέσεως που ασκήθηκε από αυτήν στις 3.6.2013 εκπροθέσμως, εφόσον η προσβαλλομένη υπ' αριθ. 2827/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, επιδόθηκε στην αιτούσα - αναιρεσείουσα την 16.4.2013, όπως η ίδια ομολογεί, προκύπτει δε και από την 6902Γ/16.4.2013 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή των Πρωτοδικών Αθηνών Δ.

Μ., επειδή "ουδέποτε περιήλθε στους εκπροσώπους της Γ.Σ.Ε.Ε. (αιτούσα) ή στην πληρεξούσια δικηγόρο αντίγραφο αυτής της απόφασης, η οποία προφανώς δεν επιδόθηκε στο νόμιμο εκπρόσωπο της Συνομοσπονδίας, δηλαδή τον Πρόεδρο, ή την πληρεξούσια δικηγόρο αυτής στη συγκεκριμένη υπόθεση ή τουλάχιστον στον Διευθυντή των διοικητικών της υπηρεσιών που έχει την ευθύνη τήρησης του επίσημου πρωτοκόλλου εισερχομένων εγγράφων της Συνομοσπονδίας, δεν λάβαμε γνώση της κοινοποίησης και της έναρξης της προθεσμίας κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης....Όπως μπορεί να αποδειχθεί από την Έκθεση Επίδοσης της απόφασης 2827/2012 του Εφετείου Αθηνών, το σχετικό δικόγραφο δεν παρελήφθη ούτε από τον Πρόεδρο της Γ.Σ.Ε.Ε., ως νόμιμο εκπρόσωπο αυτής, ούτε από τη δικηγόρο που είχε εκπροσωπήσει τη Γ.Σ.Ε.Ε.

σε όλα τα στάδια της προκειμένης δίκης έως και το Εφετείο. Σε κάθε περίπτωση, ώφειλε να υπήρχε μέριμνα η επίδοση να γίνει είτε σε υπάλληλο του γραφείου του Προέδρου της Γ.Σ.Ε.Ε. είτε στο επίσημο πρωτόκολλο της Συνομοσπονδίας, από όπου με βεβαιότητα θα είχαμε έγκαιρα λάβει γνώση αυτής. Αντίθετα, η επίδοση έγινε σε μη εξουσιοδοτημένο υπάλληλο της Γ.Σ.Ε.Ε.

χωρίς ειδικές νομικές γνώσεις, και κυρίως χωρίς αρμοδιότητα διαχείρισης των νομικών και δικαστικών εγγράφων που τίθενται υπόψη της Συνομοσπονδίας με αποτέλεσμα να μην παραδοθεί προσηκόντως το δικόγραφο της απόφασης στους νομίμους εκπροσώπους μας ή στην πληρεξούσια μας δικηγόρο, ώστε να επιμεληθούν την εμπρόθεσμη κατάθεση της αιτήσεως αναιρέσεώς μας, κατά της εν λόγω απόφασης, η οποία ας σημειωθεί είχε γραφεί από 31-1-2013 ....

Κατά συνέπεια η επίδοση δεν συντελέσθηκε νόμιμα κατά το άρθρο 136 ΚΠολΔ... λάβαμε δε γνώση την 28-11-2013, ότι ο αντίδικος είχε κοινοποιήσει στην υπηρεσία μας αντίγραφο της υπ' αριθ. 2827/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών στις 16- 4-2013 και ως εκ τούτου η κατατεθείσα στις 3-6-2013 αίτηση αναιρέσεως μας είναι εκπρόθεσμη".

Η αίτηση αυτή επαναφοράς κρίνεται, προπαντός απαράδεκτη, γιατί δεν αναφέρονται στο ιστορικό της, όπως ήταν αναγκαίο, τα αποδεικτικά μέσα για την διακρίβωση της ουσιαστικής βασιμότητάς της, και επομένως είναι απορριπτέα για το λόγο αυτό. Η εν λόγω έλλειψη δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι καλύπτεται με τις προτάσεις που κατέθεσε η αιτούσα την 31.12.2013, εκτιμώμενες ως συμπλήρωση της αίτησης, αφενός μεν διότι αυτές κατατέθηκαν μετά την πάροδο τριάντα (30) ημερών από την ημερομηνία, που φέρεται κατά την αίτηση ότι ήρθη το γεγονός ανώτερης βίας (28.11.2013), αφετέρου δε διότι ούτε και στις προτάσεις αναφέρεται συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο προς απόδειξη της αιτήσεως, η αναφορά δε ως τέτοιου ένορκης βεβαίωσης ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, χωρίς ενάριθμο προσδιορισμό της δεν αναπληρώνει την υποχρέωση επίκλησης στην αίτηση, για το παραδεκτό της, των αποδεικτικών μέσων που θα την αποδείξουν.

Σε κάθε περίπτωση και αν ήθελε κριθεί παραδεκτή η αίτηση, αυτή είναι μη νόμιμη, αφού το επικαλούμενο για τη δικαιολόγηση του εκπροθέσμου της αιτήσεως αναίρεσης περιστατικό δεν στοιχειοθετεί ανώτερη βία. Τέλος πρέπει να σημειωθεί ότι η επίδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως σε υπάλληλο της αναιρεσείουσας, που βρέθηκε στα γραφεία της, όπως συνομολογείται, λόγω μη ανευρέσεως εκεί κατά το χρόνο της επίδοσης του νομίμου εκπροσώπου της ή κάποιου νομίμου αναπληρωτή του ή διευθυντή, είναι έγκυρη κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα.

Κατ` ακολουθίαν όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί η αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση και συνακόλουθα και η αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη, λόγω εκπροθέσμου ασκήσεώς της, να καταδικασθεί δε η αναιρεσείουσα, που χάνει τη δίκη, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ. 2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση και την από 31.1.2013, με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 390/3.6.2013 αίτηση για αναίρεση της 2827/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Δεκεμβρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Δεκεμβρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ