Supreme Court dismisses appeal on inheritance value calculation, citing procedural inadmissibility and lack of legal basis.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's final judgment regarding inheritance distribution. The appellant argued the lower court contradicted itself by treating the suit as both a claim for a legal share and a supplementary claim, while also allegedly ignoring arguments about the value of horizontal properties. The court ruled the appeal inadmissible because the appellant failed to legally present these specific grounds at the appellate stage, and the alleged contradiction did not constitute a valid ground for retrial under the Code of Civil Procedure.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 para. 1, Art. 562 para. 2 of the Code of Civil Procedure; An appeal ground is inadmissible if it relies on an argument not legally presented at the court of first instance, unless it concerns a violation not provable there, an error inherent in the judgment, or public order.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 2226 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2226/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Μαϊου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Φλώρο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1...., 2.... και 3. ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Σαγρόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 10-9-1997 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7658/1998 του ίδιου Δικαστηρίου και 1428/1999 του Εφετείου Αθηνών. Κατά της ανωτέρω εφετειακής απόφασης ασκήθηκε αίτηση αναίρεσης και εκδόθηκε η 980/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών.
Το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την 2238/2003 απόφασή του και ανέπεμψε την υπόθεση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών το οποίο εξέδωσε την 463/2004 απόφαση.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η 5353/2004 μη οριστική, 7501/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των δύο τελευταίων αποφάσεων ζητά ο αναιρεσείων με την από 3-1-2007 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Νικόλαος Μπιχάκης ανέγνωσε την από 25-2-2008 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη Χαραλαμπου Παπαηλιού, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμ. 18 Κ.Πολ.Δ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση, δηλ. δεν ακολούθησε, όσον αφορά το νομικό ζήτημα για το οποίο απαγγέλθηκε η αναίρεση, τη λύση που δόθηκε από τον Άρειο Πάγο. Αν η απόφαση αναιρέθηκε λόγω παραβίασης κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ), μη συμμόρφωση από το δικαστήριο της παραπομπής υπάρχει όταν αυτό υιοθέτησε ως προς το νοηματικό περιεχόμενο του κανόνα αυτού εκδοχή ασυμβίβαστη, προς εκείνη στην οποία στηρίχθηκε η αναιρετική απόφαση.
Δεν υπάρχει μη συμμόρφωση, όταν το δικαστήριο της παραπομπής έδωσε λύση μη απτόμενη του νομικού ζητήματος που έδωσε λαβή στην αναίρεση. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της 980/2002 απόφασης αυτού του Δικαστηρίου, με την οποία αναιρέθηκε η 1428/1999 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία, ύστερα από επικύρωση της πρωτόδικης απόφασης, είχε κριθεί η ένδικη αγωγή ως νομικά αβάσιμη, με αυτήν έγινε δεκτό ότι η ένδικη αγωγή είναι νόμω βάσιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1800, 1820 εδ.
α', 1825, 1827, 1829, 1923 § 1, 1941, 1871 ΑΚ και 70 Κ.Πολ.Δ, εφόσον πράγματι, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, το καθολικό καταπίστευμα υπέρ των αναιρεσιβλήτων, με το οποίο βαρύνθηκε ο αναιρεσείων, αποτελεί περιορισμό αυτού ως μεριδούχου και ο περιορισμός αυτός θεωρείται σαν να μην έχει γραφεί κατά το μέρος κατά το οποίο βαρύνει τη νόμιμη μοίρα του.
Ότι κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, πρόκειται για εγκατάσταση υπό διαλυτική αίρεση, η οποία περιαιρείται κατά το μέχρι τη νόμιμη μοίρα ποσοστό και ο μεριδούχος αναιρεσείων κατά το ποσοστό αυτό, που είναι το μισό της εξαδιαθέτου μερίδας του (1/4 στη συγκεκριμένη περίπτωση), μετέχει ως κληρονόμος και δικαιούται να λάβει αφενός τα στοιχεία της κληρονομίας που καταλείφθηκαν σ' αυτόν απαλλαγμένα από το βάρος του καταπιστεύματος ως προς το ποσοστό της νόμιμης μοίρας του και αφετέρου το ίδιο ποσοστό και από τα υπόλοιπα κληρονομιαία στοιχεία που καταλείφθηκαν με τη διαθήκη στους αναιρεσιβλήτους, χωρίς να παρίσταται ανάγκη να γίνει στην αγωγή, για το ορισμένο της, εκτίμηση και σύγκριση της αξίας της όλης κληρονομίας και εκείνων που καταλείφθηκαν στον αναιρεσείοντα.
Το Εφετείο, ως δικαστήριο της παραπομπής, με την 5353/2004 μη οριστική απόφασή του έταξε αποδείξεις και με μάρτυρες ως προς την αξία όλων των καταλειφθέντων ακινήτων με την ιδιόγραφη διαθήκη της ..., συζύγου του αναιρεσείοντος - ενάγοντος, κατόπιν της ενστάσεως των αναιρεσιβλήτων - εναγομένων, ότι ο ενάγων εγκαταστάθηκε επί δηλών πραγμάτων της περιουσίας της κληρονομουμένης και ότι η αξία αυτών, ανερχομένη σε 18.423.165 δραχμές συνολικά υπερκαλύπτει τη νόμιμη μοίρα του.
Τέλος, με την 7501/2006 οριστική του απόφαση έγινε δεκτό ότι η αξία των έξι οριζοντίων ιδιοκτησιών της πολυόροφης οικοδομής που καταλείφθηκαν στον αναιρεσείοντα καλύπτουν τη νόμιμη μοίρα του, τις οποίες και λαμβάνει αυτός χωρίς το (άκυρο) σε βάρος του καταπίστευμα κατά παραδοχή ως ουσία βασίμου της ως άνω ενστάσεως.
Επομένως, το Εφετείο με τις ως άνω αποφάσεις του, έδωσε λύση μη απτόμενη του νομικού ζητήματος που έδωσε λαβή στην προαναφερόμενη αναίρεση, αφού έκρινε νόμιμη την ένδικη αγωγή, η οποία με την αναιρεθείσα απόφαση του Εφετείου είχε κριθεί μη νόμιμη, και, περαιτέρω, δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την ένσταση των αναιρεσιβλήτων και ο πρώτος, όπως εκτιμάται από το άρθρο 559 αριθμ. 18 Κ.Πολ.Δ λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω, το Εφετείο με το να δεχθεί την προαναφερόμενη ένσταση, ύστερα από εκτίμηση και σύγκριση των αξιών των καταλειφθέντων στον αναιρεσείοντα ιδιοκτησιών και εκείνων που καταλειφθεισών στους αναιρεσιβλήτους, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1829 και 1871 ΑΚ που ορίζουν η πρώτη ότι κάθε περιορισμός του μεριδούχου από τη διαθήκη, όσο βαρύνει τη νόμιμη μοίρα, θεωρείται σαν να μην έχει γραφεί και η δεύτερη ότι ο κληρονόμος έχει δικαίωμα να απαιτήσει από εκείνον που κατακρατεί ως κληρονόμος αντικείμενο της κληρονομίας την αναγνώριση του κληρονομικού δικαιώματος και την απόδοση της κληρονομίας ή κάποιου αντικειμένου από αυτήν και ο δεύτερος από το άρθρο 559 αριθμ. 1 λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 9 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Από την προσβαλλόμενη οριστική απόφαση του Εφετείου, προκύπτει, όπως προαναφέρθηκε, ότι αυτό δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την ένσταση των αναιρεσιβλήτων ότι η νόμιμη μοίρα του αναιρεσείοντος καλύπτεται από την αξία των δήλων αντικειμένων που εγκαταστάθηκε αυτός με βάση τη διαθήκη και αφού απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο το αγωγικό αίτημα να αναγνωριστεί ο αναιρεσείων ως αναγκαίος κληρονόμος κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου και επί των υπολοίπων οριζοντίων ιδιοκτησιών που καταλείφθηκαν στους αναιρεσίβλητους, δέχθηκε στο διατακτικό του ότι αναγνωρίζει πως η κατά ποσοστό 1/4 νόμιμη μοίρα του αναιρεσείοντος κατελείφθη σ' αυτόν με την εγκατάστασή του με την επίμαχη διαθήκη επί των οριζοντίων ιδιοκτησιών με στοιχεία Ι-1, Ι-2, Α-5, Α-6, Β-3 και Β-4, απαλλαγμένων από το βάρος του καταπιστεύματος. Επομένως το Εφετείο δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 9 Κ.Πολ.Δ και ο αντίθετος τρίτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 επ. ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική πεποίθησή του ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς όμως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά.
Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τ'αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον λόγο αναίρεσης του άρθρου 559 αρ.11 γ' του ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης. Στην προκείμενη περίπτωση με τον τέταρτο από το άρθρο 559 αριθμ. 11γ' Κ.Πολ.Δ λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την 7616/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε μεταξύ του αναιρεσείοντος και των αναιρεσιβλήτων επί της αξιώσεώς του για τη συμβολή του στην επαύξηση της περιουσίας της θανούσας συζύγου του, την οποία επικαλέστηκε κα, προσκόμισε ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου.
Όμως από την προσβαλλόμενη απόφαση πρόκυπτε, ότι ρητώς αυτή κάνει μνεία ότι έλαβε υπόψη της την ανωτέρω απόφαση. Επομένως ο ως άνω λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Οι από τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ θεσπιζόμενοι κανόνες, για την αναζήτηση της αληθινής βούλησης, χωρίς προσήλωση στις λέξεις, κατά την ερμηνεία των δικαιοπραξιών όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία υφίσταται κενό ή αμφίβολο σημείο στις οικείες δηλώσεις βουλήσεως.
Το δε Δικαστήριο της ουσίας, αφού διαγνώσει την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας, έστω και έμμεσα, δεν υπόκειται μεν ως προς τούτο στον ακυρωτικό έλεγχο, αν όμως παραλείψει να προσφύγει στους ως άνω ερμηνευτικούς κανόνες, παραβιάζει αυτούς, που είναι ουσιαστικού δικαίου. Με τον πέμπτο από το άρθρο 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη οριστική απόφαση ενώ διέγνωσε την ύπαρξη αμφιβολίας ως προς την έννοια της διάταξης της διαθήκης, σε σχέση με τον αναιρεσείοντα, δεν προσέφυγε στην εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.
Από την ως άνω απόφαση προκύπτει ότι αυτή δέχθηκε ότι από το κείμενο της επίμαχης διαθήκης προκύπτει με σαφήνεια ότι η βούληση της διαθέτιδος ήταν η εγκατάσταση του αναιρεσείοντος επί δήλων αντικειμένων της κληρονομίας, αποκλειομένου αυτού των λοιπών, πλην των δήλων αντικειμένων της κληρονομίας, δηλ.
ότι υπήρχε διανεμητική διάταξη. Επομένως, το Εφετείο δεν διέγνωσε την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας, έστω και έμμεσα, των όσων όρισε η διαθέτιδα, σε σχέση με τον αναιρεσείοντα σύζυγός της, και ο ως άνω λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (Ολ.
ΑΠ 24/1992). Εξ άλλου δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, όταν η ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα αιτιολογιών της απόφασης που πλήττεται, αναφέρονται στη μείζονα νομική πρότασή της (Ολ. ΑΠ 3/1997). Στην προκειμένη περίπτωση με τον έκτο από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., αναίρεσης ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι οι αναιρεσιβαλλόμενες αποφάσεις στερούνται νομίμου βάσεως και έχουν αντιφατικές αιτιολογίες σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την προσβαλλόμενη οριστική απόφαση δεν προκύπτει ότι έχει αυτή αντιφατικές αιτιολογίες από του ότι α)δέχθηκε ότι δεν απαιτούνταν να διαταχθεί απόδειξη για τις αξίες των ακινήτων, με βάση την ιστορική και νομική βάση της αγωγής, ενώ διατάχθηκε απόδειξη σε βάρος των αναιρεσιβλήτων-εναγομένων με βάση την ένσταση αυτών ότι η αξία των καταλειφθέντων στον αναιρεσείοντα δήλων αντικειμένων καλύπτει τη νόμιμη αυτού μοίρα σε σχέση με τη συνολική αξία των κληρονομιαίων αντικειμένων, β) δέχθηκε, ότι ο αναιρεσείων περιορίζεται στα αντικείμενα, τα οποία έλαβε με τη διαθήκη της συζύγου του, δηλ.
στις προαναφερόμενες οριζόντιες ιδιοκτησίες, συνολικής αξίας 99.825 ευρώ, εφόσον με αυτές καλύπτεται η νόμιμη μοίρα του, όπως όρισε η διαθέτιδα, αφού αυτές τις λαμβάνει χωρίς το (άκυρο) σε βάρος του καταπίστευμα και ότι δεν δικαιούται, κατά συνέπεια να συντρέξει ως αναγκαίος κληρονόμος επί των λοιπών κληρονομιαίων αντικειμένων στα οποία εγκαταστάθηκαν ως κληρονόμοι από τη διαθήκη οι αναιρεσίβλητοι εναγόμενοι και γ)υπολόγισε την αξία εκάστης οριζόντιας ιδιοκτησίας ξεχωριστά, ενώ προηγουμένως είχε δεχθεί ότι ορισμένες από αυτές συνενώθηκαν στην πράξη.
Επομένως ο λόγος αυτός αναίρεσης κατά το μέρος που αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι στερείται νόμιμης βάσης λόγω αντιφατικών αιτιολογιών, είναι αβάσιμος, ενώ κατά το μέρος που αποδίδεται στην πληττομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο, τόσο με την προδικαστική απόφασή του, όσο και την οριστική, ενώ δέχεται ως προς το νόμω βάσιμο της αγωγής ότι πρόκειται για αγωγή περί κλήρου (διάταξη 1871 Α.Κ, την οποία και αναφέρει) στη συνέχεια κρίνει κατ' ουσία επί της αγωγής αυτής, σαν να επρόκειτο περί αγωγής συμπληρώσεως νομίμου μοίρας, ήτοι αγωγής του άρθρου 1827 Α.Κ, για την οποίαν και μόνο τίθεται ζήτημα αποτιμήσεως της αξίας των τυχόν καταλειφθέντων δήλων και της αξίας των υπολοίπων κληρονομιαίων στοιχείων, με διάταξη αποδείξεων και αφαιρετική κρίση και έτσι υπάρχει αντίφαση και σύγχυση και δεν καθίσταται βέβαιη η νομική βάση στην οποία στηρίζεται η οριστική απόφαση, είναι απαράδεκτος, αφού πρόκειται για αντιφατικότητα αναφερομένη στη μείζονα νομική πρόταση, για την οποία δεν ιδρύεται ο από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α)για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας β)για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση γ)για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Επομένως οι από το άρθρο 559 αριθμ. 8 και 14 Κ.Πολ.Δ έβδομος και όγδοος λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους προβάλλεται η αιτίαση ότι οι προσβαλλόμενες αποφάσεις έλαβαν υπόψη ισχυρισμό που δεν επαναφέρθηκε στο Εφετείο από τους αναιρεσιβλήτους - εναγομένους και δη την ένσταση αυτών ότι η αξία των δήλων πραγμάτων που άφησε στον αναιρεσείοντα η διαθέτιδα σύζυγός του καλύπτουν τη νόμιμη αυτού μοίρα και περαιτέρω, επικουρικώς, ότι η ένσταση αυτή είναι αόριστη, διότι δεν περιλαμβάνει όλα τα γεγονότα που τη θεμελιώνουν κατά νόμο, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι οι λόγοι αυτοί προτάθηκαν νόμιμα από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο, ανεξάρτητα, ειδικώς επί της αοριστίας, ότι ερευνάται αυτή και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, διότι δεν αφορά τη δημοσία τάξη, ώστε να εξαιρείται της ως άνω υποχρεώσεως
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3-1-2007 αίτηση του ..., για αναίρεση της 7501/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και,
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Ιουλίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Δεκεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ