Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to late filing after the ten-day deadline expired.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a Council of Appeal's decision to remand the case for trial on aggravated theft. The appellant filed the appeal on February 2, 2005, more than ten days after the decision was validly served on January 13, 2005. The court ruled that the second service on January 26 did not restart the deadline, rendering the appeal time-barred under the Code of Criminal Procedure.
Legislator headnote
AI generatedArticles 476 paragraph 1 and 473 of the Code of Criminal Procedure; An appeal filed after the expiration of the statutory ten-day period is inadmissible as late unless force majeure is proven.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 2226 / 2006 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 2226/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση και Γρηγόριο Μάμαλη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου, (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 5 Δεκεμβρίου 2006, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης: ....., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 18/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Φεβρουαρίου 2005 αίτησή της αναιρέσεως, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 548/2005. Με συγκατηγορούμενους τους: 1. ....., 2. ..... και 3. ..... .
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Στέλιος Γκρόζος, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φώτιου Μακρή, με αριθμό 351/17-8-2006, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"1-Εισάγω ενώπιόν σας, κατά το άρθρο 485 παρ.1 ΚΠΔ την 24/2-2-05 αίτηση αναιρέσεως της κατηγορουμένης ....., κατά του 18/05 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο έκανε δεκτή την έφεση της ίδιας και άλλων δυο συγκατηγορουμένων της κατά του πρωτόδικου 4101/04 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμ/κών Αθηνών, μεταρρύθμισε τούτο, [που τους παρέπεμπε για κακουργηματική απάτη], και παραπέμπει 1) την ίδια και τους συγκατηγορουμένους της 2) ....., 3) ....., και 4) ....., ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών για ιδιαίτερα διακεκριμένη [κακουργηματική] υπεξαίρεση, κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση, [άρθρα 45, 60, 94 παρ.1, 98 και 375 παρ.1α, 3α ΠΚ], και εκθέτω σχετικά τα ακόλουθα.
2-Κατά το άρθρο 476 παρ.1, (όπως αντικατ. με το άρθρο 2 παρ.18 του Ν.2408/96),όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του, καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 473 ΚΠΔ, η προθεσμία για την άσκηση ενδίκων μέσων, όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, είναι δέκα ημέρες και αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης ή, εαν αυτός δεν είναι παρών ή πρόκειται για βούλευμα, από την επίδοση τούτων στο δικαιούμενο. Στην περίπτωση της διπλής επίδοσης του ίδιου δικογράφου στον αποδέκτη η έναρξη της προθεσμίας για την άσκηση του επιτρεπόμενου ενδίκου μέσου αρχίζει από την προγενέστερη απ' αυτές, γιατί αλλιώς, εάν δηλ.
άρχιζε από την μεταγενέστερη, θα καταστρατηγούνταν οι σχετικές διατάξεις περί προθεσμιών του ΚΠΔ, [ΑΠ.1140/98 ΠΧΡ.ΜΘ/659, Α.Π.412/98 Ν.Β.98/170, ΑΠ 1140/98 ΝΟΒ 47/110] 3-Στην προκείμενη περίπτωση, ενώ το προσβαλλόμενο τελεσίδικο βούλευμα επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη με παράδοση στα χέρια της δυο φορές, την πρώτη στις 13-1-05 -από την οποία άρχισε να τρέχει η προθεσμία για την άσκηση του ενδίκου μέσου- και τη δεύτερη στις 26-1-05, [βλ.
τις οικείες επιδοτήριες εκθέσεις της σωφρονιστικής υπαλλήλου .....], αυτή άσκησε την εισαγόμενη αίτηση αναιρέσεως κατ 'αυτού στις 2-2-05, ήτοι μετά την εκπνοή της δεκαήμερης προθεσμίας, μέσα στην οποία δικαιούταν να την ασκήσει. Επομένως, η εν λόγω αίτηση αναιρέσεως είναι εκπρόθεσμη και απορριπτέα ως απαράδεκτη.
4-Κατ' ακολουθία, το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, σε συμβούλιο, επιβάλλεται το μεν να απορρίψει ως απαράδεκτη την ανωτέρω αίτηση αναιρέσεως της κατηγορουμένης, το δε να καταδικάσει τούτη στα δικαστικά έξοδα, ανερχόμενα στο ποσό των 210 Ε. κατά τα άρθρα 476 παρ.1 και 583 παρ.1 ΚΠΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΤΟ ΠΡΟΤΕΙΝΩ: Α-Να απορριφθεί η 24/2-2-05 αίτηση αναιρέσεως της κατηγορουμένης ....., κατά του 18/05 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, και Β-Να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, ανερχόμενα στο ποσό των 210 Ε.
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Φώτιος Μακρής
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου ότι ειδοποιήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος της αναιρεσείουσας.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 473 παρ. 1 ΚΠοινΔ όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση ένδικων μέσων κατά βουλευμάτων είναι δέκα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση του βουλεύματος, κατά δε το άρθρο 155 παρ. 1 εδ. α' και 3 του ίδιου Κώδικα αν ο ενδιαφερόμενος κρατείται στη φυλακή ή σε άλλον καθορισμένο για την κράτηση τόπο, η επίδοση γίνεται με παράδοση του εγγράφου στα χέρια του στον τόπον αυτόν από κάποιον από τους υπαλλήλους του καταστήματος κρατήσεως.
Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 161 παρ. 2 ΚΠοινΔ, που ορίζει πότε είναι έγκυρη η επίδοση, προκύπτει ότι στις περιπτώσεις που η ανατρεπτική προθεσμία ασκήσεως ένδικου μέσου αρχίζει από την επίδοση του εγγράφου, την προθεσμία αυτή κινεί η χρονολογικά πρώτη από τις περισσότερες από μια έγκυρες επιδόσεις που τυχόν έχουν γίνει.
Έτσι, αν μετά την πρώτη έγκυρη επίδοση παρέλθει άπρακτη η προθεσμία, εκείνος που έχει το δικαίωμα ασκήσεως του ένδικου μέσου χάνει το δικαίωμα αυτό και το βούλευμα, κατά του οποίου ήταν δυνατό να ασκηθεί ένδικο μέσο, καθίσταται απρόσβλητο από αυτό, χωρίς να ασκούν επιρροή τυχόν μεταγενέστερες επιδόσεις που, ως περιττές, δεν κινούν και πάλι την προθεσμία ασκήσεως του ένδικου μέσου, η οποία δεν μπορεί να αναβιώσει.
Το αντίθετο θα οδηγούσε σε καταστρατήγηση του νόμου και πρακτικά θα κατέλυε τη γενική αρχή ότι τα ένδικα μέσα, για τη νόμιμη άσκηση των οποίων τάσσεται ανατρεπτική προθεσμία, μπορούν να ασκηθούν μόνο εντός αυτής, αφού η προθεσμία θα μπορούσε να ανανεώνεται επ' άπειρο με αλλεπάλληλες επιδόσεις. Επομένως, η άσκηση ενδίκου μέσου, μετά την παρέλευση από την πρώτη έγκυρη επίδοση της νόμιμης προθεσμίας, είναι απαράδεκτη ως εκπρόθεσμη, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠοινΔ, κατά το οποίο, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε εκπρόθεσμα, το Δικαστικό Συμβούλιο ή το Δικαστήριο σε Συμβούλιο, που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και καταδικάζει στα έξοδα εκείνον που το άσκησε.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το ημερομηνία 13-1-2005 αποδεικτικό επιδόσεως της σωφρονιστικής υπαλλήλου της Κλειστής Κεντρικής Φυλακής Γυναικών ... ....., το προσβαλλόμενο υπ' αριθ. 18/2005 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών - που παραπέμπει, μετά μεταρρύθμιση του πρωτόδικου 4101/2004 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών, την κατηγορουμένη .....
στο Τριμελές Εφετείο (Κακουργημάτων) Αθηνών για να δικασθεί για Κακουργηματική υπεξαίρεση κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση επιδόθηκε στην τελευταία, η οποία κρατείται στην άνω Φυλακή, στις 13-1-2005 εγκύρως, και μάλιστα στα χέρια της ίδιας. Στη συνέχεια, και δη στις 2-2-2005, η κατηγορουμένη άσκησε την κρινόμενη αναίρεση κατά του άνω 18/2005 βουλεύματος με δήλωσή της στη Διευθύντρια της άνω Φυλακής και συντάχθηκε η σχετική υπ' αριθ. 18/2-2-2005 έκθεση.
Το γεγονός δε ότι μετά την ειρημένη επίδοση έγινε και δεύτερη επίδοση του ίδιου πιο πάνω βουλεύματος με παράδοση αυτού στα χέρια της κατηγορουμένης στις 26-1-2005 από την ειρημένη σωφρονιστική υπάλληλο, όπως προκύπτει από το σχετικό αποδεικτικό επιδόσεως της τελευταίας, δεν ασκεί επιρροή στο κύρος της γενόμενης πιο πάνω πρώτης έγκυρης επιδόσεως την 13-1-2005, από την οποία και μόνο άρχισε η προθεσμία για την άσκηση της αναιρέσεως κατά του άνω τελεσίδικου βουλεύματος, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη.
Επομένως, η ασκηθείσα, κατά τα ανωτέρω, από την κατηγορουμένη στις 2-2-2005 υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, δηλαδή μετά την πάροδο της πιο πάνω δεκαήμερης προθεσμίας, που είχε ήδη λήξει στις 24-1-2005 (αφού η τελευταία ημέρα - 23/1/2005 - ήταν Κυριακή), ασκήθηκε εκπροθέσμως και πρέπει για το λόγο αυτό να απορριφθεί ως απαράδεκτη, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠοινΔ, δοθέντος ότι δεν διαλαμβάνεται σ' αυτήν κάποιος λόγος ανώτερης βίας ή άλλος λόγος ανυπέρβλητου κωλύματος, που εμπόδισαν τυχόν την εμπρόθεσμη άσκησή της, και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2-2-2005 αίτηση της ..... για αναίρεση του 18/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Δεκεμβρίου 2006.
Εκδόθηκε στην Αθήνα την 22 Δεκεμβρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ