Legislator Case Law & Legislation
2224/2009 AI generated

Supreme Court allows appeal against appellate court's failure to consider crucial documents regarding forest land ownership.

Case Number 2224/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeals filed by private parties and the State against the Nafplio Court of Appeal's decision. The appellants argued that the appellate court failed to properly evaluate critical documents proving the disputed land was public forest, which would have altered the case outcome. The Court found that the appellate court's failure to explicitly consider these documents and its reliance on conflicting expert reports constituted a procedural error warranting remittal. Consequently, the decision was annulled, and the case was sent back to a new panel of judges for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 580 para. 3 and 183 of the Code of Civil Procedure; An appellate court's failure to consider crucial documents that could alter the case outcome constitutes a ground for annulment, requiring remittal to a new panel for retrial.

Keywords

AI generated
appellate review failure to consider evidence forest land ownership remittal to new panel procedural error expert report evaluation civil procedure code

Cited Legislation

AI generated
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 183 and 176 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2224 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2224/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Απριλίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

A. Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1, κατοίκου ..., 2. Χ2, κατοίκου ..., 3. Χ3, κατοίκου ..., 4. Χ4, κατοίκου ..., 5. Χ5, κατοίκου ..., 6. Χ6, κατοίκου ..., 7. Χ7, κατοίκου ..., ως κηδεμόνας της Χ8, απάντων και απασών ως κληρονόμων του αρχικού δικαιοπαρόχου ΑΑ. Ο 7ος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρος και όλοι εκπροσωπήθηκαν με τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Βούλτση.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κουρκουνάκη και 2. Ελληνικού Δημοσίου, εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών που εδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Πολυχρόνη Καραστεργίου με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Β. Tου αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών που εδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Πολυχρόνη Καραστεργίου με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κουρκουνάκη, 2. Χ1, κατοίκου ..., 3. Χ2, κατοίκου ..., 4. Χ3, κατοίκου ..., 5. Χ4, κατοίκου ..., 6. Χ5, κατοίκου ..., 7. Χ6, κατοίκου ... και 8. Χ7, κατοίκου ..., ως κηδεμόνας της Χ8, απάντων και απασών ως κληρονόμων του αρχικού δικαιοπαρόχου ΑΑ. Ο 8ος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρος και όλοι (πλην του 1ου) εκπροσωπήθηκαν με τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Βούλτση.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-4-1991 αγωγή του πρώτου αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κορίνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 14/1992 πράξη, 309/1996 μη οριστική, 371/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου. Ακόμη ασκήθηκε η από 16-4-2003 αγωγή των Χ1, κλπ κατά του Ψ και εκδόθηκε η 121/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου. Κατά μεν της 371/2000 απόφασης ασκήθηκε η από 28-5-2001 έφεση του Ελληνικού Δημοσίου, ενώ κατά της 121/2004 απόφασης ασκήθηκε η από 10-2-2005 έφεση του Ψ. Οι εφέσεις αυτές συνεκδικάσθηκαν ενώ ασκήθηκε ενώπιον του Εφετείου Ναυπλίου και η υπ' αρ. κατ.365/18-6-2002 κυρία παρέμβαση των υπ' αριθμ. 2 έως και 8 των ήδη αναιρεσιβλήτων και εκδόθηκαν η 342/2003 μη οριστική, 220/2006 οριστική, αποφάσεις του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση των εφετειακών αποφάσεων ζητούν α) οι αναιρεσείοντες με την από 24-11-2006 αίτησή τoυς και β) το αναιρεσείον με την από 22-1-2007 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Μιτσιάλης ανέγνωσε τις από 17-3-2009 εκθέσεις του, με τις οποίες εισηγήθηκε την απόρριψη των κρινόμενων αιτήσεων αναίρεσης. Ο Ιωάννης Γεωργίου Βούλτσης ατομικά και ως πληρεξούσιος των υπολοίπων αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της από 24-11-2006 αίτησης αναίρεσής τους, οι δε πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων και στις δύο αιτήσεις, την απόρριψη τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία κατά το άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιον του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων. Στην προκείμενη περίπτωση, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο του παρόντος δικαστηρίου (1-4-2009) συζητήθηκαν οι εξής υποθέσεις: 1) Η από 24-11-2006 αίτηση των Χ1, κλπ και 2) η από 22-1-2007 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 220/2006 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου. Οι αιτήσεις αυτές πρέπει να συνεκδικαστούν, γιατί είναι συναφείς και έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η δίκη και επέρχεται μείωση των εξόδων.

Α) Επί της από 24-11-2006 αίτησης αναίρεσης της Χ1, κλπ:

Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1033, 1041, 1045 και 1051 ΑΚ σαφώς προκύπτει ότι η κυριότητα επί ακινήτου αποκτάται αφενός μεν κατά παράγωγο τρόπο με σύμβαση, η οποία καταρτίζεται για κάποια νόμιμη αιτία με συμβολαιογραφικό έγγραφο που μεταγράφεται νόμιμα, αφετέρου με πρωτότυπο τρόπο με τακτική και έκτακτη χρησικτησία.

Έτσι, για την κατ' ουσίαν παραδοχή διεκδικητικής αγωγής ακινήτου, αλλά και απλής αναγνωριστικής της κυριότητας αγωγής, που έχει ως βάση τον παράγωγο αυτόν τρόπο κτήσης της κυριότητας πρέπει το επίδικο ακίνητο να ταυτίζεται με εκείνο που περιγράφεται στον επικαλούμενο από τον ενάγοντα τίτλο. Επί τακτικής χρησικτησίας απαιτείται νόμιμος τίτλος, μεταγραφή τούτου και νομή με διάνοια κυρίου και καλή πίστη επί μία δεκαετία, ενώ επί εκτάκτου χρησικτησίας απαιτείται νομή με διάνοια κυρίου επί μία εικοσαετία συνεχώς.

Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 974 ΑΚ, που ορίζει ότι "όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας του, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου", συνάγεται ότι η νομή συγκροτείται από δύο στοιχεία, το σωματικό (corpus) και το πνευματικό (animus domini). Το μεν σωματικό εκδηλώνεται με τη φυσική εξουσίαση (κατοχή) του πράγματος κατά τρόπο που αποκλείει άλλον από αυτήν, το δε πνευματικό εξωτερικεύεται με τη μεταχείριση του πράγματος κατά τρόπο που προσιδιάζει σε κύριο αυτού.

Ειδικότερα υπάρχει φυσική εξουσίαση, όταν ασκούνται πάνω στο πράγμα υλικές και εμφανείς πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του, έτσι ώστε το πράγμα, κατά την αντίληψη των συναλλαγών, να θεωρείται ότι βρίσκεται κατά τρόπο σταθερό στη διάθεση του νομέα. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 984 ΑΚ η νομή προσβάλλεται είτε με διατάραξη είτε με αποβολή του νομέα εφόσον αυτές γίνονται παράνομα και χωρίς τη θέλησή του, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 989 ΑΚ ο νομέας που διαταράχθηκε παράνομα έχει δικαίωμα να αξιώσει την παύση της διατάραξης καθώς και την παράλειψη της στο μέλλον.

Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης δεν προκύπτουν, κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ουσιαστική διάταξη νόμου. Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος στο οποίο στηρίζεται το διατακτικό της απόφασης.

Ως ζητήματα δε που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, των οποίων η αιτιολόγηση κατά τρόπο αντιφατική ή ανεπαρκή, στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όπως είναι και τα αναγκαία κατά νόμο, περιστατικά προς στήριξη της αγωγής ή κάποιας ένστασης (Ολ ΑΠ 1/1999, Ολ ΑΠ 32/1996, ΑΠ 502/2007).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, το Εφετείο δέχθηκε, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, αναφορικά, με την κυριότητα της επίδικης έκτασης, τα ακόλουθα: Ο απώτερος δικαιοπάροχος του Ψ (ενάγοντος στην αναγνωριστική της κυριότητος αγωγή, εναγομένου στην περί νομής τοιαύτη και πρώτου των καθών η κυρία παρέμβαση) ΒΒ, που απεβίωσε το έτος 1907, από του έτους 1850 και από κληρονομιά του πατέρα του κατείχε, νεμόταν και κυρίευε έναν αγρό λογγώδη, μετά των επ' αυτών αγρίων και ήμερων ελαιοδένδρων, κείμενο στη θέση "..." ή "..." ή "..." ή "..." της κτηματικής περιφερείας του Δήμου ...

Το εν λόγω αγρό είχε, ενόσω ζούσε, παραχωρήσει ατύπως στους δύο γυιούς του ΓΓ και ΔΔ, και δη κατά το 1/2 ή 3/6 εξ αδιαιρέτου σε έκαστο. Ο εκ των συγκυρίων του αγρού ΓΓ απεβίωσε αδιάθετος στις 3-11-1947 και κληρονομήθηκε από τους εγγύτερους συγγενείς, ήτοι τη σύζυγό του ΕΕ και τα τέκνα του ΣΤ, ΖΖ και ΗΗ, ενώ στις 14-7-1955 απεβίωσε αδιάθετη η εκ των συγκληρονόμων ΕΕ και κληρονομήθηκε από τα προαναφερόμενα τέκνα της ΣΤ, ΖΖ και ΗΗ, οι οποίοι αποδέχτηκαν την κληρονομιά τόσο του πατέρα τους, όσο και της μητέρας τους, (βλ.

την με αριθμό ... πράξη ενώπιον του συμβολαιογράφου Κορίνθου Αθανασίου Ρομπόκου, που μετεγράφη στον τόμο ... και με αριθμό ... των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου τέως Δήμου ...). Στην εν λόγω πράξη το ακίνητο για το οποίο γίνεται λόγος φέρεται να έχει έκταση 50 περίπου στρεμμάτων συνολικά και να συνορεύει ανατολικά με ΘΘ, Δυτικά με βράχο και ΚΚ, βόρεια με ρεύμα και νότια με δρόμο ...-....

Στην περίληψη μεταγραφής της εν λόγω πράξεως αναφέρεται ότι "η έκταση λαμβάνεται περίπου ή όση είναι πλέον ή έλαττον και ότι εντός υπάρχουν ελαιόδενδρα, παντός είδους δένδρα ήμερα και άγρια μικράς και μεγάλης ηλικίας ...". Με τον τρόπο αυτό οι προαναφερόμενοι κατέστησαν συγκύριοι του εν λόγω αγρού κατά ποσοστό 1/6 εξ αδιαιρέτου έκαστος.

Οι εν λόγω συγκληρονόμοι από της κατά τα ως άνω επαγωγής των κληρονομιών εγκατεστάθησαν στο εν λόγω ακίνητο κατά το εξ' αδιαιρέτου ποσοστό που τους ανήκε και το νεμήθηκαν κατά τον προορισμό του διενεργώντας σ' αυτό κάθε πράξη νομής και κατοχής που προσιδίαζε στη φύση και τον προορισμό του με διάνοια κυρίου μέχρι τις 11-10-1973, με αποτέλεσμα να καταστούν συγκύριοι αυτού και πρωτοτύπως (έκτακτη χρησικτησία), προσμετρώντας και τον με τα αυτά προσόντα χρόνο νομής των δικαιοπαρόχων τους.

Ειδικότερα καλλιεργούσαν τα δυνάμενα να καλλιεργηθούν τμήματα αυτού με δημητριακά (σίτο και κριθή), συνέλεγαν τους καρπούς των υφιστάμενων ελαιοδένδρων κλπ. Με το υπ' αριθ. ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Κορίνθου Βασιλείου Σπηλιόπουλου, που μετεγράφη στις 15-10-1973 στον τόμο ... και στον αριθμό ... των αυτών ως άνω βιβλίων μεταγραφών, (σε συνδυασμό με την .../11-12-1973 πράξη εξοφλήσεως, που μετεγράφη στον τόμο ...

και με αριθμό ... των αυτών βιβλίων μεταγραφών), τα προαναφερόμενα αδέλφια ΣΤ, ΖΖ και ΗΗ, συγκύριοι του εν λόγω ακινήτου κατά ποσοστό 1/3 εξ' αδιαιρέτου έκαστος και ο συγκύριος του κατά το υπόλοιπο 3/6 εξαδιαιρέτου ΔΔ, το μετεβίβασαν λόγω πωλήσεως στους: α. Ψ (ενάγοντα - εφεσίβλητο - πρώτο των καθών η κυρία παρέμβαση), β.

ΛΛ, γ. ΜΜ και δ. ΝΝ, κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου σε έκαστο εξ' αυτών. Οι εν λόγω υπό στοιχεία β, γ και δ αγοραστές με τα εν συνεχεία μνημονευόμενα συμβολαιογραφικά έγγραφα και για την έναντι εκάστου αναγραφόμενη νόμιμη αιτία μετεβίβασαν το κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου ιδανικό μερίδιο που κατείχε έκαστος στον έτερο εξ' αδιαιρέτου συγκύριο, δηλαδή τον εκ των διαδίκων Ψ ενάγοντα στην πρώτη αγωγή, πρώτο των καθών η κύρια παρέμβαση και εναγόμενο στην δεύτερη αγωγή και συγκεκριμένα:

Η ΛΛ, λόγω δωρεάς με το υπ' αριθ. ... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Δήμητρας Διάμεση - Κουργουνάκη, που μετεγράφη την 1-7-1975 στον τόμο ... και με αριθμό ... των αυτών βιβλίων μεταγραφών, ο ΜΜ αιτία πωλήσεως με το υπ' αριθ. ... συμβόλαιο της ιδίας συμβολαιογράφου, που μετεγράφη την 1-7-1975 στον τόμο ... και με αριθμό ...

των αυτών βιβλίων μεταγραφών και η ΝΝ αιτία πωλήσεως με το υπ' αριθ. ... συμβόλαιο της ιδίας συμβολαιογράφου, που μετεγράφη στις 11-11-1975 στον τόμω ... και στον αριθμό ... των αυτών βιβλίων μεταγραφών. Τοιουτοτρόπως ο εκ των διαδίκων Ψ κατέστη αποκλειστικός κύριος του εν λόγω ακινήτου παραγώγως, εξ' αγοράς παρ' αληθών κυρίων, με συμβολαιογραφικά έγγραφα νομίμως μεταγραφέντα.

Ο εκ των διαδίκων Ψ, από της κατά τα ως άνω κτήσεως και των υπολοίπων ιδανικών μεριδίων εγκατεστάθηκε στο σύνολο του εν λόγω ακινήτου και έκτοτε το νεμήθηκε με διάνοια κυρίου κατά τον προορισμό του διενεργώντας σ' αυτό κάθε πράξη νομής και κατοχής που προσιδίαζε στη φύση και τον προορισμό του, ανεγείροντας μάλιστα σε τμήμα του διώροφη οικοδομή, χωρίς να αμφισβητηθούν τα δικαιώματά του, μέχρι και το έτος 1981, με αποτέλεσμα να καταστεί αποκλειστικός κύριος αυτού και πρωτοτύπως (έκτακτη χρησικτησία), προσμετρώντας και τον με τα αυτά προσόντα χρόνο νομής των δικαιοπαρόχων τους.

Κατά το έτος 1977 ο Δασάρχης ... εξέδωσε σε βάρος του το με αριθμό .../1977 πρωτόκολλο Διοικητικής Αποβολής, με το οποίο τον απέβαλε από τμήμα του εν λόγω αγρού του, κείμενο στο βορειοδυτικό μέρος του, επιφανείας 1430 τμ., το οποίο απεικονίζεται με τα στοιχεία ΙΙ στο τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού ..., που διορίστηκε ως πραγματογνώμων και συνοδεύει την αρχική έκθεση πραγματογνωμοσύνης.

Ο Ψ όμως προσέφυγε αμέσως στη δικαιοσύνη, όπου και δικαιώθηκε. Ειδικότερα με την 407/1977 απόφαση του Ειρηνοδικείου Κορίνθου έγινε δεκτή η ανακοπή του και ακυρώθηκε το πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής, με την αιτιολογία ότι το επίδικο είναι μέρος μεγαλύτερου ακινήτου του, ότι εξ απωτάτων χρόνων (από Τουρκοκρατίας), ήταν ελαιόκτημα με πολλά ελαιόδενδρα και εκαλλιεργείτο με δημητριακά από τους εγγύτερους και απώτερους δικαιοπαρόχους του.

Στη συνέχεια μετά από άσκηση τακτικής αγωγής αναγνωρίστηκε αμετάκλητα κύριος του εν λόγω εδαφικού τμήματος (βλ. την 227/1984 απόφαση του δικαστηρίου τούτου και την 1986/1986 απόφαση του Αρείου Πάγου). Κατά το έτος 1982 έγινε κτηματογράφηση στην περιοχή ..., για την οποία εξεδόθη ο με αριθμό ... κτηματολογικός χάρτης.

Στον συνταχθέντα προς τούτο σχετικό προσωρινό κτηματολογικό πίνακα περιελήφθη τμήμα του εν λόγω μείζονος ακινήτου του εκ των διαδίκων Ψ, φερόμενο ως δημόσια δασική έκταση, ανήκουσα στο εναγόμενο και ήδη εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο. Ειδικότερα εφέροντο ως δασική έκταση τα τεμάχια 124 και 140 με κωδικούς ...

και ... Ο εκ των διαδίκων Ψ, αποκλειστικός πλέον κύριος του παραπάνω ακινήτου, μη έχοντας κληθεί στις διαδικασίες συντάξεως του κτηματολογικού αυτού πίνακα, ευθύς ως το πληροφορήθηκε, αμέσως αντέδρασε με την άσκηση της υπό κρίση από 22-4-1991 αναγνωριστικής της κυριότητος αγωγής σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου.

Η επίδικη, κατά την αγωγή, έκταση συνορεύει ολόγυρα Ανατολικά με ιδιοκτησίες ΘΘ και κληρονόμων ΞΞ, Δυτικά με ιδιοκτησίες κληρονόμων ΠΠ, ΡΡ και ΣΣ και με ρέμμα, Βόρεια με ιδιοκτησία κληρονόμων ΠΠ και Νότια με αγροτική οδό ..., απεικονίζεται δε στο τοπογραφικό διάγραμμα που συνοδεύει την αρχική από 16-2-2000 έκθεση του διορισθέντος πραγματογνώμονος με τα στοιχεία Β-Γ-Δ-Ζ-Η-Θ-Ι-Κ-Λ-Μ-Ν- Ξ-Ο-Π-Ρ-Σ-Β.

Με τις προτάσεις που κατέθεσε το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο κατά τη δεύτερη συζήτηση της αγωγής στον πρώτο βαθμό συνομολόγησε ότι ανήκουν στον εκ των διαδίκων Ψ δύο εδαφικά τμήματα: α. επιφανείας 1430 τμ, που, όπως προεκτέθηκε, έχει επιδικασθεί αμετάκλητα σ' αυτόν με την προμνησθείσα δικαστική απόφαση (εδαφικό τμήμα υπό στοιχ ΙΙ του σχεδιαγράμματος του πραγματογνώμονος) και β.

επιφανείας 8.800 τμ (υπό στοιχείο Ι του αυτού σχεδιαγράμματος), δεδομένου ότι με το υπ' αριθ. 2424/31-5-1988 έγγραφο του Δασαρχείου ... αναγνωρίζει ότι είναι μη δασική έκταση. Έτσι η αντιδικία περιορίζεται ουσιαστικά στο εδαφικό τμήμα επιφανείας 9 περίπου στρεμμάτων που απεικονίζεται με τα στοιχεία ζ-ε-δ-γ-Β-ι-θ-Υ-ζ στο από Οκτωβρίου 2004 τοπογραφικό διάγραμμα του πραγματογνώμονος και το οποίο συνοδεύει την συμπληρωματική έκθεση αυτοψίας.

Το εν λόγω εδαφικό τμήμα διεκδικείται και από τους κυρίως παρεμβάντες στην αναγνωριστική της κυριότητος δίκη και ενάγοντες στην περί νομής τοιαύτη ως τμήμα μείζονος ιδιοκτησίας τους. Ειδικότερα οι τελευταίοι ευθύς ως πληροφορήθηκαν τη σύνταξη του κτηματολογικού πίνακα και ότι με τον κωδικό του αριθμό ...

φέρεται εδαφική έκταση 17.438 τμ που ανήκει σ' αυτούς ως δημόσιο δάσος, άσκησαν κατά του Ελληνικού Δημοσίου την από 22-9-1986 και με αριθμό καταθέσεως 157/1986 αγωγή, επί της οποίας εξεδόθη η υπ' αριθ. 365/1990 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, που κατέστη τελεσίδικη, καθόσον η κατ' αυτής έφεση του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου απερρίφθη με την υπ' αριθ. 189/1998 απόφαση του δικαστηρίου τούτου, με την οποία αναγνωρίστηκαν συγκύριοι, έκαστος κατά τα αναφερόμενα σ' αυτή εξ αδιαιρέτου ποσοστά: "δασικής εκτάσεως 17.438 τμ, που κείται στη θέση "..." της περιφερείας του Δήμου ..., συνορεύει νότια με τη δημόσια οδό ...

επί μήκους 178 μέτρων, βόρεια επί τεθλασμένης πλευράς μήκους 155μ + 44 μέτρων + 46.50 μέτρων με ιδιοκτησίες πρώην ΤΤ και ΥΥ, ανατολικά επί πλευράς 91,50 μέτρων με ιδιοκτησία πρώην ΦΦ και δυτικά επί πλευράς 102,50 50 μέτρων με ιδιοκτησία ΩΩ και εμφαίνεται στο από 27-1-1936 τοπογραφικό διάγραμμα του νομομηχανικού Αργολιδο-Κορινθίας ...

με στοιχεία αΒοΞα και στο από Οκτωβρίου 1978 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού ... με τα στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Α και αποτελεί τμήμα της υπ' αριθ. Κτηματολογικού χάρτη ... και κωδικού αριθμού ... εδαφικής εκτάσεως του προσωρινού κτηματολογικού πίνακα περιφερείας Δήμου ...". Η εν λόγω τελεσίδικη απόφαση δέχεται μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: 1.

Η έκταση αυτή περιήλθε κατά πλήρες δικαίωμα κυριότητος και σύμφωνα με τις διατάξεις του από 17/8-10-1923 ΝΔ/τος "περί παραχωρήσεως κυριότητος δασών ρητινευομένων υπό ιδιωτών" (σε συνδυασμό προς το νδ. 1/13-12-1923), στον απώτερο δικαιοπάροχό τους ΑΑ, το έτος 1924, δυνάμει του με αριθμό πρωτ. .../13-9-1924 παραχωρητηρίου του Ελληνικού Δημοσίου (Υπουργείου Γεωργίας), νομίμως μεταγραφέντος στον τόμο ...

και με αριθμό ... των βιβλίων μεταγραφών του Β' Υποθηκοφυλακείου Κορίνθου, παραχώρηση που τελούσε υπό τον όρο διατηρήσεως της μορφής του δάσους και συνεχίσεως της ρητινικής εκμεταλλεύσεως αυτού, (βλ. και τη διάταξη του άρθρου 64 §§ 3 και 4 του ν. 998/1979, 2. ότι η έκταση αυτή (που σημειωτέον στο παραχωρητήριο δεν προσδιορίζεται σε μέγεθος -τμ), είναι επικλινής με διάσπαρτα βράχια και δεν είναι δεκτική αγροτικής καλλιέργειας, ειμή μόνο ρητινοσυλλογής, η οποία όμως από του έτους 1944 κατέστη αδύνατη, λόγω του ότι κατά το έτος αυτό, όπως και αργότερα (το έτος 1986), πυρκαϊά που εκδηλώθηκε στην περιοχή κατέστρεψε τα πεύκα και την γένει δασική βλάστηση".

Ο διορισθείς από το δικαστήριο πραγματογνώμονας απάντησε σε όλα τα ερωτήματα που ετέθησαν τόσο πρωτοδίκως όσο και στην έκκλητη δίκη. Ειδικότερα με την αρχική πραγματογνωμοσύνη απεφάνθη ότι: η επίδικη έκταση ταυτίζεται με τους επικαλούμενους από τον Ψ τίτλους, ότι η όλη επίδικη έκταση περιέχεται στα ακίνητα ...

και ... του Δασικού κτηματολογικού πίνακα και ότι τα μεγάλα πεύκα ευρίσκονται στα με αριθμούς Ι και II ακίνητα του κτηματολογικού διαγράμματος, που δεν διεκδικεί το Δημόσιο. Στην συμπληρωματική πραγματογνωμοσύνη απεφάνθη ότι: α. τα αιωνόβια ελαιόδενδρα αποτυπώνονται κυρίως στο διεκδικούμενο ακίνητο των 9608 τμ.

β. Ένα τμήμα εκτάσεως 9 στρεμμάτων περίπου περιλαμβάνεται στην απόφαση 365/1990. Ωστόσο επισημαίνει ότι στα τοπογραφικά που επικαλούνται οι παρεμβαίνοντες αναφέρεται ως συνορίτης ανατολικά επί της μήκους 33 μέτρων πλευράς Βγ του από Οκτωβρίου 2004 τοπογραφικού του διαγράμματος, πρώην ΦΦ και ήδη αδελφοί ΑΑΑ, ΒΒΒ και ΓΓΓ, κάτι που όμως δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, αφού οι εν λόγω ιδιοκτησίες απέχουν από την πλευρά αυτή (Βγ) 300 μ.

Δικαιολογεί δε το γεγονός ότι στην προγενέστερη από 10-5-1990 έκθεση πραγματογνωμο-σύνης, που συνέταξε ως διορισθείς πραγματογνώμων με την υπ' αριθ. 322/1989 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, εκδοθείσα με αφορμή την προμνησθείσα αγωγή των ήδη παρεμβαινόντων κατά του Ελληνικού Δημοσίου, είχε αλλιώς αποφανθεί για την θέση της διεκδικουμένης από τους παρεμβαίνοντες εκτάσεως, στο ότι κατά την διενέργεια της αυτοψίας εκείνης, του υπεδείχθη ανατολικώτερο σύνορο της ιδιοκτησίας ΑΑ, δεν του είχαν υποδειχθεί οι ιδιοκτησίες ΑΑΑ, ΒΒΒ, ΓΓ (πρώην ΦΦ), και στο ότι στο από Οκτωβρίου 1978 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού ...δεν αναφερόταν βόρεια συνορίτες ΤΤ και ΥΥ, αλλά άγνωστος ενώ στο από έτους 1936 τοπογραφικό διάγραμμα του νομομηχανικού ..., που του υπεδείχθησαν, αναφερόταν ανατολικά ιδιοκτήτης ...

Δηλαδή αποφαίνεται ότι υπάρχει ασυμβατότητα ως προς την περιγραφή της έκτασης που παραχωρήθηκε στον δικαιοπάροχο των παρεμβαινόντων ΑΑ με το .../13-9-1924 παραχωρητήριο του Ελληνικού Δημοσίου και του παραπάνω τοπογραφικού διαγράμματος του νομομηχανικού ..., δεδομένου ότι διαπίστωσε πως "οι ελιές ΤΤ και ΥΥ" ευρίσκονται ανατολικότερα της θέσεως της επιδίκου εκτάσεως των 9 περίπου στρεμμάτων κατά 250 μέτρα περίπου.

Τέλος αποφαίνεται ότι η ιδιοκτησία ΑΑ (απώτερου δικαιοπαρόχου των παρεμβαινόντων) άρχιζε δυτικά του μεγάλου και όχι του μικρού ρέματος, που του υπεδείχθη όταν διενήργησε την αυτοψία εκείνη. Δηλαδή ισχυρίζεται ότι στην αυτοψία εκείνη του έτους 1990 δεν του υπεδείχθησαν τα ακριβή όρια των ιδιοκτησιών. Στη συνέχεια το Εφετείο δέχθηκε ότι αυτό οδηγείται στην κρίση ότι η επίδικη έκταση πράγματι αποτελεί τμήμα του παραπάνω ακινήτου, του εκ των διαδίκων Ψ (ενάγοντος στην αναγνωριστική της κυριότητος αγωγή, καθού η κυρία παρέμβαση και εναγομένου στην περί νομής αγωγή), και όχι δημόσια δασική έκταση ή τμήμα της ιδιοκτησίας των παρεμβάντων.

Την κρίση του αυτή στηρίζει κυρίως στα ακόλουθα στοιχεία: 1. Η έκταση που παραχωρήθηκε στον απώτερο δικαιοπάροχο των παρεμβάντων ΑΑ με το προαναφερόμενο παραχωρητήριο και περιήλθε ακολούθως σ' αυτούς ήταν αμιγώς δασική, δηλαδή πευκοδάσος προς ρητινοσυλλογή (βλ. την με αριθμό 524/2002 απόφαση του Ειρηνοδικείου Κορίνθου όπου το εν λόγω παραχωρηθέν δασικό εδαφοτεμάχιο, μετά την επιτόπια μετάβαση του Ειρηνοδίκου περιγράφεται ως ακολούθως: "τόπος βραχώδης και πετρώδης, λίαν επικλινής, με μεγάλο και απότομο πρανές, σχεδόν κοφτό, με κλίση άνω του 40% ...

καλύπτεται σε όλη την έκταση του με άγρια δασική βλάστηση από πουρνάρια και σχοινάρια, αείφυλλα-πλατύφυλλα με πυκνότητα 80% συμπληρούμενος με πετρώδεις εξάρσεις. Η επιφάνειά του δεν είναι επίπεδη, αλλά διαμορφούται ανωμάλως με κοιλώματα και πτυχώσεις ... Από την όλη εδαφολογική και μορφολογική του κατάσταση τεκμαίρεται ότι ουδέποτε στο παρελθόν έχει καλλιεργηθεί ούτε είναι δυνατόν να υποστεί καλλιέργεια με τα υφιστάμενα καλλιεργητικά μέσα ...

Ουδέποτε υπήρξαν μέσα σε αυτό φυτεμένα ή κεντρωμένα ήμερα καρποφόρα δένδρα, ούτε ελιές, ούτε καμμία άλλη επέμβαση υπό μορφή διακατοχικής πράξης είχε ενεργηθεί ποτέ από κανέναν, στον διαδραμόντα χρόνο μέχρι και το έτος 1944, που κατακάηκε το επ' αυτού πευκοδάσος και έκτοτε διήλθε τον διαδραμόντα χρόνο της εξηκονταετίας χωρίς καμμία απολύτως φανερή επέμβαση ανθρώπου με πρόθεση εξουσιάσεως ...".

Αντίθετα η επίδικη έκταση και ειδικά αυτή που βασικά αμφισβητείται και απεικονίζεται στο από μηνός Οκτωβρίου 2004 τοπογραφικό διάγραμμα του πραγματογνώμονος με τα στοιχεία ζ-ε-δ-γ-Β-ι-θ-Υ-ζ- έχει τον χαρακτήρα αγροτικής εκτάσεως, εκαλλιεργείτο από τους δικαιοπαρόχους του Ψ και εφ' όλης της επιφανείας της αποτυπώνονται στο από μηνός Οκτωβρίου γραμμικό διάγραμμα του διορισθέντος πραγματογνώμονος πλήθος κορμών αιωνόβιων ελαιοδένδρων, που εκάησαν κατά τις προηγηθείσες πυρκαϊές και παρουσιάζουν στοιχεία αναβλάστησης. (βλ.

την συμπληρωματική έκθεση πραγματογνωμοσύνης). 2. Ως νότιο όριο της ιδιοκτησίας τους οι παρεμβαίνοντες αναφέρουν την δημόσια οδό ..., ενώ η οδός ... που αποτελεί το νότιο όριο του επιδίκου δεν αναφέρεται ούτε ως νότιο όριο του ακινήτου τους ούτε ως τέμνουσα αυτό. 3 Ως δυτικό όριο της ιδιοκτησίας των παρεμβαινόντων φέρεται ιδιοκτησία ΩΩ, ενώ από τους μάρτυρες και την έκθεση πραγματογνωμοσύνης προκύπτει ότι το επίδικο συνορεύει δυτικά με ιδιοκτησίες ΠΠ και ΡΡ. 4.

Από το προσκομιζόμενο απόσπασμα του δασικού κτηματολογίου προκύπτει ότι η δασική έκταση με αριθμό ..., στην οποία οι παρεμβαίνοντες υποστηρίζουν ότι περιελήφθη το ακίνητό τους, ευρίσκεται βορειοανατολικά και σχετικά μακράν του όλου ακινήτου του Ψ και πάντως δεν εφάπτεται της αγροτικής οδού ... 5. Όλοι οι τίτλοι ιδιοκτησίας του ενάγοντος αναφέρουν ως νότιο όριο την αγροτική τότε οδό ... 6.

Στην μετά του Δασαρχείου ... αλληλογραφία του για τον αποχαρακτηρισμό της ιδιοκτησίας του ο Ψ περιλαμβάνει και το επίδικο, ενώ το Δασαρχείο απλώς το αναφέρει ως έκταση με χαρακτήρα δάσους, (βλ. τα με αριθμούς πρωτ. .../25-10-1976 και .../31-5-1988 έγγραφα του Δασαρχείου ...). Και 7. Σύμφωνα με την .../1983 έκθεση αυτοψίας που διενήργησε το δικαστήριο τούτο και η οποία προηγήθηκε της εκδόσεως της προαναφερθείσης 227/1984 αποφάσεως του, "το επίδικο (δηλαδή η έκταση των 1430 τμ που απεικονίζεται με το στοιχείο II στο τοπογραφικό διάγραμμα της αρχικής πραγματογνωμοσύνης) εκτείνεται δυτικώς ακινήτου ανήκοντος εις τον εκκαλούντα Ψ, εντός του οποίου και κατά το ανατολικό μέρος έχει ανεγείρει σκελετό εξ οπλισμένου σκυροδέματος κτιρίου δύο ορόφων.

Η επί της εκτάσεως ταύτης της εκτεινομένης ανατολικώς του επιδίκου κυριότης του εκκαλούντος Ψ δεν αμφισβητείται υπό του Ελληνικού Δημοσίου, ως εδήλωσε ο παριστάμενος υπάλληλος του Δασαρχείου, ..., τεχνολόγος δασοπονίας, ... Επίσης πέριξ του επιδίκου και ιδία προς την βορείαν πλευράν αυτού υπάρχουν μεγάλα ελαιόδενδρα ήμερα εντός εκτάσεως επί της οποίας η κυριότης του εκκαλούντος αμφισβητείται υπό του Ελληνικού Δημοσίου, πλην αύτη δεν είναι επίδικος....Κατά την αυτοψίαν υπεδείχθη εις το δικαστήριον υπό του παρισταμένου ως άνω δικαστικού υπαλλήλου χάρτης της περιοχής, σχηματισθείς επί τη βάσει αεροφωτογραφιών της περιοχής και εις τον οποίον ανεφέρετο ελαιών εξ 9 περίπου στρεμμάτων.

Εις τον ελαιώνα τούτον ενέπιπτε κατά την άποψιν του δασικού υπαλλήλου το ανατολικώς του επιδίκου κείμενο ακίνητο του εκκαλούντος (Ψ) ..."... Η εν λόγω 227/1984 εφετειακή απόφαση αποφαίνεται επίσης ότι "το επίδικο ομού μετά της προς βορράν και ανατολάς αυτού εκτάσεως αποτελεί ελαιώνα, ο οποίος κατεστράφη μερικώς συνεπεία πυρκαϊάς εκραγείσης κατά την κατοχήν και δη κατά τα έτη 1942 - 1943...

το ότι εις το σημείο εκείνο υπήρχε ελαιών καταφαίνεται εκ των υπαρχόντων μεγάλων ελαιοδένδρων ηλικίας 100 και πλέον ετών, εντός της συνεχόμενης βόρειας του επιδίκου εκτάσεως ως και των υπαρχόντων ανατολικώς και συνεχομένως του επιδίκου ελαιοδένδρων μικρότερης ηλικίας. Τούτο, ότι δηλαδή υπήρξε τμήμα ελαιώνος επίσης ενισχύεται και εκ του γεγονότος ότι από αεροφωτογραφίας τους έτους 1945 προκύπτει ότι εις το σημείο του επιδίκου υπήρχε ελαιών 9 περίπου στρεμμάτων ...

Συνεπώς δεν αποδεικνύεται ότι το επίδικο τμήμα απετέλει δάσος ή δασική έκταση κατά το έτος 1836, ούτε επίσης ότι διακατείχετο μέχρι της απελευθερώσεως του Έθνους υπό Οθωμανών ... Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι το επίδικο αποτελεί τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου, το οποίο εμπίπτει εις τους τίτλους του ενάγοντος... Πάντες οι εγγύτεροι και απώτεροι δικαιοπάροχοι του ενάγοντος κατείχαν και ενέμοντο το επίδικο τμήμα σπείροντες αυτό δια δημητριακών, παλαιότερον δε προ του έτους 1942, προ δηλαδή της εκραγείσης πυρκαϊάς εκαλλιέργουν και συνέλεγον τον καρηόν των εις αυτό ελαιοδένδρων.

Συνεπώς ο ενάγων απόκτησαν το επίδικον παρ' αληθών κυρίων κατέστη κύριος αυτού ...". Περαιτέρω το Εφετείο δέχθηκε ότι από τα περιστατικά που προεκτέθηκαν με σαφήνεια προκύπτουν τα ακόλουθα: α. .Η επίδικη έκταση αποτελεί ιδιοκτησία του εκ των διαδίκων Ψ, της οποίας ο απώτερος δικαιοπάροχός του ΒΒ είχε καταστεί αποκλειστικός κύριος με έκτακτη χρησικτησία συμπληρωθείσα προ του έτους 1915 και την οποία ο ίδιος (Ψ) στη συνέχεια απέκτησε κατά τον προαναφερόμενο τρόπο.

Την όλη ιδιοκτησία, επομένως και την επίδικη τη νέμεται και κατέχει συνεχώς με διάνοια αποκλειστικού κυρίου, από του έτους 1973 κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου και από του έτους 1975 και εφεξής κατά τα υπόλοιπα 3/4 εξ αδιαιρέτου, το μεν εξ αγοράς, το δε λόγω μεταβιβάσεως παρ' αληθών κυρίων με συμβολαιογραφικά έγγραφα νομίμως μεταγραμμένα, με αποτέλεσμα να καταστεί αποκλειστικός κύριος, τόσο πρωτοτύπως με χρησηκτησία, όσο και παραγώγως.

β. Η επίδικη έκταση δεν αποτελεί τμήμα της προπεριγραφείσης ιδιοκτησίας των παρεμβαινόντων και εναγόντων στην περί νομής αγωγή, ούτε διετέλεσε ποτέ και κυρίως κατά την άσκηση της από 16-4-2003 και με αριθμό καταθέσεως 141/ΤΜ 141/23-4-2003 αγωγής τους υπό την διανοία κυρίου νομή και κατοχή τους, όπως αβάσιμα υποστήριξαν με την κύρια παρέμβασή τους και την περί νομής αγωγή τους.

γ. Δεν απεδείχθη ότι η επίδικη έκταση: 1. περιήλθε στο εκ των διαδίκων Ελληνικό Δημόσιο κυριαρχικώ δικαιώματι πολέμου, με την ιδιότητα του διαδόχου του Τουρκικού Κράτους, σε εφαρμογή της συναφθείσης στις 9-7-1832 Συνθήκης της Κων/λεως και των από 4-16 Ιουνίου και 1-6/1-7-1830 πρωτοκόλλων του Λονδίνου, 2. αποτελούσε δασική έκταση υπό την έννοια των άρθρων 24 του Συντάγματος 1 και 2 του ΝΔ 86/1969 "περί δασικού κώδικος" και 3 §§ 1 και 2 του ν. 998/1979 "περί προστασίας των δασών ...", δηλαδή έκταση καλυπτόμενη ολικώς ή μερικώς από αραιή ή πενιχρή, υψηλή ή θαμνώδη βλάστηση οποιασδήποτε διαστάσεως και ηλικίας, δυναμένη να προσφέρει προϊόντα από τα ανωτέρω φυτά, αλλά και να συμβάλλει στην διατήρηση της φυσικής και βιολογικής ισορροπίας καθώς και στην εξυπηρέτηση της υγιεινής διαβιώσεως του ανθρώπου μέσα στο φυσικό του περιβάλλον, ούτε ότι, όντας κατά το έτος 1836 ιδιωτικό δάσος, λόγω μη προσκομιδής εκ μέρους των δικαιοπαρόχων του Ψ εντός έτους από της δημοσιεύσεως του από 17-11-1836 ΒΔ "περί ιδιωτικών δασών" στον επί των Οικονομικών Γραμματέα των νομίμων ιδιοκτησιακών τίτλων απέκτησε τον χαρακτήρα δημόσιου δάσους, ούτε τέλος ότι ούσα αδέσποτη περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο κατ' άρθρο 972 ΑΚ.

Τέλος το Εφετείο δέχθηκε ότι δεν απεδείχθη ότι το Ελληνικό Δημόσιο νεμόταν την έκταση αυτή με διάνοια κυρίου από της απελευθερώσεως του Ελληνικού Κράτους από τους Τούρκους και εφεξής, όπως τούτο αβάσιμα υποστήριξε".

Ακολούθως το Εφετείο, με βάση τις πιο πάνω παραδοχές, απέρριψε την από 8-8-2003 κυρία παρέμβαση των αναιρεσειόντων, με την οποία ζητούσαν την εξαφάνιση της εκκαλούμενης (371/2000) απόφασης με την οποία ο πρώτος αναιρεσίβλητος αναγνωρίστηκε κύριος και του τμήματος (9.608 τμ) από την όλη επίδικη έκταση επί του οποίου αυτοί ζητούσαν την αναγνώριση της συγκυριότητας τους, ως προς μεν τον πρώτο αναιρεσίβλητο ως ουσιαστικά αβάσιμη, ως προς δε το δεύτερο αναιρεσίβλητο (Δημόσιο) ως απαράδεκτη.

Επίσης το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του δευτέρου αναιρεσιβλήτου κατά της 371/2000 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, με την οποία έγινε δεκτή η από 22-4-1991 αγωγή του πρώτου κατά του δευτέρου αναιρεσιβλήτου και αναγνωρίστηκε ο πρώτος αναιρεσίβλητος κύριος (ολόκληρης) της επίδικης έκτασης.

Τέλος το Εφετείο, με βάση τις ίδιες παραδοχές, έκανε δεκτή κατ' ουσίαν την έφεση του πρώτου αναιρεσιβλήτου κατά της 121/2004 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου και αφού εξαφάνισε την απόφαση αυτή, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την από 16-4-2003 αγωγή περί νομής των αναιρεσειόντων κατά του πρώτου αναιρεσίβλητου.

Με βάση όμως αυτά που δέχθηκε το Εφετείο περιέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες αναφορικά με ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έτσι, δεν υπάρχει απόλυτα σαφής περιγραφή της επίδικης έκτασης που είναι αντικείμενο της από 22-4-1991 αγωγής, εκείνης που είναι αντικείμενο της κυρίας παρέμβασης και εκείνης της οποίας αναγνωρίστηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση κύριος ο πρώτος αναιρεσίβλητος.

Ειδικότερα το Εφετείο περιέλαβε στην απόφαση του ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες σε σχέση με την ακριβή θέση του επιδίκου ακινήτου και συγκεκριμένα με το αν τούτο αποτελεί τμήμα του ακινήτου, του οποίου οι αναιρεσείοντες (παρεμβαίνοντες) αναγνωρίστηκαν συγκύριοι με την 189/1998 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου.

Πιο συγκεκριμένα, ενώ η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι τμήμα του μείζονος (εκ 50 στρεμμάτων) ακινήτου που κατείχε και νεμόταν ο απώτερος δικαιοπάροχος του πρώτου αναιρεσιβλήτου (Ψ) ΒΒ περιελήφθη στον συνταγέντα προσωρινό κτηματολογικό πίνακα ως δημόσια δασική έκταση με κωδικούς ... και ... ανήκουσα στο Δημόσιο, αναφερόμενη (η προσβαλλόμενη απόφαση) δε στην αρχική πραγματογνωμοσύνη δέχεται (γεγονότα που αποτελούν παραδοχές της απόφασης) ότι ο διορισθείς πραγματογνώμων απεφάνθη ότι όλη η επίδικη έκταση περιέχεται στα ακίνητα ...

και ... του Δασικού κτηματολογικού πίνακα (ως δημόσια δασική έκσταση) και ότι στην προγενέστερη από 10-5-1990 έκθεση πραγματογνωμοσύνης, που συνέταξε ο διορισθείς πραγματογνώμων με την 322/1989 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, εκδοθείσα με αφορμή αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων κατά του Ελληνικού Δημοσίου είχε αλλιώς αποφανθεί για τη θέση της διεκδικούμενης από τους αναιρεσείοντες εκτάσεως, στη συνέχεια η προσβαλλόμενη απόφαση με ανεπαρκείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες δέχεται ότι από το προσκομιζόμενο απόσπασμα του δασικού κτηματολογίου προκύπτει ότι η δασική έκταση με αριθμό ...

στην οποία οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι περιελήφθη το ακίνητο τους, ευρίσκεται βορειοανατολικά και σχετικά μακράν του όλου ακινήτου του πρώτου αναιρεσιβλήτου (Ψ), καταλήγουσα τελικά στο συμπέρασμα (αποδεικτικό πόρισμα) ότι η επίδικη έκταση αποτελεί τμήμα του ακινήτου του πρώτου αναιρεσιβλήτου (Ψ) και όχι δημόσια δασική έκταση ή τμήμα της ιδιοκτησίας των αναιρεσειόντων.

Εξάλλου η ασάφεια αναφορικά με τη θέση και την έκταση της διεκδικούμενης από τους αναιρεσείοντες και τον πρώτο αναιρεσίβλητο έκτασης επιτείνεται και από το γεγονός που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ότι η διεκδικούμενη από τον πρώτο αναιρεσίβλητο έκταση έχει εμβαδόν 25 στρέμματα περίπου, παρόλο που, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης (από 22-4-1991) αγωγής του, ο τελευταίος ζητούσε να αναγνωριστεί η κυριότητα του σε έκταση 20 περίπου στρεμμάτων, ενώ και το Πολυμελές Πρωτοδικείο Κορίνθου, με την 371/2000 απόφασή του, η έφεση κατά της οποίας του Ελληνικού Δημοσίου απορρίφθηκε με την ήδη αναιρεσιβαλ-λόμενη απόφαση, αναγνώρισε τον πρώτο αναιρεσίβλητο ως κύριο έκτασης 25 στρεμμάτων, το Εφετείο δε, επίσης ασαφώς και αντιφατικώς προς τα ανωτέρω, δέχθηκε ότι "η αντιδικία περιορίζεται ουσιαστικά στο εδαφικό τμήμα επιφανείας 9 περίπου στρεμμάτων που απεικονίζεται" με τα αναφερόμενα στοιχεία στο από Οκτωβρίου 2004 τοπογραφικό διάγραμμα του πραγματογνώμονα και το οποίο διεκδικείται από τους ήδη αναιρεσείοντες.

Επίσης καίτοι το Εφετείο δέχεται ότι επί της από 22-9-1986 με αρ. κατ. 157/1986 αγωγής των ήδη αναιρεσειόντων κατά του Ελληνικού Δημοσίου, οι αναιρεσείο-ντες, με την 365/1990 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, η οποία έγινε τελεσίδικη με την 189/1998 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου, αναγνωρίστηκαν συγκύριοι εδαφικής έκτασης 17.438 τ.μ., η οποία εφέρετο ως δημόσιο δάσος με τον κωδικό του κτηματολογικού πίνακα αρ. ..., η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες αναφορικά με το ζήτημα της ακριβούς τοποθεσίας και των ορίων της εδαφικής εκείνης έκτασης, προκειμένου να καταλήξει στο συμπέρασμα (αποδεικτικό πόρισμα), στο οποίο κατέληξε, ότι δηλαδή η επίδικη έκταση δεν αποτελεί τμήμα της εδαφικής αυτής έκτασης, ιδιοκτησίας των αναιρεσειόντων.

Και ναι μεν το Εφετείο δέχτηκε κτήση της κυριότητας από τον πρώτο αναιρεσίβλητο και τους δικαιοπαρόχους του και με έκτακτη χρησικτησία, πλην όμως κατέληξε στο πόρισμά του αυτό σε σχέση με τα ακίνητα που περιγράφονται στους επικαλούμενους τίτλους του. Έτσι όμως που έκρινε το Εφετείο, για τα πιο πάνω ζητήματα, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάση εξαιτίας των παραπάνω αντιφατικών και ανεπαρκών αιτιολογιών, που καθιστούν αδύνατο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 974, 984, 989, 1000, 1033, 1041, 1045 και 1051 ΑΚ.

Επομένως, οι από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, δωδέκατος, δέκατος τέταρτος και δέκατος (κατ' ορθή εκτίμηση του) λόγοι αναίρεσης είναι βάσιμοι.

B) Επί της από 22-1-2007 αίτησης αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου:

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας συγκεκριμένο μέσο απόδειξης (ΑΠ 1911/2006).

Μάλιστα όταν ο διάδικος, που προσκομίζει περισσότερα έγγραφα για την απόδειξη διάφορων ισχυρισμών επικαλείται ειδικά ορισμένο απ' αυτά είτε για άμεση είτε για έμμεση απόδειξη ενός συγκεκριμένου ουσιώδους ισχυρισμού του και το δικαστήριο απορρίπτει αυτόν ως αναπόδεικτο, έχει υποχρέωση αυτό να βεβαιώσει ότι στην κρίση του αυτή οδηγήθηκε, αν και εκτίμησε το έγγραφο αυτό, το οποίο και να μνημονεύει και δεν αρκεί η γενική και αόριστη βεβαίωση ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα.

Με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης, κατά το πρώτο (Α) τμήμα του, από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' Κ.Πολ.Δ., το αναιρεσείον προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα πιο κάτω έγγραφα, τα οποία ενώπιον αυτού είχε επικαλεστεί και προσκομίσει, ήτοι 1) την από 11-10-2005 τεχνική έκθεση του τεχνικού του Συμβούλου ...

και τον συνημμένο από 11-10-2005 χάρτη της Γ.Υ.Σ., β) την από 10-5-1990 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Πολιτικού Μηχανικού ..., γ) την 187/2001 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Πελοποννήσου και δ) το από 27-5-2002 πρωτόκολλο μήνυσης του δασοφύλακα ... και ότι αν λάμβανε αυτά υπόψη θα έκρινε ότι η έκταση των 16867 τμ. περισσότερο από το μισό της είναι δασική έκταση, αποτελούσα ανέκαθεν δημόσιο πευκοδάσος, που ρητινευόταν από άλλους και ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος και οι δικαιοπάροχοι του ουδέποτε υπήρξαν νομείς αυτού.

Όμως, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της ίδιας της προσβαλλόμενης απόφασης, γεννώνται αμφιβολίες αν το Εφετείο προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι δηλαδή και η αμέσως παραπάνω έκταση ανήκει στον πρώτο αναιρεσίβλητο, έλαβε υπόψη του τα έγγραφα που αναφέρονται παραπάνω, τα οποία, εφόσον έχουν το περιεχόμενο που εκτίθεται στην αίτηση αναίρεσης, ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Μάλιστα οι αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση (από το Εφετείο) των παραπάνω κρίσιμων - οπωσδήποτε - εγγράφων δημιουργούνται όχι μόνο από την παράλειψη χωριστής μνείας και ειδικής αξιολόγησής τους (με εξαίρεση την από 10-5-1990 έκθεση πραγματογνωμοσύνης), όπως έπραξε το Εφετείο για άλλα αποδεικτικά μέσα, αλλά και από το υπόλοιπο περιεχόμενο και τις σχετικές παραδοχές του Εφετείου σε σχέση με την εκτίμηση των εκθέσεων πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο πραγματογνώμονα αναφορικά με τη θέση και το χαρακτήρα (ως δασικής ή αγροτικής) των διεκδικουμένων από τους διαδίκους εκτάσεων.

Ειδικότερα, το Εφετείο ουδόλως αντικρούει κατά οποιονδήποτε τρόπο την πιο πάνω από 11-10-2005 τεχνική έκθεση και το συνημμένο σ' αυτήν χάρτη της Γ.Υ.Σ., η οποία κλονίζει την αποδεικτική δύναμη των προσκομισθέντων από τους αναιρεσίβλητους αποδεικτικών στοιχείων, τα οποία τούτο εξετίμησε για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα.

Κατ' ακολουθίαν πρέπει να γίνουν δεκτές και κατ' ουσίαν οι υπό κρίση αναιρέσεις, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη (220/2006) απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Τέλος πρέπει να καταδικαστεί ο πρώτος αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων σύμφωνα με τα σχετικά αιτήματα των τελευταίων (άρθρα 183 και 176 ΚΠολΔ), ξεχωριστά για την κάθε αίτηση αναίρεσης, όπως στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει 1) την από 24-11-2006 αίτηση των Χ1 και λοιπών και 2) την από 22-1-2007 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 220/2006 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου.

Αναιρεί την 220/2006 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου, ως προς όλες τις διατάξεις της.

Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

Καταδικάζει, σε σχέση με την από 24-11-2006 αίτηση αναίρεσης, τον πρώτο αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.

Καταδικάζει σε σχέση με την από 22-1-2007 αίτηση αναίρεσης, τον πρώτο αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει μειωμένα στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Δεκεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ