Legislator Case Law & Legislation
2223/2007 AI generated

2223/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2223/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Απριλίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Της καλούσας - αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής και αντασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΥΔΡΟΓΕΙΟΣ", που εδρεύει στην Καλλιθέα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λουκά Τσούτσο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Legislator headnote

AI generated

2223/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Οι αναιρεσίβλητοι (ενάγοντες), σε απόκρουση της ένστασης παραγραφής, προέτειναν την από το άρθρο 255 § 1 Α.Κ. προβλεπόμενη αντένσταση αναστολής της παραγραφής για επικαλούμενους απ' αυτούς λόγους ανώτερης βίας, που τους εμπόδισαν να ασκήσουν την αξίωσή τους μέσα στο τελευταίο εξάμηνο του χρόνου της παραγραφής.

Keywords

AI generated
fraudulent insurance claim suspension of insurance cover insurance of third party insurance qualification requirement statutory accident insurance right to higher insurance cover
AI generated
1535/2007
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Μαϊου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31 Οκτωβρίου 2002 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3085/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2791/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12 Μαϊου 2006 αίτησή της.
1688/2022
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Βάρκα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου), Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αθανάσιο Τσουλό, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
2332/2009
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31/5/2002 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 26068/2003 και 6324/2005 μη οριστικές, η 15766/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και η 26/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22/9/2008 αίτησή της.
1435/2015
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Μαρία Χυτήρογλου και Σοφία Ντάντου, Αρεοπαγίτες.
1063/2007
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 18-7-1998, 13-4-1999, 20-7-1998 και 4-11-1998 αγωγές, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3578/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4112/2002 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22 Απριλίου 2005 αίτησή της.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2223 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 2223/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αχιλλέα Νταφούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου), Πλαστήρα Αναστασάκη, Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Γεώργιο Πετράκη και Ανδρέα Τσόλια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Απριλίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Της καλούσας - αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής και αντασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΥΔΡΟΓΕΙΟΣ", που εδρεύει στην Καλλιθέα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λουκά Τσούτσο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. ψ1, 2. ψ2, 3. ψ3 , 4. ψ4, 5. ψ5, 6. ψ6 και 7. ψ7 . Οι υπό στοιχεία 1, 2, 5, 6 και 7 εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Χρυσικόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. και οι υπό στοιχεία 3 και 4 εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Μυταλούδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24 Οκτωβρίου 2002 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4614/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6889/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 7 Οκτωβρίου 2005 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 1876/2006 απόφαση, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτησή της. Η υπόθεση εισάγεται εκ νέου για συζήτηση με την από 12 Δεκεμβρίου 2006 κλήση της αναιρεσείουσας και τους από 5 Μαρτίου 2007 πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Τσόλιας, ανέγνωσε την από 1 Νοεμβρίου 2006 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου, Αρεοπαγίτου Ελένης Μαραμαθά και την από 18 Απριλίου 2007 έκθεση επί των προσθέτων λόγων του Αρεοπαγίτη Παναγιώτη Παρτσιλίβα, με τις οποίες εισηγήθηκαν, αντίστοιχα, την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων. Ο πληρεξούσιος των 3ης και 4ης εκ των αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και των πρόσθετων λόγων και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

ΕΠΕΙΔΗ, το άρθρο 10 του Ν. 489/1976 ορίζει, στη μεν παράγραφο 1 ότι "το πρόσωπο που ζημιώθηκε έχει από την ασφαλιστική σύμβαση και μέχρι το ποσό αυτής ιδία αξίωση κατά του ασφαλιστή", στη δε παράγραφο 2 ότι "η αξίωση αυτή παραγράφεται μετά πάροδο δύο ετών από την ημέρα του ατυχήματος, επιφυλασσομένων των κειμένων διατάξεων για την αναστολή και διακοπή της παραγραφής".

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι η διετής παραγραφή αρχίζει, ενόψει και του άρθρου 241 Α.Κ., από την επόμενη ημέρα του ατυχήματος. Μέσα στη διετία πρέπει να ολοκληρωθεί η άσκηση της αγωγής (άρθρο 215 ΚΠολΔ), δηλαδή με κατάθεση στη γραμματεία του δικαστηρίου και επίδοση αυτής στον εναγόμενο. Αν η επίδοση γίνει μετά τη συμπλήρωση της διετίας, επιτρεπτά προτείνεται από τον εναγόμενο ασφαλιστή η ένσταση της διετούς παραγραφής.

Για την έναρξη της παραγραφής αυτής δεν έχει σημασία αν και πότε λαμβάνει γνώση της ζημίας ο ζημιωθείς. Δεν εφαρμόζεται εδώ η ΑΚ 937. Η διάταξη του άρθρου 10 παρ. 2 του Ν. 489/1976, που ρυθμίζει ειδικά την αξίωση αποζημίωσης κατά του ασφαλιστή που ευθύνεται έναντι του παθόντος όχι από αδικοπραξία, αλλά από τον νόμο, επικρατεί της γενικής διάταξης του άρθρου 937 Α.Κ.

Στην παραπάνω διετή αυτή παραγραφή ισχύουν οι γενικές ρυθμίσεις του Α.Κ., ως προς τη διακοπή (Α.Κ. 260 επ.) και αναστολή (Α.Κ. 255 επ.) της παραγραφής. Αν η αξίωση έχει καταστεί επίδικη, η παραγραφή μπορεί να συμπληρωθεί σε επιδικία, αν οι διάδικοι απρακτούν. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 255 παρ. 1 Α.Κ., η παραγραφή αναστέλλεται για όσο χρόνο ο δικαιούχος εμποδίστηκε από δικαιοστάσιο ή άλλο λόγο ανώτερης βίας να ασκήσει την αξίωσή του μέσα στο τελευταίο εξάμηνο του χρόνου της παραγραφής.

Ως ανώτερη βία νοείται κάθε γεγονός απρόβλεπτο, στη συγκεκριμένη περίπτωση, το οποίο δεν ήταν δυνατό να αποτραπεί ακόμη και με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης. Γίνεται έτσι φανερό ότι ο νόμος αναγνωρίζει σοβαρούς λόγους εξαιτίας των οποίων η πάροδος του χρόνου δεν έχει δυσμενείς συνέπειες για τον δικαιούχο.

Κοινό χαρακτηριστικό γνώρισμα των λόγων αυτών είναι η αντικειμενική αδυναμία του δικαιούχου να επιδιώξει την ικανοποίηση της αξίωσής του (Α.Π. 1907/2007, 1134/2005, 430/2003, 1182/2000). Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από το εδάφιο 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για έλλειψη νόμιμης βάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της απόφασης δεν προκύπτουν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις εκείνα τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ο οποίος εφαρμόστηκε (υπαγωγικός συλλογισμός), ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης (Α.Π. 1906/2007).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την εκτίμηση του περιεχομένου των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής: Με την από 24 10 2002 αγωγή τους, οι αναιρεσίβλητοι ισχυρίστηκαν ότι από υπαιτιότητα του γ1, οδηγού του ........ ΙΧΕ αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας του πατέρα του, γ2, το οποίο ήταν ασφαλισμένο στην αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία, προκλήθηκε στις 15.8.1998 οδικό τροχαίο ατύχημα, κατά το οποίο τραυματίστηκε θανάσιμα η ψ, στενή συγγενής τους (κόρη των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων και αδελφή των λοιπών).

Γι' αυτό και ζήτησαν να αναγνωριστεί, ότι η εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία (αναιρεσείουσα) έχει υποχρέωση να τους καταβάλει τα αιτούμενα ποσά, ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση για ψυχική οδύνη. Στο Πρωτοδικείο η αναιρεσείουσα προέβαλε ένσταση διετούς παραγραφής και ζήτησε την απόρριψη της αγωγής για τον λόγο αυτό.

Οι αναιρεσίβλητοι (ενάγοντες), σε απόκρουση της ένστασης παραγραφής, προέτειναν την από το άρθρο 255 § 1 Α.Κ. προβλεπόμενη αντένσταση αναστολής της παραγραφής για επικαλούμενους απ' αυτούς λόγους ανώτερης βίας, που τους εμπόδισαν να ασκήσουν την αξίωσή τους μέσα στο τελευταίο εξάμηνο του χρόνου της παραγραφής.

Το Πρωτοδικείο δέχτηκε την αντένσταση αυτή, καθώς και εν μέρει την αγωγή των πέντε πρώτων εναγόντων (αναιρεσιβλήτων). Την ίδια αγωγή, ως προς τους έκτο και έβδομη αναιρεσιβλήτους (ενάγοντες ψ6 και ψ7), απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, διότι έκρινε ότι δεν αποδείχτηκε η συγγενική σχέση τους με την οικογένεια του θύματος (ότι ήταν αδέλφια).

Κατά της πρωτόδικης απόφασης ασκήθηκαν εφέσεις από την αναιρεσείουσα και τους δύο ως άνω ηττημένους αναιρεσιβλήτους. Η εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία ζήτησε να απορριφθεί στο σύνολό της η αγωγή ως παραγεγραμμένη, ύστερα από εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων.

Αντίθετα, οι έκτος και έβδομη των αναιρεσιβλήτων (εναγόντων) ζήτησαν για τις ίδιες αιτίες την εξαφάνιση της εκκληθείσας ώστε να γίνει δεκτή η αγωγή και ως προς αυτούς. Το Εφετείο: α) απέρριψε στην ουσία την από 20.1.2005 έφεση της αναιρεσείουσας και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, κρίνοντας ότι η αγωγή των αναιρεσιβλήτων δεν είναι παραγεγραμμένη, κατά παραδοχή της σχετικής αντένστασης για αναστολή της παραγραφής λόγω ανώτερης βίας και β) δέχτηκε στην ουσία την από 2.3.2005 έφεση των αναιρεσιβλήτων ψ6 και ψ7, εξαφάνισε εν μέρει ως προς αυτούς την πρωτόδικη 4614/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και στη συνέχεια δέχτηκε κατά ένα μέρος την ίδια αγωγή ως προς τους ενάγοντες (αναιρεσίβλητους) αυτούς.

Συγκεκριμένα, το δικαστήριο της ουσίας, ύστερα από εκτίμηση των αποδείξεων, δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τα παρακάτω κρίσιμα περιστατικά για την τύχη της αναίρεσης: Στις 15.8.1998, ο γ1 οδηγούσε το .......... ΙΧΕ αυτοκίνητο, κυριότητας του πατέρα του, γ2, ασφαλισμένο στην αναιρεσείουσα εταιρεία. Εκινείτο στην επαρχιακή οδό ....... - .......

της νήσου Κέρκυρας. Στο όχημα επέβαινε η ανήλικη ψ, κόρη των δύο πρώτων εναγόντων (αναιρεσιβλήτων) και αδελφή των λοιπών. Εξαιτίας αμελούς οδήγησης του άνω οδηγού το όχημα εκτράπηκε από την πορεία του και έπεσε σε ξύλινη κολώνα της ΔΕΗ, με αποτέλεσμα το θανατηφόρο τραυματισμό της ψ. Οι πέντε πρώτοι ενάγοντες (αναιρεσίβλητοι) άσκησαν αρχικά την από 11.5.2000 αγωγή, εναντίον των άνω οδηγού και κυρίου του ζημιογόνου αυτοκινήτου, καθώς και κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου (ΕΚ), γιατί το όχημα, όπως ανέφεραν στο δικόγραφο, ήταν ανασφάλιστο, κατά το χρόνο του ατυχήματος.

Το Επικουρικό Κεφάλαιο (ΕΚ) άσκησε επίσης την από 15.6.2000 παρεμπίπτουσα αγωγή κατά των κυρίως εναγομένων, οδηγού και κυρίου του ζημιογόνου οχήματος, με την οποία ζήτησε να αναγνωριστεί ότι, σε περίπτωση παραδοχής της κύριας αγωγής, οι παρεμπιπτόντως εναγόμενοι έχουν υποχρέωση να του καταβάλουν κάθε ποσό, που θα υποχρεωνόταν να καταβάλει στους τρίτους ζημιωθέντες - ενάγοντες της κύριας αγωγής.

Τέλος, οι ασφαλισμένοι (οδηγός και κύριος του αυτοκινήτου) άσκησαν κατά της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας την από 23.10.2000 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση, στην οποία ένωσαν παρεμπίπτουσα αγωγή, όπου ισχυρίστηκαν ότι η ασφαλιστική εταιρία, ως δικονομική εγγυήτρια, έπρεπε να παρέμβει υπέρ αυτών και σε περίπτωση ήττας να αναγνωριστεί ότι έχει αυτή υποχρέωση να τους καταβάλει κάθε ποσό, που θα υποχρεωθούν να πληρώσουν στους ενάγοντες της κύριας αγωγής.

Οι πιο πάνω αγωγές συνεκδικάστηκαν και εκδόθηκε σ' αυτές η 6279/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία κατά παραδοχή ένστασης παθητικής νομιμοποίησης που είχε προβάλει το Επικουρικό Κεφάλαιο, απέρριψε την κύρια αγωγή ως προς αυτό (ΕΚ), διότι δέχτηκε ότι το όχημα ήταν ασφαλισμένο στην προσεπικληθείσα ασφαλιστική εταιρεία (αναιρεσείουσα) κατά το χρόνο του ατυχήματος.

Επίσης, απέρριψε και την παρεμπίπτουσα αγωγή του ΕΚ ως άνευ αντικειμένου. Στη συνέχεια, δέχτηκε την κύρια αγωγή ως προς τους λοιπούς εναγόμενους (οδηγό και κύριο του αυτοκινήτου), όπως και την προσεπίκληση με την ενωμένη αγωγή αποζημίωσης και αναγνώρισε, ότι η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία οφείλει να τους καταβάλει το ποσό, που υποχρεώθηκαν να πληρώσουν στους κυρίως ενάγοντες.

Ύστερα από συνεκδίκαση αντίθετων εφέσεων και αντεφέσεων κατά της απόφασης αυτής εκδόθηκε η 6603/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία έκρινε τελεσίδικα το ζήτημα της υπαιτιότητας του ασφαλισμένου οδηγού στην αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία. (κρίθηκε έτσι με δύναμη δεδικασμένου ότι ο οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου είναι αποκλειστικά υπαίτιος του θανατηφόρου αυτού ατυχήματος), όπως και το ζήτημα της έγκυρης ασφάλισης του ζημιογόνου αυτοκινήτου, το οποίο είχε αμφισβητηθεί από την αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία, η οποία υποστήριξε ότι η σύμβαση ασφάλισης είχε ακυρωθεί κατά το άρθρο 11 του ν. 489/1976, λόγω μη καταβολής των ασφαλίστρων.

Η απόφαση αυτή επικυρώθηκε με τις 431 και 432/2004 αποφάσεις του Αρείου Πάγου. Οι πέντε πρώτοι αναιρεσίβλητοι είχαν ασκήσει την αρχική ως άνω από 11.5.2000 αγωγή τους κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου, διότι "είχαν την πλήρη πεποίθηση ότι το όχημα ήταν ανασφάλιστο. Η πεποίθηση αυτή στηριζόταν στη δήλωση του οδηγού του αυτοκινήτου ενώπιον της Τροχαίας Λευκίμμης Κέρκυρας, η οποία καταχωρήθηκε στην έκθεση αυτοψίας.

Γι' αυτό ο οδηγός συνελήφθη στα όρια του αυτοφώρου, όπως προκύπτει από την από ....... έκθεση σύλληψης, ενώ ασκήθηκε σε βάρος του ποινική δίωξη για παράβαση του άρθρου 17 του ν. 2170/1993. Τα παραπάνω έγγραφα (έκθεση αυτοψίας και έκθεση σύλληψης) είναι δημόσια έγγραφα και αποτελούν πλήρη απόδειξη, για όσα γεγονότα έγιναν ενώπιον του συντάκτη τους.

Επίσης, αναζητήθηκε για τον ίδιο λόγο και ο ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου, πατέρας του οδηγού, πλην δεν κατέστη δυνατή η σύλληψή του στα όρια του αυτοφώρου. Πριν την άσκηση της αρχικής ως άνω αγωγής οι ως άνω εφεσίβλητοι - ενάγοντες, κατά μήνα Απρίλιο του έτους 2000, απευθύνθηκαν στον ιδιοκτήτη του οχήματος, ο οποίος τους διαβεβαίωσε ότι δεν καλυπτόταν ασφαλιστικά.

Εκτός τούτου απευθύνθηκαν και στον τοπικό πράκτορα της ασφαλιστικής εταιρίας, λόγω της μη πληρωμής των ασφαλίστρων. Εξάλλου, η ένδικη από 24.10.2002 αγωγή κοινοποιήθηκε στην εναγομένη (αναιρεσείουσα) ασφαλιστική εταιρία στις 6.11.2002, δηλαδή μετά την πάροδο της διετούς παραγραφής, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 10 παρ. 2 του Ν. 489/1976, η οποία συμπληρωνόταν την 16.8.2000.

Η εναγομένη (αναιρεσείουσα) προέβαλε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου την ένσταση διετούς παραγραφής και ζήτησε την απόρριψη της αγωγής για τον λόγο αυτό. Οι ενάγοντες αντενιστάμενοι προέβαλαν την αντένσταση αναστολής της παραγραφής, κατά το άρθρο 255 ΑΚ, και υποστήριξαν, ότι τα προαναφερόμενα περιστατικά, με τα οποία δημιουργήθηκε η πλήρης πεποίθησή τους περί του ανασφαλίστου του οχήματος, συνιστούσαν ανώτερη βία, που εμπόδισε τη συμπλήρωση της παραγραφής.

Η εκκαλούμενη απόφαση δέχτηκε την αντένσταση και κατόπιν τούτου έκρινε ότι η αγωγή δεν είναι παραγεγραμμένη. Ήδη η εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρία επαναφέρει, με τον μοναδικό λόγο της έφεσής της, την ως άνω ένσταση της διετούς παραγραφής και ισχυρίζεται, ότι οι ενάγοντες λόγω της ύπαρξης αμφιβολίας, ως προς την έγκυρη σύμβαση ασφάλισης, όφειλαν να ασκήσουν παράλληλα με την αρχική αγωγή εναντίον του ΕΚ και εναντίον της την ένδικη αγωγή, εντός της διετίας, για να διακοπεί η παραγραφή.

Υπολαμβάνουν όμως αβάσιμα, ότι υπήρξε αμφιβολία ως προς την ύπαρξη έγκυρης ασφάλισης, διότι μόνο στην περίπτωση αυτή κατ' εξαίρεση του άρθρου 219 Κ.Πολ.Δικ., επιτρέπεται η άσκηση επικουρικής αναγωγής. Όπως έχει εκτεθεί οι ενάγοντες είχαν πλήρη πεποίθηση, ότι το αυτοκίνητο δεν ήταν ασφαλισμένο και για το λόγο αυτό στράφηκαν αρχικά κατά του ΕΚ.

Άλλωστε, η αναιρεσείουσα από την έναρξη του δικαστικού αγώνα υποστήριζε, ότι πράγματι δεν καλύπτει ασφαλιστικά το όχημα. Το ζήτημα της έγκυρης ασφάλισης επιλύθηκε τελικά με την 6603/2002 τελεσίδικη απόφαση του παρόντος δικαστηρίου, η οποία κατέστη ήδη αμετάκλητη. Η απόφαση αυτή δημοσιεύτηκε την 11.7.2002. Μέχρι την ημερομηνία αυτή η διετής παραγραφή που άρχισε από 16.8.1998, είχε ανασταλεί για τους παραπάνω λόγους, που συνιστούν πράγματι ανώτερη βία, δηλαδή γεγονότα απρόβλεπτα και εξαιρετικά, που δεν μπορούσαν να αποτραπούν, παρά τα μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης, που επέδειξαν η ενάγοντες (απεύθυνση αυτών στον ιδιοκτήτη και στον τοπικό πράκτορα του αυτοκινήτου, στην Κέρκυρα, που επιβεβαίωσαν την έλλειψη ασφαλιστικής κάλυψης, γεγονός που συνομολογεί η εκκαλούσα εταιρία, στην έφεση και στις προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου κατά τη συζήτηση της αρχικής αγωγής, πέραν από την πλήρη πεποίθησή τους, για το ανασφάλιστο, που απέρρεε από τα δημόσια έγγραφα της έκθεσης αυτοψίας και σύλληψης του οδηγού).

Μετά το τελευταίο αυτό διακοπτικό γεγονός της διετούς παραγραφής και εντός εξαμήνου (που συμπληρωνόταν την 11.1.2003) οι ενάγοντες άσκησαν την ένδικη αγωγή, που κοινοποιήθηκε στην εναγόμενη, ασφαλιστική εταιρία, την 6.11.2002 και συνεπώς κατά τις διατάξεις των άρθρων 255 παρ. 1 και 257 του ΑΚ, η ένδικη αγωγή δεν είναι παραγεγραμμένη.

Επομένως, όσα αντίθετα υποστηρίζει η εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρεία είναι ουσιαστικά αβάσιμα. Η εκκαλούμενη απόφαση κατέληξε στο ίδιο συμπέρασμα και κατά συνέπεια έκρινε σωστά το νόμο και το αποδεικτικό υλικό. Για το λόγο αυτό, η από 20.1.2005 έφεση της (αναιρεσείουσας) ασφαλιστικής εταιρείας πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.

Περαιτέρω αποδείχτηκε από τα ίδια στοιχεία και ειδικότερα από την .......... βεβαίωση οικογενειακής κατάστασης της συνομοσπονδίας πολυτέκνων Ελλάδας, ότι οι εκκαλούντες ψ6 και ψ7 είναι ετεροθαλή αδέλφια του θύματος από τον πρώτο νόμιμο γάμο της μητέρας τους ......, το γένος ........., ο οποίος είχε λυθεί με διαζύγιο.

Συνεπώς, οι εκκαλούντες αυτοί νομιμοποιούνται ενεργητικά για την άσκηση της ένδικης από 24.10.2002 αγωγής να αξιώσουν χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης, ως μέλη της οικογένειας του θύματος - αδέλφια. Η εκκαλουμένη έσφαλε που έκρινε ότι δεν αποδείχτηκε η συγγενική σχέση, επομένως, κατά παραδοχή της από 2.3.2005 έφεσής τους, πρέπει ως προς αυτούς μόνο να εξαφανιστεί και να ερευνηθεί η αγωγή.

Το θύμα ήταν ηλικίας 14 ετών, διέμενε μαζί με τα ετεροθαλή αδέλφια, στην ίδια κατοικία και ήταν στενά συνδεδεμένοι. Ο ξαφνικός θάνατος προκάλεσε βαρύτατο πένθος στους ενάγοντες αυτούς, οι οποίοι υπέστησαν ψυχική οδύνη. Για το λόγο αυτό δικαιούνται χρηματική ικανοποίηση. Ενόψει των συνθηκών του ατυχήματος, του βαθμού πταίσματος του υπαίτιου οδηγού, της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των εμπλεκομένων στο ατύχημα φυσικών προσώπων, κρίνεται ότι είναι εύλογο το ποσό των 23.478 ευρώ για καθένα ενάγοντα.

Κατά το ποσό αυτό πρέπει να γίνει δεκτή η αγωγή και να αναγνωριστεί ότι η αναιρεσείουσα έχει υποχρέωση να καταβάλει στους δύο αυτούς ενάγοντες (ψ6 και ψ7) το παραπάνω ποσό με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επίδοση της αγωγής". Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, παραβίασε εκ πλαγίου τις ανωτέρω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, διότι διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ως προς το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της ανώτερης βίας, ασαφείς, ανεπαρκείς και εν μέρει αντιφατικές αιτιολογίες, που βέβαια δεν δικαιολογούν την αντικειμενική αδυναμία των δικαιούχων (αναιρεσιβλήτων) να επιδιώξουν την ικανοποίηση της αξίωσής τους μέσα στο χρονικό διάστημα της διετίας από το ατύχημα και σε κάθε περίπτωση μέχρι 28.3.2001 που συνεκδικάστηκαν οι ανωτέρω αγωγές (των πέντε πρώτων αναιρεσιβλήτων, του Επικουρικού Κεφαλαίου και των ασφαλισμένων οδηγού και κυρίου του ζημιογόνου αυτοκινήτου) ή το αργότερο μέχρι τη δημοσίευση της 6279/2001 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που έκρινε ότι το ζημιογόνο αυτοκίνητο ήταν ασφαλισμένο, κατά τον χρόνο του ατυχήματος στην αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία.

Με τις ελλείψεις αυτές η αναιρεσιβαλλομένη κατέστησε ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των άνω διατάξεων. Ειδικότερα το Εφετείο: α) Με ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες δέχτηκε ότι οι επικαλούμενοι από τους αναιρεσίβλητους λόγοι συνιστούν πράγματι γεγονότα απρόβλεπτα και εξαιρετικά, που δεν μπορούσαν να αποτραπούν με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης απ' αυτούς.

β) Δεν διευκρινίζει όμως αν και γιατί οι αναιρεσίβλητοι ενάγοντες, δείχνοντας στοιχειώδη επιμέλεια δεν απευθύνθηκαν στην ειδική υπηρεσία του Υπουργείου Εμπορίου (Υπηρεσία Στατιστικής Ασφαλιστικών Εταιρειών - ΥΣΑΕ), στην οποία καταγράφονται τα ασφαλισμένα αυτοκίνητα και οι μεταβολές των ασφαλιστικών συμβάσεων, ώστε από τα στοιχεία αυτά να διευκολυνθούν και να πληροφορηθούν για το αν το ζημιογόνο αυτοκίνητο, κατά τον χρόνο του ατυχήματος ήταν ή όχι ασφαλισμένο στην αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία.

γ) Δεν παραθέτει, ούτε εξειδικεύει αναλυτικότερα τις αιτίες για τις οποίες η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία αμφισβήτησε από την έναρξη των πολλών δικών και μέχρι τέλους "την έγκυρη ασφάλιση του ζημιογόνου αυτοκινήτου" και υποστήριξε, ότι η σύμβαση ασφάλισης "είχε ακυρωθεί κατ' άρθρο 11 του Ν. 489/1976, λόγω μη καταβολής των ασφαλίστρων", ώστε να μπορεί να εξακριβωθεί αν υπήρξε και πότε σύμβαση ασφάλισης για το ζημιογόνο αυτοκίνητο και αν αυτή στη συνέχεια λύθηκε ή ακυρώθηκε με νόμιμο τρόπο (καταγγελία, αντίθετη συμφωνία) και γνωστοποίηση της ακύρωσης ή λύσης από την ασφαλιστική εταιρεία στον αντισυμβαλλόμενο, για να κριθεί αν το γεγονός αυτό μπορούσε ή όχι να δικαιολογήσει την πεποίθηση των αναιρεσιβλήτων ότι το ζημιογόνο αυτοκίνητο ήταν ανασφάλιστο κατά το χρόνο του ατυχήματος.

δ) Με ελλιπείς αιτιολογίες κατέληξε σε πόρισμα, ότι οι πέντε πρώτοι αναιρεσίβλητοι (όχι και οι άλλοι δύο αναιρεσίβλητοι έκτος και έβδομη) άσκησαν την αρχική από 11.5.2000 αγωγή τους κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου, διότι είχαν πλήρη πεποίθηση ότι το όχημα ήταν ανασφάλιστο, που στηριζόταν σε δηλώσεις - διαβεβαιώσεις του οδηγού του αυτοκινήτου (ενώπιον της Τροχαίας Λευκίμμης Κέρκυρας, που καταχωρίστηκε και στην έκθεση αυτοψίας) και του ιδιοκτήτη πατέρα του, ότι δεν καλυπτόταν ασφαλιστικά.

Όμως, όπως και από τις παραδοχές του προκύπτει, ο συντάκτης του εγγράφου της αυτοψίας δεν βεβαίωσε ο ίδιος ότι το αυτοκίνητο ήταν πράγματι ανασφάλιστο, αλλά, απλά καταχώρισε την πιο πάνω δήλωση του οδηγού, πράγμα που σημαίνει ότι οι αναιρεσίβλητοι, συνετά φερόμενοι, ασφαλώς δεν έπρεπε να αρκεστούν στη δήλωση αυτή, διότι τάχα αποδεικνυόταν έτσι από δημόσιο έγγραφο του συντάκτη του ότι το ζημιογόνο αυτοκίνητο ήταν ανασφάλιστο.

ε) Δεν αιτιολογεί επαρκώς τις παραδοχές του, κατά τις οποίες αφενός μόνα τους τα επικληθέντα από τους αναιρεσίβλητους και αποδειχθέντα ως άνω περιστατικά (διαβεβαιώσεις οδηγού και ιδιοκτήτη του ζημιογόνου αυτοκινήτου ότι αυτό ήταν ανασφάλιστο, ισχυρισμοί ασφαλιστικής εταιρείας για ακύρωση σύμβασης ασφάλισης, λόγω μη καταβολής ασφαλίστρων, διαβεβαίωση ασφαλιστικού πράκτορα για μη πληρωμή ασφαλίστρων) συνιστούν πράγματι ανώτερη βία, δηλαδή γεγονότα απρόβλεπτα και εξαιρετικά, που δεν μπορούσαν να αποτραπούν παρά τα μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης των αναιρεσιβλήτων (χωρίς περαιτέρω έρευνα και αν αυτά δικαιολογούν εδώ την αντικειμενική αδυναμία των αναιρεσιβλήτων να επιδιώξουν την ικανοποίηση της αξίωσής τους μέσα στη διετία από το ατύχημα) και αφετέρου ότι από τα γεγονότα αυτά εμποδίστηκαν οι δικαιούχοι (αναιρεσίβλητοι) να ασκήσουν την αξίωσή τους μέσα στο τελευταίο εξάμηνο της διετούς παραγραφής (από Απρίλιο 2000) και άρα η παραγραφή που άρχισε 16.8.1998 είχε ανασταλεί μέχρι 11.7.2002 που εκδόθηκε η 6603/2002 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

στ) Δεν διευκρινίζει αν και γιατί δεν υπήρχε άλλος τρόπος διακοπής της παραγραφής, με την άσκηση μέσα στη διετία από το ατύχημα δύο χωριστών αγωγών, δηλαδή μία κατά της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας και δεύτερη κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου, με βάση τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του, κατά τις οποίες οι αναιρεσίβλητοι τουλάχιστον από 28.3.2001 (χρονολογία εκδίκασης των ως άνω αγωγών, προσεπίκλησης κλπ) ή έστω από τη χρονολογία δημοσίευσης της 6279/2001 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, πληροφορήθηκαν ότι το ζημιογόνο ήταν ασφαλισμένο κατά τον χρόνο του ατυχήματος.

Και ζ) Αν και δέχεται, ότι από 23.10.2000 άσκησαν οι ασφαλισμένοι (οδηγός και κύριος του αυτοκινήτου) κατά της αναιρεσείουσας προσεπίκληση με παρεμπίπτουσα αγωγή κλπ, στις δε 28.3.2001 συνεκδικάστηκαν οι αγωγές αυτές και εκδόθηκε η παραπάνω απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου και άρα οι αναιρεσίβλητοι έλαβαν τουλάχιστον από τότε γνώση της ύπαρξης ασφάλισης, παρά ταύτα, στη συνέχεια αντιφατικά κρίνει, ότι οι αναιρεσίβλητοι "δεν είχαν αμφιβολία ως προς την ύπαρξη έγκυρης ασφάλισης" για να ασκήσουν παράλληλα με την αρχική αγωγή εναντίον του ΕΚ και εναντίον της αναιρεσείουσας, αλλά εξακολούθησαν μέχρι την 11.7.2002 να έχουν "πλήρη πεποίθηση ότι το αυτοκίνητο δεν ήταν ασφαλισμένο και για το λόγο αυτό στράφηκαν αρχικά κατά του ΕΚ", δίχως να διαλαμβάνει, όπως έπρεπε, και κάποιες άλλες επαρκείς αιτιολογίες αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα της αναστολής της παραγραφής για τους έκτο και έβδομη των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι φέρονται κατά τις παραδοχές του να άσκησαν μία και μόνη αγωγή κατά της αναιρεσείουσας, δηλαδή την ένδικη από 24.10.2002 που κοινοποιήθηκε στις 6.11.2002, επομένως μετά από τέσσερα και πλέον έτη από το ατύχημα.

Σύμφωνα με όλα αυτά, οι σχετικές αιτιάσεις του κυρίου δικογράφου της αναίρεσης, από το εδάφιο 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που είναι σαφείς και ορισμένες, κατ' εκτίμηση του όλου περιεχομένου τους, και επιδιώκουν την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης για ασαφείς, ανεπαρκείς και εν μέρει αντιφατικές αιτιολογίες, σε σχέση με το πιο πάνω ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της ανώτερης βίας, που δεν δικαιολογούν την αντικειμενική αδυναμία των αναιρεσιβλήτων να επιδιώξουν την ικανοποίηση της αξίωσής τους μέσα στο χρονικό διάστημα της διετίας από το ατύχημα και σε κάθε περίπτωση μέχρι 28.3.2001, είναι βάσιμες και πρέπει να γίνουν δεκτές.

Συνακόλουθα, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της και να παραπεμφθεί η υπόθεση μετά απ' αυτά για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο Εφετείο που την εξέδωσε, διότι είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 § 3 ΚΠολΔ).-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την 6889/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο Εφετείο Αθηνών, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Δεκεμβρίου 2007.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Δεκεμβρίου 2007.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ