2224/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρτεμισία Παναγιώτου, Δημήτριο Γεώργα (σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 125/2018 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Γεώργιο Αναστασάκο - Εισηγητή και Μαρία Γεωργίου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated2224/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τα τριμελή πειθαρχικά συμβούλια είναι αρμόδια για την κρίση, σε πρώτο βαθμό, των πειθαρχικών αδικημάτων των συμβολαιογράφων που υπηρετούν στην περιφέρεια τους, καθώς και για την επιβολή όλων των πειθαρχικών ποινών, εκτός από την οριστική παύση....Τα πενταμελή πειθαρχικά συμβούλια είναι αρμόδια σε δεύτερο βαθμό για την κρίση εφέσεων κατά αποφάσεων των τριμελών πειθαρχικών συμβουλίων....(άρθρ. 58 παρ. 1).
Full text
Απόφαση 2224 / 2018 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 2224/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρτεμισία Παναγιώτου, Δημήτριο Γεώργα (σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 125/2018 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Γεώργιο Αναστασάκο - Εισηγητή και Μαρία Γεωργίου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 8 Μαΐου 2018, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευάγγελου Ζαχαρή, (κωλυομένης της Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Ο. Ξ. του Δ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σταύρο Ρίζο, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 107/2018 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης (ως Πειθαρχικού Δικαστηρίου Συμβολαιογράφων) Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ' αριθμ. πρωτ. 2740/12-3-2018 αίτησή της, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 386/2018.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τα άρθρα 43 παρ. 1 β' , 44, 45, 56, 57, 58 παρ. 1, 64, 91 παρ. 1, 93 παρ. 1 και 2 και 94 παρ. 2 του ν. 2830/2000 (Κώδικας Συμβολαιογράφων), πειθαρχικά αδικήματα του συμβολαιογράφου είναι 1. α).. ..β) Η παράβαση των κανόνων που επιβάλλονται από το νόμο και από τις λοιπές κανονιστικές διατάξεις για την άσκηση του λειτουργήματος του και των συναφών σ' αυτό υπηρεσιακών ενεργειών (άρθρ. 43 παρ. 1 β' ).
Πειθαρχικές ποινές είναι : α) Η έγγραφη επίπληξη, β) Πρόστιμο ποσού είκοσι χιλιάδων δραχμών έως τριακοσίων χιλιάδων δραχμών. Το ποσό αυτό μπορεί να αυξομειώνεται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, γ) Προσωρινή παύση δεκαπέντε ημερών έως τεσσάρων μηνών, δ) Η οριστική παύση (άρθρ. 44). Η πειθαρχική ποινή της οριστικής παύσης επιβάλλεται μόνο σε ιδιαίτερα βαριές περιπτώσεις πειθαρχικών αδικημάτων, τα οποία υπό τις συνθήκες διάπραξης τους και του διαπιστωμένου βαθμού υπαιτιότητας του διωκομένου συμβολαιογράφου μαρτυρούν έλλειψη συνείδησης των βασικών του υποχρεώσεων.
Ενδεικτικά η ποινή αυτή επιβάλλεται σε περιπτώσεις : α) τέλεσης αδικημάτων, τα οποία αποτελούν κωλύματα διορισμού κατά το άρθρο 23 του παρόντος (μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η τέλεση πλαστογραφίας σε βαθμό πλημμελήματος για την οποία επιβλήθηκε φυλάκιση με αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση) β) σκόπιμης και καθ' υποτροπή καθυστέρησης απόδοσης των δικαιωμάτων από κρατικά συμβόλαια στον οικείο Σύλλογο ή στον εντεταλμένο συμβολαιογράφο, γ) ύπαρξης αριθμού στο ευρετήριο χωρίς αντίστοιχη και συνεχή καταχώρηση πράξης, δ) παράλειψης άμεσης συμπλήρωσης του ονοματεπωνύμου, του τελευταίου υπερθεματιστή, στην έκθεση πλειστηριασμού και ε) αδικαιολόγητης αποχής από την εκτέλεση των καθηκόντων του, πέραν του εξαμήνου (αρθρ. 45).
Η πειθαρχική δικαιοδοσία των συμβολαιογράφων ασκείται από δικαστήρια και πειθαρχικά συμβούλια και η σχετική διαδικασία κινείται κατά το άρθρο 63 αυτεπάγγελτα από τον αρμόδιο εισαγγελέα πρωτοδικών (που λαμβάνει γνώση με οποιονδήποτε τρόπο της τέλεσης του παραπτώματος), με άσκηση πειθαρχικής αγωγής κατά του συμβολαιογράφου και η οποία απευθύνεται στο αρμόδιο τριμελές πειθαρχικό συμβούλιο.
Τα δικαστήρια που ασκούν πειθαρχική δικαιοδοσία είναι τα εφετεία με πενταμελή σύνθεση. Τα συμβούλια που ασκούν πειθαρχική δικαιοδοσία είναι :α) Τα τριμελή πειθαρχικά συμβούλια στην -έδρα κάθε πρωτοδικείου και β) Τα πενταμελή πειθαρχικά συμβούλια στην έδρα κάθε εφετείου (άρθρ. 56). Τα πενταμελή εφετεία είναι αρμόδια για την επιβολή της ποινής της οριστικής παύσης στους συμβολαιογράφους που υπηρετούν στην περιφέρεια τους.
Τα δικαστήρια που αναφέρονται στην προηγούμενη παράγραφο έχουν ως έργο την κρίση βαρέων πειθαρχικών αδικημάτων και μόνο μετά την παραπομπή τους από τα πειθαρχικά συμβούλια. Αν το δικαστήριο κρίνει τελικά τον υπαίτιο του πειθαρχικού αδικήματος συμβολαιογράφο άξιο τιμωρίας, με ποινή όμως κατώτερη από την οριστική παύση, επιβάλλει την προσήκουσα ποινή σύμφωνα με την κρίση του, χωρίς να δεσμεύεται από την απόφαση του πειθαρχικού συμβουλίου (άρθρ. 57).
Τα τριμελή πειθαρχικά συμβούλια είναι αρμόδια για την κρίση, σε πρώτο βαθμό, των πειθαρχικών αδικημάτων των συμβολαιογράφων που υπηρετούν στην περιφέρεια τους, καθώς και για την επιβολή όλων των πειθαρχικών ποινών, εκτός από την οριστική παύση....Τα πενταμελή πειθαρχικά συμβούλια είναι αρμόδια σε δεύτερο βαθμό για την κρίση εφέσεων κατά αποφάσεων των τριμελών πειθαρχικών συμβουλίων....(άρθρ. 58 παρ. 1).
Η προδικασία και η κύρια διαδικασία ενώπιον των πειθαρχικών συμβουλίων είναι μυστική. Η προδικασία ενώπιον των πειθαρχικών δικαστηρίων είναι μυστική, ενώ η κύρια διαδικασία και η δημοσίευση της απόφασης γίνεται δημόσια... (αρθρ. 64). Αν το πειθαρχικό συμβούλιο κρίνει το συμβολαιογράφο που διώχθηκε ενώπιον του υπαίτιο του πειθαρχικού αδικήματος και τιμωρητέο με την ποινή της οριστικής παύσης, εκδίδει αιτιολογημένη απόφαση για την παραπομπή της υπόθεσης στο αρμόδιο δικαστήριο (αρθρ. 91 παρ. 1).
Περαιτέρω, εκτός από την πιο πάνω πειθαρχική διαδικασία, που κινείται αυτεπάγγγελτα από τον εισαγγελέα πρωτοδικών, όπως προαναφέρθηκε, υπάρχει και άλλη διακριτή και ανεξάρτητη διαδικασία επιβολής της ποινής της οριστικής παύσης σε βάρος συμβολαιογράφου, όταν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Κώδικα Συμβολαιογράφων.
Ειδικότερα, με το άρθρο αυτό, που φέρει τον τίτλο "Παύση συμβολαιογράφου" ορίζονται τα ακόλουθα: "1. Εκτός από την περίπτωση της επιβολής της πειθαρχικής ποινής της οριστικής παύσης, σύμφωνα με τις διατάξεις του πειθαρχικού δικαίου, λόγω βαρέος πειθαρχικού παραπτώματος, ο συμβολαιογράφος παύεται, αν καταδικάστηκε αμετάκλητα για κακούργημα ή σε ποινή φυλάκισης για κάποιο πλημμέλημα από αυτά που αναφέρονται στο άρθρο 23 παράγραφος 5 του παρόντος. 2.
Σχετικά με την παύση της προηγούμενης παραγράφου, αποφασίζει το δικαστήριο που είναι αρμόδιο για την επιβολή της πειθαρχικής ποινής της οριστικής παύσης. Η κίνηση της σχετικής διαδικασίας ενώπιον του δικαστηρίου του προηγούμενου εδαφίου είναι υποχρεωτική και ανήκει στον Υπουργό Δικαιοσύνης. 3. Μετά την κίνηση της διαδικασίας για την παύση του συμβολαιογράφου, ο πρόεδρος του δικαστηρίου ορίζει ένα από τα μέλη του δικαστηρίου ως εισηγητή, ο οποίος συγκεντρώνει τα αναγκαία στοιχεία για βεβαίωση του λόγου για τον οποίο εισάγεται για παύση ο συμβολαιογράφος και έχει δυνατότητα να εξετάσει μάρτυρες και να παραγγείλει τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης.
Ο εισηγητής καλεί τον εγκαλούμενο να παράσχει εξηγήσεις και συντάσσει πόρισμα και υποβάλλει στον πρόεδρο του δικαστηρίου εμπεριστατωμένη έκθεση, που περιέχει και τη γνώμη του για την ουσία του θέματος. 4. Ο πρόεδρος του δικαστηρίου ορίζει δικάσιμο, cm]ν οποία καλείται ο εγκαλούμενος συμβολαιογράφος, με κλήση που περιέχει το λόγο της εισαγωγής του για παύση, καθώς και τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν αυτόν το λόγο, με λεπτομέρειες.
Η κλήση επιδίδεται, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, δεκαπέντε τουλάχιστον ημέρες πριν από την ορισμένη δικάσιμο. Η συζήτηση γίνεται σε δημόσια συνεδρίαση, κατά την οποία ο εγκαλούμενος μπορεί να παρίσταται και με πληρεξούσιο δικηγόρο. 5. Το δικαστήριο προβαίνει σε γενικότερη εκτίμηση της καθόλου υπηρεσίας και συμπεριφοράς του εγκαλούμενου για Παύση συμβολαιογράφου.
Η απόφαση του δικαστηρίου, που δημοσιεύεται σε δημόσια συνεδρίασή του, επιδίδεται στον εισαχθέντα για παύση και αντίγραφο της υποβάλλεται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης. Η παύση του συμβολαιογράφου επέρχεται από την επομένη της επίδοσης σε αυτόν της αμετάκλητης απόφασης, εκδίδεται δε σχετική με αυτό διαπιστωτική απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Η διάταξη του άρθρου 94 παράγραφος 2 του παρόντος εφαρμόζεται και στην περίπτωση αυτή". Η ως άνω διάταξη του άρθρου 32 είναι πρόδηλο, από την ίδια τη διατύπωση της παρ. 1 αυτής, ότι εφαρμόζεται "εκτός από την περίπτωση της επιβολής της πειθαρχικής ποινής της οριστικής παύσης, σύμφωνα με τις διατάξεις του πειθαρχικού δικαίου, λόγω βαρέος πειθαρχικού παραπτώματος", εκτός, δηλαδή, της προπεριγραφείσας παραπάνω πειθαρχικής διαδικασίας σε βάρος συμβολαιογράφου, που αρχίζει με την αυτεπάγγελτη άσκηση πειθαρχικής δίωξης από τον αρμόδιο Εισαγγελέα Πρωτοδικών και την έγερση πειθαρχικής αγωγής, και μόνο στην περίπτωση εκείνη, που, χωρίς να έχει ασκηθεί προηγουμένως η κατά τις παραπάνω διατάξεις του πειθαρχικού δικαίου πειθαρχική δίωξη και πειθαρχική αγωγή, ο συμβολαιογράφος έχει καταδικαστεί αμετάκλητα για κακούργημα ή σε ποινή φυλάκισης για κάποιο πλημμέλημα από αυτά που αναφέρονται στο άρθρο 23 παράγραφος 5 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων και το πλημμέλημα της πλαστογραφίας (άρθρο 216 ΠΚ).
Στην περίπτωση αυτή και μόνο, της προηγούμενης αμετάκλητης, δηλαδή, ποινικής καταδίκης κατά τα ανωτέρω, αφενός μεν για την επιβολή στον αμετακλήτως καταδικασθέντα συμβολαιογράφο της ποινής της οριστικής παύσης αποφασίζει το αρμόδιο προς τούτο Πενταμελές Εφετείο της περιφέρειας όπου αυτός υπηρετεί, αποφαινόμενο ως Πειθαρχικό Δικαστήριο, αφετέρου δε η κίνηση της σχετικής διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου είναι υποχρεωτική και ανήκει στον Υπουργό Δικαιοσύνης.
Μετά δε την κίνηση της συγκεκριμένης διαδικασίας ακολουθείται η διαγραφόμενη στις παρ. 3 έως και 5 του επίμαχου άρθρου 32 προδικασία και κύρια διαδικασία, με τον ορισμό εισηγητή από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου, τη συγκέντρωση από αυτόν των αναγκαίων στοιχείων για τη βεβαίωση του λόγου για τον οποίο εισάγεται για παύση ο συμβολαιογράφος, την παροχή εξηγήσεων από αυτόν, την υποβολή πορίσματος από τον εισηγητή (παρ.3), τον ορισμό δικασίμου, την κλήση του εγκαλούμενου συμβολαιογράφου, τη συζήτηση της υπόθεσης σε δημόσια συνεδρίαση (παρ.4) και, εν τέλει την έκδοση, της σχετικής (υποκείμενης σε αναίρεση) απόφασης.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, δικάζοντας ως πειθαρχικό δικαστήριο συμβολαιογράφων, έκρινε ότι η αναιρεσείουσα συμβολαιογράφος τέλεσε την πράξη της πλαστογραφίας με χρήση (δηλαδή κατάρτισης πιστοποιητικού καταχώρησης εγγραπτέας πράξης του Κτηματολογικού Γραφείου .......
και της επέβαλε πειθαρχική ποινή δίμηνης προσωρινής παύσης από τα καθήκοντα της συμβολαιογράφου. Ειδικότερα, ως προς τη διαδικασία της πειθαρχικής δίωξης της αναιρεσείουσας, το Εφετείο δέχθηκε
ταακόλουθα: "Κατά της πειθαρχικώς εγκαλουμένης συμβολαιογράφου μέλους του Συμβολαιογραφικού Συλλόγου ....., Ο. Ξ., είχε ασκηθεί, στις 20-1-2012, ποινική δίωξη από τον αρμόδιο Εισαγγελέα Πρωτοδικών για την τέλεση του πλημμελήματος της πλαστογραφίας με χρήση κατά το άρθρο 216 παρ.1 του ΠΚ, παραπέμφθηκε δε σε δίκη, ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, δυνάμει του υπ' αριθ.
ΕΓ33-12/57/1237/5-6- 2012 κλητηρίου θεσπίσματος της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, που της επιδόθηκε στις 14-6-2012. Αφού πρωτοδίκως η τότε κατηγορούμενη είχε αθωωθεί με την 22484/2012 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, επακολούθησε η ασκηθείσα κατά της αθωωτικής απόφασης, 3351/21-12-2012 έφεση του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης, που έγινε τυπικά δεκτή με την υπ' αριθμ. 7975/2013 απόφαση του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.
Η εν λόγω απόφαση ανέβαλε την επί της άνω ποινικής υπόθεσης οριστική της κρίση, διατάσσοντας εργαστηριακή πραγματογνωμοσύνη και διορίζοντας ως πραγματογνώμονα την Ε. Β., αστυνόμο Β', Ειδική εμπειρογνώμονα εξεταστή χαρτονομισμάτων, αξιογράφων, εντύπων και εγγράφων εν γένει, της Διεύθυνσης Ασφαλείας Θεσσαλονίκης, αντίγραφο της δε, διαβιβάσθηκε, στις 11-9-2013, με το ίδιας ημερομηνίας έγγραφο της Προέδρου του ανωτέρω Τριμελούς Πλημμελειοδικείου, στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, "προκειμένου κατ' άρθρο 63 του Κώδικα Συμβολαιογράφων" να διερευνηθεί αν συντρέχει περίπτωση ασκήσεως πειθαρχικής διώξεως σε βάρος της, τότε, μόνο κατηγορούμενης συμβολαιογράφου.
Εν συνεχεία, ο αρμόδιος Εισαγγελέας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, αφού διενήργησε πειθαρχική προκαταρκτική εξέταση, κατά το άρθρο 69 παρ.1 του Κώδικα Συμβολαιογράφων (Ν. 2830/2000), άσκησε σε βάρος της ανωτέρω συμβολαιογράφου, κατά τα άρθρα 63, 67 και 69 του ίδιου Κώδικα, την υπ' αριθ. 7/ 8-7-2014 πειθαρχική αγωγή, απευθύνοντας αυτήν ορθώς προς το Τριμελές Πειθαρχικό Συμβούλιο Συμβολαιογράφων του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κρίνοντας ότι η συμβολαιογράφος με πρόθεση παρέβη τους κανόνες που επιβάλλονται από τις αναφερόμενες στην παραπάνω μείζονα σκέψη διατάξεις "των άρθρων 42 παρ.1, 43 παρ.1 περ.
β του Ν. 2830/2000 και τις των άρθρων 13 περ. γ, 26 παρ.1 εδ. α, 27, 216 παρ.1 του ΠΚ", αφού έκρινε, ότι από τα στοιχεία της προκαταρκτικής εξέτασης προέκυπτε, ότι η πειθαρχικώς διωκόμενη στη Θεσσαλονίκη, το Δεκέμβριο του 2007, με πρόθεση κατάρτισε εξ υπαρχής πλαστό έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, στη συνέχεια δε προέβη σε χρήση του πλαστού αυτού εγγράφου.
Εν συνεχεία, και αφού η πειθαρχική αγωγή κοινοποιήθηκε στην παραπάνω συμβολαιογράφο στις 28-11-2014 (βλ. το από 28- 11-2014 αποδεικτικό επίδοσής της πειθαρχικής αγωγής προς την πειθαρχικώς εγκαλούμενη, του επιμελητή των Δικαστηρίων του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Α. Κ.), η υπόθεση εισήχθη ενώπιον του παραπάνω Τριμελούς Πειθαρχικού Συμβουλίου του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, το οποίο, αφού αρχικώς εξέδωσε την 4/ 2015 μη οριστική απόφασή του, ακολούθως εξέδωσε την 8/2015 απόφασή του, με την οποία, εφαρμόζοντας το ήδη αναφερθέν άρθρο 91 του Κώδικα Συμβολαιογράφων, έκρινε ότι η πειθαρχικώς εγκαλούμενη είναι υπαίτια τέλεσης πειθαρχικού αδικήματος, διά της πλαστογραφίας εγγράφου με χρήση αυτού, "κατά παράβαση των κανόνων που επιβάλλονται από το νόμο για την άσκηση του λειτουργήματος της συμβολαιογράφου και συγκεκριμένα των άρθρων 23 παρ.5, 42 παρ.1 και 2, 43 παρ.1 περ.
β, 44, 45,48 του Ν 2830/2000", ότι "πρόκειται για ιδιαίτερη βαριά περίπτωση πειθαρχικού αδικήματος για το οποίο απειλείται και προσήκει η ποινή της οριστικής παύσης, για την οποία όμως αρμόδιο καθ' ύλην να την επιβάλλει είναι το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης", σε ακολουθία δε της κρίσης του αυτής παρέπεμψε την ασκηθείσα από τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών, υπ' αριθ. 7/8-7-2014, πειθαρχική αγωγή στο παρόν Δικαστήριο (ως Πειθαρχικό Δικαστήριο επί των συμβολαιογράφων) κατ' εφαρμογή των άρθρων 42, 43 παρ.1 περ.
β, 44 περ. δ, 45, 56,57 παρ.1, 58 και 91 του Ν 2830/2000. Σε αρμονία με τις νομικές παραδοχές της ως άνω μείζονος σκέψης, η κρινόμενη, ασκηθείσα από τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών, υπ' αριθ. 7/8- 7-2014, πειθαρχική αγωγή αρμοδίως εισήχθη ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, δικάζοντος ως Πειθαρχικού Δικαστηρίου, αφού προηγήθηκε, κατά τα άρθρα 63, 67 και 69 του Κώδικα Συμβολαιογράφων, νομότυπη, αυτεπάγγελτη άσκηση πειθαρχικής δίωξης από τον αρμόδιο Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, με αφορμή τη διαβίβαση αντιγράφου της ανωτέρω 7975/2013 (μη οριστικής) απόφασης του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, επακολούθησε η έγερση της κρινόμενης πειθαρχικής αγωγής από τον ίδιο, νομίμως κοινοποιηθείσα στην πειθαρχικώς εγκαλουμένης και, τέλος, η εκδοθείσα κατά το άρθρο 91 του Κώδικα, αιτιολογημένη και έχουσα το παραπάνω περιεχόμενο 8/2015 οριστική απόφαση του Τριμελούς Πειθαρχικού Συμβουλίου του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
Η προκείμενη και ασκηθείσα κατά τις αναφερόμενες στην παραπάνω νομική σκέψη διατάξεις του πειθαρχικού δικαίου του Κώδικα Συμβολαιογράφων, πειθαρχική διαδικασία ασκήθηκε ορθώς από τον αρμόδιο προς τούτο (ενόψει ότι πειθαρχικώς εγκαλούμενη. είναι συμβολαιογράφος του Συμβολαιογραφικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης) Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, κατ' αυτεπάγγελτη αρμοδιότητά του, χωρίς προς τούτο να απαιτείται, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η πειθαρχικώς εγκαλούμενη (βλ.
την καταχωρηθείσα ανωτέρω δήλωσή της διά του πληρεξουσίου της δικηγόρου), κίνηση της πειθαρχικής διαδικασίας από τον Υπουργό Δικαιοσύνης ή από τον Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου Δικαιοσύνης. Και τούτο διότι η κίνηση της πειθαρχικής διαδικασίας από τον Υπουργό Δικαιοσύνης, κατά τα όσα αναλυτικά παρατίθενται στην αυτή νομική σκέψη, προβλέπεται, αποκλειστικά και μόνο, στην περίπτωση που, χωρίς να έχει ασκηθεί προηγουμένως η κατά τις παραπάνω διατάξεις του πειθαρχικού δικαίου πειθαρχική δίωξη και πειθαρχική αγωγή από τον αρμόδιο Εισαγγελέα Πρωτοδικών, ο συμβολαιογράφος έχει καταδικαστεί αμετάκλητα για κακούργημα ή σε ποινή φυλάκισης για κάποιο πλημμέλημα από αυτά που αναφέρονται στο άρθρο 23 παράγραφος 5 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων και το πλημμέλημα της πλαστογραφίας (άρθρο 216 ΠΚ).
Με άλλα λόγια, μόνο στην περίπτωση που τίθεται θέμα επιβολής της ποινής της οριστικής παύσης σε συμβολαιογράφο, με νομικό έρεισμα την προηγούμενη αμετάκλητη ποινική καταδίκη του, προβλέπεται η διαγραφόμενη στο άρθρο 32 του Κώδικα Συμβολαιογράφων, ειδική, αυτοτελής και ανεξάρτητη του πειθαρχικού δικαίου του ίδιου Κώδικα, πειθαρχική διαδικασία, την πρωτοβουλία για την κίνηση της οποίας έχει, αποκλειστικά και υποχρεωτικά, μόνο ο Υπουργός Δικαιοσύνης και η υπόθεση διαβιβάζεται από αυτόν (χωρίς, δηλαδή, να μεσολαβήσει οποιαδήποτε ενέργεια άλλου οργάνου και δη της Εισαγγελικής αρχής) απευθείας στο αρμόδιο Πενταμελές Εφετείο, που δικάζον ως Πειθαρχικό Δικαστήριο επιλαμβάνεται της υποθέσεως και ενεργεί κατά τις διατάξεις των παρ. 3-5 του ίδιου άρθρου 32".
Μετά αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες νομικές διατάξεις που αφορούν τη άσκηση πειθαρχικής δίωξης από τον αρμόδιο Εισαγγελέα Πρωτοδικών, διαλαμβάνοντας με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία τα σχετικά περιστατικά που αφορούσαν την κίνηση της σχετικής πειθαρχικής διαδικασίας της εγκαλούμενης και ήδη αναιρεσείουσας συμβολαιογράφου για το αποδιδόμενο σ' αυτήν πειθαρχικό αδίκημα (πλαστογραφία).
Ειδικότερα, αναφέρεται στο σκεπτικό, σε σχέση με το πιο πάνω κεφάλαιο, ότι η άσκηση της πειθαρχικής αγωγής έγινε επιτρεπτά από τον αρμόδιο Εισαγγελέα Πρωτοδικών (εφόσον αυτός έλαβε γνώση των σχετικών περιστατικών για τη διάπραξη του πειθαρχικού αδικήματος) όπως προβλέπεται από τον Κώδικα Συμβολαιογράφων και ότι επιβλήθηκε, στη συνέχεια, σε πρώτο βαθμό, το Τριμελές πειθαρχικό συμβούλιο καις ε δεύτερο βαθμό, το Πενταμελές εφετείο (που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση), ως πειθαρχικό δικαστήριο, στο οποίο και παραπέμφθηκε η υπόθεση εφόσον το παράπτωμα της αναιρεσείουσας επέσυρε την ποινή της οριστικής παύσης (άρθρα 42 παρ.
παρ.1-2, 43 παρ. 1, β-45,56 παρ. 3α ,57παρ.1,58 παρ. 2 63, 67 παρ. 1, 69 παρ.1, 91 παρ. 1, 94 παρ. 21 Ν.2830/2000). Περαιτέρω, διευκρινίζεται στο σκεπτικό της απόφασης ότι, παράλληλα με τη πιο πάνω πειθαρχική διαδικασία, υπάρχει και άλλη πειθαρχική διαδικασία η οποία μπορεί να κινηθεί, αυτοτελώς, από τον Υπουργό Δικαιοσύνης, σε περίπτωση που τίθεται θέμα επιβολής της ποινής της οριστικής παύσης σε συμβολαιογράφων, με νομικό έρεισμα την προηγούμενη αμετάκλητη ποινική καταδίκης της υπαιτίου συμβολαιογράφου (άρθρο 32 παρ.
παρ. 1-2 Ν.2830/2000.) Δηλαδή, στη δεύτερη περίπτωση, η πρωτοβουλία της δίωξης ανήκει στον υπουργό δικαιοσύνης, χωρίς να μεσολαβήσει οποιαδήποτε ενέργεια άλλου οργάνου και δη της εισαγγελικής αρχής.
Συνεπώς, οι περί του αντιθέτου σχετικού αναιρετικοί λόγοι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ Δ', Ε' και Η' του ΚΠΔ, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, είναι αβάσιμοι και πρέπει ν' απορριφθούν. To άρθρο 53 του 2830/2000 ορίζει στην παρ. 1 ότι "Τα Πειθαρχικά αδικήματα των συμβολαιογράφων παραγράφονται μετά πενταετία από την τέλεση τους", στην παρ. 2 ότι "Ο χρόνος της παραγραφής αναστέλλεται με την κοινοποίηση της πειθαρχικής αγωγής, ο χρόνος όμως της αναστολής αυτής δεν μπορεί να υπερβεί τα δύο έτη έως την οριστική απόφαση για την πειθαρχική δίωξη" και στην παρ. 4 ότι "Πειθαρχικό αδίκημα που είναι συγχρόνως και ποινικό/δεν παραγράφεται πριν από την παρέλευση του χρόνου για την παραγραφή του ποινικού αδικήματος.
Η παραγραφή του πειθαρχικού αδικήματος αναστέλλεται για όλο το χρονικό διάστημα από την άσκηση της ποινικής δίωξης μέχρι την έκδοση αμετάκλητης δικαστικής απόφασης ή βουλεύματος". Κατά την αληθή έννοια των πιο πάνω διατάξεων, καθιερώνονται δύο λόγοι αναστολής του πειθαρχικού αδικήματος το οποίο είναι συγχρόνως και ποινικό αδίκημα.
Δηλαδή, αυτή που επέρχεται με την κοινοποίηση της πειθαρχικής αγωγής (που ασκείται από τον αρμόδιο εισαγγελέα πρωτοδικών) και αυτή που επέρχεται με την άσκηση της ποινικής δίωξης. Η τελευταία δε υπάρχει μέχρι την έκδοση αμετάκλητης δικαστικής απόφασης. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 111 παρ. 3 ΠΚ "Τα πλημμελήματα παραγράφονται μετά 5 έτη", ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 112 ΠΚ, η προθεσμία παραγραφής αρχίζει από την ημέρα που τελέστηκε η πράξη.
Εξάλλου, για τον υπολογισμό του χρόνου παραγραφής, στην περίπτωση που το αδίκημα είναι συγχρόνως πειθαρχικό και ποινικό, θα ληφθεί υπόψη και ο χαρακτηρισμός της ποινικά κολάσιμης πράξης ως κακουργήματος, πλημμελήματος ή πταίσματος καθώς και ο τυχόν μακρότερος χρόνος παραγραφής αυτής που υπόκειται κατά τον ποινικό νόμο.
Προς διακρίβωση δε, στην περίπτωση του πλημμελήματος, που αφορά την προκείμενη περίπτωση, δηλαδή αν η ποινική παραγραφή είναι μακρότερη ή όχι της αντίστοιχης πειθαρχικής παραγραφής, δεν συνυπολογίζεται το οριζόμενο από το άρθρο 113 παρ. 3 του ΠΚ μέγιστο διάστημα της αναστολής, κατά το οποίο διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση και το οποίο ανέρχεται σε 3 έτη (ΑΠολ.21/2003).
Στην προκείμενη περίπτωση το εφετείο δέχθηκε ότι "Το πειθαρχικό αδίκημα, για το οποίο κρίθηκε πειθαρχικώς ελεγκτέα η ανωτέρω συμβολαιογράφος .....ς Ο. Ξ., το οποίο ταυτόχρονα αποτελεί και ποινικό αδίκημα και δη. το πλημμέλημα της πλαστογραφίας με χρήση, υπό την έννοια της κατάρτισης του επίμαχου πλαστού πιστοποιητικού καταχώρισης εγγραπτέας πράξης του Κτηματολογικού Γραφείου ......
και της χρήσης αυτού, τελέστηκε, κατά τα ήδη αναλυτικά εκτιθέμενα στη θέση 2, κατά τον μήνα Δεκέμβριο του 2007. Όπως επίσης λέχθηκε στην ίδια θέση, για το ποινικό αδίκημα ασκήθηκε κατ' αυτής ποινική δίωξη στις 20 Ιανουαρίου 2012 (βλ. το φωτοαντίγραφο του με Α.Β.Μ. Στ 11 εγχ/663 και ΕΓ33-12/57α'/20-1-2012 εγγράφου της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης περί άσκησης ποινικής δίωξης σε βάρος της πειθαρχικώς εγκαλούμενης για το αδίκημα της πλαστογραφίας με χρήση) και για την κατηγορία αυτή που της αποδόθηκε (βλ.
το υπ' αριθ. ΕΓ33-12/57/1237/5-6- 2012 κλητήριο θέσπισμα της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης που της επιδόθηκε στις 14-6-2012) τελικώς δε εκδόθηκε η ήδη αναφερθείσα, υπ' αριθμ. 12394/24-11-2015 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με παρούσα τη συμβολαιογράφο, εκεί κατηγορουμένη, με την οποία κηρύχθηκε ένοχη της άνω πράξης και καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης οκτώ (8) μηνών (με τριετή αναστολή).
Η απόφαση αυτί1) κατέστη αμετάκλητη στις 24-11-2015, αφού κατ' αυτής, που καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο καθαρογραμμένων αποφάσεων που τηρείται από τη γραμματεία του ως άνω ποινικού Δικαστηρίου την 27-11-2015, δεν ασκήθηκε μέχρι και την 9-2-2017 ουδέν ένδικο μέσο, όπως προκύπτει από την από 10-2-2017 Υπηρεσιακή βεβαίωση του Ποινικού Τμήματος Ενδίκων Μέσων του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
Επομένως, η πειθαρχική παραγραφή, η παραγραφή δηλαδή του, καταλογισθέντος στην κριθείσα πειθαρχικώς ελεγκτέα συμβολαιογράφο, πειθαρχικού αδικήματος, κατ' αρχήν πενταετής και έχουσα χρόνο έναρξης την 1η Δεκεμβρίου 2007 (εφόσον, στην περίπτωση που ο χρόνος διάπραξης ενός αδικήματος προσδιορίζεται εντός ενός ορισμένου χρονικού διαστήματος και δεν μπορεί ειδικώς να προσδιοριστεί σε συγκεκριμένη ημερομηνία, πρέπει, για λόγους εύνοιας προς τον πειθαρχικώς διωκόμενο, να λαμβάνεται υπόψη, ως αφετηρία, ο χρόνος έναρξης του μεγαλύτερου διαστήματος), τελούσε σε αναστολή λόγω της ποινικής δίωξης από την 20-1-2012 μέχρι και την 24-11-2015.
Από τον ως άνω χρόνο τέλεσης του πειθαρχικού αδικήματος μέχρι την έναρξη της εν λόγω αναστολής είχε διαρρεύσει χρονικό διάστημα 4 ετών και 50 ημερών και απέμεινε, ως. υπόλοιπο προς συμπλήρωση της πενταετούς παραγραφής, χρονικό διάστημα 10 ημερών και 10 μηνών, το οποίο άρχισε να υπολογίζεται εκ νέου από την ημέρα που η ως άνω 12394/2015 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης κατέστη αμετάκλητη, δηλαδή από τις 24-11-2015.
Εν τω μεταξύ, ενόσω η παραγραφή του ένδικου πειθαρχικού (και αποτελούντος ταυτόχρονα και ποινικό αδίκημα) αδικήματος τελούσε σε αναστολή λόγω της άσκησης της ανωτέρω ποινικής δίωξης, έλαβε χώρα, επίσης κατά τα ήδη λεχθέντα, η άσκηση από τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, σε βάρος της ανωτέρω συμβολαιογράφου, κατά τα άρθρα 63, 67 και 69 του Κώδικα Συμβολαιογράφων, της υπ' αριθ. 7/ 8-7-2014 πειθαρχικής αγωγής προς το Τριμελές Πειθαρχικό Συμβούλιο Συμβολαιογράφων του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία κοινοποιήθηκε στην ίδια στις 28-11-2014 (βλ.
το από 28-11-2014 αποδεικτικό επίδοσής της πειθαρχικής αγωγής προς την πειθαρχικώς εγκαλούμενη, του επιμελητή των Δικαστηρίων του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Α. Κ.), εντός δηλαδή του χρόνου της, λόγω της ποινικής δίωξης, αναστολής της πειθαρχικής παραγραφής. Επειδή το ένδικο πειθαρχικό αδίκημα της συγκεκριμένης συμβολαιογράφου αποτελεί ταυτόχρονα και ποινικό αδίκημα, μετά την παύση της, λόγω της ποινικής δίωξης, αναστολής της πειθαρχικής παραγραφής, που επήλθε στις 24-11-2015, άρχισε έκτοτε να διαδράμει τόσο ο υπόλοιπος χρόνος των 10 μηνών και 10 ημερών για τη συμπλήρωση της κατά το άρθρο 111 παρ.3 του ΠΚ πενταετούς παραγραφής λόγω του ποινικού αδικήματος, όσο και ο χρόνος της διετίας, που προβλέπεται στην παρ.2 του άρθρου 53 του Κώδικα Συμβολαιογράφων και σχετίζεται με την άσκηση της πειθαρχικής αγωγής, κατά τον οποίο επίσης επέρχεται αναστολή της πειθαρχικής παραγραφής.
Τα δύο ως άνω χρονικά διαστήματα, των 10 μηνών και 10 ημερών και της διετίας, υπολογιζόμενα σωρευτικά, δεν έχουν συμπληρωθεί μέχρι την παρούσα δικάσιμο (25-1-2018), αφού με εναρκτήριο, κατά τα ανωτέρω, χρόνο την 24-11-2015, το συνολικό χρονικό διάστημα των 2 ετών, 10 μηνών και 10 ημερών, συμπληρώνεται στις 4-10-2018 9 τα δύο έτη συμπληρώνονται στις 24-11-2015, οι επόμενοι 10 μήνες στις 24-9-2018 και οι υπόλοιπες 10 ημέρες στις 4-10-20018)".
Με βάση δε τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις πιο πάνω νομικές διατάξεις και απέρριψε την ένσταση παραγραφής της αναιρεσείουσας. Και τούτο γιατί στην προκειμένη περίπτωση ζήτημα παραγραφής του ενδίκου πειθαρχικού αδικήματος, που είναι συγχρόνως και ποινικό δεν τίθεται ενόψει α) της αναστολής αυτής από μ20-1-2012 (ημερομηνία άσκησης της ποινικής δίωξης) έως 24-11-2015 <9ημνερομηνλία αμετάκλητης καταδίκης της αναιρεσείουσας με την απόφαση 12394/2015 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης) και β) της άσκησης, στο μεταξύ χρονικό διάστημα, της ,ε αριθμό 7/2014 πειθαρχικής αγωγής, η οποία κοινοποιήθηκε στην αναιρεσείουσα στις 28-11-2014 (ΑΠ 1925/2015 στην ίδια υπόθεση).
Συνεπώς, οι περί του αντιθέτου σχετικοί αναιρετικοί λόγοι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, είναι αβάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί.
ΙΙΙ. Κατόπιν αυτών, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου, πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση και να καταδικάσει η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ. 1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-3-2018 αίτηση (αρ.πρ. 2740/2018 της Ο. Ξ. του Δ., Συμβολαιογράφων ......., για αναίρεση της απόφασης 107/2018 του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, (ως πειθαρχικών δικαστηρίων για συμβολαιογράφους).
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Ιουνίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Δεκεμβρίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ