Supreme Court dismisses appeal on easement claim, ruling only the final first-instance judgment is appealable.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to appeal both the first-instance and second-instance judgments regarding a claim for a right of way. The appellant argued that the lower courts violated substantive law by failing to recognize an easement, but the Court held that only the final judgment of the Plurality Court of First Instance is subject to appeal. Consequently, the appeal against the earlier decision was declared inadmissible as the legal remedy had already been exhausted by the final ruling.
Legislator headnote
AI generatedArt. 975, 1045, 1118, 1120, 1121, 560(1) Civil Code; Art. 176, 183 Code of Civil Procedure: Only the final judgment of the second instance is appealable; requests to appeal prior judgments are inadmissible when the final judgment has already incorporated the earlier decision.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 2225 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2225/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος:..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Κεκέ με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Των αναιρεσίβλητων: 1. ..., και 2. ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Κοντογιάννη με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-3-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Νάξου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 28/2000 του ίδιου Δικαστηρίου και 63/2005 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Νάξου. Την αναίρεση των παραπάνω αποφάσεων ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7-7-2008 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Αθανασίου ανέγνωσε την από 10-9-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της 28/2000 απόφασης του Ειρηνοδικείου Νάξου (Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου) είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, αφού μετά την απόρριψη κατ'ουσίαν της έφεσης, που άσκησε κατ'αυτής ο αναιρεσείων, με την 63/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Νάξου, προσβλητή με το ένδικο μέσο της αναίρεσης είναι μόνο η τελευταία, στην οποία και ενσωματώθηκε η πρωτόδικη (Ολ. ΑΠ 6/1990).
Κατά το άρθρο 975 ΑΚ, στο δικαίωμα της δουλείας η νομή συνίσταται στην άσκηση αυτού με διάνοια δικαιούχου. Εξάλλου, από τα άρθρα 1045, 1118, 1120 και 1121 ΑΚ προκύπτει ότι η πραγματική δουλεία οδού συνιστάται με δικαιοπραξία, αλλά και με έκτακτη χρησικτησία, δηλαδή με τη διέλευση του κυρίου του δεσπόζοντος ακινήτου από το δουλεύον ακίνητο επί μια εικοσαετία με διάνοια δικαιούχου, δηλαδή με άσκηση σωματικής εξουσίας του ακινήτου κατά τρόπο που ανταποκρίνεται στο κατά νόμο περιεχόμενο και με τη διάνοια ασκήσεως του δικαιώματος της δουλείας αυτής και όχι από οικειότητα η κατά παράκληση (ΑΠ 1484/2001).
Τέλος, κατά το άρθρο 560 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, γεγονός που συντρέχει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Στην υπόθεση που κρίνεται, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο υπόθεση Ειρηνοδικείου, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής ουσιώδη, αναφορικώς με την ένδικη αγωγή περί αναγνωρίσεως, σύμφωνα με το επικουρικό αίτημά της, δικαιώματος δουλείας διόδου του ήδη αναιρεσείοντος κατά των αναιρεσιβλήτων:Το επίδικο είναι μία εδαφική λωρίδα πλάτους 2, 50μ.
και μήκους 15, 50μ., που βρίσκεται στο χωριό ... και συνορεύει βόρεια με κοινοτικό δρόμο, ανατολικά με την ιδιοκτησία της δεύτερης εναγομένης, δυτικά με ιδιοκτησία ... και νότια με την ιδιοκτησία του ενάγοντος. Όπως συνομολογείται, το επίδικο αλλά και οι εφαπτόμενες αυτού ιδιοκτησίες των διαδίκων ανήκαν στον κοινό δικαιοπάροχο και πατέρα του ενάγοντος και της πρώτης εναγομένης ... .
Ο τελευταίος με το υπ'αριθμ. ...συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Νάξου Βασιλείου Δέτση μεταβίβασε, λόγω δωρεάς, στον ενάγοντα το νοτίως του επιδίκου κείμενο ακίνητο και με το υπ'αριθμ. ... συμβόλαιο του ιδίου συμβολαιογράφου συνέστησε επί του ανατολικώς του επιδίκου κειμένου ακινήτου προίκα υπέρ της πρώτης εναγομένης.
Η τελευταία μεταβίβασε κατά κυριότητα το ακίνητο αυτό στη δεύτερη εναγόμενη θυγατέρα της με το υπ'αριθμ. ... συμβόλαιο γονικής παροχής του Συμβολαιογράφου Νάξου Στυλιανού Βλησίδη. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι από της κτήσεως από την πρώτη εναγομένη του ακινήτου της το έτος 1956, η επίδικη εδαφική λωρίδα χρησιμοποιήθηκε ως δίοδος για την επικοινωνία των ομόρων ακινήτων των διαδίκων καθώς και για την έξοδο τους προς τον βορείως αυτού κείμενο κοινοτικό δρόμο.
Όμως η χρήση αυτή από τον ενάγοντα και τον ως άνω δικαιοπάροχο του δεν αποδείχθηκε ότι γινόταν δυνάμει δικαιώματος δουλείας διόδου, αλλά με την ανοχή της πρώτης εναγομένης και στα πλαίσια της συγγενικής σχέσης και της γειτονίας των. Ενισχυτικό της κρίσης αυτής του Δικαστηρίου είναι το γεγονός ότι το επίδικο δεν αποτελεί τη μοναδική διέξοδο του ακινήτου του ενάγοντος σε δρόμο, αφού κατά μήκος της νότιας πλευράς του εφάπτεται άλλος κοινοτικός δρόμος.
Ο ενάγων στηρίζει κατά κύριο λόγο το δικαίωμα του στα αναγραφόμενα στον τίτλο της πρώτης εναγομένης, κατά τα οποία το ακίνητο της φέρεται να συνορεύει δυτικά με δημόσιο δρόμο. Όμως, από την περιγραφή αυτή δεν δύναται να συναχθεί ασφαλής κρίση για το επικαλούμενο δικαίωμα δουλείας του ενάγοντος, καθ'όσον δεν επιβεβαιώνεται από τα υπόλοιπα στοιχεία η ακρίβεια και η ορθότητά της.
Η ασάφεια της περιγραφής αυτής προκύπτει, κατ'αρχήν, από το γεγονός ότι το επίδικο ουδέποτε αποτέλεσε δημόσιο δρόμο. Αν μάλιστα το επίδικο δεν συμπεριλαμβανόταν στην ιδιοκτησία της πρώτης εναγομένης, τότε θα έπρεπε να έχει υπέρ αυτής συσταθεί δουλεία διόδου, αφού έτσι το ακίνητό της καθίσταται περίκλειστο.
Υπό την εκδοχή μάλιστα αυτή, στο μεταγενέστερο (1960)τίτλο του ενάγοντος θα έπρεπε, κατ'ακολουθίαν, το επίδικο να περιλαμβάνεται στην ιδιοκτησία του ενάγοντος και να αναφέρεται ως βόρειο όριο αυτής ο κοινοτικός δρόμος, Σε κάθε άλλη δε περίπτωση, θα έπρεπε να έχει συσταθεί υπέρ του ενάγοντος και σε βάρος της πρώτης εναγομένης δουλεία διόδου ή έστω το επίδικο να αναφέρεται και στο συμβόλαιο του ενάγοντος ως ιδιωτικός ή δημόσιος δρόμος.
Όμως στον ως άνω τίτλο του ενάγοντος αναγράφεται ως βόρειο όριο της ιδιοκτησίας του το ακίνητο της πρώτης εναγομένης. Επομένως, παρά την αναφορά στο συμβόλαιο της εναγομένης περί της υπάρξεως δημοσίου δρόμου δυτικά του ακινήτου της, κατά την κρίση του Δικαστηρίου οι συμβληθέντες στα προαναφερθέντα υπ'αριθμ. ...και ...
συμβόλαια, σύμφωνα με την αληθινή βούληση τους και κατά μείζονα λόγο εκείνη του δικαιοπαρόχου των διαδίκων λόγω της φύσεως και του σκοπού των δικαιοπραξιών (δωρεά, σύσταση προίκας), τα συμφέροντα των μερών, τις λοιπές περιστάσεις που προεκτέθηκαν (συγγένεια, επικοινωνία ακινήτων με δρόμους)και τα συναλλακτικά ήθη (173 και 200 ΑΚ), απέβλεπαν στη μεταβίβαση των ακίνητων ελευθέρων βαρών και όχι στη σύσταση δουλείας διόδου υπέρ ή σε βάρος κάποιου συμβαλλομένου, αφού έκαστο των ακινήτων έχει διέξοδο σε δρόμο.
Ούτε, τέλος, η ύπαρξη λίθινου τοιχίου και θύρας, που διαχωρίζει την οικία των εναγομένων από το επίδικο, δύναται να οδηγήσει σε αντίθετο συμπέρασμα, αφού, όπως και ο ενάγων συνομολογεί (βλ. δεύτερη σελίδα της προσθήκης του), οι κατασκευές αυτές υπήρχαν από το χρόνο (1956) που τα συνεχόμενα ακίνητα των διαδίκων ανήκαν στον πατέρα τους ...
και συνεπώς δεν ήταν νοητή η από αυτόν διαμόρφωση δρόμου εντός του ακινήτου του. Υπό τα ως άνω αποδειχθέντα, ο ενάγων δεν έχει αποκτήσει επ'αυτής δικαίωμα πραγματικής δουλείας διόδου με παράγωγο ή με πρωτότυπο τρόπο".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Πολυμελές Πρωτοδικείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία η αγωγή του είχε απορριφθεί, ως κατ'αυσίαν αβάσιμη, δεχθέν ότι αυτός ουδέποτε απέκτησε δικαίωμα πραγματικές δουλείας διόδου από το επίδικο, αλλά ότι διήρχετο αυτού με την ανοχή της πρώτης εναγομένης, λόγω της συγγενικής τους σχέσης και της καλής γειτονιάς τους. Κρίνοντας έτσι το Πολυμελές Πρωτοδικείο, δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις αλλά ούτε επί πλέον εκείνες των άρθρων 974, 984, 987, 989 και 996 ΑΚ που επικαλείται ο αναιρεσείων.
Συνεπώς, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 560 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος Λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην ίδια απόφαση η πλημμέλεια ότι περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες, είναι απαράδεκτος, διότι η επικαλούμενη πλημμέλεια αυτή, δεν στοιχειοθετεί κανένα λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικούς αναφερομένους στο άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ.
Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρ. 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7 Ιουλίου 2008 αίτηση του ..., για αναίρεση 1) της 63/2005 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Νάξου, που δίκασε ως Εφετείο και 2) της 28/2000 απόφασης του Ειρηνοδικείου Νάξου. Και,
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία καθορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Νοεμβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Δεκεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ