Legislator Case Law & Legislation
2223/2006 AI generated

Appeal dismissed for inadmissibility due to vague grounds failing to specify violated substantive criminal provisions under Art. 484 K.P.D.

Case Number 2223/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision, ruling it inadmissible. The appellant argued for acquittal based on evidence evaluation errors and misapplication of criminal laws but failed to specify which provisions were violated. The court held that vague grounds do not meet the requirements of Article 484 of the Code of Criminal Procedure, necessitating a rejection of the appeal and an order for the appellant to bear the costs.

Legislator headnote

AI generated

Art. 484 §1 K.P.D.; Art. 583 §1 K.P.D.: An appeal is inadmissible if the grounds are vague and fail to specify the substantive criminal provision allegedly violated, the form of the violation, or the specific facts relied upon.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal vague grounds substantive criminal law misapplication of law Code of Criminal Procedure evidence evaluation legal costs

Cited Legislation

AI generated
Art. 484 §1 K.P.D.
Art. 583 §1 K.P.D.

Cited Case Law

AI generated
AP 565/2000
AP 1653/2001
AP 1698/2002
AP 1999/2002
AP 2397/2004

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2223 / 2006 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ) Αριθμός 2223/2006 Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου ΣΤ' Ποιν.Τμήμα-σε Συμβούλιο

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση και Γρηγόριο Μάμαλη, Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.

Συνήλθε σε Συμβούλιο, στο κατάστημά του, στις 14 Νοεμβρίου 2006, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1621/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.

Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Ιουλίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1515/2006.

΄Επειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ανδρέας Ζύγουρας, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία, με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή, με αριθμ. πρωτ. 444/13-10-2006, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:

"Εισάγω, στο Συμβούλιό σας την προκειμένη ποινική δικογραφία και εκθέτω τα εξής : Ι. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 484§1 εδ. β' Κ.Π.Δ., λόγος αναίρεσης του βουλεύματος είναι και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόστηκε. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν το Συμβούλιο αποδίδει σε συγκεκριμένη διάταξη που εφάρμοσε διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή υφίσταται όταν το Συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε ή όταν αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο διατακτικό ή στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση.

Για να μην είναι δε αόριστος και ως εκ τούτου απαράδεκτος ο λόγος αυτός πρέπει στην έκθεση ο αναιρεσείων να διαλαμβάνει συγκεκριμένα την ουσιαστική ποινική διάταξη που φέρεται να παραβιάστηκε, τη μορφή της παραβιάσεώς της, αν δηλαδή, έλαβε χώρα εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή της, την έννοια που δόθηκε σ'αυτήν από το Συμβούλιο κατά την ερμηνεία της ή τα σχετικά πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε το Συμβούλιο ότι αποδείχθηκαν και την γενόμενη υπαγωγή του σ'αυτή (Α.Π. 565/2000, Α.Π. 1653/2001, Α.Π. 1698/2002, Α.Π. 1999/2002, Α.Π.2397/2004).

Υπέρβαση, εξάλλου, εξουσίας, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρ.484§1 στ' Κ.Π.Δ., υπάρχει όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος.

Τέλος, γίνεται δεκτό ότι αν είναι απαράδεκτη η αίτηση αναίρεσης, εκτός άλλων περιπτώσεων και διότι είναι αόριστοι και ασαφείς οι λόγοι της, τότε είναι απαράδεκτοι και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης και δεν επιτρέπεται με αυτούς ούτε ακόμη και διασαφήνιση, ανάπτυξη η συμπλήρωση των αόριστων και ασαφών λόγων της αίτησης αναίρεσης. Επίσης δεν επιτρέπεται να εξετασθούν ούτε και αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο οι υπό του άρθρου 484§1 Κ.Π.Δ. λόγοι αναίρεσης, διότι η αυτεπάγγελτη έρευνα τούτων, που προβλέπεται από το άρθρο 484§2 ίδιου Κώδικα, προϋποθέτει παραδεκτή αίτησης αναίρεσης.

ΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση με την αίτηση αναίρεσης πλήττεται το 1621/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, που απέρριψε έφεση του αναιρεσείοντος κατά του 3992/2005 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Στη σχετική με αριθμό 87/ 19-7-2006 έκθεση λόγοι αναίρεσης διατυπώνονται κατά λέξη ως εξής : "Α) Δια υπέρβαση εξουσίας καθόσον το προσβαλλόμενο βούλευμα παραπέμπει εμένα προκειμένου να δικασθώ για τις πράξεις που μου αποδίδει ενώ αν ερμήνευε σωστά στοιχεία (έγγραφα και μάρτυρες) έπρεπε να απαλλάξει εμένα κάθε κατηγορίας.

Β) Δι'εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των αντίστοιχων ποινικών διατάξεων που διαλαμβάνει το αναιρεσιβαλλόμενο βούλευμα καθόσον έπρεπε να απαλλάξει εμένα κάθε κατηγορίας. Γ) Και για όσους άλλους λόγους ήθελα επικαλεσθεί προσθέτως δια δικογράφου προσθέτων λόγων νομοτύπως υποβαλλομένου, αλλά και να αποστείλει αυτούς υπομνηματικώς..." (βλ.

έκθεση). Με το ανωτέρω περιεχόμενο η αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη γιατί δεν περιλαμβάνει ούτε ένα σαφή και ορισμένο λόγο αναίρεσης, όπως αυτοί προσδιορίζονται στο άρθρο 484 Κ.Π.Δ. Με τον υπό στοιχείο Α' λόγο, έστω και αν αυτός χαρακτηρίζεται ως "υπέρβαση εξουσίας", εκείνο που σαφώς αμφισβητεί ο αναιρεσείων είναι η ουσιαστική εκτίμηση των αποδείξεων εκ μέρους του Συμβουλίου Εφετών, ενώ περαιτέρω δεν προσδιορίζεται κατά ποιόν τρόπο το Συμβούλιο υπερέβη την εξουσία του.

Στον υπό στοιχείο Β' λόγο, που χαρακτηρίζεται ως "εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ποινικών διατάξεων", δεν προσδιορίζονται οι διατάξεις αυτές, ούτε η μορφή της παραβιάσεως, αν δηλαδή έλαβε χώρα εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, η έννοια που προσδόθηκε από το Συμβούλιο κατά την ερμηνεία της ή τα σχετικά πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Συμβούλιο.

Τέλος, ο με στοιχείο Γ' λόγος, δεν μπορεί να εκτιμηθεί ως λόγος αναίρεσης, αφού αναγγέλλονται απλώς μελλοντικές ενέργειες του αναιρεσείοντος που δεν ασκούν επιρροή στο απαράδεκτο της αναίρεσης. Μετά από αυτά πρέπει η κρινομένη αίτηση να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 476§1, 485§1 και 583§1 Κ.Π.Δ.).

Για τους ανωτέρω λόγους Προτείνω : 1) Να απορριφθεί η με αριθμό 87/19-7-2006 αίτηση αναίρεσης που ασκήθηκε από τον κατηγορούμενο ..., δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Γεωργίου Σκούτα, κατά του 1621/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και 2) Να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα.

Αθήνα, 13-10-2006

Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Μαρκής"

Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε και αφού διαπιστώθηκε από τη σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, που περιέχεται στο φάκελο της δικογραφίας ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 484 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 ΚΠοινΔ προκύπτει ότι για το κύρος και κατ' ακολουθίαν το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατά βουλευμάτων ή αποφάσεων, πρέπει, στη δήλωση ασκήσεώς της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται.

Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος, από τους αναφερόμενους περιοριστικά στα άρθρα 484 και 510 ΚΠοινΔ λόγους αναιρέσεως, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια απορρίπτεται (άρθρα 476 και 513 του ίδιου Κώδικα). Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διατάξεως που προβλέπει το λόγο αναιρέσεως, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί.

Ούτε μπορεί ο αορίστως διατυπούμενος στην έκθεση αναιρέσεως λόγος να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα έγγραφα ή με την άσκηση πρόσθετων λόγων αναιρέσεως, οι οποίοι προϋποθέτουν, σύμφωνα με το άρθρο 509 παρ. 2 ΚΠοινΔ, την ύπαρξη παραδεκτής αιτήσεως αναιρέσεως (Ολ. ΑΠ 2/2002, 19.2001). Ειδικότερα, για το ορισμένο του από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ.

β' ΚΠοινΔ προβλεπόμενου λόγου αναιρέσεως για "εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόστηκε στο βούλευμα", πρέπει, στην έκθεση αναιρέσεως να διαλαμβάνεται συγκεκριμένα η ουσιαστική ποινική διάταξη που φέρεται ότι παραβιάστηκε, η μορφή της παραβιάσεώς της, αν δηλαδή έλαβε χώρα εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή αυτής η έννοια που δόθηκε σ' αυτήν από το Συμβούλιο κατά την ερμηνεία της ή τα σχετικά πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Συμβούλιο ότι αποδείχθηκαν κατά τη γενόμενη υπαγωγή τους σ' αυτήν, και, τέλος, επί παραβιάσεως εκ πλαγίου της ουσιαστικής αυτής ποινικής διατάξεως, οπότε υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως του βουλεύματος, σε τι συνίστανται οι ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά ως προς την ταυτότητα του εγκλήματος, εξαιτίας των οποίων καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διατάξεως αυτής που εφαρμόσθηκε.

Τέλος, για το ορισμένο του προβλεπόμενου από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. στ' ΚΠοινΔ λόγου αναιρέσεως για υπέρβαση εξουσίας, που υπάρχει, όταν το συμβούλιο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος, πρέπει, στην έκθεση αναιρέσεως να διευκρινίζεται συγκεκριμένα σε τι συνίσταται η υπέρβαση αυτή.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το 3992/2005 βούλευμά του παρέπεμψε τον κατηγορούμενο ... στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών για να δικαστεί για α) πλαστογραφία μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση από υπαίτιο που διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, από τις οποίες το συνολικό όφελός του και η αντίστοιχη συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ, β) απάτη κατ' εξακολούθηση από υπαίτιο που διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, από τις οποίες το συνολικό όφελός του και η αντίστοιχη συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ, γ) κλοπή, δ) αντίσταση και ε) απλή σωματική βλάβη κατά συρροή.

Κατά του πιο πάνω παραπεμπτικού βουλεύματος ασκήθηκε έφεση από τον κατηγορούμενο. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το 1621/2006 βούλευμά του δέχθηκε εν μέρει ως και ουσιαστικά βάσιμη την έφεση και αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατά του εκκαλούντος κατηγορουμένου για μία επί μέρους πράξη της χρήσεως πλαστών εγγράφων, ενώ κατά τα λοιπά απέρριψε την έφεση ως ουσιαστικά αβάσιμη και επικύρωσε το πρωτόδικο βούλευμα ως προς όλες τις άλλες παραπεμπτικές του διατάξεις, όπως αυτό συμπληρώθηκε, διορθώθηκε και επαναδιατυπώθηκε.

Κατά του τελευταίου δε αυτού βουλεύματος ο κατηγορούμενος άσκησε την κρινόμενη από 19-7-2006 αναίρεση με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του Γεωργίου Σκούτα (δυνάμει της από 14-7-2006 σχετικής εξουσιοδοτήσεως) στο Γραμματέα του Συμβουλίου που εξέδωσε το εν λόγω βούλευμα και συντάχθηκε η σχετική υπ' αριθμ. 87/2006 έκθεση.

Στην εν λόγω δε έκθεση διαλαμβάνονται ως λόγοι αναιρέσεως κατά του άνω βουλεύματος κατά πιστή μεταφορά τα εξής: "Α. Δια υπέρβαση εξουσίας, καθόσον το προσβαλλόμενο βούλευμα παραπέμπει εμένα προκειμένου να δικασθώ για τις πράξεις που μου αποδίδει, ενώ αν ερμήνευε ορθά τα αποδεικτικά στοιχεία (έγγραφα και μάρτυρες) έπρεπε να απαλλάξει εμένα κάθε κατηγορίας.

Β) Δι' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των αντίστοιχων ποινικών διατάξεων που διαλαμβάνει το αναιρεσιβαλλόμενο βούλευμα, καθόσον έπρεπε να απαλλάξει εμένα κάθε κατηγορίας. Γ) Και για όσους άλλους λόγους ήθελα επικαλεσθεί προσθέτως δια δικογράφου προσθέτων λόγων, νομότυπα υποβαλλομένου, αλλά και να αναπτύξει αυτούς υπομνηματικώς".

Έτσι, όμως, διατυπούμενοι όλοι οι πιο πάνω λόγοι αναιρέσεως είναι εντελώς αόριστοι και ανεπίδεκτοι δικαστικής εκτιμήσεως, αφού: 1) με τον υπό στοιχ. Α' λόγο, έστω και αν αυτός χαρακτηρίζεται ως "υπέρβαση εξουσίας", εκείνο που σαφώς αμφισβητεί ο αναιρεσείων είναι η ορθή εκτίμηση από το Συμβούλιο Εφετών των αποδείξεων, ενώ, περαιτέρω, δεν προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η επικαλούμενη υπέρβαση της ουσίας του.

Και, 2) Στον υπό στοιχ. Β' λόγο αναιρέσεως, που χαρακτηρίζεται ως "εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ποινικών διατάξεων", δεν προσδιορίζονται συγκεκριμένα οι ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που φέρονται ότι παραβιάστηκαν, ούτε η μορφή της παραβιάσεώς τους, αν, δηλαδή, έλαβε χώρα εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή αυτών, η έννοια που δόθηκε σ' αυτές από το Συμβούλιο κατά την ερμηνεία τους ή τα σχετικά πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Συμβούλιο ότι προέκυψαν και τα υπήγαγε στις διατάξεις αυτές.

Τέλος, τα αναφερόμενα, ανωτέρω, υπό στοιχείο Γ' στην έκθεση αναιρέσεως δεν μπορούν προδήλως να εκτιμηθούν ως λόγος αναιρέσεως και εντεύθεν δεν ασκούν καμιά εν προκειμένω επιρροή. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και δεδομένου ότι δεν περιέχεται στην κρινόμενη αίτηση ούτε ένας ορισμένος και παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 484 ΚΠοινΔ, πρέπει, να απορριφθεί η αίτηση αυτή ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 19 Ιουλίου 2006 αίτηση του ... για αναίρεση του 1621/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και, ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 21 Νοεμβρίου 2006. Και,

Εκδόθηκε, στην Αθήνα, στις 22 Δεκεμβρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ