Legislator Case Law & Legislation
2221/2018 AI generated

Supreme Court partially allows appeal, acquitting defendant for 2007-2012 period due to missing profit motive element.

Case Number 2221/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against a conviction for child pornography, acquitting the defendant for acts committed between January 2007 and December 2007. The court found that the prosecution failed to prove the necessary profit motive required for the crime's objective existence during this specific timeframe. Consequently, the judgment was set aside for that period while the remainder of the conviction was upheld and remitted for sentencing.

Legislator headnote

AI generated

Articles 510(1)(a) and 171(1)(a) of the Code of Criminal Procedure; Article 4(1)(e)(vi) of Law 1756/1988: A procedural defect in court composition constitutes absolute nullity, while the absence of a constitutive element, such as profit motive, renders the crime's objective existence non-existent for the relevant period, necessitating acquittal.

Keywords

AI generated
child pornography profit motive requirement continuing offense absolute nullity court composition defect partial acquittal remittal for sentencing

Cited Legislation

AI generated
Articles 473(1), 3 and 474(1) of the Code of Criminal Procedure
Articles 510(1)(a) and 171(1)(a) of the Code of Criminal Procedure
Article 4(1)(e)(vi) of Law 1756/1988
Article 518(1) of the Code of Criminal Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2221 / 2018 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 2221/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε'ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Χυτήρογλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Διονυσία Μπιτζούνη, Βασιλική Ηλιοπούλου, Βασιλική Μπαζάκη - Δρακούλη και Μαρία Βασδέκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Σεπτεμβρίου 2018, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Βασιλικής Θεοδώρου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Μ. Δ. του Ε., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Διακονή, για αναίρεση της υπ'αριθ. 48/2016 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Δωδεκανήσου. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Δωδεκανήσου με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16-3-2018 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 830/18.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε: α)να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, να κηρυχθεί αθώος ο κατηγορούμενος για το χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο του 2007 μέχρι 24-12-2007, β) να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, μόνο για νέα επιμέτρηση της ποινής για το μη αναιρούμενο μέρος της προσβαλλόμενης απόφασης και γ) να απορριφθεί κατά τα λοιπά ή αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση από 13-6 -2018 αίτηση αναίρεσης του Μ. Δ. κατά της υπ' αριθ. 48/2016 απόφασης του Μικτού Εφετείου Δωδεκανήσου, με την οποία ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε σε ποινή κάθειρξης έξι (6) ετών και χρηματική ποινή πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ για πορνογραφία ανηλίκων, κατ' εξακολούθηση και κατά συνήθεια, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 473 παρ. 1, 3 και 474 παρ.1 ΚΠΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της.

1. Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων. 510 παρ. 1 στοιχ. Α` και 171 παρ. 1 α` ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάση της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη, αποτελεί η απόλυτη ακυρότητα που έλαβε χώρα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, ένεκα μη τηρήσεως των διατάξεων που καθορίζουν τη σύνθεση του δικαστηρίου, σύμφωνα με τις ειδικές διατάξεις του οργανισμού δικαστηρίων και του νόμου περί μικτών ορκωτών δικαστηρίων για ακυρότητα εξαιτίας κακής συνθέσεώς του.

Κατά δε τη διάταξη του άρ. 4 παρ. 1 εδ. ι` του Ν. 1756/1988 (ΚΟΔΚΔΛ), το Μικτό Ορκωτό Εφετείο συγκροτείται από πρόεδρο εφετών, δύο εφέτες και τέσσερις ενόρκους. Με βάση τα παραπάνω απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο προκαλείται, αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν τη σύνθεση του δικαστηρίου, δηλαδή αν στην σύνθεση αυτού λάβουν μέρος περισσότεροι ή λιγότεροι από τους δικαστές που προβλέπονται.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση της απόλυτης ακυρότητας που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο λόγω κακής σύνθεσης, επειδή στη σύνθεση του Δικαστηρίου που δίκασε την υπόθεση συμμετείχαν μόνο δύο τακτικοί δικαστές, η Πρόεδρος Εφετών και μία Εφέτης. Από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το δικάσαν Μικτό Ορκωτό Εφετείο Δωδεκανήσου συγκροτήθηκε νόμιμα από την Πρόεδρο Εφετών Θωμαίτσα Πατρώνα, από τις Εφέτες Κωνσταντίνα Ταμβάκη και Θεώνη Μπούρη και τους τέσσερις ενόρκους.

Συνεπώς, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ Α'λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

2. Κατά το άρθρο 1 παρ.1 και 2 α` του Ν. 2713/1999, "συνιστάται στο Υπουργείο Δημόσιας Τάξης αυτοτελής ειδική αστυνομική υπηρεσία..., η οποία ονομάζεται Διεύθυνση Εσωτερικών Υποθέσεων και...έχει ως αποστολή τη διερεύνηση, εξιχνίαση και δίωξη σε όλη την επικράτεια των εγκλημάτων που διαπράττουν ή συμμετέχουν σε αυτά αστυνομικοί όλων των βαθμών, που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 235 έως και 246 του Ποινικού Κώδικα...", κατά δε το άρθρο 5 παρ.1 εδ.

α` του ίδιου νόμου, "δεν είναι άδικη η πράξη αστυνομικού της Υπηρεσίας Εσωτερικών Υποθέσεων που, με εντολή του Προϊσταμένου της και με σκοπό την ανακάλυψη ή τη σύλληψη προσώπου εμπλεκομένου σε αξιόποινη πράξη από αυτές που αναφέρονται στο νόμο αυτόν, εμφανίζεται ως συμμέτοχος της πράξης", ενώ κατά το άρθρο 3 του αυτού νόμου, "η προανάκριση και η προκαταρκτική εξέταση που ενεργείται από τη Διεύθυνση και Υποδιεύθυνση Εσωτερικών Υποθέσεων εποπτεύεται από τους εισαγγελείς εφετών Αθηνών και Θεσσαλονίκης...".

Από τις ανωτέρω διατάξεις και εκείνες του άρθρου 253 Κ.Ποιν.Δ., το οποίο προβλέπει τις προϋποθέσεις για τη διενέργεια έρευνας, προσδιορίζεται η έννοια της "ανακριτικής διείσδυσης", ήτοι της εμφανίσεως αστυνομικού της Υπηρεσίας Εσωτερικών Υποθέσεων ως συμμέτοχου των ανωτέρω πράξεων, μεταξύ των οποίων και του εγκλήματος της παιδικής πορνογραφίας (άρθρο 348 Α ΠΚ), η οποία (ανακριτική διείσδυση) πρέπει να γίνεται υπό την εποπτεία του αρμόδιου Εισαγγελέα και να περιορίζεται στις πράξεις, που είναι απολύτως αναγκαίες για τη διακρίβωση των εγκλημάτων που προβλέπονται από το νόμο αυτό (2713/99), άλλως, από τη χρησιμοποίηση, ως αποδεικτικού μέσου, μαρτυρικής καταθέσεως προσώπου της υπηρεσίας αυτής, που δεν είναι νόμιμο αποδεικτικό μέσο, δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, κατά τα άρθρα 171 παρ.1 δ`, 510 παρ.1 στοιχ.

Α` Κ.Ποιν.Δ. και 6 παρ.1 της Ε.Σ.Δ.Α., περί δίκαιης δίκης. Εξάλλου, "agent provocateur", κατά την έννοια του άρθρου 46 παρ.2 Π.Κ., είναι εκείνος, που με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να τελέσει έγκλημα, με το μοναδικό σκοπό να τον καταλάβει ενώ αποπειράται την τέλεση αυτού ή ενώ επιχειρεί αξιόποινη προπαρασκευαστική του πράξη και με τη θέληση να τον ανακόψει από την αποπεράτωση του.

Η ύπαρξη agent provocateur δεν επηρεάζει, κατ` αρχήν, την ευθύνη του αυτουργού αλλά είναι δυνατό, υπό τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως, να κριθεί, ότι ο αυτουργός χωρίς την παραπλανητική συμπεριφορά των αστυνομικών δεν θα τελούσε την πράξη, οπότε θα πρόκειται περί "υφαρπαγής της ενοχής", που παραβιάζει την προαναφερόμενη αρχή της δίκαιης δίκης του άρθρου 6 παρ.1 της Ε.Σ.Δ.Α. (ΑΠ 1337/2016, ΑΠ 205/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση της απόλυτης ακυρότητας που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο εκ του λόγου ότι το δικαστήριο για το σχηματισμό της δικανικής του κρίσης αξιοποίησε αποδεικτικό υλικό που αποκτήθηκε από παράνομη ανακριτική διείσδυση και αστυνομική παγίδευση, καθόσον για την έρευνα του Καναδού ερευνητή και του μάρτυρα αστυνομικού, οι οποίοι έδρασαν ως agents provocateurs, δεν τηρήθηκαν οι προβλεπόμενες από το άρθρο 253 Α ΚΠΔ διατυπώσεις και παραβιάσθηκαν οι αρχές της δίκαιης δίκης.

Από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης τα οποία παραδεκτά επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού λόγου προκύπτει ότι ο μάρτυρας αστυνομικός Π. Σ., που υπηρετεί στην Υποδιεύθυνση Ηλεκτρονικού Εγκλήματος, στα πλαίσια διατεταγμένης υπηρεσίας μετέβη στο χωριό ... στην οικία του αναιρεσείοντος -κατηγορουμένου, ο οποίος είχε ήδη εντοπισθεί από τις Καναδικές Αρχές ως ο φερόμενος δράστης της παιδικής πορνογραφίας, όπου σε νομότυπη έρευνα κατασχέθηκε ο ηλεκτρονικός υπολογιστής, στον οποίο είχε αποθηκεύσει πλήθος αρχείων εικόνας και βίντεο πορνογραφίας ανηλίκων.

Επομένως, ο μάρτυρας αστυνομικός Π. Σ., δεν ενήργησε κατ' εντολήν της Υπηρεσίας Εσωτερικών Υποθέσεων της ΕΛ.ΑΣ στα πλαίσια διαταχθείσας ανακριτικής διείσδυσης ως agent provocateur, αφού ουδόλως εμφανίστηκε ως συμμέτοχος στην πράξη, δεν είχε οποιαδήποτε διαδικτυακή συνομιλία με τον κατηγορούμενο, ούτε τον παρότρυνε για κάτι, παρά μόνο εκτελώντας διατεταγμένη υπηρεσία ήρθε σε προσωπική μαζί του επαφή και διαπίστωσε κατά την κατ' οίκον έρευνα από τα ευρήματα του ηλεκτρονικού υπολογιστή την αποθήκευση του πορνογραφικού υλικού.

Κατά συνέπεια, εφόσον δεν υπήρξε ανακριτική διείσδυση με την προαναφερθείσα έννοια, ούτε ο μάρτυρας αστυνομικός έδρασε ως agent provocateur, δεν ήταν αναγκαία για τη διενέργεια των παραπάνω προανακριτικών πράξεων η εποπτεία εισαγγελέα ή η έκδοση αιτιολογημένου βουλεύματος (αρθρ.253 Α παρ. 3 ΚΠΔ). Από το γεγονός δε ότι το δικάσαν δικαστήριο έλαβε υπόψη τη μαρτυρική κατάθεση του αστυνομικού και τα συλλεγέντα αποδεικτικά στοιχεία (φωτογραφικό υλικό στον Η/Υ), τα οποία είναι νόμιμα αποδεικτικά μέσα, δεν προκλήθηκε η επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο ,ούτε παραβιάσθηκε η αρχή της δίκαιης δίκης και ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Α'ΚΠΔ λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.

3.Με τον τρίτο λόγο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση με την αιτίαση ότι ενώ δέχεται ότι η αξιόποινη πράξη της πορνογραφίας ανηλίκων για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων τελέσθηκε κατ'εξακολούθηση, δηλαδή με μία πράξη, δέχεται συγχρόνως εντελώς αντιφατικά ότι η ίδια αξιόποινη πράξη τελέσθηκε και κατά συνήθεια, η οποία προϋποθέτει την τέλεση δύο αυτοτελών αδικημάτων, με συνέπεια να δημιουργείται ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε'λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης.

Κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία συντρέχει όχι μόνον όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη την οποία εφάρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση της γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή όχι εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ'του ΠΚ, κατά συνήθεια τέλεση του αδικήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Το στοιχείο επανειλημμένης τέλεσης ενυπάρχει και στη φύση του εγκλήματος που τελείται κατ' εξακολούθηση (άρθρο 98 ΠΚ), το οποίο αποτελείται από περισσότερες αυτοτελείς ομοειδείς μερικότερες πράξεις. (ΑΠ 1278/2017, ΑΠ 756/2017).

Επομένως, εφόσον το στοιχείο της επανειλημμένης τέλεσης ενυπάρχει και στο κατ' εξακολούθηση έγκλημα, ουδεμία αντίφαση υπάρχει στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, τόσο στο σκεπτικό όσο και στο διατακτικό της, για κατ' εξακολούθηση και κατά συνήθεια τέλεση του αδικήματος και ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Ε'ΚΠΔ λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. 4.Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την παραδοχή του στοιχείου της "κατά συνήθεια" τέλεσης του αδικήματος, κατ' άρθρο 13 εδ. στ ΠΚ.

Η καταδικαστική απόφαση στερείται της απαιτουμένης, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ιδρύεται, έτσι, λόγος αναιρέσεως της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ., όταν δεν αναφέρονται σε αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της.

Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα στο σύνολό τους και όχι μόνον ορισμένα από αυτά. Για την βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.) χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα.

Επίσης, η επιβαλλόμενη από τις ανωτέρω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στις επιβαρυντικές περιστάσεις και να περιλαμβάνει, ειδικότερα, έκθεση των πραγματικών περιστατικών που μπορούν να υπαχθούν στην έννοιά τους, όπως είναι η κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεση της πράξεως.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το δικαστήριο δέχθηκε ανελέγκτως στο σκεπτικό του, μετά από εκτίμηση των αναφερομένων σ' αυτό αποδεικτικών μέσων (μάρτυρες κατηγορίας και υπεράσπισης, έγγραφα που αναγνώσθηκαν ,απολογία κατηγορουμένου),ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος, εμφορούμενος από δόλο εξακολούθησης τέλεσης του κατωτέρω περιγραφόμενου αδικήματος της πορνογραφίας ανηλίκων, τέλεσε τούτο στους ακόλουθους τόπο και χρόνους και με τους κατωτέρω τρόπους συμπεριφοράς και δη με περισσότερες επιμέρους πράξεις που συνδέονται μεταξύ τους με την ταυτότητα της προς εκτέλεση αυτών απόφασης :

Ειδικότερα κατά τα συνομολογούμενα και από τον ίδιο (κατά την απολογία του) πραγματικά περιστατικά, στην …., κατά το χρονικό διάστημα τουλάχιστον από τον Ιανουάριο του 2007 και μέχρι το χρόνο της σύλληψής του στις 3-4-2008, είχε αποθηκευμένα στον ηλεκτρονικό του υπολογιστή, με σκοπό την περαιτέρω διακίνησή τους μέσω διαδικτύου, πλήθος αρχείων εικόνας και βίντεο πορνογραφίας ανηλίκων, ήτοι φωτογραφιών και βίντεο στα οποία αποτυπώνονται σώματα ανηλίκων προσώπων σε στάσεις, οι οποίες, σε συνδυασμό και με τις εκφράσεις των προσώπων τους, προδήλως προκαλούν και αποσκοπούν στη γενετήσια διέγερση, καθώς και πραγματικές ασελγείς πράξεις που διενεργούνται με ανήλικα πρόσωπα, ενώ κάποια αρχεία εξ αυτών, ενδεικτικά αναφερόμενα, αποτυπώνουν παρά φύση ασέλγεια μεταξύ ανηλίκων ανδρών και αγοριών ηλικίας κάτω των πέντε ετών.

Τα δε αρχεία αυτά κατείχε έχοντας τη φυσική τους εξουσία κατά τέτοιο τρόπο ώστε να μπορεί ανά πάσα στιγμή να τα θέτει σε κυκλοφορία και σε διακίνηση μέσω διαδικτύου. Τούτο και πράγματι έπραξε στην …., κατά το χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο έως και το Φεβρουάριο του έτους 2007, οπότε χρησιμοποιώντας τα ψευδώνυμα "... ," " ... " και " ..." τις διευθύνσει ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ...

και ... με ηλεκτρονικό ίχνος (ip address) 212...., το οποίο αντιστοιχεί στην εταιρεία …, στα πλαίσια συνομιλιών του μέσω εικονικού δωματίου (chatroom) του καναλιού με την επωνυμία, ..., γνωστού σε όσους ανταλλάσσουν υλικό παιδικής πορνογραφίας, με πρόσωπο με το ψευδώνυμο "... " και διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ... ,τα οποία χρησιμοποιούσε αστυνομικός ερευνητής του Τμήματος Παιδικής Πορνογραφίας των Καναδικών Αρχών στα πλαίσια της διεξαγωγής ερευνών στο διαδίκτυο για την παιδική πορνογραφία, διαβίβασε στον τελευταίο και έθεσε σε κυκλοφορία μέσω διαδικτύου τουλάχιστον επτά (7) φωτογραφίες τις οποίες ως άνω κατείχε, στις έξι (6) από τις οποίες αποτυπώνεται από τη μέση και κάτω η παρά φύση ασέλγεια μεταξύ άρρενος προσώπου και μικρού αγοριού κάτω των πέντε ετών, ενώ, στην έβδομη εξ αυτών, αποτυπώνεται σε στάση και με έκφραση που προδήλως αποσκοπεί και προκαλεί τη γενετήσια διέγερση, σώμα ανηλίκου κοριτσιού προεφηβικής ηλικίας, με την επισήμανση στο άνω μέρος της σελίδας ότι αυτό εγκυμονεί.

Τα αμέσως προαναφερόμενα περιστατικά εναργώς και αδιαμφισβήτητα αποδεικνύονται από τα αναγνωσθέντα μεταφρασμένα ηλεκτρονικά δεδομένα, φωτογραφίες και διαδικτυακές συνομιλίες που καταγράφηκαν στο πλαίσιο της διεξαγωγής ερευνών στο διαδίκτυο για παιδική πορνογραφία από τον ανωτέρω αστυνομικό ερευνητή j.j D.

του Τμήματος Παιδικής Πορνογραφίας των Καναδικών Αρχών, μεταξύ του ιδίου και του κατηγορούμενου. Για τη διάθεση δε και τη διάδοση των προαναφερομένων πληροφοριών σχετικά με την τέλεση των ανωτέρω ασελγών πράξεων με ανήλικους, ο κατηγορούμενος: α) είχε προμηθευτεί έξι σκληρούς δίσκους η/υ, δύο memory stick φωτογραφικής μηχανής, ένα multi card reader, μία κασσέτα βιντεοκάμερας, μία φωτογραφική μηχανή, όπως τα αντικείμενα αυτά περιγράφονται λεπτομερώς στην από 3•4•2°°8 έκθεση κατάσχεσης του Υπαστυνόμου Β' της ΔΑΑ/ΥΔΟΕΑΗ/β° Τμήμα Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος, β) χρησιμοποιούσε κατά την πλοήγησή του στο διαδίκτυο τουλάχιστον τρία διαφορετικά ψευδώνυμα και γ) είχε δημιουργήσει δική του ιστοσελίδα (site), υπό την ιδιότητα του διαχειριστή αυτής, μέσω της οποίας διαφήμιζε και το ξενοδοχείο του στην ...

με την επωνυμία "...", την οποία (ιστοσελίδα) και απέστειλε μαζί με πορνογραφικό υλικό στον ανωτέρω υποδυόμενο τον παιδόφιλο αστυνομικό, με τον οποίο συνομιλούσε, σκοπεύοντας στην εν γένει προσέλκυση με αυτόν τον τρόπο πελατών και για το ξενοδοχείο του, χωρίς όμως να αποδεικνύεται χωρίς αμφιβολία σκοπός του κατηγορούμενου για πορισμό εισοδήματος.

Το δε παραχθέν ανωτέρω υλικό, το οποίο διαβίβασε και έθεσε σε κυκλοφορία μέσω του διαδικτύου, συνδέεται χωρίς να αμφισβητείται και από τον ίδιο, με τη χρησιμοποίηση ανηλίκου που δεν είχε συμπληρώσει τα 10 έτη, όπως εμφαίνεται και από τις επισκοπηθείσες φωτογραφίες. Περαιτέρω, ο αμυντικός ως προς την εκτίμηση της προσωπικότητάς του ισχυρισμός ότι όλα αυτά που διατύπωνε κατά τη διαδικτυακή επικοινωνία του με τον ανωτέρω αστυνομικό ερευνητή, (ο οποίος σ' αυτόν είχε εμφανιστεί ως ενδιαφερόμενος με το ψευδώνυμο "..." για ανταλλαγή υλικού παιδικής πορνογραφίας) "ήταν λάθος", ότι δεν είχε πρόθεση να κάνει όσα έγραφε διαδικτυακά, αλλά κινούταν καθαρά σε φαντασιακό επίπεδο, δεν είναι πειστικός ούτε καταλυτικός της ουσιαστικά συνομολογούμενης και από τον ίδιο "τάσης" του και της εντεύθεν σταθερής ροπής του στην τέλεση της κατοχής και διάθεσης και περαιτέρω διάδοσης πληροφοριών πορνογραφικού υλικού ενόψει και της παιδοφιλίας του - σεξουαλικής ροπής υπό την οποία διακατεχόταν έντονα κατά τους ανωτέρω χρόνους όπως και ο ίδιος δέχθηκε στην απολογία του - ως στοιχείου της προσωπικότητάς του.

Τούτο καταδεικνύεται και από το γεγονός ότι όπως ευχερώς διαγιγνώσκεται από τις διαδικτυακές συνομιλίες του με τον φέροντα το ψευδώνυμο "..." καναδό αστυνομικό, ο κατηγορούμενος μεριμνούσε για τη διασφάλιση των συνομιλιών του (καθαρίζοντας συχνά το σκληρό δίσκο του η/υ, διεξάγοντας τις συνομιλίες του μέσω IRC ως εκ της μείζονος ασφάλειας που παρείχε ο εν λόγω εξυπηρετητής σε σχέση με το ΜSΝ και το ΥΑΗΟΟ), ευρισκόμενος τόσο σε πλήρη επίγνωση του παράνομου χαρακτήρα τους όσο και σε πλήρη βούληση επίτευξης του επιδιωκόμενου (με τις συνομιλίες αυτές) με αυτές ειδεχθούς αποτελέσματος, όπως άλλως ενδεικνύει και ο λεπτομερής σχεδιασμός της προετοιμασίας του παιδοφιλικού εγχειρήματος, που επιθυμούσε σε συνεννόηση με τον ανωτέρω, εν αγνοία του εικονικό, ενδιαφερόμενο με την εκμαιεύση πληροφοριών από τον τελευταίο για την εμφάνιση, τη σεξουαλική ωριμότητα και τον χαρακτήρα των υποτιθέμενων ανηλίκων κοριτσιών του ιδίου, 9 έως 12 ετών, αλλά και την προσφορά ως ανταλλάγματος ενός ανήλικου αγοριού πέντε ετών (υιού υποτιθέμενου πελάτη του ξενοδοχείου του κατηγορούμενου) από μέρους του κατηγορουμένου, συνεννοήσεις οι οποίες διεξάγονταν κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα Ιανουαρίου και Φεβρουάριου έτους 2007 με την ανταλλαγή και φωτογραφιών ανηλίκων κάτω των 10 ετών, όλων των αμέσως εκτεθέντων στο πλαίσιο της εγκληματικής-παιδοφιλικής λογικής που αυτός είχε προφανώς ήδη αναπτύξει.

Σαφώς, επομένως συνάγεται ότι από τη ρηθείσα εγκληματική συμπεριφορά του κατηγορουμένου η σταθερή ροπή του στην τέλεση της πράξεως της κατοχής και διάθεσης υλικού παιδικής πορνογραφίας και διάδοσης πληροφοριών σχετικών με την τέλεση των ανωτέρω πράξεων διά συστήματος η/υ ,πράξεις που διενήργησε επανειλημμένως με τους προαναφερόμενους τρόπους κατά το ως άνω χρονικό διάστημα ." Ακολούθως κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο του ότι: "στον κάτωθι τόπο και στους παρακάτω αναφερόμενους χρόνους, με περισσότερες από μια πράξεις του, που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, με πρόθεση κατείχε και διέθεσε επανειλημμένα σε κυκλοφορία μέσω διαδικτύου υλικό παιδικής πορνογραφίας κατά την έννοια της κατ' άρθρο 348Α παρ. 3 ΠΚ και διέδωσε πληροφορίες σχετικά με την τέλεση των παραπάνω πράξεων δια συστήματος ηλεκτρονικού υπολογιστή και με τη χρήση διαδικτύου, εγκλήματος κατά συνήθεια τελεσθέντος, δεδομένου ότι από την επανειλημμένη τέλεσή του, προκύπτει σταθερή ροπή του στη διάπραξη της πορνογραφίας ανηλίκων, ως στοιχείο της προσωπικότητας του, η δε παραγωγή του υλικού, το οποίο κατείχε και επανειλημμένα διέθεσε σε κυκλοφορία και διέδωσε πληροφορίες γι' αυτό, μέσω διαδικτύου, συνδέεται προδήλως με τη χρησιμοποίηση ανηλίκου που δεν έχει συμπληρώσει το δέκατο έτος.

Συγκεκριμένα, στη …, κατά το χρονικό διάστημα τουλάχιστον από τον Ιανουάριο του 2007 και μέχρι το χρόνο της σύλληψής του στις 3-4-2οο8, είχε αποθηκευμένα στον ηλεκτρονικό του υπολογιστή με σκοπό την περαιτέρω διακίνηση τους μέσω διαδικτύου πλήθος αρχείων εικόνας και βίντεο πορνογραφίας ανηλίκων, ήτοι φωτογραφιών και βίντεο στα οποία αποτυπώνονται σώματα ανηλίκων προσώπων σε στάσεις, οι οποίες σε συνδυασμό και με τις εκφράσεις των προσώπων τους, προδήλως προκαλούν και αποσκοπούν στη γενετήσια διέγερση καθώς και πραγματικές ασελγείς πράξεις που διενεργούνται με ανήλικα πρόσωπα, ενώ κάποια αρχεία εξ αυτών, ενδεικτικά αναφερόμενα, αποτυπώνουν παρά φύση ασέλγεια μεταξύ ανηλίκων ανδρών και αγοριών ηλικίας κάτω των πέντε ετών.

Τα δε αρχεία αυτά κατείχε έχοντας τη φυσική τους εξουσία κατά τέτοιο τρόπο ώστε να μπορεί ανά πάσα στιγμή να τα θέτει σε κυκλοφορία και σε διακίνηση μέσω διαδικτύου, αποστέλλοντας τα σε πρόσωπα με τα οποία, είτε συνομιλούσε μέσω εικονικών δωματίων (chat rooms) καναλιών γνωστών σε όσους ανταλλάσουν υλικό παιδικής πορνογραφίας (φωτογραφίες και βίντεο σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών), ή αντάλλασσε μηνύματα, είτε μέσω προγραμμάτων ανταλλαγής ευθέων μηνυμάτων (msn messenger), είτε μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (e-mails).

Τα είχε δε στην κατοχή του προκειμένου να τα διαθέτει κατά βούληση. Τούτο και πράγματι έπραξε στην …κατά το χρονικό διάστημα Ιανουαρίου και Φεβρουάριου έτους 2007, οπότε χρησιμοποιώντας τα ψευδώνυμα "...", "..." και "...",τις

διευθύνσεις ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ...@......com, www……/ scapetoolompos με ηλεκτρονικό ίχνος (ip address) 21..., το οποίο αντιστοιχεί στην εταιρεία ΟΤΕΝΕΤ, στα πλαίσια συνομιλιών του μέσω εικονικού δωματίου (chatroum) του καναλιού με την επωνυμία #..., γνωστού σε όσους ανταλλάσουν υλικό παιδική πορνογραφίας, με πρόσωπο με το ψευδώνυμο "..." και διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ....

τα οποία χρησιμοποιούσε αστυνομικός ερευνητής του Τμήματος Παιδικής Πορνογραφίας των Καναδικών Αρχών στα πλαίσια της διεξαγωγής ερευνών στο διαδίκτυο για την παιδική πορνογραφία, διαβίβασε στον τελευταίο και έθεσε σε κυκλοφορία μέσω διαδικτύου τουλάχιστον επτά (7) φωτογραφίες, τις οποίες κατείχε ως άνω, στις έξι (6) από τις οποίες αποτυπώνεται από τη μέση και κάτω η παρά φύση ασέλγεια μεταξύ άρρενος προσώπου και μικρού αγοριού κάτω των πέντε ετών, ενώ στην έβδομη εξ αυτών αποτυπώνεται σε στάση και με έκφραση που προδήλως αποσκοπεί και προκαλεί τη γενετήσια διέγερση, σώμα ανηλίκου κοριτσιού προεφηβικής ηλικίας, με την επισήμανση στο άνω μέρος της σελίδας ότι εγκυμονεί.

Η δε παραγωγή του ανωτέρω υλικού το οποίο κατείχε, διέθεσε και διέδωσε πληροφορίες σχετικά με αυτό (πορνογραφικό υλικό) συνδέεται με τη χρησιμοποίηση του ανηλίκου που δεν έχει συμπληρώσει το δέκατο έτος. Στις δε πράξεις αυτές προέβη κατά συνήθεια δεδομένου ότι από την επανειλημμένη τέλεσή τους προκύπτει σταθερή ροπή του στη διάπραξη κατοχής διάθεσης πορνογραφικού υλικού και διάδοσης πληροφοριών σχετικά με την τέλεση των προαναφερομένων πράξεων, ως στοιχείο της προσωπικότητάς του." Με τις παραδοχές αυτές, που διαλαμβάνονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το δικαστήριο διέλαβε την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που στοιχειοθετούν την επιβαρυντική περίσταση της κατά συνήθεια τέλεσης του εγκλήματος της παιδικής πορνογραφίας για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων.

Ειδικότερα, αναφέρεται η σταθερή ροπή του αναιρεσείοντος στην τέλεση της κατοχής και διάθεσης και περαιτέρω διάδοσης πληροφοριών πορνογραφικού υλικού, ενόψει της παιδοφιλίας του - σεξουαλικής ροπής από την οποία διακατεχόταν έντονα κατά τους ανωτέρω χρόνους, όπως ο ίδιος δέχθηκε στην απολογία του - ως στοιχείου της προσωπικότητάς του.

Ότι αυτό καταδεικνύεται από τις διαδικτυακές συνομιλίες του με τον καναδό αστυνομικό, τις οποίες φρόντιζε να διασφαλίζει ευρισκόμενος σε πλήρη επίγνωση του παράνομου χαρακτήρα τους όσο και σε πλήρη βούληση επίτευξης του επιδιωκόμενου ειδεχθούς αποτελέσματος, συνεννοήσεις οι οποίες διεξάγονταν κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα Ιανουαρίου και Φεβρουαρίου 2007 με την ανταλλαγή και φωτογραφιών ανηλίκων κάτω των 10 ετών, όλων των αμέσως εκτεθέντων στο πλαίσιο της εγκληματικής παιδοφιλικής λογικής που αυτός είχε αναπτύξει και ότι από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης με τους προαναφερόμενους τρόπους προκύπτει σταθερή ροπή του στη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος της κατοχής και διάθεσης υλικού παιδικής πορνογραφίας ως στοιχείου της προσωπικότητάς του.

Επομένως, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ'λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

5. Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση της εσφαλμένης εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 348 Α ΠΚ, όσο αφορά τις προ της ισχύος του ν.3625/2007 τελεσθείσες εξακολουθητικά πράξεις.

Κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ ,λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής διάταξης υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία στη διάταξη που εφάρμοσε.

Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου ,πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος ,έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες ,αντιφάσεις ή λογικά κενά , με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου ,οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.

Περαιτέρω, το άρθρο 348 Α Π.Κ. όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του από το νόμο 3625/2007 άρθρο δεύτερο παρ. 10 όριζε ότι: "Όποιος από κερδοσκοπία παρασκευάζει, κατέχει προμηθεύεται, αγοράζει, μεταφέρει, διακινεί διαθέτει, πωλεί ή θέτει με οποιονδήποτε τρόπο σε κυκλοφορία πορνογραφικό υλικό τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή δέκα χιλιάδων έως εκατό χιλιάδων ευρώ".

Στη παράγραφο 3 του ως άνω άρθρου ορίζεται ότι "Αν κάποια από τις πράξεις της πρώτης παραγράφου αφορά πορνογραφικό υλικό που συνδέεται με την εκμετάλλευση της ανάγκης της πνευματικής αδυναμίας, της κουφότητας ή της απειρίας ανηλίκου ή με την άσκηση σωματικής βίας κατ' αυτού ... τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών και χρηματική ποινή από 100.000 ευρώ έως 500.000 ευρώ".

Με το άρθρο δεύτερο παρ. 10 του Ν. 3625/2007 που ισχύει από 24-12-2007 το άρθρο 348 Α ΠΚ αντικαταστάθηκε ως εξής: Όποιος με πρόθεση παράγει, προσφέρει ,πωλεί ή με οποιοδήποτε τρόπο διαθέτει, αγοράζει,προμηθεύεται ή κατέχει υλικό παιδικής πορνογραφίας ή διαδίδει πληροφορίες σχετικά με την τέλεση των παραπάνω πράξεων διά συστήματος ηλεκτρονικού υπολογιστή ή με τη χρήση διαδικτύου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών και χρηματική ποινή πενήντα χιλιάδων έως τριακοσίων χιλιάδων ευρώ (παρ. 2)...

Υλικό παιδικής πορνογραφίας κατά την έννοια των προηγούμενων παραγράφων συνιστά η αναπαράσταση ή η πραγματική ή εικονική αποτύπωση σε ηλεκτρονικό ή άλλο υλικό φορέα του σώματος ανηλίκου κατά τρόπο που προδήλως προκαλεί γενετήσια διέγερση καθώς και πραγματικής ή εικονικής ασελγούς πράξης που διενεργείται από ή με ανήλικο (παρ. 3).

Οι πράξεις της πρώτης και δεύτερης παραγράφου τιμωρούνται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών και χρηματική ποινή πενήντα χιλιάδων έως εκατό χιλιάδων ευρώ αν τελέσθηκαν από συνήθεια ή κατ' επάγγελμα ή με τη χρησιμοποίηση ανηλίκου που δεν έχει συμπληρώσει το δέκατο πέμπτο έτος. (παρ.4). Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει με σαφήνεια ότι μέχρι την τροποποίηση του άρθρου 348 Α ΠΚ από τον ως άνω νόμο, για την πλήρωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος αυτού απαιτείτο να υπάρχει, αγορά κατοχή, μεταφορά κ.λ.π.

πορνογραφικού υλικού από κερδοσκοπία, μετά την τροποποίηση όμως του ως άνω άρθρου από τον ως άνω νόμο απαιτείται από 24-12- 2007 ημερομηνία ισχύος αυτού για την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος του άρθρου 348 Α ΠΚ, απλή κατοχή, αγορά μεταφορά πορνογραφικού υλικού ανηλίκου, χωρίς να απαιτείται πλέον σκοπός κερδοσκοπίας αυτού, όπως προηγουμένως (ΑΠ 1033/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση από το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το οποίο παρατίθεται κατά λέξη παραπάνω, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε για κατοχή και διάθεση υλικού παιδικής πορνογραφίας και διάδοση πληροφοριών σχετικά με την τέλεση των ανωτέρω πράξεων δια συστήματος Η/Υ και με τη χρήση διαδικτύου, κατά συνήθεια και κατ' εξακολούθηση, συνδεόμενη με τη χρησιμοποίηση ανηλίκου που δεν είχε συμπληρώσει τα δέκα έτη, δηλαδή για παράβαση του άρθρου 348 Α παρ. 2,3 και 4 περ.α και β ΠΚ, όπως αυτό ίσχυε μετά την τροποποίησή του από το νόμο 3625/2007, ο οποίος δημοσιεύθηκε στις 24-12- 2007.

Όμως, στο κατ'εξακολούθηση έγκλημα οι επιμέρους πράξεις διατηρούν τη νομική τους αυτοτέλεια και κρίνονται σύμφωνα με το νόμο που ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσής τους, εφόσον είναι επιεικέστερος (άρθρο 2 ΠΚ). Κατά συνέπεια, αφού χρόνος τέλεσης του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων είναι κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης το χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο 2007 μέχρι 3-4-2008, το δικάσαν δικαστήριο έπρεπε για τις μέχρι 24-12-2007 πράξεις να κηρύξει αυτόν αθώο, καθόσον ούτε στο σκεπτικό ούτε στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης διαλαμβάνεται ότι η διάπραξη του εγκλήματος της πορνογραφίας ανηλίκων με τους υπαλλακτικώς περιγραφόμενους τρόπους έγινε από κερδοσκοπία, στοιχείο απαραίτητο για την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος μέχρι 24-12-2007.Σημειώνεται ότι δεν εμφιλοχωρεί αντίφαση στο σκεπτικό και στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, καθόσον το χρονικό διάστημα Ιανουαρίου και Φεβρουαρίου 2007 αναφέρεται στη διάθεση σε κυκλοφορία και διάδοση πληροφοριών δια συστήματος Η/Υ και με τη χρήση διαδικτύου του πορνογραφικού υλικού, το οποίο ο αναιρεσείων κατείχε και είχε αποθηκευμένο στον ηλεκτρονικό υπολογιστή του μέχρι το χρόνο σύλληψής του στις 3-4-2008.

Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που αφορά το χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο 2007 μέχρι 24-12-2007 και να κηρυχθεί αθώος, κατ'εφαρμογή του άρθρου 518 παρ.1 ΚΠΔ, ο αναιρεσείων της αποδιδόμενης πράξης της παιδικής πορνογραφίας για το χρονικό αυτό διάστημα, δεκτού καθισταμένου του σχετικού από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Ε 'λόγου αναίρεσης, καθόσον δεν πληρούται για το χρονικό αυτό διάστημα η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο αυτός καταδικάσθηκε. Κατόπιν όλων των ανωτέρω πρέπει α) να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και να κηρυχθεί αθώος ο αναιρεσείων της πράξης πορνογραφίας ανηλίκων για το χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο 2007 μέχρι 24-12-2007, κατ' εξακολούθηση και κατά συνήθεια β) να απορριφθεί η αναίρεση κατά το μέρος που αφορά το υπόλοιπο χρονικό διάστημα μέχρι 3-42008 και γ) παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο κατά το μη αναιρούμενο μέρος για νέα επιμέτρηση ποινής.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Α) Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθ. 48/2016 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Δωδεκανήσου.

Β) Κηρύσσει αθώο τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο του ότι στην …, κατά το χρονικό διάστημα τουλάχιστον από τον Ιανουάριο του 2007 μέχρι 24-12-2007, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος με πρόθεση κατείχε και διέθεσε επανειλημμένα σε κυκλοφορία υλικό παιδικής πορνογραφίας και διέδωσε πληροφορίες σχετικά με την τέλεση των παραπάνω πράξεων διά συστήματος ηλεκτρονικού υπολογιστή και με τη χρήση διαδικτύου, εγκλήματος κατά συνήθεια τελεσθέντος, η δε παραγωγή του υλικού, το οποίο κατείχε και επανειλημμένα διέθεσε σε κυκλοφορία και διέδωσε πληροφορίες γι' αυτό μέσω διαδικτύου συνδέεται με τη χρησιμοποίηση ανηλίκου που δεν έχει συμπληρώσει το δέκατο έτος.

Γ) Απορρίπτει κατά τα λοιπά την αναίρεση κατά της άνω αποφάσεως που αφορά το χρονικό διάστημα από 24-12-2007 μέχρι 3-4-2008.

Δ) Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, κατά το μη αναιρούμενο μέρος της μόνο για νέα επιμέτρηση ποινής.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Νοεμβρίου 2018.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Δεκεμβρίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ