Legislator Case Law & Legislation
2225/2018 AI generated

2225/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2225/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρτεμισία Παναγιώτου, Δημήτριο Τζιούβα (σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 125/2018 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Γεώργιο Αναστασάκο - Εισηγητή και Μαρία Γεωργίου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

2225/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Διαφορετικό το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψη τους (ΟλΑΠ 2/2005). Ισχυρισμός, όμως, ο οποίος αποτελεί άρνηση αντικειμενικού και υποκειμενικού στοιχείου του εγκλήματος και, συνεπώς, της κατηγορίας ή απλό υπερασπιστικό επιχείρημα, δεν είναι αυτοτελής, με την πιο πάνω έννοια, γι' αυτό το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να αιτιολογήσει ειδικό την απόρριψη του.

Keywords

AI generated
bankruptcy and debt enforcement offences corporate criminal liability qualified criminal mismanagement untimely tax return offence committed within a business failure to keep accounts
AI generated
927/2016
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βιολέττα Κυτέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Καπελούζο (κωλυομένης της Αρεοπαγίτου Αικατερίνης Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά), Αγγελική Αλειφεροπούλου - Εισηγήτρια, Αριστείδη Πελεκάνο και Δημήτριο Χονδρογιάννη, Αρεοπαγίτες.
1681/2016
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά, αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Γαλάνη - Λεοναρδοπούλου, Αγγελική Αλειφεροπούλου, Δημήτριο Χονδρογιάννη και Διονυσία Μπιτζούνη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
1858/2019
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα, Ιωάννη Μαγγίνα, Ερωτόκριτο Ερωτοκρίτου - Εισηγητή και Μαρία Κουβίδου, Αρεοπαγίτες.
2220/2018
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Χυτήρογλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Παπαηλιάδη, Ναυσικά Φράγκου, Βασιλική Ηλιοπούλου - Εισηγήτρια και Βασιλική Μπαζάκη - Δρακούλη, Αρεοπαγίτες.
1250/2016
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Βιολέττας Κυτέα, σύμφωνα με την υπ’ αριθ. 38/2016 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αγγελική Αλειφεροπούλου, Δημήτριο Χονδρογιάννη, Διονυσία Μπιτζούνη και Ιωάννη Μπαλιτσάρη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2225 / 2018 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 2225/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρτεμισία Παναγιώτου, Δημήτριο Τζιούβα (σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 125/2018 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Γεώργιο Αναστασάκο - Εισηγητή και Μαρία Γεωργίου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 15 Μαΐου 2018, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Αγγελή, (κωλυομένης της Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Μ. Μ.-Γ. του Ι., κατοίκου ...ν, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διονύσιο Κρέστο, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3503/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25-9-2017 αίτησή του, καθώς και στους από 15-12-2017 πρόσθετους λόγους που περιλαμβάνονται στο σχετικό δικόγραφο που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με αριθμό 1287/2017.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Οι από 25-9-2017 αίτηση (αρ.εκθ. 158/2017) και οι από 15-12-2017 Μ. Μ. - Γ. του Ι. για αναίρεση της απόφασης 3503/2017 του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, πρέπει να συνεκδικαστούν λόγω συνάφειας.

II. Κατά το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990, όπως ίσχυε υπό το καθεστώς του άρθρου 3 παρ. Ια του ν. 3943/11, που καταλαμβάνει τον χρόνο τέλεσης της ένδικης πράξης και πριν την αντικατάσταση του από το άρθρο 8 του ν. 4337/2015, με το οποίο αναπροσαρμόστηκαν τα ποσά των περιπτώσεων α' και β της παρ.1 του εν λόγω αρθ.25 η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες (ΔΟΥ) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της ΔΟΥ ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης:

α) έως ένα έτος, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, που αναφέρεται στην παρ. 5, υπερβαίνει το ποσό των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ και δ) τριών τουλάχιστον ετών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α' , υπερβαίνει το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ (ήδη διακοσίων χιλιάδων (200.000) ευρώ).

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 2 περ. α' του ν. 1882/1990, "Στις πιο κάτω περιπτώσεις οφειλετών του Δημοσίου και τρίτων, πλην ιδιωτών, οι προβλεπόμενες ποινές που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, επιβάλλονται, προκειμένου για ημεδαπές ομόρρυθμες εταιρίες, στους ομόρρυθμους εταίρους και στους διαχειριστές τους .

Τέλος, κατά την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου "Για τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παρ. 2 του παρόντος άρθρου (μεταξύ των οποίων και οι ομόρρυθμες εταιρίες), η ποινική δίωξη ασκείται για τα χρέη προς το Δημόσιο και τρίτους, πλην ιδιωτών, που ήταν βεβαιωμένα κατά το χρόνο απόκτησης της πιο πάνω ιδιότητας ή βεβαιώθηκαν κατά τη διάρκεια που είχαν τη συγκεκριμένη ιδιότητα, ανεξάρτητα αν μεταγενέστερα απέβαλαν την ιδιότητα αυτή με οποιονδήποτε τρόπο ή για οποιαδήποτε αιτία, καθώς και για τα χρέη που βεβαιώθηκαν, ανεξάρτητα από τη λύση ή μη των νομικών προσώπων, αλλά γεννήθηκαν ή ανάγονται στο χρόνο που είχαν την ιδιότητα αυτή...".

Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ" του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ" αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστό και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος), ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση) ή εάν πρόκειται για ενδεχόμενο δόλο.

Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξης ή τη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως, αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωση τους.

Διαφορετικό το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψη τους (ΟλΑΠ 2/2005). Ισχυρισμός, όμως, ο οποίος αποτελεί άρνηση αντικειμενικού και υποκειμενικού στοιχείου του εγκλήματος και, συνεπώς, της κατηγορίας ή απλό υπερασπιστικό επιχείρημα, δεν είναι αυτοτελής, με την πιο πάνω έννοια, γι' αυτό το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να αιτιολογήσει ειδικό την απόρριψη του.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε.

Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (ολ.ΑΠ 2/2011, 3/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος λεπτομερώς αναφέρει, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά :" Στην ....., στις 17-1-2014, ενώ είχε βεβαιωθεί σε βάρος της εταιρείας "...

ΟΕ", της οποίας ο κατηγορούμενος ήταν ομόρρυθμο μέλος, διάφορα χρέη υπέρ του Δημοσίου στη ΔΟΥ ..., αυτός εκ προθέσεως δεν κατέβαλε το οφειλόμενο ποσό των 9.420.826,95 ευρώ που αφορά τα παρακάτω βεβαιωμένα χρέη: 1) 16.465,07 ευρώ για ΦΠΑ του 1991 βάσει δικαστικής αποφάσεως 2) 15.726,61 ευρώ για πρόστιμο ΦΠΑ του 1991, 3) 99.869,32 ευρώ για πρόστιμο του ΚΒΣ του 1991 4) 3.927,509,49 ευρώ για πρόστιμο του ΚΒΣ του 1993, 5) 5.361.256,46 ευρώ για πρόστιμο του ΚΒΣ του 1994.

Σύμφωνα δε με το 10705/1-3-2017 έγγραφο της ΑΑΔΕ-ΔΟΥ ... ο κατηγορούμενος δεν έχει καταβάλει κανένα ποσό για το ως άνω χρέος του. Ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται τα εξής α) ότι κατά της 18/2002 πράξεως επιβολής προστίμου ποσού 18.233,74 ευρώ, άσκησε προσφυγή και βεβαιώθηκε μόνο το ποσό 5.470 ευρώ, για το οποίο έπαυσε οριστικά η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής με την 10581/2012 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κειου Αθηνών που κατέστη αμετάκλητη κ ότι για το υπόλοιπο ποσό των 12.763,62 ευρώ πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής γιατί η πράξη τελέστηκε το 1997.

Ο ισχυρισμός αυτός είναι βάσιμος και απορριπτέος, διότι με την 5422/2009 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών απορρίφθηκε η προσφυγή του κατηγορούμενου για ακύρωση της ως άνω 18/2002 πράξης, το δε χρέος, των 12.763,62 ευρώ που είναι το υπ' αριθμ. 1 του ένδικου πίνακα χρεών βεβαιώθηκε στις 28-4-2010 και δεν έχει παραγραφεί β) ότι για το χρέος των 80205,19 ευρώ έπαυσε η ποινική δίωξη λόγο παραγραφής με την προαναφερόμενη απόφαση και κακώς διώκεται πάλι γι' αυτό.

Ο ισχυρισμός αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι το εν λόγω χρέος δεν περιλαμβάνεται στον ένδικο πίνακα χρεών. Γ) Ότι δεν οφείλει το ποσό των 13.675,31 ευρώ του υπ' αριθμ. 2 χρέος του ένδικου πινάκα χρεών γιατί έχει ασκήσει προσφυγή στο Διοικητικό Πρωτοδικείου Αθηνών. Ο ισχυρισμός αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος αφού δεν αποδεικνύεται ότι ακυρώθηκε η πράξη επιβολής λόγω προστίμου το οποίο βεβαιώθηκε στις 30-6-2011.

δ) ότι για το χρέος, των 44.824,65 ευρώ έπαυσε η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής με τη προαναφερόμενη 10581/2012 απόφαση. Ο ισχυρισμός αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος διότι το ένδικο χρέος ανέρχεται στο πόσο των 89.649,30 ευρώ (υπ' αρίθμ. 3 του πίνακα) κατόπιν μειώσεως του αρχικού χρέους των 179.298,81 ευρώ με δικαστική απόφαση από ασκηθείσης προσφυγής, το οποίο (χρέος) των 89.649,30 ευρώ βεβαιώθηκε στις 2-12-2011 και είναι απαιτητό.

Ε) ότι το χρέος των 3.525.592 ευρώ (υπ' αρίθμ 4 του πίνακα), το οποίο βεβαιώθηκε με την 292/1996 πράξη επιβολής προστίμου, δεν είναι απαιτητό λόγο ακυρώσεως του τίτλου βεβαιώσεως του και λόγω παραγραφής. Ο ισχυρισμός αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι η ασκηθείσα προσφυγή απερρίφθη τελεσίδικα με την 5652/2013 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών και επιπλέον το εν λόγο χρέος βεβαιώθηκε στις 2-12-2011 και είναι απαιτητό στ) ότι το χρέος των 4.812.618 ευρώ (υπ'αρίθμ.5 του πίνακα) δεν είναι απαιτητό λόγω ακυρώσεως του τίτλου βεβαιώσεως του και παραγραφής καθόσον αυτός βεβαιώθηκε το 1996.

Ο ισχυρισμός είναι αβάσιμος και απορριπτέος διότι η ασκηθείσα για το εν λόγο χρέος προσφυγή απερρίφθη τελεσίδικα με την 5651/2013 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών και επιπλέον το χρέος αυτό βεβαιώθηκε στις 2-12-2011. Τέλος ο κατηγορούμενος επικαλείται έλλειψη δόλου κατά τη τέλεση των ως άνω πράξεων λόγω κηρύξεως της παραπάνω ομόρρυθμης εταιρείας και αυτό ως ομόρρυθμου μέλους σε κατάσταση πτωχεύσεως με την 1649/1997 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Ο ισχυρισμός αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος διότι δεν αποδείχθηκε ότι κατά τους χρόνους βεβαιώσεως των επίδικων χρεών η ως άνω εταιρεία εξακολουθούσε να βρίσκεται σε κατάσταση πτωχεύσεως". Ακολούθως, με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα για την αξιόποινη πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως πέντε (5) ετών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική.

Ειδικότερα, τον κήρυξε ενόχους του ότι "Στην ..... στις 17-1-2014 Ο κατηγορούμενος όντας οφειλέτης του Δημοσίου και ενώ τα χρέη του κατέστησαν ληξιπρόθεσμα κατά την ισχύ του Ν. 3220/04, με πρόθεση καθυστέρησε την καταβολή χρεών προς το Δημόσιο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, το δε ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις υπερβαίνει τα [150.000,00] ευρώ.

Συγκεκριμένα ενώ είχαν βεβαιωθεί σε βάρος της εταιρείας με την επωνυμία "... Ο.Ε.", με ΑΦΜ ...191, της οποίας τυγχάνει Ομόρρυθμο Μέλος, διάφορα χρέη υπέρ του Δημοσίου στη Δ.Ο.Υ. ..., όπως ακριβώς αναφέρονται στο συνημμένο πίνακα χρεών της παραπάνω Δ.Ο.Υ (αριθμ. ειδ. Βιβλίου 169/2012 ) και συνοδεύει ως αναπόσπαστο μέρος αυτής την από 22/10/2012 Αίτηση Ποινικής Δίωξης του Προϊσταμένου της ανωτέρω Δ.Ο.Υ., όπως κατωτέρω επισυνάπτεται, ηθελημένα δεν κατέβαλε ποσό των [9.420.826,95] ευρώ, που αφορά βεβαιωμένα χρέη αυτού προς το Δημόσιο. (ακολουθεί αναλυτικός πίνακας χρεών συνημμένως στο διατακτικό της απόφασης).

Με αυτά που δέχθηκε, κατά το συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, το Τριμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικό κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο κατ' εξακολούθηση, για το οποίο καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που αναφέρθηκαν παραπάνω, τις οποίες ορθό ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία.

Ειδικότερα, παρά τις περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, τόσο στο σκεπτικό όσο και στο διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης "αναφέρεται σαφώς ότι το επίδικο χρέος δεν είναι ατομικό, αλλά οφείλεται στον αναιρεσείοντα με την ιδιότητα του, ως ομορρύθμου εταίρου στην προαναφερόμενη ομόρρυθμη εταιρία.

Περαιτέρω, διευκρινίζεται ότι αυτός είχε την παραπάνω ιδιότητα κατά τον χρόνο στον οποίο ανάγεται (γεννήθηκε) το επίδικο χρέος, όπως ο χρόνος αυτός διαλαμβάνεται στο σκεπτικό (1991-1994) της. Συνακόλουθα, ο κατηγορούμενος με την προαναφερόμενη ιδιότητά του, είναι αυτουργός του ως άνω εγκλήματος της μη καταβολής των προαναφερόμενων χρεών προς το Δημόσιο που έχουν βεβαιωθεί σε βάρος του και τα οποία γεννήθηκαν και ανάγονται στο χρόνο που είχε την ιδιότητα αυτή, δηλαδή στον κρίσιμο χρόνο που συντελέστηκε η ως άνω παράβαση.

Συνεπώς από την παραπάνω νομική του θέση στην ως άνω εταιρία (ΟΕ) προκύπτει η υποχρέωση του να καταβάλει το εταιρικό χρέος, για τη μη καταβολή του οποίου υπέχει ποινική ευθύνη , κατ' όρθρο 25 παρ. 2 περ. β' του ν. 1882/1990 σε συνδυασμό και με την παρ. 3 αυτού, διατάξεις τις οποίες ορθό εφάρμοσε και ερμήνευσε εν προκειμένω η προσβαλλομένη απόφαση.

Περαιτέρω, η αιτίαση του αναιρεσειόντος ότι το Δικαστήριο της ουσίας, με το να απορρίψει τον ισχυρισμό του ότι η πράξη που του αποδίδεται, δεν οφείλεται σε δόλια προαίρεση αυτού, αλλά στην κήρυξη της ως άνω εταιρίας σε κατάσταση πτωχεύσεως με την απόφαση 1649/1997 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, ορίζοντας ως χρόνο παύσης των πληρωμών της την 20-6-1995, δηλαδή πριν από την βεβαίωση των επίμαχων οφειλών (στα οικονομικά έτη 2010-2011), αφενός εσφαλμένα ερμήνευσε την ουσιαστική ποινική διάταξη του όρθρου 25 του Ν. 1882/1990 και αφετέρου, δεν διέλαβε στην απόφαση του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, δεν είναι βάσιμη.

Και τούτο διότι ο ισχυρισμός αυτός του αναιρεσείοντος περί μη δυνατότητας πληρωμής των οφειλομένων προς το Δημόσιο Χρεών λόγω πτώχευσης της εταιρίας, δεν συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό με την έννοια που αναπτύχθηκε πιο πάνω, αλλά απλό αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό, αφού ενεργεί ως στοιχείο του δόλου και τίποτε περισσότερο.

Δεν απαιτείται δε ειδική αιτιολογία του δόλου ούτε στην προκειμένη περίπτωση, αφού η προβλεπόμενη αξιόποινη πράξη προϋποθέτει δόλο, ο οποίος εξυπακούεται ότι ενυπάρχει στην θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης αυτής πράξης.

Συνεπώς το δικαστήριο δεν όφειλε να απαντήσει επ' αυτού. Αυτό όμως ως εκ περισσού απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό με την πιο πάνω αναφερόμενη αιτιολογία . Εξάλλου, η απαγόρευση καταβολής από την κήρυξη της πτωχεύσεως της ανώνυμης εταιρίας και μετά, αφορά αποκλειστικά και μόνο το σύνδικο της πτωχεύσεως, που αυτός και μόνο εκπροσωπεί την εταιρία και επομένως ο αναιρεσείων είχε ποινική ευθύνη για τα προπτωχευτικά χρέη της ανωτέρω ΟΕ , που ο ίδιος με την ανωτέρω ιδιότητά του δημιούργησε προς το Ελληνικό Δημόσιο. Περαιτέρω η παραγραφή της πιο πάνω αξιόποινης πράξης αρχίζει από το χρόνο τελέσεως της πράξεως, δηλαδή από την πάροδο τετραμήνου από τότε που κάθε επί μέρους χρέος κατέστησε απαιτητό. (ΑΠ.950/2017), στην προκειμένη δε περίπτωση με βάση τους χρόνους βεβαίωσης του κάθε επί μέρους χρέους, που μνημονεύονται αναλυτικά στους πινάκες χρεών, στο διατακτικό της απόφασης (28-4-2010, 30-6-2011, 2-12-2011) δεν είχε παρέλθει η οκταετία (ΠΚ 111 παρ. 3, 112,113 παρ. 3) μέχρι του χρόνου έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης (15-6-2017). Ενώ, τέλος η αμφισβήτηση της ύπαρξης των ένδικων χρεών από τον αναιρεσείοντα δεν μπορεί να ελεγχθεί από το ποινικό δικαστήριο (όπως επιχειρεί ο αναιρεσείων με την παράθεση από μέρους του σειράς αποφάσεων διοικητικών δικαστηρίων) και δη παρεμπιπτόντως, αφού το κεφάλαιο αυτό ανήκει τη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων (ΑΠ. 950/2017, 1005/2013).

Συνεπώς, οι σχετικοί αναιρετικοί λόγοι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ για έλλειψη αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.

ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του όρθρου 57 παρ. 1 και 3 ΚΠΔ, αν κάποιος έχει καταδικαστεί αμετάκλητα ή αθωωθεί ή έχει παύσει η ποινική δίωξη εναντίον του, δεν μπορεί να ασκηθεί και πάλι εις βάρος του δίωξη για την ίδια πράξη, ακόμη και αν δοθεί σ' αυτή διαφορετικός χαρακτηρισμός. Αν παρά την απαγόρευση αυτή ασκηθεί ποινική δίωξη, κηρύσσεται απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την ύπαρξη δεδικασμένου, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. στοιχ. ΣΤ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, πρέπει, να συντρέχουν α) αμετάκλητη απόφαση (ή βούλευμα) που αποφαίνεται για τη βασιμότητα ή μη της κατηγορίας ή παύει οριστικά την ποινική δίωξη για μια αξιόποινη πράξη, β) ταυτότητα προσώπου και γ] ταυτότητα πράξης ως ιστορικού γεγονότος στο σύνολο του, που περιλαμβάνει όχι μόνο την ενέργεια ή παράλειψη του δράστη αλλά και το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκλήθηκε από αυτή.

Στην προκειμένη περίπτωση, με σχετικό λόγο αναιρέσεως, προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην πλημμέλεια της παραβίασης δεδικασμένου, διότι δεν έλαβε υπόψη τις αμετάκλητες αποφάσεις 84276/2000 και 10581/2012 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με τις οποίες αθωώθηκε ο αναιρεσείων για τα αναφερόμενα σ' αυτές μερικότερα ποσά χρεών προς το δημόσιο που του αποδίδονται με την προσβαλλόμενη απόφαση .

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί. Ειδικότερα, όσον αφορά την πρώτη απόφαση, ο αναιρεσείων έχει δικασθεί για διαφορετική πράξη εκείνης που του αποδίδεται και συγκεκριμένα για παραβάσεις των Ν. 1591/1986 και 2065/1992 (που αναφέρονται σε θέματα άμεσης και έμμεσης φορολογίας και θέσπισης μέτρων για την πάταξη της φοροδιαφυγής) και όχι για μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο, όπως εν προκειμένω στην κρινόμενη υπόθεση, ήτοι για μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών (άρθρ.25 Ν. 1882/1990) δηλαδή ,δεν προκύπτει ταυτότητα πράξεως.

Όσον αφορά, δε, τη δεύτερη απόφαση, δεν προκύπτει και πάλι ταυτότητα πράξεως, καθόσον αυτή αναφέρεται μεν στη μη καταβολή χρεών προς το δημόσιο, αλλά πρόκειται για χρέη που βεβαιώθηκαν σε διαφορετικά οικονομικά έτη, με βάση τους πίνακες χρεών που παρατίθενται στο διατακτικό των δύο αποφάσεων. Ειδικότερα, στην απόφαση αυτή μνημονεύονται χρέη προς το δημόσιο που βεβαιώθηκαν στα οικονομικά 2003-2005, ενώ στην προσβαλλόμενη απόφαση μνημονεύονται χρέη προς το δημόσιο που βεβαιώθηκαν στα οικονομικά έτη 2010-2011.

ΙV. Κατόπιν αυτών, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου, πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης μετά των πρόσθετων λόγων αυτής και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25-9-2017 αίτηση (αρ.εκθ 158/2017) και του από 15-12-2017 πρόσθετους λόγους του Μ. Μ.-Γ. του Ι., για αναίρεση της απόφασης 3503/2017 του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων) Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά χρέη που ανέρχονται στα διακόσια πενήντα (250) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Ιουλίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Δεκεμβρίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ