2222/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Χυτήρογλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Παπαηλιάδη, Ναυσικά Φράγκου, Βασιλική Ηλιοπούλου - Εισηγήτρια και Βασιλική Μπαζάκη - Δρακούλη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated2222/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): α του ΠΚ, όπως αυτή διευρύνεται με το άρθρο 263Α του ίδιου Κίόδικα, και γ) ο υπάλληλος να έλαβε ή να κατέχει τα κινητά πράγματα ή τα χρήματα υπό την υπαλληλική του ιδιότητα, αδιάφορα αν ήταν αρμόδιος ή όχι γι' αυτό. Ιδιοποίηση αποτελεί κάθε πράξη εκδηλωτική της εκ μέρους του κατέχοντος το πράγμα πρόθεσης να το ενσωματώσει στη δική του περιουσία.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2222 / 2018 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 2222/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Χυτήρογλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Παπαηλιάδη, Ναυσικά Φράγκου, Βασιλική Ηλιοπούλου - Εισηγήτρια και Βασιλική Μπαζάκη - Δρακούλη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 26 Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ελένη Μετσοβίτου - Φλουρή, (κωλυομένης της Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Θ. Γ. του Σ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Παχή, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 49/2017 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας.
Το Πενταμελές Εφετείο Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ' αριθμ. Πρωτ. 11211/2017 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 1607/2017.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Η υπό κρίση, υπ' αρ. πρωτ. 11211/ 2017, αίτηση-δήλωση προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της υπ' αρ. 49/2017 τελεσίδικης απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, με την οποία ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος για τις αξιόποινες πράξεις της κακουργηματικής υπεξαίρεσης στην υπηρεσία σε βάρος του Δημοσίου και κακουργηματικής ψευδούς βεβαίωσης σε βάρος του Δημοσίου και καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης ενός έτους και 6 μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί τριετία, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 473 παρ. 2, 3,, 474 παρ. 1 και 2 ΚΠΔ) . Είναι συνεπώς τυπικά δεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν .
II. Κατά τη διάταξη του άρθρου 258 του ΠΚ, όπως η περ. γ' αντικαταστάθηκε με το ν. 2721/1999 και ισχύει μετά την τροποποίηση με το άρθρο 25 του ν. 4055/2012 "υπάλληλος ο οποίος παράνομα ιδιοποιείται χρήματα ή άλλα κινητά πράγματα που τα έλαβε ή τα κατέχει λόγω αυτής της ιδιότητάς του, και αν ακόμα δεν ήταν αρμόδιος γι' αυτό, τιμωρείται:
α) με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών, β) αν το αντικείμενο της πράξης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών, γ) με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν: (α) ο υπαίτιος μεταχειρίστηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα και το αντικείμενο της πράξης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας συνολικά ανώτερης των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ ή (β) το αντικείμενο της πράξης έχει αξία μεγαλύτερη των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ".
Από την ανωτέρω διάταξη προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του προβλεπόμενου από αυτήν εγκλήματος της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία, το οποίο περιλαμβάνει την αντικειμενική υπόσταση της κατά το άρθρο 375 παρ. 1 του ΠΚ υπεξαίρεσης με επαύξηση της ποινής, απαιτείται: α) Παράνομη ιδιοποίηση ξένων (ολικά ή εν μέρει) κινητών πραγμάτων ή χρημάτων, τέτοια δε θεωρούνται εκείνα τα οποία βρίσκονται σε ξένη, σε σχέση με το δράστη, κυριότητα, με την έννοια κατά την οποία αυτή εκλαμβάνεται στο αστικό δίκαιο, τα οποία έλαβε ή κατέχει, κατοχή δε, κατά την έννοια των προαναφερόμενων διατάξεων, δεν είναι μόνο η σχέση φυσικής εξουσίασης του πράγματος από τον κατέχοντα αυτό κατά τη βούλησή του, αλλά και η πραγματική σχέση που καθιστά δυνατή κατά τις αντιλήψεις των συναλλαγών την εξουσίαση του πράγματος από το δράστη κατά τη βούλησή του, β) ιδιότητα του δράστη ως υπαλλήλου, κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ.
α του ΠΚ, όπως αυτή διευρύνεται με το άρθρο 263Α του ίδιου Κίόδικα, και γ) ο υπάλληλος να έλαβε ή να κατέχει τα κινητά πράγματα ή τα χρήματα υπό την υπαλληλική του ιδιότητα, αδιάφορα αν ήταν αρμόδιος ή όχι γι' αυτό. Ιδιοποίηση αποτελεί κάθε πράξη εκδηλωτική της εκ μέρους του κατέχοντος το πράγμα πρόθεσης να το ενσωματώσει στη δική του περιουσία.
Δεν αρκεί δηλαδή πρόθεση ιδιοποίησης, αλλά απαιτείται έμπρακτη εκδήλωση εξωτερικής συμπεριφοράς, που να μπορεί να αναγνωριστεί αντικειμενικώς, ως πραγμάτωση της θέλησης για ιδιοποίηση. Υποκειμενικά απαιτείται η ύπαρξη δόλου του δράστη, ο οποίος ενέχει τη γνώση αυτού ότι το πράγμα ή τα χρήματα είναι ξένα (ολικά ή εν μέρει), ως προς αυτόν και ότι τα έλαβε ή τα κατέχει υπό την υπαλληλική του ιδιότητα, καθώς και τη βούληση να τα ιδιοποιηθεί παράνομα, δηλαδή χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη.
Τέλος, με την υπαλληλική ιδιότητα λαμβάνει κανείς χρήματα ή άλλα κινητά πράγματα, όταν μεταξύ της λήψης και της υπαλληλικής ιδιότητας του λήπτη υπάρχει μια άμεση σχέση αιτιότητας. Όμως, κάτι τέτοιο, δεν περιορίζεται μόνο στις περιπτώσεις που υπάλληλος λαμβάνει ένα πράγμα στα πλαίσια της υπαλληλικής του αρμοδιότητας, αλλά υπάρχει και εκεί, που μπορεί κανείς να μην έχει "in concreto" αρμοδιότητα, το πράγμα όμως δίνεται σ' αυτόν ως υπάλληλο.
Για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία σε βαθμό κακουργήματος απαιτείται ή ο υπαίτιος να μεταχειρίστηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα και το αντικείμενο της πράξης να είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, συνολικά ανώτερης των 30.000,00 ευρώ, ή το αντικείμενο της πράξης να έχει αξία μεγαλύτερη των 120.000,00 ευρώ (ΟλΑΠ 5/2017) .
Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 εδ. α του Ν. 1608/1950, όπως ισχύει, στον ένοχο του αδικήματος που προβλέπεται στο άρθρο 258 του ΠΚ, εφόσον αυτό στρέφεται κατά του Δημοσίου ή κατά άλλου νομικού προσώπου από εκείνα που αναφέρονται στο άρθρο 263Α του ΠΚ και το όφελος που πέτυχε ή επιδίωξε ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε ή οπωσδήποτε απειλήθηκε στο Δημόσιο ή στα ως άνω νομικά πρόσωπα, υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ, επιβάλλεται η ποινή της κάθειρξης και, αν συντρέχουν ιδιαζόντως επιβαρυντικές περιστάσεις, ιδία δε όταν ο ένοχος εξακολούθησε επί μακρύ χρόνο την τέλεση του εγκλήματος ή το αντικείμενο αυτού είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, επιβάλλεται η ποινή της ισόβιας κάθειρξης. (ΑΠ 1311/2016).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 7 του ν. 2753/1999 (που αντικατέστησε το άρθρο 51 του ν. 2238/1994 ) και συγκεκριμένα κατά την παρ. 3 αυτού " ... Οι δικηγορικοί σύλλογοι υποχρεούνται να ενεργούν παρακράτηση φόρου εισοδήματος με συντελεστή δεκαπέντε τοις εκατό (15%) στο ακαθάριστο ποσό των αμοιβών που αναγράφονται στο τετραπλότυπο γραμμάτιο", κατά δε την παρ. 6 αυτού "Για την απόδοση του φόρου που παρακρατήθηκε από τους δικηγορικούς συλλόγους εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις του άρθρου 59 του ν. 2238/1994 και την ευθύνη για την απόδοση αυτή φέρει ο πρόεδρος του οικείου δικηγορικού συλλόγου...".Κατά τη σαφή έννοια των παραπάνω διατάξεων, παρακρατούμενοι φόροι είναι εκείνοι που παρακρατούνται και αποδίδονται στο Δημόσιο από πρόσωπο διάφορο του φορολογούμενου και αποτελούν φορολογική υποχρέωση των τρίτων (δικηγόρων που παραστάθηκαν σε ποινικές και αστικές δίκες) και όχι ίδια υποχρέωση του παρακρατούντος αυτούς Προέδρου του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου, ο οποίος είναι υποχρεωμένος να τους παρακρατήσει και αποδώσει στο Δημόσιο, εκπληρώνοντας σχετική υποχρέωση των δικηγόρων που αυτοί αφορούν.
III. Κατά το άρθρο 242 παρ. 1 ΠΚ, " υπάλληλος που στα καθήκοντα του ανάγεται η έκδοση ή η σύνταξη δημοσίων εγγράφων, αν σε τέτοια έγγραφα βεβαιώνει με πρόθεση ψευδώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους ". Κατά δε την παρ. 3 του ίδιου άρθρου 242 ΠΚ, όπως ισχύει μετά τη συμπλήρωσή του με το ν. 2408/41996 και το ν. 2721/1999, "Αν όμως ο υπαίτιος κάποιας από τις πράξεις της παρ. 1 και 2 είχε σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον αθέμιτο όφελος ή να βλάψει παράνομα άλλον, επιβάλλεται κάθειρξη, εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική βλάβη υπερβαίνουν το ποσό των 120.000 ευρώ (όπως το ποσό αναπροσαρμόσθηκε με το άρθρο 25 παρ. 1 ζ' του ν. 4055/2012).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 εδ. α' του Ν. 1608/1950 (για τους καταχραστές του Δημοσίου κ.λπ.), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 4 παρ. 5 του ν. 1738/1987 και τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 του ν. 1877/1990, "στον ένοχο των αδικημάτων που προβλέπονται στα άρθρα ... (μεταξύ άλλων) και 242 του Π.Κ., εφόσον αυτά στρέφονται κατά του Δημοσίου ή Ν.Π.Δ.Δ.
κ.λπ., και το όφελος που πέτυχε ή επιδίωξε ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε ή οπωσδήποτε απειλήθηκε στο Δημόσιο ή στα πιο πάνω νομικά πρόσωπα, υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δραχμών και ήδη από το 1996, δυνάμει του άρθρου 4 παρ.3 εδ. α του Ν. 2408/1996, το ποσό των 50.000.000 δραχμών και κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 5 περ. 7 του ν. 2943/2001 το ποσό των 150.000 ευρώ, επιβάλλεται η ποινή της κάθειρξης και αν συντρέχουν ιδιαζόντως επιβαρυντικές περιστάσεις, ιδίως αν ο ένοχος εξακολούθησε επί μακρό χρόνο την εκτέλεση του εγκλήματος ή το αντικείμενο του είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, επιβάλλεται η ποινή της ισόβιας κάθειρξης". (ΑΠ 1331/2016).
Από την ως άνω κύρια διάταξη του άρθρου 242 παρ. 1 ΠΚ, προκύπτει ότι για την αντικειμενική και υποκειμενική θεμελίωση του εγκλήματος της ψευδούς βεβαίωσης (γραπτό ψεύδος ή διανοητική πλαστογραφία), που είναι έγκλημα περί την υπηρεσία και όχι περί τα υπομνήματα, απαιτείται: α) ο δράστης (αυτουργός) να είναι υπάλληλος κατά την έννοια των άρθρων 13 εδ.
α' και 263Α του Π.Κ.(γνήσιο ιδιαίτερο έγκλημα), αρμόδιος καθ' ύλην και κατά τόπο για τη σύνταξη ή την έκδοση του εγγράφου και να ενεργεί μέσα στα πλαίσια της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί, έστω και κατά προσωρινή αναπλήρωση άλλου αρμόδιου υπαλλήλου, ή και υπάλληλος μη αρμόδιος, στον οποίο όμως το έγγραφο είναι εμπιστευμένο ή προσιτό ως εκ της υπηρεσίας του, β) έγγραφο κατά την έννοια του άρθρου 13 γ' ΠΚ και δη δημόσιο,κατά την έννοια του άρθρου 438 του ΚΠολΔ, δηλαδή έγγραφο που συντάσσεται από αρμόδιο καθ ύλη και κατά τόπο υπάλληλο ή λειτουργό μέσα στα πλαίσια της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί και προορίζεται για εξωτερική κυκλοφορία και πλήρη απόδειξη έναντι όλων κάθε γεγονότος που βεβαιώνεται μ' αυτό και έχει έννομη σημασία.
Το αδίκημα ολοκληρώνεται όταν το έγγραφο, στο οποίο βεβαιώνεται το ψευδές περιστατικό, εμφανίσθηκε προς τα έξω, αποκτώντας την αυξημένη αποδεικτική του ισχύ έναντι πάντων γ) βεβαίωση στο έγγραφο αυτό ψευδούς περιστατικού, δηλ. περιστατικού που δεν έλαβε χώρα ή συνέβη κατά διαφορετικό τρόπο, το οποίο μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, πράγμα το οποίο συμβαίνει, όταν το έγγραφο έχει τη νομική δυνατότητα να αποδεικνύει τη γένεση, ύπαρξη, διατήρηση, αλλοίωση ή απώλεια ενός δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσεως, και δ) δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση του δράστη, έστω και με την έννοια του ενδεχόμενου δόλου (της αμφιβολίας), ότι ενεργεί υπό την ιδιότητα του υπαλλήλου εντός της καθ' ύλην και κατά τόπο αρμοδιότητάς του και ότι το βεβαιούμενο γεγονός είναι ψευδές και στη θέληση ή αποδοχή αυτού, να βεβαιώσει το ψευδές περιστατικό, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες (ΑΠ 1331/2016, ΑΠ 1444/2016, ΑΠ 707/2017).
Για την κακουργηματική μορφή της ψευδούς βεβαίωσης απαιτείται, κατά την παρ. 3, και σκοπός του δράστη να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον αθέμιτο όφελος ή να βλάψει παράνομα άλλον, εφόσον, το όφελος ή η συνολική βλάβη υπερβαίνουν το ποσό των 120.000 ευρώ, ή στο πεδίο εφαρμογής του ν. 1608/1950 το ποσό των 150.000 ευρώ, που ο δικαστής οφείλει σε κάθε περίπτωση να προσδιορίζει, αφού πλέον συνιστά ουσιώδες στοιχείο της πράξης.
Για τη στοιχειοθέτηση της ψευδούς βεβαίωσης σε βαθμό κακουργήματος, δεν είναι απαραίτητο να πραγματοποιηθεί ο επιδιωκόμενος αυτός σκοπός ή να είναι άμεσα συνδεδεμένα με αυτήν το περιουσιακό όφελος ή η περιουσιακή βλάβη, αλλ' αρκεί ότι αυτά έχουν ενταχθεί στο εν γένει δια της ψευδούς βεβαιώσεως σχέδιο του δράστη και διαμορφώνονται με την ψευδή βεβαίωση οι προϋποθέσεις για να υπάρχει στη συνέχεια η δυνατότητα (ο κίνδυνος), έστω και με την παρεμβολή, μετά την τέλεση της πράξης της ψευδούς βεβαίωσης, άλλων ενεργειών του δράστη ή τρίτου, υπέρ του οποίου ο σκοπός οφέλους, να επέλθει το επιδιωκόμενο περιουσιακό όφελος ή η σκοπούμενη περιουσιακή βλάβη (ΑΠ 1444/2016).
IV. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠΔ, όταν εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των αποδειχθέντων περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι, κατ' αρχήν, αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικές συνθήκες τέλεσής του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή που προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτή, εκτός εάν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος), όπως π.χ στην ψευδορκία, ή η επιδίωξη ορισμένου σκοπού περαιτέρω (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση) (ΑΠ 66/2017, ΑΠ 122/2016), οπότε η ύπαρξη τέτοιου δόλου πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως (ΑΠ 290/2016), Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά.
Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω και κατά το είδος τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα.
V. Κατά το αρθ. 510 παρ. 1 στοιχ Ε' ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης συνιστά η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (ΑΠ 817/2016, ΑΠ 1278/2016).
VI. Στην προκείμενη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, με την προσβαλλόμενη υπ' αρ. 49/2017 απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του και μνημονεύει κατ' είδος, αποδείχθηκαν τα εξής: "Ο κατηγορούμενος, Θ.
Γ., … στους κατωτέρω χρόνους, ενώ ήταν υπάλληλος κατά ιην έννοια του αρθρ. 13α ΠΚ, δηλαδή πρόσωπο, στο οποίο είχε νόμιμα ανατεθεί η άοκηση δημόσιας υπηρεσίας, ενεργώντας με πρόθεση, με περισσότερες από μία πράξεις, οι οποίες συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, ιδιοποιήθηκε παρανόμως χρήματα, τα οποία έλαβε λόγω ιης ανωτέρω ιδιότητάς του, το αντικείμενο δε της πράξης του υπερβαίνει συνολικά σε αξία το ποσό των 120.000 ευρώ.
Ειδικότερα, όντας υπάλληλος και … του δικηγορικού συλλόγου …, ενώ ήταν υπόχρεος, ούμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2753/1999 (αρθρ. 7 παρ. 3, 4, 5, 6, 7 και 8), που ισχύει από 1-1-2000, να αποδίδει στη ΔΟΥ Λευκάδας το φόρο που παρακρατήθηκε από τους υπόχρεους δικηγόρους της περιπτώσεως β' της παρ. 3 του αρθρ. 7 του προαναφερόμενου νόμου, παράνομα ιδιοποιήθηκε τα χρήμαια που έλαβε, δηλαδή ενσωμάτωσε στην περιουσία του, χωρίς νόμιμη αιτία, ώστε να μπορεί να τα διαθέτει ως κύριος αυτού με τη βούληση του, με περισσότερες επιμέρους πράξεις, το συνολικό ποσό των 314.265,90 ευρώ, το οποίο αποτελούσε έσοδο του Ελληνικού Δημοσίου που είχε εισπράξει και όφειλε να αποδώσει σ' αυτό.
Το αντικείμενο της πράξης του έχει αξία μεγαλύτερη των 120.000 ευρώ, το δε όφελος που πέτυχε για τον εαυτό του και η αντίστοιχη ζημία που προξενήθηκε στο Ελληνικό Δημόσιο υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ. Συγκεκριμένα, …, κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2000 έως 30-6-2005, με την ως άνω ιδιότητα του, με πρόθεση και ενώ εισέπραξε τα κάτωθι αναφερόμενα χρηματικά ποσά, τα οποία αφορούσαν παρακρατούμενο φόρο με συντελεστή 15% στο ακαθάριστο ποσό της ελάχιστης αμοιβής των δικηγόρων που αναγράφεται στα τετραπλότυπα γραμμάτια είσπραξης του Δικηγορικού Συλλόγου …, οι οποίοι (δικηγόροι) παραστάθηκαν σε ποινικές και αστικές υποθέσεις ενώπιον των Δικαστηρίων του Πρωτοδικείου Λευκάδας στον ως άνω χρόνο, δεν απέδωσε στη ΔΟΥ Λευκάδας, όπως όφειλε κατά νόμο, εντός διμήνου για κάθε έτος (7§ 6 β Ν. 2753/1999 σε ουνδ. 59§1 Ν. 2238/1994) τα χρηματικά ποσά που έλαβε και ιδιοποιήθηκε παράνομα για το έτος 2000 (από 1-1-2000 έως 31-12-2000) το ποσό 23.586,20 ευρώ, για το έτος 2001 ποσό 60.961,67 ευρώ, για το έτος 2002 ποσό 55.084,21 ευρώ, για το έτος 2003 ποσό 62.560,16 ευρώ, για το έτος 2004 ποσό 67.885,91 ευρώ και για το πρώτο εξάμηνο του 2005 (από 1-1-2005 έως 30-6-2005) ποσό 44.187,75 ευρώ, με συνέπεια να ωφελήσει τον εαυτό του και να ζημιώσει αντίστοιχα το Ελληνικό Δημόσιο κατά το συνολικό ποσό των 314.265,90 ευρώ κατά τα προρρηθένια.
Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι τα ως άνω πραγματικά περιστατικά θεμελιώνουν και την αξιόποινη πράξη ιης φοροδιαφυγής του αρθρ. 18 Ν. 2523/1997, δηλαδή της μη απόδοσης παρακρατούμενων από αυτόν φόρων, και επομένως οι ειδικές αυτές περί αξιόποινης φοροδιαφυγής διατάξεις εκτοπίζουν εξολοκλήρου την εφαρμογή των γενικών περί κακουργηματικής υπεξαιρέσεως διατάξεων εν τη υπηρεσία (258 στοιχ.
γ περ. β' ΠΚ) είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί με την ακόλουθη αιτιολογία: Κατά μεν την παρ. 1 του αρθρ. 18 Ν. 2523/97, υπό το καθεστώς του οποίου φέρεται ότι τελέστηκε, κατά τον κατηγορούμενο, φοροδιαφυγή, όπως αυτό ίσχυε, αδίκημα μη απόδοσης ή ανακριβούς απόδοσης στο Δημόσιο... και των παρακρατούμενων...
φόρων διαπράττει ο φορολογούμενος, ο οποίος προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή αυτών, δεν απέδωσε ή απέδωσε ανακριβώς τους ως άνω φόρους, κατά δε την παρ. 2 του ιδίου ως άνω αρθρ., παρακρατούμενοι φόροι είναι εκείνοι που ρητά ορίζονται σε επί μέρους διατάξεις ότι παρακρατούνται και τελικά αποδίδονται στο Δημόσιο από πρόσωπο διάφορο του πραγματικού φορολογουμένου.
Τούτων δοθέντων, οι παραπάνω παρακρατούμενοι φόροι, συνολικού ποσού 314.265,90 ευρώ, αποτελούν φορολογική υποχρέωση των τρίτων (δικηγόρων που παραστάθηκαν σε ποινικές και αστικές υποθέσεις ενώπιον των δικαστηρίων του Πρωτοδικείου Λευκάδας) και όχι ιδία υποχρέωση του κατηγορουμένου, που υποχρεούτο να τους παρακρατήσει και να τους αποδώσει στο Δημόσιο κατά τα ως άνω (ΣΤΕ 506/13, ΣΤΕ 962-3/1992, ΕΦΑΘ. 2061/16 ΔΕΕ 2016/1385, Εφ Πειρ. 869/14 ΝΟΜΟΣ) και επομένως ο τελευταίος (κατηγορούμενος) δεν είναι ποινικά υπεύθυνος για φοροδιαφυγή.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος μετά παρέλευση ορισμένου χρόνου από την ημέρα, οπότε διαπιστώθηκε η τέλεση της επίδικης αξιόποινης πράξης, και δη μέχρι την έναρξη ιης αποδεικτικής διαδικασίας στην πρωτοβάθμια δίκη, απέδωσε το ανωτέρω χρηματικό ποσό μετά των προσαυξήσεων, το οποίο είχε ιδιοποιηθεί παράνομα, στην ανωτέρω οικονομική υπηρεσία του Ελληνικού Δημοσίου, με συνέπεια να αποσβεστεί ολοσχερώς η σχετική αξίωση του Ελληνικού Δημοσίου εναντίον του.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος, όντας υπάλληλος και .. του Δικηγορικού Συλλόγου .. κατά τα ως άνω, που στα καθήκοντά του ανάγονταν η έκδοση δημοσίων εγγράφων, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, βεβαίωσε σε τέτοια έγγραφα με πρόθεση ψευδώς περιστατικά που μπορούσαν να έχουν έννομες συνέπειες, γνωρίζοντας ότι τα βεβαιούμενα γεγονότα είναι ψευδή και με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του αθέμιτο όφελος και να βλάψει παράνομα άλλον με συνολικό όφελος και αντίστοιχη συνολική βλάβη που υπερβαίνουν τα 120.000 ευρώ, το δε όφελος που πέτυχε για τον εαυτό του και η αντίστοιχη ζημία που προξενήθηκε στο Ελληνικό Δημόσιο υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 150.000 ευρώ.
Ειδικότερα στη .. κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2001 έως 31-12-2004, με την ως άνω ιδιότητα του, εξέδωσε βεβαιώσεις τις οποίες χορήγησε σε δικηγόρους, προκειμένου αυτοί να τις καταθέσουν στην αρμόδια ΔΟΥ με την υποβολή της σχετικής φορολογικής τους δήλωσης και στις οποίες με πρόθεση βεβαίωσε ψευδώς ότι τον παρακρατούμενο από τον εκάστοτε δικηγόρο φόρο, για κάθε αντίστοιχο προηγούμενο οικονομικό έτος, όπως ο παρακρατούμενος φόρος αναγράφεται ξεχωριστά σε καθεμία από τις βεβαιώσεις που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο και ανέρχεται σε ποσοστό 15% επί του ακαθάριστου ποσού των αμοιβών που αναγράφονται στα τετραπλότυπα γραμμάτια, απέδωσε στη ΔΟΥ Λευκάδας με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του αθέμιτο όφελος και να βλάψει παράνομα άλλον με συνολικό όφελος και αντίστοιχη συνολική βλάβη ποσού 233.715,10 ευρώ, δηλαδή του ποσού που αναγράφεται στις παραπάνω ψευδείς βεβαιώσεις ότι παρακρατήθηκε και αποδόθηκε στο Δημόσιο.
Συγκεκριμένα, κατά τον ως άνω τόπο και χρόνο, εξέδωσε τις ανωτέρω βεβαιώσεις περί απόδοσης του παρακρατηθέντος φόρου, συνολικού ποσού 233.715,10 ευρώ και τις χορήγησε στους δικηγόρους, όπως τα ποσά του φόρου ανά έτος, δικηγορικό σύλλογο και δικηγόρο ατομικά αναλυτικά αναφέρονται στο διατακτικό της παρούσης, με τις οποίες βεβαίωσε ότι ο φόρος που παρακρατήθηκε αποδόθηκε στο Δημόσιο κατά τα ως άνω.
Η αλήθεια όμως είναι ότι, αφού εισέπραξε τα μερικότερα ποσά, συνολικού ύψους 233.715,10 ευρώ, δεν τα απέδωσε στη ΔΟΥ Λευκάδας, με σκοπό να ωφελήσει τον εαυτό του και αντίστοιχα να ζημιώσει το ελληνικό Δημόσιο κατά το προαναφερόμενο ποσό. Ο κατηγορούμενος γνώριζε και ήθελε να βεβαιώσει τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, που δεν ήταν αληθινά και που μπορούσαν να έχουν έννομες συνέπειες, αφού οι ψευδείς βεβαιώσεις, που προορίζονταν για εξωτερική κυκλοφορία και πλήρη απόδειξη έναντι όλων, απεδείκνυαν έναντι των δικηγόρων, στους οποίους χορηγήθηκαν για φορολογική χρήση, και έναντι της αρμόδιας ΔΟΥ Λευκάδας, στην οποία κατατέθηκαν με την υποβολή της σχετικής φορολογικής τους δήλωσης, ότι ο παρακρατούμενος φόρος είχε αποδοθεί στη ΔΟΥ Λευκάδας, με συνέπεια η ως άνω ΔΟΥ, η οποία προέβη με βάση βεβαιώσεις αυτές σε εκκαθάριση των φορολογικών δηλώσεων, να έχει εισπράξει επί τέσσερα χρόνια (2001 - 2004) μικρότερα χρηματικά ποσά για κάθε φορολογούμενο δικηγόρο, το όνομα του οποίου αναγραφόταν σ' αυτές, αφού είχε αφαιρέσει τον φερόμενο ως αποδοθέντα φόρο.
Σκοπός του κατηγορουμένου ήταν να προσπορίσει στον εαυτό του αθέμιτο όφελος και να βλάψει παράνομα το Ελληνικό Δημόσιο κατά το προαναφερόμενο ποσό, ο οποίος (σκοπός) αποδεικνύεται κυρίως από το γεγονός ότι επί τέσσερα συναπτά έτη δεν απέδιδε στην αρμόδια ΔΟΥ Λευκάδας τους παρακρατούμενους φόρους, τους οποίους και απέδωσε μετά τη διενέργεια προσωρινού ελέγχου, τον οποίο διενήργησε στον Δικηγορικό Σύλλογο … Γ.
Β., αρμοδία υπάλληλος της ΔΟΥ Λευκάδας, η οποία και συνέταξε την από 11/8/2005 σχετική έκθεση, που αναγνώστηκε στο ακροατήριο. Επομένως οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί του κατηγορουμένου είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος με την ελαφρυντική περίσταση του αρθρ. 84§2δ
ΙΙΚ, όπως και πρωτοδίκως, όπως στο διατακτικό".
Ακολούθως κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο του ότι : "Α) Όντας υπάλληλος και δη ..του Δικηγορικού Συλλόγου .., ενώ ήταν υπόχρεος, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 2753/1999 (άρθρο 7 παρ. 3, 4, 5, 6, 7 και 8) που ισχύει από 1-1-2000, να αποδίδει στη Δ. Ο.Υ. Λευκάδας το φόρο που παρακρατήθηκε από τους υπόχρεους δικηγόρους της περιπτώσεως β1 της παραγρ. 3 του άρθρου 7 του προαναφερόμενου νόμου, με περισσότερες από μία πράξεις, οι οποίες συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, παράνομα ιδιοποιήθηκε τα χρήματα που έλαβε και το αντικείμενο της πράξης του είχε αξία μεγαλύτερη των 120.000 ευρώ, το δε όφελος που πέτυχε για τον εαυτό του και η αντίστοιχη ζημία που προξενήθηκε στο Ελληνικό Δημόσιο υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ και συγκεκριμένα στη Λευκάδα, κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2000 έως 30-6-2005, με την ως άνω ιδιότητα του, με πρόθεση και ενώ εισέπραξε τα κάτωθι αναφερόμενα χρηματικά ποσά, τα οποία αφορούσαν παρακρατούμενο φόρο με συντελεστή 15% στο ακαθάριστο ποσό της ελάχιστης αμοιβής των δικηγόρων που αναγράφεται στα παραστατικά γραμμάτια είσπραξης του Δικηγορικού Συλλόγου Λευκάδας, οι οποίοι (δικηγόροι) παραστάθηκαν σε ποινικές και αστικές υποθέσεις ενώπιον των Δικαστηρίων του Πρωτοδικείου Λευκάδας στον ως άνω χρόνο, δεν απέδωσε στη Δ.
Ο. Υ. Λευκάδας, όπως όφειλε κατά νόμον, εντός διμήνου για κάθε έτος τα χρηματικά ποσά που έλαβε και ειδικότερα ιδιοποιήθηκε παράνομα για το έτος 2000 (από 1-1-2000 έως 31-12-2000) ποσό 23.586,20 ευρώ, για το έτος 2001 ποσό 60.961,67 ευρώ, για το έτος 2002 ποσό 55.084,21 ευρώ, για το έτος 2003 ποσό 62.560,16 ευρώ, για το έτος 2004 ποσό 67.885,91 ευρώ και για το πρώτο εξάμηνο του 2005 (από 1-1-2005 έως 30-6-2005) ποσό 44.187,75 ευρώ, με συνέπεια να ωφελήσει τον εαυτό του και να ζημιώσει αντίστοιχα το Ελληνικό Δημόσιο κατά το συνολικό ποσό των 314.265,90 ευρώ και Β) Όντας υπάλληλος και δη … του Δικηγορικού Συλλόγου …, που στα καθήκοντα του ανάγονταν η έκδοση δημοσίων εγγράφων, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, βεβαίωσε σε τέτοια έγγραφα με πρόθεση ψευδή περιστατικά που μπορούσαν να έχουν έννομες συνέπειες, με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του αθέμιτο όφελος και να βλάψει παράνομα άλλον με συνολικό όφελος και αντίστοιχη συνολική βλάβη, ποσό που υπερβαίνει τα 120.000 ευρώ, το δε όφελος που πέτυχε για τον εαυτό του και η αντίστοιχη ζημία που προξενήθηκε στο Ελληνικό Δημόσιο υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 150.000 ευρώ και ειδικότερα …, κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2001 μέχρι και 30-12-2004, με την ως άνω ιδιότητα του, εξέδωσε βεβαιώσεις τις οποίες χορήγησε σε δικηγόρους, προκειμένου αυτοί να τις καταθέσουν στην αρμόδια Δ.
Ο. Υ., με την υποβολή της σχετικής φορολογικής τους δήλωσης και στις οποίες με πρόθεση βεβαίωσε ψευδώς ότι τον παρακρατούμενο από τον εκάστοτε δικηγόρο φόρο, για κάθε αντίστοιχο προηγούμενο οικονομικό έτος απέδωσε στη Δ. Ο. Υ. Λευκάδας με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του αθέμιτο όφελος και να βλάψει παράνομα άλλον με συνολικό όφελος και αντίστοιχη συνολική βλάβη ποσού (233.715,10) ευρώ και συγκεκριμένα κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα εξέδωσε βεβαιώσεις περί απόδοσης του παρακρατηθέντος φόρου και τις χορήγησε στους κάτωθι δικηγόρους, μέλη των παρακάτω δικηγορικών συλλόγων, όπως τα ποσά του φόρου ανά έτος, δικηγορικό σύλλογο και δικηγόρο ατομικά, αναλυτικά αναφέρονιαι στον παρακάτω πίνακα, ήτοι:
1 Δικηγορικός σύλλογος ΑΓΡΙΝΙΟΥ Το άθροισμα των παρακρατούμενων φόρων για τα έτη 2000, 2001, 2002, 2003, 2004 σύμφωνα με τις βεβαιώσεις είναι 2,991,94 ευρώ και ανά έτος η ανάλυση είναι:
ΕΤΗ 2000 2001 2002 2003 2004 ΠΟΣΑ ΣΕ € 583,28 564,57 847,03 474,62 522,45 2. Δικηγορικός Σύλλογος Πρέβεζας Το άθροισμα των παρακρατούμενων φόρων για τα έτη 2000, 2001, 2002, 2003, 2004 σύμφωνα με τις βεβαιώσεις είναι 1.214,12€ και ανά έτος είναι:
ΕΤΗ 2000 2001 2002 2003 2004 ΠΟΣΑ ΣΕ € 185,77 159,45 421,14 202,06 245,7 3. Δικηγορικός Σύλλογος ΠΑΤΡΑΣ Το άθροισμα των παρακρατούμενων φόρων για έτη 2000, 2001, 2002, 2003, 2004 σύμφωνα με τις βεβαιώσεις είναι 2.763,48€ και ανά έτος η ανάλυση είναι:
ΕΤΗ 2000 2001 2002 2003 2004 ΠΟΣΑ ΣΕ € 321,35 866,32 518,99 798,29 258,53 4. Δικηγορικός Σύλλογος ΑΘΗΝΩΝ Το άθροισμα των παρακρατούμενων φόρων για τα έτη 2000, 2001, 2002, 2003, 2004 σύμφωνα με τις βεβαιώσεις είναι 760,33€ και ανά έτος η ανάλυση είναι:
ΕΤΗ 2000 2001 2002 2003 2004 ΠΟΣΑ ΣΕ € 107,41 263,24 295,15 52,68 41,85 5. Δικηγορικός Σύλλογος ΠΕΙΡΑΙΩΣ Το άθροισμα των παρακρατούμενων φόρων για έτη 2000, 2001, 2002, 2003, 2004 σύμφωνα με τις βεβαιώσεις είναι 195.05€ και ανά έτος η ανάλυση είναι:
ΕΤΗ 2000 2001 2002 2003 2004 ΠΟΣΑ ΣΕ € 0 27,23 67,35 57,45 45,52 6. Δικηγορικός Σύλλογος ΛΕΥΚΑΔΑΣ Το άθροισμα των παρακρατούμενων φόρων για τα έτη 2000, 2001, 2002, 2003, 2004 σύμφωνα με τις βεβαιώσεις είναι 178.998,37€ και ανά έτος η ανάλυση είναι:
ΕΤΗ 2000 2001 2002 2003 2004 ΠΟΣΑ ΣΕ € 16.854,00 41.888,44 37.170,63 38.799,98 44.285,32 7. Δικηγορικός Σύλλογος ΒΟΝΙΤΣΑΣ Το άθροισμα των παρακρατούμενων φόρων για τα έτη 2000, 2001, 2002, 2003, 2004 σύμφωνα με βεβαιώσεις είναι 44.452,07€ και ανά έτος η ανάλυση είναι:
ΕΤΗ 2000 2001 2002 2003 2004 ΠΟΣΑ ΣΕ € 4.016,43 10.350,68 7.891,74 11802,87 10.390,35 8. Δικηγορικός σύλλογος ΚΕΦΑΛΛΗΝΙΑΣ Το άθροισμα των παρακρατούμενων φόρων για τα έτη 2000, 2001, 2002, 2003, 2004 σύμφωνα με τις βεβαιώσεις είναι 235,82€ και ανά έτος η ανάλυση είναι:
ΕΤΗ 2000 2001 2002 2003 2004 ΠΟΣΑ ΣΕ € 0 44,02 25,75 0 166,05 9. Δικηγορικός σύλλογος ΑΙΓΙΟΥ Το άθροισμα των παρακρατούμενων φόρων για τα έτη 2000, 2001, 2002, 2003, 2004 σύμφωνα με τις βεβαιώσεις είναι 166,05€ και ανά έτος η ανάλυση είναι:
ΕΤΗ 2000 2001 2002 2003 2004 ΠΟΣΑ ΣΕ € 0 0 0 0 166,05 10. Δικηγορικός σύλλογος ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ Το άθροισμα των παρακρατούμενων φόρων για τα έτη 2000, 2001, 2002, 2003, 2004 σύμφωνα με τις βεβαιώσεις είναι 341,33€ και ανά έτος η ανάλυση είναι:
ΕΤΗ 2000 2001 2002 2003 2004 ΠΟΣΑ ΣΕ € 20,25 0 81,21 97,07 142,8 11. Δικηγορικός σύλλογος ΚΕΡΚΥΡΑΣ Το άθροισμα των παρακρατούμενων φόρων για τα έτη 2000, 2001, 2002, 2003, 2004 σύμφωνα με τις βεβαιώσεις είναι 385,17€ και ανά έτος η ανάλυση είναι:
ΕΤΗ 2000 2001 2002 2003 2004 ΠΟΣΑ ΣΕ € 157,59 176,08 0,00 51,50 0,00 12. Δικηγορικός σύλλογος ΠΥΡΓΟΥ Το άθροισμα των παρακρατούμενων φόρων για τα έτη 2000, 2001, 2002, 2003, 2004 σύμφωνα με τις βεβαιώσεις είναι 334,55€ και ανά έτος η ανάλυση είναι:
ΕΤΗ 2000 2001 2002 2003 2004 ΠΟΣΑ ΣΕ € 0,00 334,55 0,00 0 0,00 13. Δικηγορικός σύλλογος ΛΑΜΙΑΣ Το άθροισμα των παρακρατούμενων φόρων για τα έτη 2000, 2001, 2002, 2003, 2004 σύμφωνα με τις βεβαιώσεις είναι 7,92€ και ανά έτος η ανάλυση είναι:
ΕΤΗ 2000 2001 2002 2003 2004 ΠΟΣΑ ΣΕ € 0,00 334,55 0,00 7,92 0 14. Δικηγορικός σύλλογος ΤΡΙΚΑΛΩΝ Το άθροισμα των παρακρατούμενων φόρων για τα έτη 2000, 2001, 2002, 2003, 2004 σύμφωνα με τις βεβαιώσεις είναι 87,16€ και ανά έτος η ανάλυση είναι:
ΕΤΗ 2000 2001 2002 2003 2004 ΠΟΣΑ ΣΕ € 0,00 0 0,00 87,16 0 15. Δικηγορικός σύλλογος ΝΑΥΠΛΙΟΥ Το άθροισμα των παρακρατούμενων φόρων για τα έτη 2000, 2001, 2002, 2003, 2004 σύμφωνα με τις βεβαιώσεις είναι 25,75€ και ανά έτος η ανάλυση είναι:
ΕΤΗ 2000 2001 2002 2003 2004 ΠΟΣΑ ΣΕ € 0,00 25,75 0,00 87,16 0,00 16. Δικηγορικός σύλλογος ΛΑΡΙΣΑΣ Το άθροισμα των παρακρατούμενων φόρων για τα έτη 2000, 2001, 2002, 2003, 2004 σύμφωνα με τις βεβαιώσεις είναι 82,18€ και ανά έτος η ανάλυση είναι:
ΕΤΗ 2000 2001 2002 2003 2004 ΠΟΣΑ ΣΕ € 12,33 0,00 15,85 0,00 54,00 17. Δικηγορικός σύλλογος ΜΕΣΟΛΟΓΓΙΟΥ Το άθροισμα των παρακρατούμενων φόρων για τα έτη 2000, 2001, 2002, 2003, 2004 σύμφωνα με τις βεβαιώσεις είναι 673,80€ και ανά έτος η ανάλυση είναι:
ΕΤΗ 2000 2001 2002 2003 2004 ΠΟΣΑ ΣΕ € 72,19 146,59 135,11 269,4 50,51 Ενώ η αλήθεια είναι ότι αφού εισέπραξε τα ως άνω αναφερόμενα ποσά, δεν τα απέδωσε στη ΔΟΥ ΛΕΥΚΑΔΑΣ, με σκοπό να ωφελήσει τον εαυτό του και αντίστοιχα να ζημιώσει το Ελληνικό Δημόσιο κατά το συνολικό ποσό των 233715,10 ευρώ".
VII. Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, αναφορικά με την πρώτη πράξη, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, η οποία συντίθεται από το σκεπτικό και το διατακτικό της που αλληλοσυμπληρώνονται, την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στήριξε την κρίση του για τη συνδρομή των στοιχείων που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της κακουργηματικής υπεξαίρεσης στην υπηρεσία σε βάρος του Δημοσίου, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, και τους νομικούς συλλογισμούς υπαγωγής αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 εδ. α, 27 και 258 στ. γ περ.ββ του ΠΚ, άρθρο 1 παρ. 1 ν. 1608/1950,τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία και έτσι δεν στέρησε αυτήν νόμιμης βάσης .
Η αντίθετη αιτίαση του αναιρεσείοντα, ότι εσφαλμένα εφαρμόσθηκε η διάταξη του άρθρου 258 ΠΚ, αντί της εφαρμοστέας, συρρέουσας φαινομενικά, ειδικής διάταξης περί φοροδιαφυγής του άρθρου 18 του ν. 2523/1997,όπως ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης και όριζε ότι " 1. Αδίκημα μη απόδοσης ... στο Δημόσιο ... και των παρακρατούμενων και επιρριπτόμενων φόρων, ... διαπράττει ο φορολογούμενος ο οποίος προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή αυτών δεν απέδωσε ...τους άνω φόρους, ... τιμωρούμενος: α) ...", είναι αβάσιμη. Τούτο διότι, στην προκείμενη περίπτωση εφαρμοστέα είναι μόνο η διάταξη του άρθρου 258 ΠΚ που προβλέπει υπεξαίρεση ειδικώς από υπάλληλο, κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. α και 263Α του ΠΚ, όπως είναι ο πρόεδρος δικηγορικού συλλόγου, που αποτελεί νπδδ, ο οποίος δυνάμει της προαναφερθείσας διάταξης του άρθρου 7 του ν. 2753/1999 έχει αυτοτελή ευθύνη για απόδοση των φόρων που παρακρατήθηκαν από τον οικείο δικηγορικό σύλλογο από τους φορολογούμενους δικηγόρους και ο οποίος υπό την ιδιότητά του αυτή ιδιοποιήθηκε παράνομα τους παρακρατηθέντες αυτούς φόρους.
Συνεπώς, είναι απορριπτέοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στ. Δ' και Ε' ΚΠΔ σχετικοί λόγοι αναίρεσης περί έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και περί εσφαλμένης εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης.
VIII. Ως προς τη δεύτερη πράξη της κακουργηματικής ψευδούς βεβαίωσης, το Δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 242 παρ. 1 του ΠΚ, διότι δεν συντρέχουν τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης του εν λόγω εγκλήματος και δη η βεβαίωση στο έγγραφο (ψευδούς) περιστατικού, το οποίο μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, αφού η ψευδώς βεβαιούμενη απόδοση εκ μέρους του κατηγορούμενου στην αρμόδια ΔΟΥ των παρακρατηθέντων από κάθε δικηγόρο φόρων δεν έχει οποιαδήποτε έννομη συνέπεια σχετικά με την εκκαθάριση των φορολογικών δηλώσεων των δικηγόρων αυτών και επιβολή φόρων . Τούτο, διότι υπεύθυνος έναντι του Δημοσίου για απόδοση σε αυτό των παρακρατηθέντων ποσών των φόρων είναι, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 7 παρ.6 του ν. 2753/1999, ο πρόεδρος του οικείου δικηγορικού συλλόγου και όχι κάθε δικηγόρος μεμονωμένα, για την αφαίρεση δε από το συνολικό φόρο των παρακρατηθέντων φόρων για τον εκάστοτε δικηγόρο κατά την εκκαθάριση της δήλωσής του από την αρμόδια ΔΟΥ, λαμβάνεται υπόψη η πραγματοποιηθείσα παρακράτηση των φόρων από τον οικείο δικηγορικό σύλλογο, ανεξαρτήτως της απόδοσής τους από τον ορισθέντα από το νόμο υπεύθυνο προς τούτο Πρόεδρο του, ο οποίος και ευθύνεται έναντι του Δημοσίου.
Συνεπώς, δεδομένου ότι δεν στοιχειοθετείται αντικειμενικά το αδίκημα της ψευδούς βεβαίωσης, για το οποίο επίσης καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, πρέπει, κατά παραδοχή ως βάσιμου του εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Ε' ΚΠΔ λόγου αναίρεσης, να αναιρεθεί κατά τούτο η προσβαλλόμενη απόφαση, ήτοι κατά το κεφάλαιο που αφορά την καταδίκη του αναιρεσείοντα για το αδίκημα της ψευδούς βεβαίωσης, και δεδομένου ότι δεν συντρέχει περίπτωση παραπομπής της υπόθεσης, αφού δεν στοιχειοθετείται αντικειμενικά ως προς τον αναιρεσείοντα το άνω έγκλημα ούτε άλλη αξιόποινη πράξη, να κηρυχθεί αυτός αθώος του πιο πάνω εγκλήματος της ψευδούς βεβαίωσης (518 παρ.. 1 ΚΠΔ).
Μετά ταύτα, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη και κατά το κεφάλαιο περί επιβολής συνολικής ποινής, απαλειφομένης της διάταξης που αφορά στην επιβληθείσα για τη μη αξιόποινη αυτή πράξη (242 ΠΚ) ποινή του ενός έτους αλλά και αυτής που αφορά στον καθορισμό της συνολικής ποινής, κατά το μέρος που επαυξήθηκε κατά έξι μήνες η επιβληθείσα για τη συρρέουσα αξιόποινη πράξη του άρθρου 258 ΠΚ ποινή του ενός έτους, οπότε, μετά την απάλειψη, παραμένει μόνο η επιβληθείσα για την πράξη του άρθρου 258 ΠΚ ποινή, ήτοι αυτή του (1) ενός έτους.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αρ. 49/2017 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας και δη α) κατά το μέρος που κηρύσσει ένοχο τον κατηγορούμενο για τη δεύτερη πράξη της κακουργηματικής ψευδούς βεβαίωσης και β) κατά τις διατάξεις που αφορούν αφενός στην επιβληθείσα για τη μη αξιόποινη αυτή πράξη ποινή του ενός έτους, αφετέρου στον καθορισμό της συνολικής ποινής (94 ΠΚ), κατά το μέρος που επαυξήθηκε κατά έξι μήνες η επιβληθείσα για τη συρρέουσα αξιόποινη πράξη του άρθρου 258 ΠΚ ποινή του ενός έτους .
Κηρύσσει τον αναιρεσείοντα, Θ. Γ. του Σ., αθώο του ότι "Β) Όντας υπάλληλος και δη … του Δικηγορικού Συλλόγου Λευκάδας, που στα καθήκοντα του ανάγονταν η έκδοση δημοσίων εγγράφων, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, βεβαίωσε σε τέτοια έγγραφα με πρόθεση ψευδή περιστατικά που μπορούσαν να έχουν έννομες συνέπειες, με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του αθέμιτο όφελος και να βλάψει παράνομα άλλον με συνολικό όφελος και αντίστοιχη συνολική βλάβη, ποσό που υπερβαίνει τα 120.000 ευρώ, το δε όφελος που πέτυχε για τον εαυτό του και η αντίστοιχη ζημία που προξενήθηκε στο Ελληνικό Δημόσιο υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 150.000 ευρώ και ειδικότερα στη Λευκάδα, κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2001 μέχρι και 30-12- 2004, με την ως άνω ιδιότητα του, εξέδωσε βεβαιώσεις τις οποίες χορήγησε σε δικηγόρους, προκειμένου αυτοί να τις καταθέσουν στην αρμόδια Δ.
Ο. Υ., με την υποβολή της σχετικής φορολογικής τους δήλωσης και στις οποίες με πρόθεση βεβαίωσε ψευδώς ότι τον παρακρατούμενο από τον εκάστοτε δικηγόρο φόρο, για κάθε αντίστοιχο προηγούμενο οικονομικό έτος απέδωσε στη Δ. Ο. Υ. Λευκάδας με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του αθέμιτο όφελος και να βλάψει παράνομα άλλον με συνολικό όφελος και αντίστοιχη συνολική βλάβη ποσού (233.715,10) ευρώ και συγκεκριμένα κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα εξέδωσε βεβαιώσεις περί απόδοσης του παρακρατηθέντος φόρου και τις χορήγησε στους κάτωθι δικηγόρους, μέλη των παρακάτω δικηγορικών συλλόγων, όπως τα ποσά του φόρου ανά έτος, δικηγορικό σύλλογο και δικηγόρο ατομικά, αναλυτικά αναφέρονται στον παρακάτω πίνακα, ήτοι:
1. Δικηγορικός σύλλογος ΑΓΡΙΝΙΟΥ Το άθροισμα των παρακρατούμενων φόρων για τα έτη 2000, 2001, 2002, 2003, 2004 σύμφωνα με τις βεβαιώσεις είναι 2,991,94 ευρώ και ανά έτος η ανάλυση είναι:
ΕΤΗ 2000 2001 2002 2003 2004 ΠΟΣΑ ΣΕ € 583,28 564,57 847,03 474,62 522,45 2. Δικηγορικός Σύλλογος Πρέβεζας Το άθροισμα των παρακρατούμενων φόρων για τα έτη 2000, 2001, 2002, 2003, 2004 σύμφωνα με τις βεβαιώσεις είναι 1.214,12€ και ανά έτος είναι:
ΕΤΗ 2000 2001 2002 2003 2004 ΠΟΣΑ ΣΕ € 185,77 159,45 421,14 202,06 245,7 3. Δικηγορικός Σύλλογος ΠΑΤΡΑΣ Το άθροισμα των παρακρατούμενων φόρων για έτη 2000, 2001, 2002, 2003, 2004 σύμφωνα με τις βεβαιώσεις είναι 2.763,48€ και ανά έτος η ανάλυση είναι:
ΕΤΗ 2000 2001 2002 2003 2004 ΠΟΣΑ ΣΕ € 321,35 866,32 518,99 798,29 258,53 4. Δικηγορικός Σύλλογος ΑΘΗΝΩΝ Το άθροισμα των παρακρατούμενων φόρων για τα έτη 2000, 2001, 2002, 2003, 2004 σύμφωνα με τις βεβαιώσεις είναι 760,33€ και ανά έτος η ανάλυση είναι:
ΕΤΗ 2000 2001 2002 2003 2004 ΠΟΣΑ ΣΕ € 107,41 263,24 295,15 52,68 41,85 5. Δικηγορικός Σύλλογος ΠΕΙΡΑΙΩΣ Το άθροισμα των παρακρατούμενων φόρων για έτη 2000, 2001, 2002, 2003, 2004 σύμφωνα με τις βεβαιώσεις είναι 195.05€ και ανά έτος η ανάλυση είναι:
ΕΤΗ 2000 2001 2002 2003 2004 ΠΟΣΑ ΣΕ € 0 27,23 67,35 57,45 45,52 6. Δικηγορικός Σύλλογος ΛΕΥΚΑΔΑΣ Το άθροισμα των παρακρατούμενων φόρων για τα έτη 2000, 2001, 2002, 2003, 2004 σύμφωνα με τις βεβαιώσεις είναι 178.998,37€ και ανά έτος η ανάλυση είναι:
ΕΤΗ 2000 2001 2002 2003 2004 ΠΟΣΑ ΣΕ € 16.854,00 41.888,44 37.170,63 38.799,98 44.285,32 7. Δικηγορικός Σύλλογος ΒΟΝΙΤΣΑΣ Το άθροισμα των παρακρατούμενων φόρων για τα έτη 2000, 2001, 2002, 2003, 2004 σύμφωνα με βεβαιώσεις είναι 44.452,07€ και ανά έτος η ανάλυση είναι:
ΕΤΗ 2000 2001 2002 2003 2004 ΠΟΣΑ ΣΕ € 4.016,43 10.350,68 7.891,74 11802,87 10.390,35 8. Δικηγορικός σύλλογος ΚΕΦΑΛΛΗΝΙΑΣ Το άθροισμα των παρακρατούμενων φόρων για τα έτη 2000, 2001, 2002, 2003, 2004 σύμφωνα με τις βεβαιώσεις είναι 235,82€ και ανά έτος η ανάλυση είναι:
ΕΤΗ 2000 2001 2002 2003 2004 ΠΟΣΑ ΣΕ € 0 44,02 25,75 0 166,05 9. Δικηγορικός σύλλογος ΑΙΓΙΟΥ Το άθροισμα των παρακρατούμενων φόρων για τα έτη 2000, 2001, 2002, 2003, 2004 σύμφωνα με τις βεβαιώσεις είναι 166,05€ και ανά έτος η ανάλυση είναι:
ΕΤΗ 2000 2001 2002 2003 2004 ΠΟΣΑ ΣΕ € 0 0 0 0 166,05 10. Δικηγορικός σύλλογος ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ Το άθροισμα των παρακρατούμενων φόρων για τα έτη 2000, 2001, 2002, 2003, 2004 σύμφωνα με τις βεβαιώσεις είναι 341,33€ και ανά έτος η ανάλυση είναι:
ΕΤΗ 2000 2001 2002 2003 2004 ΠΟΣΑ ΣΕ € 20,25 0 81,21 97,07 142,8 11. Δικηγορικός σύλλογος ΚΕΡΚΥΡΑΣ Το άθροισμα των παρακρατούμενων φόρων για τα έτη 2000, 2001, 2002, 2003, 2004 σύμφωνα με τις βεβαιώσεις είναι 385,17€ και ανά έτος η ανάλυση είναι:
ΕΤΗ 2000 2001 2002 2003 2004 ΠΟΣΑ ΣΕ € 157,59 176,08 0,00 51,50 0,00 12. Δικηγορικός σύλλογος ΠΥΡΓΟΥ Το άθροισμα των παρακρατούμενων φόρων για τα έτη 2000, 2001, 2002, 2003, 2004 σύμφωνα με τις βεβαιώσεις είναι 334,55€ και ανά έτος η ανάλυση είναι:
ΕΤΗ 2000 2001 2002 2003 2004 ΠΟΣΑ ΣΕ € 0,00 334,55 0,00 0 0,00 13. Δικηγορικός σύλλογος ΛΑΜΙΑΣ Το άθροισμα των παρακρατούμενων φόρων για τα έτη 2000, 2001, 2002, 2003, 2004 σύμφωνα με τις βεβαιώσεις είναι 7,92€ και ανά έτος η ανάλυση είναι:
ΕΤΗ 2000 2001 2002 2003 2004 ΠΟΣΑ ΣΕ € 0,00 334,55 0,00 7,92 0 14. Δικηγορικός σύλλογος ΤΡΙΚΑΛΩΝ Το άθροισμα των παρακρατούμενων φόρων για τα έτη 2000, 2001, 2002, 2003, 2004 σύμφωνα με τις βεβαιώσεις είναι 87,16€ και ανά έτος η ανάλυση είναι:
ΕΤΗ 2000 2001 2002 2003 2004 ΠΟΣΑ ΣΕ € 0,00 0 0,00 87,16 0 15. Δικηγορικός σύλλογος ΝΑΥΠΛΙΟΥ Το άθροισμα των παρακρατούμενων φόρων για τα έτη 2000, 2001, 2002, 2003, 2004 σύμφωνα με τις βεβαιώσεις είναι 25,75€ και ανά έτος η ανάλυση είναι:
ΕΤΗ 2000 2001 2002 2003 2004 ΠΟΣΑ ΣΕ € 0,00 25,75 0,00 87,16 0,00 16. Δικηγορικός σύλλογος ΛΑΡΙΣΑΣ Το άθροισμα των παρακρατούμενων φόρων για τα έτη 2000, 2001, 2002, 2003, 2004 σύμφωνα με τις βεβαιώσεις είναι 82,18€ και ανά έτος η ανάλυση είναι:
ΕΤΗ 2000 2001 2002 2003 2004 ΠΟΣΑ ΣΕ € 12,33 0,00 15,85 0,00 54,00 17. Δικηγορικός σύλλογος ΜΕΣΟΛΟΓΓΙΟΥ Το άθροισμα των παρακρατούμενων φόρων για τα έτη 2000, 2001, 2002, 2003, 2004 σύμφωνα με τις βεβαιώσεις είναι 673,80€ και ανά έτος η ανάλυση είναι:
ΕΤΗ 2000 2001 2002 2003 2004 ΠΟΣΑ ΣΕ € 72,19 146,59 135,11 269,4 50,51 Ενώ η αλήθεια είναι ότι αφού εισέπραξε τα ως άνω αναφερόμενα ποσά, δεν τα απέδωσε στη ΔΟΥ Λευκάδας, με σκοπό να ωφελήσει τον εαυτό του και αντίστοιχα να ζημιώσει το Ελληνικό Δημόσιο κατά το συνολικό ποσό των 233.715,10 Ευρώ." Απαλείφει από την άνω απόφαση τις διατάξεις: α) περί επιβολής ποινής φυλάκισης ενός (1) έτους για την πράξη της ψευδούς βεβαίωσης και β) περί επαύξησης,για τον καθορισμό της συνολικής ποινής, της συντρέχουσας ποινής του ενός έτους κατά έξι (6) μήνες.
Απορρίπτει, κατά τα λοιπά, την υπ' αρ. πρωτ. 11211/2017 αίτηση-δήλωση για αναίρεση της ως άνω απόφασης .
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Σεπτεμβρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Δεκεμβρίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟ
Σ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ