Supreme Court dismisses appeal on grounds that contradictory arguments regarding evidence admissibility are logically incompatible.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the lower court's decision regarding labor hours and witness affidavits. The appellant argued that the court failed to consider specific documents and distorted evidence, while the opposing party contended that the lower court had already reviewed all submitted materials. The court ruled that these specific grounds for appeal were inadmissible because they were logically contradictory; one argument required the court to have considered the documents, while another claimed they were ignored, making them mutually exclusive.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 para. 19, Art. 559 para. 11 lit. c', Art. 559 para. 20 K.Pol.D.: Arguments for annulment based on the same documents are inadmissible if they are logically contradictory and mutually exclusive.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 2220 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Άρθρο 559 αριθ. 19 Δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτολογίες ελλείψεις ανγόμενες μόνο στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς. Αριθ. 8: έννοι α"πραγμάτων", δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός για μη λήψη υπόψη προταθέντων πραγμάτων εαν ο ισχυρισμός ελήφθη υπόψη από το δικασ΄τηριο και απορρίφθηκε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσαστικό,λ τούτο δεν συμβαίνει και όταν η απ΄φοαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον φερόμενο ως μη ληφθέντα υπόψη ισχυρισμό. Αριθ. 11 περ. γ'. οι ένορκες βεβαιώσεις αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο και γι'αυτό πρέπει ν' αναφέρεται ρητά στην απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη, δεν απαιτείται, όμως, ρητή μνεία τους, όταν έχουν ληφθεί στα πλαίσια άλλης δίκης μεταξύ των αυτών ΄΄η άλλων διαδίκων, καθόσον στην περίπτωση αυτή αποτελούν απλά αποδεικτικά έγγραφα. Αριθ. 20: παραμόρφωση εγγράφου υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος, αποδίδει δηλ. σε ορισμένο αποδεικτικό έγγραφο περιεχόμενο διαφορετικό εκείνου που πραγματικά έχει. Λόγοι αναίρεσης από τον αριθ. 11 περ. γ' και 20 αρθ. 559 Κ.πολ.Δ. που αφορούν τα ίδια έγγραφα είναι αντιφατικοί μεταξύ τους και επομένως απαράδεκτοι.
Αριθμός 2220/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Δάρα.
Της αναιρεσίβλητης: ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Στρίμπερη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-2-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 291/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3826/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15-1-2009 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 13-10-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I.Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, μεταξύ άλλων, αν έχει αιτιολογίες ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την ως άνω διάταξη προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν τα εκτιθέμενα στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού πραγματικά περιστατικά δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία).
Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση ή στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή μόνο το τI αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Περαιτέρω, από την διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδίως του περιεχομένου εγγράφου, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο, ο δε λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει κάποια από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιστάσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Εξάλλου, κατά τον αριθμό 8 του αυτού ως άνω άρθρου αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα", των οποίων η παρά το νόμο μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον προβλεπόμενο απ' αυτήν λόγο αναίρεσης, νοούνται οι αυτοτελείς, νόμιμοι και παραδεκτά προταθέντες στο δικαστήριο της ουσίας πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης καθώς και οι λόγος έφεσης που περιέχει παράπονο κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός ισχυρισμός του αντιδίκου του, ο λόγος, όμως, αυτός δεν ιδρύεται, εάν ο ισχυρισμός, με την προδιαληφθείσα έννοια, ελήφθη υπόψη από το δικαστήριο και απορρίφθηκε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, τούτο δε συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον φερόμενο ως μη ληφθέντα υπόψη ισχυρισμό.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα εταιρεία (εναγομένη) προβάλλει, ότι, αν και από τα αναφερόμενα σ' αυτήν έγγραφα, δηλ. τις εκδοθείσες απ' αυτήν βεβαιώσεις για τις αποδοχές που έλαβε η αναιρεσίβλητη (ενάγουσα) κατά το επίδικο χρονικό διάστημα που περιέχουν τα επιμέρους καταβληθέντα ποσά, την αιτία και τον χρόνο καταβολής τους, αποδεικνύεται η πλήρης εξόφληση όλων των επιδικασθέντων στην αναιρεσίβλητη με την προσβαλλομένη απόφαση κονδυλίων για τις μηνιαίες αποδοχές της, επιδόματα(δώρα) εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων, αποδοχές αδείας κλπ., εντούτοις το Εφετείο: (Α) Παρά τις αδιαμφισβήτητες αποδείξεις που προσκόμισε η αναιρεσείουσα και δη τα ως άνω έγγραφα καθώς και ένορκες βεβαιώσεις, που δεν έλαβε υπόψη, με ανεπαρκείς αιτιολογίες δέχθηκε το αγωγικό αυτό αίτημα, υποπίπτοντας στην πλημμέλεια του αριθμού 19 του άρ.559 ΚΠολΔ, ενώ με βάση τ' αποδεικτικά μέσα που προσκόμισε η αναιρεσείουσα έπρεπε να το απορρίψει.
Ο λόγος αυτός κατά το ως άνω Α'σκέλος του πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι, όπως σαφώς προκύπτει από το προδιαληφθέν περιεχόμενό του, στην πραγματικότητα πλήττει την μη υποκειμένη σε αναιρετικό έλεγχο κρίση του Εφετείου για την ουσία της υπόθεσης και δη την εκτίμηση των αποδείξεων και κυρίως του περιεχομένου αποδεικτικών εγγράφων. (Β) Απέρριψε σιωπηρά την προταθείσα από την αναιρεσείουσα ενώπιον αυτού, αλλά και ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ένσταση πλήρους εξόφλησης των ως άνω αγωγικών αξιώσεων και με τον τρόπο αυτόν υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του ως άνω άρθρου, αφού δεν κάνει μνεία για το πραγματικό περιστατικό της εξόφλησης και δέχεται την οφειλή των κονδυλίων αυτών.
Ο λόγος αυτός κατά το ερυνώμενο εδω Β'σκέλος του είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι όπως στο ίδιο το αναιρετήριο εκτίθεται αλλά και προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση σ' αυτήν περιέχονται παραδοχές αντίθετες με την ένσταση αυτή, ότι δηλ. η αναιρεσείουσα (εναγομένη) οφείλει τα ποσά, στα οποία αφορά η ένσταση αυτή, ο ως άνω δηλ.
ισχυρισμός ελήφθη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν. II. Ο προβλεπόμενος από την διάταξη του αρθ. 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας για τον σχηματισμό της κρίσης του δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν προς απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ειδικότερα, οι ένορκες βεβαιώσεις που προβλέπονται κατ' αρθ. 671 παρ. 1 εδ. δ' ΚΠολΔ δεν αποτελούν (καταρχήν) έγγραφα κατά την έννοια των αρθ. 339 επ. ΚΠολΔ, αλλά ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο και γι' αυτό πρέπει να γίνεται ρητή μνεία αυτών στην απόφαση, η δε αναφορά σ' αυτήν ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και όλα τα με επίκληση νόμιμα προσκομισθέντα από τους διαδίκους έγγραφα δεν αποδεικνύει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και τις βεβαιώσεις αυτές.
Όσον αφορά τις ένορκες βεβαιώσεις που έχουν ληφθεί εξ αφορμής και στα πλαίσια άλλης δίκης μεταξύ των αυτών ή άλλων διαδίκων και προσκομίζονται με επίκληση κατά την συζήτηση άλλης αγωγής, δεν αποτελούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο αλλ' απλά έγγραφα που συνεκτιμώνται για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και επομένως δεν απαιτείται ρητή μνεία αυτών στην απόφαση.
Εξάλλου, κατά τον αριθμό 20 του αυτού ως άνω άρθρου αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου δεχθέν πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής παραμόρφωση υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος (εσφαλμένη ανάγνωση), αποδίδει δηλ.
σε ορισμένο αποδεικτικό έγγραφο, με την έννοια των αρθ. 339 και 432 επ. ΚΠολΔ. ,περιεχόμενο διαφορετικό εκείνου που πραγματικά έχει, όχι, όμως, και όταν, εκτιμώντας το έγγραφο ως αποδεικτικό μέσο, προβαίνει σε εκτίμηση του περιεχομένου του, που έχει διαγνωσθεί σωστά, δηλ. σε αποδεικτική αξιολόγηση του, και συνάγει συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων, ενώ, όπως από την διατύπωση της προκύπτει, η διάταξη αυτή αφορά μόνο αποδεικτικά έγγραφα και όχι μαρτυρικές καταθέσεις ή ένορκες βεβαιώσεις που λήφθηκαν εξ αφορμής της συγκεκριμένης δίκης.
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα εταιρεία (εναγομένη) προβάλλει ότι το Εφετείο Αθηνών κρίνοντας, ύστερ' από έφεση της ήδη αναιρεσίβλητης (ενάγουσας), επί αγωγής της τελευταίας με αντικείμενο αξιώσεις για επιδόματα εορτών Πάσχα-Χριστουγέννων, αποδοχές κλπ. αδείας, υπερεργασία, ιδιόρρυθμες και παράνομες υπερωρίες από την απασχόληση της σε κατάστημα (αναψυκτήριο κλπ.) της αναιρεσείουσας, δέχθηκε με την προσβαλλομένη 3826|2008 απόφαση του τις αξιώσεις αυτές, αιτιάται δε την απόφαση αυτή : (1) Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης από τον αριθ. 11 περ.
γ' του αρθ. 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τις νόμιμα με επίκληση προσκομισθείσες από την αναιρεσείουσα με αριθ. ..., ... και ... ένορκες βεβαιώσεις των . ..., ... και ... ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, ληφθείσες ύστερ' από νομότυπη κλήτευση της αντιδίκου της, τις οποίες ουδόλως αναφέρει και οι οποίες αφορούν και στην πλήρη εξόφληση των επιδικασθέντων γενικά με την προσβαλλομένη απόφαση κονδυλίων για αποδοχές του διαστήματος από 1-10-2001 έως 13-11-2001 αλλά και ειδικότερα των αξιώσεων για υπερεργασία και υπερωριακή (ιδιόρρυθμη και παράνομη) απασχόληση της αναιρεσίβλητης καθώς και στο πραγματικό γεγονός της μη πραγματοποίησης απ' αυτήν υπερωριακής εργασίας (2) Με τον τρίτο (και τελευταίο) λόγο αναίρεσης, ότι, αν και από (α) τις προαναφερθείσες ..., ...και ...
ένορκες βεβαιώσεις, των οποίων επιλεκτικά αποσπάσματα παρατίθενται στο αναιρετήριο (β) την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος της ... στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, καταχωρισθείσα στα ταυτάριθμα με την πρωτόδικη απόφαση με αριθ. 291/2007 πρακτικά συνεδρίασης του, απόσπασμα της οποίας, ως προς το κρίσιμο ζήτημα του χρόνου ημερήσιας απασχόλησης της ενάγουσας παρατίθεται στην αίτηση αναίρεσης (γ) τα νομίμως προσκομισθέντα φορολογικά έγγραφα και δη (i) τα ενδεικτικά και τυχαίως επιλεγέντα, για το επίμαχο χρονικό διάστημα των ετών 1996-2001, ημερήσια συγκεντρωτικά κλεισίματα της ταμειακής μηχανής (τα λεγόμενα "Ζ") του καταστήματος όπου εργαζόταν η αναιρεσίβλητη και (ii) τα αντίγραφα αποδείξεων λιανικής πώλησης, όπως αυτά έχουν εκτυπωθεί στην παραμένουσα στην ταμειακή μηχανή ταινία, αποδείχθηκε ότι το ωράριο απασχόλησης της αναιρεσίβλητης στην επιχείρηση της αναιρεσείουσας ήταν το νόμιμο οκτάωρο από 09.00 μέχρι 17.00 καθημερινά από Δευτέρα έως Παρασκευή, το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση του δέχθηκε ότι ήταν από 08.30-18.30 καθημερινά και έτσι (Α) δέχθηκε προς δικαιολόγηση της εσφαλμένης παραδοχής για την πραγματοποίηση από την ενάγουσα υπερεργασίας, υπερωριακής εργασίας κλπ.
πραγματικά περιστατικά διαφορετικά από τα πλήρως αποδειχθέντα από τα προαναφερθέντα αποδεικτικά μέσα και στην συνέχεια δέχθηκε την έφεση της αναιρεσείουσας και επεδίκασε σ' αυτήν τα σχετικά αγωγικά κονδύλια υποπίπτοντας έτσι στην πλημμέλεια του αριθ. 20 του αρθ. 559 ΚΠολΔ και (Β) δεν έλαβε υπόψη τις ως άνω τρεις ένορκες βεβαιώσεις και έτσι δέχθηκε πραγματικά περιστατικά διαφορετικά από τα περιεχόμενα σ' αυτές, ενώ, εάν τις είχε λάβει υπόψη, θα είχε δεχθεί ότι η αναιρεσίβλητη ενάγουσα δεν πραγματοποίησε υπερεργασία και υπερωριακή εργασία και συνακόλουθα θ' απέρριπτε την αγωγή κατά την σχετική αξίωση, υπέπεσε δηλ.
στην πλημμέλεια από τον αριθ. 11 περ. γ' του αρθ. 559 ΚΠολΔ. Από τις ενώπιον του Εφετείου από 5-11-2007 προτάσεις της αναιρεσείουσας (αρθ.561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι πραγματικά αυτή επικαλέσθηκε και προσκόμισε τις με αριθ. ..., ... και ...|2006 ένορκες βεβαιώσεις των ..., ... και ... ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, οι οποίες δεν αναφέρονται μεν ειδικά στην προσβαλλομένη απόφαση, όπου γίνεται ρητή μνεία μόνο της .../2005 ένορκης βεβαίωσης ενώπιον του Ειρηνοδίκη Καλλιθέας που προσκόμισε η τώρα αναιρεσίβλητη, λήφθηκαν, όμως, όπως επίσης προκύπτει από τις ως άνω προτάσεις, στα πλαίσια άλλης δίκης μεταξύ άλλων εν μέρει διαδίκων και δη για παρόμοια αγωγή του συζύγου της εδώ αναιρεσίβλητης κατά της αναιρεσείουσας και κατά συνέπεια στην κρινόμενη υπόθεση δεν αποτελούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, όπως οι ένορκες βεβαιώσεις, αλλά απλά αποδεικτικά έγγραφα που συνεκτιμώνται με τα άλλα αποδεικτικά μέσα.
Επομένως και σύμφωνα με τα προεκτεθέντα οι σωρευτικώς ασκούμενοι λόγοι αναίρεσης δεύτερος, από τον αριθ. 11 περ. γ' του αρθ. 559 ΚΠολΔ, καθόσον μέρος του αφορά την μη λήψη υπόψη των ως άνω ενόρκων βεβαιώσεων ως προς την απόδειξη του πραγματικού γεγονότος της μη υπέρβασης από την αναιρεσίβλητη του νομίμου οκταώρου καθημερινής εργασίας, τρίτος κατά το Α' σκέλος του από τον αριθ. 20 του αυτού ως άνω άρθρου και καθόσον αυτό αναφέρεται στην παραμόρφωση των αυτών ενόρκων βεβαιώσεων ως προς την πραγματοποίηση από την αναιρεσίβλητη υπερεργασίας καθώς και ιδιόρρυθμης και παράνομης υπερωριακής απασχόλησης, ο αυτός δε τρίτος κατά το Β' σκέλος του επίσης από τον αριθ. 11 γ' του ιδίου άρθρου για μη λήψη υπόψη των ενόρκων αυτών βεβαιώσεων ως προς το αποδεικνυόμενο μ' αυτές γεγονός της μη υπέρβασης του νομίμου ωραρίου και άρα της μη πραγματοποίησης από την αναιρεσίβλητη υπερεργασίας και υπερωριακής απασχόλησης (ιδιόρρυθμης και παράνομης), δηλ.
ως προς το ίδιο μέρος των εγγράφων αυτών, πρέπει ν' απορριφθούν ως απαράδεκτοι, αφού αντιφάσκουν λογικά μεταξύ τους και αποκλείονται αμοιβαίως, καθόσον η παραμόρφωση εγγράφου προϋποθέτει κατ' ανάγκην την λήψη υπόψη αυτού και την αποδεικτική αξιολόγηση του, ενώ αντίστοιχα η μη λήψη υπόψη αυτού δεν μπορεί κατά λογική αναγκαιότητα να οδηγήσει στην παραμόρφωση του.
Επίσης απορριπτέος ως απαράδεκτος είναι ο αυτός τρίτος λόγος αναίρεσης κατά το Α' σκέλος του, καθόσον μέρος του και κατ' εκτίμηση αυτού αναφέρεται σε παραμόρφωση της ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κατάθεσης της μάρτυρος της αναιρεσείουσας, διότι η πλημμέλεια αυτή αφορά μόνον αποδεικτικά έγγραφα.
Τέλος, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης για την μη λήψη υπόψη των προαναφερομένων ενόρκων βεβαιώσεων, θεωρουμένων ως αποδεικτικών εγγράφων, ως προς την πλήρη εξόφληση των επιδικασθέντων κονδυλίων για αποδοχές της αναιρεσίβλητης του χρονικού διαστήματος 1|10-13|11|2001 αλλά και των κονδυλίων για την πραγματοποίηση υπερεργασίας και υπερωριακής απασχόλησης (ιδιόρρυθμης και παράνομης), πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι από την περιεχόμενη στην προσβαλλομένη απόφαση βεβαίωση του Εφετείου ότι για τον σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματος του ελήφθησαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν "και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα" σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι ελήφθησαν υπόψη και τα έγγραφα αυτά.
III. Τέλος, ο περιεχόμενος στο αναιρετήριο ισχυρισμός, ότι ως προς το ζήτημα του ωραρίου λειτουργίας του καταστήματος της εναγομένης και συνακόλουθα της ημερήσιας απασχόλησης της ενάγουσας δημιουργούνται αντιφατικά δεδικασμένα από την προσβαλλομένη απόφαση, δεχθείσα εσφαλμένα ότι αυτό διαρκούσε από 08.30-18.30, και την 8612|2007 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου που εκδόθηκε για παρόμοια αγωγή του συζύγου της εδώ ενάγουσας (αναιρεσίβλητης) κατά της εναγομένης (αναιρεσείουσας) που δέχθηκε ότι το ωράριο λειτουργίας του καταστήματος ήταν από 09.00-17.00, εκτιμώμενος ως λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι πέραν της έλλειψης ταυτότητας διαδίκων η δημιουργία αντιφατικών δεδικασμένων αντιμετωπίζεται στα πλαίσια της διαδικασίας αναψηλάφησης (αρθ. 544 αριθ. 1 ΚΠολΔ). Σύμφωνα με όλα τα προαναφερθέντα πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολο της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-1-2009 αίτηση της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "..." για αναίρεση της 3826|2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε
χίλια διακόσια (1200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Νοεμβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 1 Δεκεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ