Legislator Case Law & Legislation
2222/2014 AI generated

2222/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2222/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Μαΐου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/11/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 259/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3566/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24/10/2013 αίτησή τους.

Legislator headnote

AI generated

2222/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εάν η εντολή δόθηκε από περισσότερους, που ενήργησαν από κοινού, για την πληρωμή της μεσιτικής αμοιβής ευθύνονται άπαντες, εν αμφιβολία κατ' ίσα μέρη (ΑΚ 480). Εάν η εντολή δόθηκε από ένα πρόσωπο, που ενήργησε τόσο για τον εαυτό του όσο και ως αντιπρόσωπος άλλου, για την πληρωμή της μεσιτικής αμοιβής ευθύνονται αμφότεροι.

Keywords

AI generated
pricing policy cost price retail price market price bait pricing action for price reduction
AI generated
128/2014
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Αθανάσιο Καγκάνη, Αρεοπαγίτες.
1794/2014
Με τη κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία με αριθμό 4961/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε τις αντίθετες εφέσεις που είχαν ασκήσει οι διάδικοι κατά της 2558/2011 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με αυτήν είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή του αναιρεσίβλητου και αναγνωρίσθηκε ότι ο αναιρεσείων είναι υποχρεωμένος να του καταβάλει το ποσό των 165.000 ευρώ νομιμοτόκως, ως αποζημίωση από αδικοπραξία, υποχρεώθηκε δε να καταβάλει σ' αυτόν το ποσό των 20.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που έχει υποστεί. Η αίτηση και το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων αναίρεσης έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα [άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1, 569 ΚΠολΔικ] και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω.
169/2023
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαΐου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
531/2015
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/4/2009 ανακοπή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4103/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3219/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 5/2/2014 αίτησή τους.
1480/2019
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Απριλίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2222 / 2014 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2222/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα, Στυλιανή Γιαννούκου και Μιχαήλ Αυγουλέα (κωλυομένων των Αρεοπαγιτών Δημητρίου Μουστάκα και Ασπασίας Καρέλλου), Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Μαΐου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ν. Β. του Δ., 2) Γ. Β. του Δ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Μάζη και κατέθεσαν προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Α. Ι. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/11/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 259/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3566/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24/10/2013 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τρούσας ανέγνωσε την από 8/5/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του τρίτου λόγου αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την προσκομιζόμενη με επίκληση από τους αναιρεσείοντες υπ'αριθμ. 8754/6-12-2013 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Κατερίνας Γ. Κ., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, με πράξη κατάθεσης και ορισμού δικασίμου για την 25-2-2014, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον αναιρεσίβλητο, με κλήση να παραστεί κατ' αυτήν. Ο τελευταίος, κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, η οποία ορίσθηκε μετ' αναβολή εκ της αρχικής δικασίμου της 25-2-2014 και για την οποία δεν ήταν αναγκαία νέα κλήτευσή του (αρθρ. 226 παρ. 4 και 575 Κ.Πολ.Δ.), όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από το πινάκιο στη σειρά της, δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσε, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, δήλωση παραστάσεως κατά τη δικάσιμο αυτή. Επομένως, πρέπει το Δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία του (αρθρ. 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).

Κατά το άρθρο 703 παρ. 1 ΑΚ εκείνος που υποσχέθηκε αμοιβή σε κάποιον (μεσίτη) για τη μεσολάβηση ή την υπόδειξη ευκαιρίας για τη σύναψη μιας συμβάσεως έχει υποχρέωση να πληρώσει μόνο αν η σύμβαση καταρτισθεί ως συνέπεια αυτής της μεσολαβήσεως ή της υποδείξεως ευκαιρίας. Από την εν λόγω διάταξη σαφώς προκύπτει ότι κύριες προϋποθέσεις για την εφαρμογή αυτής είναι α) η υπόσχεση αμοιβής για τη μεσολάβηση ή την υπόδειξη ευκαιρίας προς σύναψη συμβάσεως και β) η κατάρτιση της συμβάσεως ως συνέπεια της μεσολαβήσεως ή της υποδείξεως του μεσίτη.

Επίσης για να δικαιούται ο τελευταίος αμοιβή πρέπει, εκτός των ανωτέρω, να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της μεσιτικής δραστηριότητας και της καταρτίσεως της πράξεως για την οποία δόθηκε η εντολή. Περαιτέρω, από την ίδια διάταξη συνάγεται ότι η υποχρέωση πληρωμής της μεσιτικής αμοιβής βαρύνει κατ' αρχήν το πρόσωπο που έδωσε την εντολή για μεσολάβηση ή υπόδειξη ευκαιρίας στο μεσίτη, άσχετα προς το αν η σκοπούμενη σύμβαση καταρτίσθηκε επ' ονόματι αυτού (του μεσιτικού εντολέα) ή τρίτου προσώπου, υπέρ των συμφερόντων του οποίου αυτός ενήργησε.

Εάν η εντολή δόθηκε από περισσότερους, που ενήργησαν από κοινού, για την πληρωμή της μεσιτικής αμοιβής ευθύνονται άπαντες, εν αμφιβολία κατ' ίσα μέρη (ΑΚ 480). Εάν η εντολή δόθηκε από ένα πρόσωπο, που ενήργησε τόσο για τον εαυτό του όσο και ως αντιπρόσωπος άλλου, για την πληρωμή της μεσιτικής αμοιβής ευθύνονται αμφότεροι.

Αμοιβή οφείλεται μόνο αν η καταρτισθείσα σύμβαση ταυτίζεται με τη σκοπούμενη. Η απόκλιση, όμως, μεταξύ του, αρχικώς, επιδιωχθέντος και του, τελικώς, επιτευχθέντος τιμήματος δεν αίρει την ταυτότητα αυτή, αφού η διαμόρφωσή του αποτελεί πάντοτε αντικείμενο διαπραγμάτευσης και ουδέποτε μπορεί να είναι εκ των προτέρων βέβαιη.

Περαιτέρω, ο από τον αριθμ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις οι παραβάσεις αφορούν κανόνες του δικονομικού δικαίου. Ως απαράδεκτο, του οποίου η από το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξη ή μη κήρυξη ιδρύει λόγο αναιρέσεως, νοείται όχι το ουσιαστικό απαράδεκτο, αλλά εκείνο που είναι συνέπεια παραβιάσεως δικονομικών διατάξεων, οι οποίες θέτουν ορισμένες προϋποθέσεις ως προς τη διαδικαστική πράξη, η μη τήρηση των οποίων αποκλείει εκ των προτέρων την πράξη (ΟλΑΠ 963/1985).

Στην προκείμενη περίπτωση με την από 10-11-2008 ένδικη αγωγή ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος ισχυρίστηκε ότι τυγχάνει επαγγελματίας μεσίτης αστικών συμβάσεων, κάτοχος της ... επαγγελματικής άδειας (αριθμός γενικού μητρώου Επαγγελμ. Επιμελητηρίου Αθηνών 130774), ότι διατηρεί μεσιτικό γραφείο στην Καλλιθέα Αττικής και ότι δυνάµει της από 6-11-2006 συµβάσεως µεσιτείας, που υπεγράφη µεταξύ αυτού και του πρώτου των εναγοµένων Δ.

Β. (μη διαδίκου στην παρούσα δίκη), ο οποίος ενεργούσε ατοµικά αλλά και κατ' εντολή και για λογαριασµό των λοιπών, αυτός του ανέθεσε µε την άνω ιδιότητά του, να ανεύρει, µεσολαβήσει και τους υποδείξει κάποιο κατάστηµα (ακίνητο), µε τις προδιαγραφές που αναφέρει σ' αυτή (αγωγή) προκειµένου να το αγοράσει είτε ο ίδιος προσωπικά είτε οι από αυτόν αντιπροσωπευόµενοι λοιποί εναγόµενοι.

Ότι η αµοιβή του (ενάγοντος) συµφωνήθηκε σε ποσοστό 2% επί του πραγµατικού τιµήµατος αγοραπωλησίας του ακινήτου, πλέον ΦΠΑ 19%. Ότι αυτός υπέδειξε στον πρώτο εναγόµενο (μη διάδικο στην παρούσα δίκη) το περιγραφόµενο στην αγωγή ακίνητο (ισόγειο κατάστηµα), ιδιοκτησίας της Φ. συζ. Φ. Κ., το οποίο τελικά οι εναγόμενοι αγόρασαν στις 11-12-2007 µε το .../2007 συµβόλαιο της συµβολαιογράφου Πειραιά Αργυρώς Ανδρουλάκη, που μεταγράφηκε νόμιμα, έναντι του συµφωνηθέντος και πραγµατικού τιµήµατος των 850.000 ευρώ.

Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, κατ'εκτίμηση του περιεχομένου του, οι αναιρεσείοντες (εναγόμενοι) προσάπτουν την αιτίαση ότι ο ενάγων- αναιρεσίβλητος δεν επικαλέστηκε ότι ενήργησε ατομικά ως μεσίτης στην κατάρτιση της μεσιτικής συμβάσεως, αλλά ως πληρεξούσιος της μεσιτικής εταιρείας "MINCHEMD S.A." και το διακριτικό τίτλο " RE/MAX CENTRUM" και επομένως έσφαλε η προσβαλλόμενη απόφαση που δεν δέχθηκε το δεύτερο λόγο της εφέσεώς τους με τον οποίο ζήτησαν την απόρριψη της αγωγής ως ενεργητικά ανομιμοποίητης και υπέπεσε έτσι στις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ. 14 και 8 ΚΠολΔ.

Επικαλούνται δε οι αναιρεσείοντες το περιεχόμενο διαδικαστικών εγγράφων άλλης δίκης. Ο λόγος αυτός και κατά τα δύο μέρη του (μη κήρυξη απαραδέκτου και λήψη από το δικαστήριο υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν) είναι αβάσιμος, καθόσον από το περιεχόµενο της αγωγής προκύπτει ότι ο ενάγων επικαλέσθηκε σύμβαση μεσιτείας μεταξύ αυτού και του πρώτου εναγομένου ενεργούντος και για λογαριασμό των λοιπών εναγομένων, μεταξύ των οποίων και οι ήδη αναιρεσείοντες στην οποία στηρίζει το δικαίωμά του για λήψη της αμοιβής του και επομένως συντρέχει στην περίπτωση αυτή η διαδικαστική προϋπόθεση της ενεργητικής νομιμοποίησής του για την άσκηση της αγωγής, ενώ το δικαστήριο με το να απορρίψει τον περί του αντιθέτου σχετικό δεύτερο λόγο της εφέσεως των αναιρεσειόντων, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Με τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια, ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ελλείψεως αιτιολογιών ή ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ελέγχεται η ορθότητα της ελάσσονος πρότασης του νομικού συλλογισμού, από την άποψη αν οι παραδοχές της απόφασης πληρούν το πραγματικό του κανόνα δικαίου που εφάρμοσε.

Επομένως ο λόγος αυτός, για να είναι ορισμένος και κατά συνέπεια παραδεκτός, πρέπει να διαλαμβάνει, πλην άλλων, 1) τις πραγματικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα δεκτά γενόμενα από αυτήν πραγματικά περιστατικά και 2) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, ήτοι σε τι συνίσταται η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις.

Η αοριστία δε του λόγου αναίρεσης δεν μπορεί να θεραπευτεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (Ολ ΑΠ 20/2005, 32/1996, 27/1998). Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, κατά το τρίτο (επικουρικό) μέρος του, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, "λόγω ελλείψεως αιτιολογιών, αλλιώς για αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες" σε σχέση με το ζήτημα της ενεργητικής νομιμοποίησης του ενάγοντος (ήδη αναιρεσίβλητου) προς άσκηση της αγωγής.

O λόγος αυτός είναι αόριστος, πρωτίστως διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο ποιές επί πλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση και σε τι συνίσταται η αντίφαση των αιτιολογιών. Εξάλλου, σύμφωνα με τις παραδοχές της πληττόμενης απόφασης, που παραδεκτά επισκοπείται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, το Εφετείο δέχθηκε ότι ο ενάγων είναι επαγγελματίας μεσίτης αστικών συμβάσεων, κάτοχος σχετικής άδεις του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών, ότι διατηρεί μεσιτικό γραφείο στην Καλλιθέα Αττικής και ότι με την ιδιότητά του ως ανεξάρτητος επαγγελματίας μεσίτης αστικών συμβάσεων έλαβε την από 6-11-2006 γραπτή εντολή από τον πρώτο εναγόμενο, που ενεργούσε για λογαριασμό και των λοιπών εναγομένων, για ανεύρεση και υπόδειξη ακινήτου (καταστήματος) προς αγορά.

Επομένως, σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως του Εφετείου, λόγω έλλειψης, ανεπάρκειας ή αντιφατικότητας αιτιολογιών σε σχέση με την ενεργητική νομιμοποίηση του ενάγοντος προς άσκηση της αγωγής, είναι αβάσιμος, αφού το Δικαστήριο με πλήρεις σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες δέχθηκε ότι ο ενάγων, νόμιμα διορισμένος μεσίτης, εδικαιούτο μεσιτικής αμοιβής (άρθρ. 703 παρ. 1 ΑΚ) για τη μεσολάβησή του στην πιο πάνω αγορά ακινήτου και επομένως νομιμοποιούνταν ενεργητικά προς άσκηση της ένδικης αγωγής.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 10 του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.

Ο λόγος αυτός δεν θεμελιώνεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας σχημάτισε την κρίση του από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει στην απόφασή του. Με τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης αποδίδεται η αναιρετική πλημμέλεια ότι το Εφετείο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα ότι το τίμημα του ακινήτου, για την αγορά του οποίου μεσολάβησε ο αναιρεσίβλητος μεσίτης, ανήλθε στο ποσό των 850.000 ευρώ και όχι στο ποσό των 500.000 ευρώ που αναγράφηκε στο σχετικό αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, χωρίς απόδειξη.

Από την διαλαμβανομένη, όμως, στην προσβαλλομένη απόφαση βεβαίωση ότι το δικαστήριο για τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος σχετικά με το πραγματικό ύψος του τιμήματος του ακινήτου, για το οποίο η μεσιτική δραστηριότητα του αναιρεσίβλητου, έλαβε υπόψη τ' αναφερόμενα εκεί αποδεικτικά μέσα (μαρτυρικές καταθέσεις ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ένορκη βεβαίωση, προσκομισθέντα με επίκληση από τους διαδίκους έγγραφα), σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο αυτής, προκύπτει ότι το δικαστήριο δεν δέχθηκε πράγματα χωρίς απόδειξη, αλλά έκρινε με βάση τις προσκομισθείσες ως άνω αποδείξεις σε σχέση με το άνω ζήτημα (τίμημα ακινήτου).

Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως, πρώτο μέρος, από τον αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος. Περαιτέρω το Εφετείο, σχετικά με τον επικουρικά προβαλλόμενο ίδιο λόγο αναιρέσεως, (δεύτερο μέρος), από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για ανεπαρκείς αιτιολογίες σχετικά με το πραγματικό τίμημα της επίδικης αγοραπωλησίας, δέχθηκε τα εξής: "Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι το τίµηµα που καταβλήθηκε τελικά για την αγορά του ακινήτου ανήλθε στο ποσό των 850.000 ευρώ, στο οποίο κατέληξαν τα µέρη (πωλήτρια και αγοραστές) µετά από διαπραγµατεύσεις και όχι το ποσό των 500.000 ευρώ, που ισχυρίζονται οι εναγόµενοι.

Στην κρίση του αυτή οδηγείται το δικαστήριο λαµβάνοντας υπόψη ότι η αξία του ακινήτου κατά το σύστηµα του αντικειµενικού προσδιορισµού ανέρχεται στο ποσό των 468.643,96 ευρώ, η δε πραγµατική αγοραία αξία του απέχει κατά πολύ αυτής, δεδοµένου ότι πρόκειται για ένα ακίνητο, ισόγειο κατάστηµα, µε νόµιµο εµβαδόν 305 τ.µ., το οποίο, όµως, έχει επεκταθεί αυθαίρετα και καλύπτει 430 τ.µ., και βρίσκεται στον περιφερειακό της Καστέλλας, σε ένα από τα πιο εµπορικά και τα πιο ακριβά σηµεία του Πειραιά, όπου η αγοραία αξία των ακινήτων ανέρχεται σε 3.000 ευρώ περίπου το τ.µ., όπως κατέθεσε ο µάρτυρας του ενάγοντος, που λόγω και της ιδιότητάς του ως µεσίτη.αστικών συµβάσεων είναι ενηµερωµένος για τις αξίες των ακινήτων των περιοχής.

Εξάλλου, το αρκετά χαµηλό τίµηµα της πώλησης των 850.000 ευρώ δικαιολογείται από την ανάγκη της ιδιοκτήτριας να προβεί στην πώληση λόγω των οικονοµικών δυσκολιών που αντιµετώπιζε η ίδια και η οικογένειά της. ..... Εποµένως, η εκκαλουµένη απόφαση, που έκρινε ότι η αγοραία αξία του ακινήτου ανέρχεται σε 700.000 ευρώ και επιδίκασε στον ενάγοντα για την αµοιβή του 14.000 ευρώ, έσφαλε κατά την εκτίµηση των αποδείξεων και πρέπει ο σχετικός δεύτερος λόγος της έφεσης του ενάγοντος να γίνει δεκτός".

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης με ανεπαρκείς αιτιολογίες αλλά κατέληξε σε σαφές αποδεικτικό πόρισμα σε σχέση με το τίμημα του ακινήτου και συνεπώς ο λόγος αυτός αναιρέσεως, κατά το σχετικό μέρος του, είναι αβάσιμος.

Ο από το άρθρ. 559 αρ. 1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένως, η παραβίαση δε αυτή εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών.

Ο λόγος αυτός για παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, οι οποίοι περιέχονται στα άρθρα 173 και 200 του ΑΚ, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, καίτοι ανελέγκτως διαπιστώνει, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων και εντεύθεν την ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας αυτών, παραλείπει να προσφύγει στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες με την εφαρμογή των αρχών της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών ή εφαρμόζει εσφαλμένα τις αρχές αυτές ή παραλείπει να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η συγκεκριμένη εφαρμογή τους.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχτηκε, μεταξύ άλλων, ότι ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος) είναι επαγγελματίας μεσίτης αστικών συμβάσεων, ότι ο πρώτος εναγόμενος Δ.

Β. (μη διάδικος), ενεργώντας κατ' εντολή των εναγομένων (μεταξύ των οποίων και οι ήδη αναιρεσείοντες), με την από 6-11-2006 έγγραφη εντολή, του ανέθεσε να ανεύρει , μεσολαβήσει και υποδείξει ακίνητο (κατάστημα) προς αγορά, ότι κατόπιν μεσολαβήσεώς του οι εκ των εναγομένων δύο αναιρεσείοντες αγόρασαν κατά 25% εξ αδιαιρέτου ο καθένας (συνολικά και οι δύο κατά 50%) το αναφερόμενο κατάστημα δυνάμει του .../11-12-2007 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Πειραιά Αργυρώς Ανδρουλιδάκη, που έχει μεταγραφεί νόμιμα, και ότι ο αναιρεσίβλητος (ενάγων) δικαιούται τη συμφωνημένη αμοιβή ανερχόμενη σε ποσοστό 2% επί του πραγματικού τιμήματος αγοραπωλησίας του όλου ακινήτου, ύψους 850.000 ευρώ.

Ακολούθως, επιδίκασε σ' αυτόν (αναιρεσίβλητο) ως αμοιβή το ποσό των 17.000 ευρώ (850.000Χ 2%), που είχε ζητήσει με την αγωγή, υποχρέωσε δε τους εναγομένους να καταβάλουν το ποσό αυτό εις ολόκληρο ο καθένας. Aπ' αυτά που δέχτηκε το Εφετείο προκύπτει ότι δεν διαπίστωσε, ούτε και εμμέσως, κενό στις δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων στην πιο πάνω από 6-11-2006 συμφωνία, σε σχέση με την υποχρέωση καταβολής της μεσιτικής αμοιβής εκ μέρους των αναιρεσειόντων συναγοραστών του ακινήτου κατά 50%.

Επομένως, δεν ήταν υποχρεωμένο να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, προκειμένου να διαπιστώσει την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων και ως εκ τούτου δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη αναιρετική πλημμέλεια του αριθμ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την έννοια της παραβάσεως των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών.

Όμως, το Εφετείο με το να δεχθεί ότι οι αναιρεσείοντες αγόρασαν το ακίνητο κατά ποσοστό εξ αδιαιρέτου 50% (και όχι κατά 100%) και να υπολογίσει την οφειλόμενη από αυτούς μεσιτική αμοιβή σε ποσοστό 2% επί του όλου τιμήματος του ακινήτου (850.000 ευρώ Χ 2% = 17.000 ευρώ) και όχι επί του 50% αυτού (425.000 ευρώ Χ2% = 8.500 ευρώ) και στη συνέχεια να υποχρεώσει αυτούς να καταβάλουν το ποσό της αμοιβής αυτής, εις ολόκληρον ο καθένας, εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο (άρθρο 703 παρ. 1 και 480 ΑΚ) με εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε και είναι βάσιμος ο σχετικός (τρίτος) λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, εκτιμώμενος από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και όχι από τον αριθ. 9 του ίδιου άρθρου και Κώδικα.

Μετά ταύτα πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση ως προς τον τρίτο λόγο της, κατά το σχετικό μέρος του, σύμφωνα με τα ανωτέρω, και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά τούτο.

Σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 εδ. α' Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 12 παρ. 4 του ν. 4055/2012 και την εκ νέου αντικατάστασή του από το άρθρο 65 παρ. 1 του ν. 4139/2013 "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του, δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση".

Εν προκειμένω, μετά την αναίρεση, της αποφάσεως ως προς το άνω μέρος, η υπόθεση δεν απαιτεί περαιτέρω έρευνα και πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση και αφού δικαστεί μόνο κατά το ανωτέρω αναιρεθέν μέρος, πρέπει ν' απορριφθεί η από 16-2-2010 έφεση του ενάγοντος - αναιρεσίβλητου (που έγινε δεκτή με την αναιρούμενη απόφαση), να γίνει δεκτή η συνεκδικασθείσα από 5-12-2009 έφεση των εναγομένων- αναιρεσειόντων, να εξαφανιστεί η 259/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και να υποχρεωθούν οι δεύτερος και τρίτος εναγόμενοι να καταβάλλουν στον ενάγοντα, το ποσό που επιδίκασε το Εφετείο (17.000 ευρώ), μειωμένο, όμως, κατά 8.500 ευρώ (50%), σύμφωνα με τ' ανωτέρω, ήτοι να καταβάλουν το ποσό των 8.500 ευρώ, διαιρετώς κατ' ίσα μέρη, δεδομένου ότι δεν εκτίθενται στην αγωγή περιστατικά δικαιολογούντα την εις ολόκληρο ευθύνη των εναγομένων, με το νόμιμο τόκο από 11-12-2007, σύμφωνα με την απόφαση του Εφετείου, η οποία δεν προσβάλλεται κατά τούτο. Τέλος, ο αναιρεσίβλητος, που εν μέρει ηττάται, πρέπει να καταδικασθεί σε μέρος των δικαστικών εξόδων (άρθρα 178, 183 Κ.Πολ.Δ).

Κατά το άρθρο 579 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της αποφάσεως, που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζητήσεως, διατάσσει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση, που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ο Άρειος Πάγος για να διατάξει την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση, που υπήρχε πριν από την εκτέλεση, πρέπει η εκτέλεση, εκούσια ή αναγκαστική, να έγινε με βάση την αναιρούμενη απόφαση και όχι άλλη. Ειδικότερα, αν έγινε εκτέλεση με βάση την πρωτοβάθμια, προσωρινώς δε εκτελεστή, απόφαση, η οποία δεν επικυρώθηκε, αλλά εξαφανίσθηκε από το εφετείο και η εξαφανίσασα αυτήν απόφαση του Εφετείου αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αναιρώντας την απόφαση του εφετείου, δεν δικαιούται να διατάξει την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση, που υπήρχε πριν από την εκτέλεση της εξαφανισθείσας, προσωρινώς εκτελεστής, απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.

Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τις προτάσεις τους ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, που κατέθεσαν στις 5-2-2014, δηλαδή πριν από την συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, υπέβαλαν αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προ της εκτέλεσης της αναιρεθείσας απόφασης κατάσταση και συγκεκριμένα ζήτησαν να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος, να τους καταβάλει εντόκως, κατά το ήμισυ στον καθένα, α) το ποσό των 3.500 ευρώ που κατέβαλαν εις εκούσια εκτέλεση της πρωτόδικης απόφασης (κατά το μέρος που κηρύχθηκε προσωρινά εκτελεστή) και β) το ποσό των 23.000 ευρώ που κατέβαλαν εις εκούσια εκτέλεση της αναιρεθείσας απόφασης, για κεφάλαιο, τόκους και δικαστική δαπάνη.

Η αίτηση αυτή είναι απορριπτέα για μεν το ποσό των 3.500 ευρώ, ως μη νόμιμη, σύμφωνα με τα ανωτέρω, καθόσον το ποσό αυτό καταβλήθηκε εις εκτέλεση όχι της αναιρεθείσας απόφασης, αλλά του προσωρινώς εκτελεστού μέρους της πρωτόδικης απόφασης που εξαφανίσθηκε, για δε το ποσό των 23.000 ευρώ ως αόριστη, καθόσον µε την παρούσα αναιρείται η προσβαλλόµενη απόφαση µόνο εν µέρει, εποµένως δε, η αξίωση των αναιρεσειόντων να τους επιστραφεί ό,τι κατέβαλαν στον αναιρεσίβλητο σε εκτέλεση της αποφάσεως αυτής στηρίζεται στο νόµο µόνο σε σχέση προς τα ποσά που κατέβαλαν σε εκτέλεση του αναιρούµενου µέρους της αποφάσεως και τα οποία θα έπρεπε να µνηµονεύονται στην αίτηση για να είναι ορισµένη.

Τα ποσά όµως αυτά δεν προσδιορίζονται µε την αίτηση, αλλά απλώς αναφέρεται το συνολικό ποσό των 23.000 ευρώ για κεφάλαιο, τόκους και δικαστική δαπάνη χωρίς εξειδίκευση κάθε επί μέρους ποσού. Σύμφωνα με το άρθ. 495 § 4 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με το άρθ. 12 § 2 ν. 4055/1912 και ισχύει από 2-4-2012, εκείνος που ασκεί το ένδικο μέσο της έφεσης, της αναίρεσης και της αναψηλάφησης υποχρεούται να καταθέσει παράβολο ποσού 200, 300 και 400 ευρώ αντίστοιχα, το οποίο επισυνάπτεται στην έκθεση που συντάσσει ο γραμματέας, διαφορετικά (σε περίπτωση δηλ.

μη κατάθεσης του αντίστοιχου παραβόλου) το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, η υποχρέωση, όμως, αυτή δεν ισχύει, μεταξύ άλλων, για τις διαφορές του άρθ. 677 ΚΠολΔ (διαφορές από αμοιβές για την παροχή εργασίας, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι σχετικές αξιώσεις των νόμιμα διορισμένων μεσιτών). Στην προκειμένη περίπτωση οι αιτούντες, αν και δεν είχαν υποχρέωση, από παραδρομή κατέθεσαν, για το παραδεκτό της ασκηθείσας απ' αυτούς αίτησης αναίρεσης, παράβολο ποσού 300 ευρώ, όπως προκύπτει από την βεβαίωση της αρμόδιας γραμματέως στην συνταχθείσα απ' αυτήν σχετική έκθεση κατάθεσης του ενδίκου αυτού μέσου, και επομένως πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του σ' αυτούς.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό, την 3566/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την επιστροφή στους αιτούντες του παραβόλου (διπλότυπο με αριθ. 13651870, σειρά VI, ΙΓ' Δ.Ο.Υ. Αθηνών, ποσού 300 ευρώ).

Κρατεί την υπόθεση.

Δικάζοντας εκ νέου επί της από 16-2-2010 εφέσεως του ενάγοντος-αναιρεσίβλητου και επί της από 5-12-2009 εφέσεως των εναγομένων- αναιρεσειόντων.

Απορρίπτει την έφεση του αναιρεσίβλητου-ενάγοντος.

Δέχεται την έφεση των αναιρεσειόντων - εναγομένων.

Εξαφανίζει την 259/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Δέχεται εν μέρει την αγωγή ως προς τους δεύτερο και τρίτο των εναγομένων.

Υποχρεώνει τους δεύτερο και τρίτο των εναγομένων να καταβάλουν στον ενάγοντα, διαιρετώς κατ' ίσα μέρη, το ποσό των οκτώ χιλιάδων πεντακοσίων (8.500) ευρώ με το νόμιμο τόκο από 11-12-2007.

Απορρίπτει την αίτηση των αναιρεσειόντων περί επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο σε μέρος των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, που ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Ιουνίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Δεκεμβρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ