Supreme Court dismisses appeal on labor dispute, upholding lower court's finding of abuse of right.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against a labor court decision regarding unpaid wages. The court found the lower court's reasoning valid, noting the appellant had the qualifications and job offers available but failed to seek employment while operating a business with her husband. Consequently, the court ruled that the appellant abused her legal rights by claiming non-employment while deriving economic benefits from her own enterprise.
Legislator headnote
AI generatedArticles 281 and 656 of the Civil Code; The court may dismiss an appeal when the lower court provides clear, consistent, and sufficient reasoning demonstrating that the claimant abused their right to claim non-employment while simultaneously deriving economic benefits from their own business activities.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 221 / 2023 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 221/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Νικόλαο Πουλάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 11 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Β. Θ. του Ε., κατοίκου ... η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Κουζουτζόγλου, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Ρίζο, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/12/2016 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 718/2017 μη οριστική, 90/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1663/2021 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27-10-2021 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.-Με την κρινόμενη από 27 Οκτωβρίου 2021 και με αριθ. κατάθ. 8389/1044/27.10.2021 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά τη διαδικασία των περιουσιακών διαφορών και ειδικότερα των εργατικών διαφορών, υπ' αριθμ. 1663/29.3.2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την από 24.2.2020 και με αριθ.
καταθ. 16924/24.2.2020 έφεση της αναιρεσείουσας - ενάγουσας Β. Θ. κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης εταιρίας με την επωνυμία "..." και κατά της εκδοθείσας κατά την ίδια διαδικασία με αριθ. 90/22.1.2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η από 28.12.2016 και με αριθμό κατ. 95529/2561/28.12.2016 αγωγή της ενάγουσας για επιδίκαση μισθών υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 1.7.2011 έως 31.12.2016, λόγω καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματός της.
Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα στις 27.9.2021 (βλ. υπ' αριθμ. 7716Β/27.9.2021 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Φ. Κ.), η δε αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στη γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου, στις 27.10.2021 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ).
Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). 2.-Κατά το άρθρο 656 του ΑΚ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 61 του ν. 4139/20.3.2013 "Αν ο εργοδότης έγινε υπερήμερος ως προς την αποδοχή της εργασίας ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα να απαιτήσει την πραγματική απασχόλησή του, καθώς και το μισθό για το διάστημα που δεν απασχολήθηκε.
Δικαίωμα να απαιτήσει το μισθό έχει ο εργαζόμενος και στην περίπτωση που η αποδοχή της εργασίας είναι αδύνατη από λόγους που αφορούν στον εργοδότη και δεν οφείλονται σε ανώτερη βία. Στις ανωτέρω περιπτώσεις ο εργαζόμενος δεν είναι υποχρεωμένος να παράσχει την εργασία σε άλλο χρόνο. Ο εργοδότης, όμως, έχει δικαίωμα να αφαιρέσει από το μισθό καθετί που ο εργαζόμενος ωφελήθηκε από τη ματαίωση της εργασίας ή από την παροχή της αλλού".
Υπερήμερος περί την αποδοχή της εργασίας καθίσταται και ο εργοδότης που κατήγγειλε ακύρως (για οποιοδήποτε λόγο) την εργασιακή σύμβαση, εφόσον πλέον δεν αποδέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού (ΑΠ 118/2017, ΑΠ 440/2016, ΑΠ 414/2016, ΑΠ 359/2015). Το δικαίωμα του εργαζομένου να αξιώσει μισθούς υπερημερίας κατά το άρθρο 656 ΑΚ υπόκειται, όπως κάθε άλλο δικαίωμα, στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή απαγορεύεται η άσκησή του αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Τέτοια υπέρβαση υπάρχει και όταν, κατά το διάστημα της υπερημερίας του εργοδότη του, ο εργαζόμενος παραμένει θεληματικά άνεργος, αποφεύγοντας αδικαιολόγητα και κακόβουλα να επιδιώξει την εξεύρεση άλλης εργασίας, την οποία μπορεί να ανεύρει και να παράσχει ευχερώς, για να εισπράττει τους μισθούς υπερημερίας χωρίς να εργάζεται.
Για να θεωρηθεί δηλαδή καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος του εργαζομένου να ζητήσει μισθούς υπερημερίας απαιτείται δόλια και κακόβουλη αποφυγή της απασχόλησής του και δεν αρκεί ότι δεν βρήκε άλλη εργασία από αμέλεια (ΑΠ 118/2017, ΑΠ 414/2016, ΑΠ 363/2015, ΑΠ 223/2014). Ειδικότερα απαιτείται, για την ευδοκίμηση της ως άνω ένστασης του εργοδότη, όπως ο τελευταίος επικαλεσθεί και αποδείξει, α) την εργασία την οποία ο εργαζόμενος μπορούσε να εκτελέσει, χωρίς να είναι αναγκαίος ο προσδιορισμός της συγκεκριμένης επιχείρησης, β) τους λόγους για τους οποίους είναι αδικαιολόγητη και κακόβουλη η μη απασχόληση του εργαζομένου αλλού, γ) την ωφέλεια την οποία θα αποκόμιζε από την άλλη εργασία, με αναφορά συγκεκριμένων αποδοχών που θα ελάμβανε από την εργασία αυτή και δ) την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της υπερημερίας του εργοδότη και της ωφέλειας που αποκόμισε ο εργαζόμενος, δηλαδή από το γεγονός ότι δεν απασχολήθηκε στην υπηρεσία του εργοδότη και διέθεσε το χρόνο που αποδεσμεύτηκε σε άλλη επαγγελματική δραστηριότητα (ΑΠ 118/2017, ΑΠ 223/2014).
Μόνη η μακρά διάρκεια του χρονικού διαστήματος για το οποίο ζητούνται αποδοχές υπερημερίας, χωρίς παράλληλα να είναι δόλια και κακόβουλη η αποφυγή του εργαζομένου προς ανεύρεση εργασίας, δεν καθιστά την άσκηση της σχετικής αξίωσης καταχρηστική (ΑΠ 118/2017). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου (ημεδαπού ή αλλοδαπού) στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 1/2016, Ολ ΑΠ 2/2013, Ολ ΑΠ 7/2006).
Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή αν αγωγή, ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απερρίφθη ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 10/2011, ΑΠ 1388/2015, ΑΠ 1318/2015). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 117/2017, ΑΠ 114/2017).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.
Ούτε εξάλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008). 3.-Στην προκειμένη περίπτωση, από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα, προέκυψαν τα ακόλουθα:
Με την ένδικη από 28.12.2016 αγωγή της η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ισχυρίστηκε ότι προσλήφθηκε από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη εταιρία στις 27.9.1991 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να παράσχει τις υπηρεσίες της αρχικά ως βοηθός κομμώτριας και από 1.7.2005 ως κομμώτρια, υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης και αντί των αναφερομένων στην αγωγή αποδοχών.
Ότι η σύμβαση αυτή καταγγέλθηκε από την εναγομένη (ήδη αναιρεσίβλητη) στις 23.3.2011, πλην όμως, η καταγγελία αυτή κρίθηκε τελεσίδικα άκυρη ως καταχρηστική με την υπ' αριθμ. 1173/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, έκτοτε δε ουδέποτε της κοινοποιήθηκε άλλη καταγγελία της σύμβασης εργασίας της, με αποτέλεσμα η εναγομένη (ήδη αναιρεσίβλητη) να εξακολουθεί να είναι υπερήμερη, ως προς την αποδοχή των προσηκόντως προσφερομένων υπηρεσιών της.
Για τους λόγους αυτούς ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη να της καταβάλει το ποσό των 65.128,85 ευρώ, που αντιστοιχεί σε αποδοχές υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 1.7.2011 έως και 31.12.2016, περιλαμβανομένων δώρων Χριστουγέννων, Πάσχα και επιδόματος αδείας εκάστου έτους, νομιμοτόκως από τότε που κάθε κονδύλιο κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής.
Η εναγομένη ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, πρόβαλε τον ισχυρισμό ότι η επίδικη αξίωση περί καταβολής μισθών υπερημερίας ασκείται από την ενάγουσα καταχρηστικά, καθόσον με δική της θέληση και προκειμένου να εισπράξει υψηλές αποδοχές υπερημερίας παρέμεινε άνεργη καθ' όλο το επίδικο χρονικό διάστημα, αν και ευχερώς θα μπορούσε να ανεύρει άλλη εργασία ανάλογη προς την αναφερόμενη ειδικότητά της και με αποδοχές ανάλογες με αυτές που λάμβανε από αυτή (εναγομένη).
Ο ισχυρισμός αυτός, έγινε δεκτός από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και απορρίφθηκε η αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κατά της πρωτόδικης απόφασης η ενάγουσα άσκησε έφεση, ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Το τελευταίο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού εν τω μεταξύ έκρινε ότι από την προγενέστερη με αριθμό 1173/2016 απόφαση του Εφετείου Αθηνών παράγεται δεδικασμένο για την ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας και την υπερημερία της εναγομένης, δέχθηκε, όσον αφορά τον ισχυρισμό της εναγομένης - εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσίβλητης, περί καταχρηστικής ασκήσεως του ενδίκου δικαιώματος της ενάγουσας - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας, τα εξής ουσιώδη: ". . .
Η εναγομένη προέβαλε παραδεκτώς ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της ενάγουσας για λήψη αποδοχών υπερημερίας η δε ένστασή της ήταν πλήρως ορισμένη, καθώς επικαλείτο ότι η ενάγουσα καθ' όλο το επίδικο χρονικό διάστημα θα μπορούσε να ανεύρει ευχερώς εργασία ως κομμώτρια, αποκομίζοντας τις ίδιες αποδοχές με αυτές που λάμβανε από αυτήν (εναγομένη), μολαταύτα κακόβουλα προτίμησε να εμφανίζεται ως άνεργη προκειμένου να εισπράττει μισθούς υπερημερίας, τη στιγμή μάλιστα που ήδη από το Νοέμβριο του 2011 ο σύζυγος της είχε ανοίξει επιχείρηση κομμωτηρίου στο όνομά του και η ίδια απασχολείτο εκεί χωρίς όμως να εμφανίζεται τυπικά ως εργαζομένη.
Ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι παρά τις προσπάθειές της για ανεύρεση άλλης εργασίας αυτό δεν κατέστη δυνατό για όλο το επίδικο χρονικό διάστημα, δεν αποδεικνύεται βάσιμος. Αντίθετα, αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα επιδίωξε ευθέως να εμφανίζεται ως άνεργη, χωρίς να προβεί σε καμία προσπάθεια ανεύρεσης άλλης εργασίας ανάλογης με την ειδικότητά της, προκειμένου να εισπράττει μισθούς υπερημερίας από την εναγομένη.
Από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι προέβη σε προσπάθειες ανεύρεσης εργασίας, με αποστολή βιογραφικών ή με επισκέψεις σε άλλους εργοδότες, ούτε προέβη σε δήλωση προς τον ΟΑΕΔ προκειμένου να ενημερώνεται για συγκεκριμένες θέσεις εργασίας. Μάλιστα κατά το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, υπήρξε σημαντική προσφορά εργασίας στην ειδικότητά της, με δημοσιεύσεις αγγελιών στο διαδίκτυο και στον έντυπο τύπο και θα μπορούσε ευχερώς η ενάγουσα να απασχοληθεί σε κάποια από αυτές τις θέσεις εργασίας, δεδομένης μάλιστα και της υπερεικοσαετούς εμπειρίας της και ευρισκόμενη σε παραγωγική ηλικία με αυξημένα προσόντα στον τομέα της.
Η ενάγουσα όμως δεν ενδιαφέρθηκε για την ανεύρεση άλλης εργασίας, επειδή ο σύζυγος της Χ. Θ. προετοίμαζε και τελικά άνοιξε κομμωτήριο το Νοέμβριο του 2011 επί της οδού ... και εν συνεχεία επί της οδού ... στο ... με την επωνυμία "...", όπου η ενάγουσα παρείχε κανονικά τις υπηρεσίες της, χωρίς όμως να παρουσιάζεται στις αρμόδιες δημόσιες υπηρεσίες ως εργαζόμενη, αποκερδαίνοντας οικονομικά οφέλη τόσο από την προσωπική της εργασία όσο και από την εκμετάλλευση της ανωτέρω επιχείρησης.
Αποδεικνύεται επομένως, ότι η ενάγουσα κακόβουλα υποστηρίζει ότι δεν μπόρεσε να απασχοληθεί σε άλλη επιχείρηση με την ειδικότητα της κομμώτριας για το επίδικο χρονικό διάστημα, καθώς μπορούσε ευχερώς να απασχοληθεί ως κομμώτρια, αποκομίζοντας τουλάχιστον τις ίδιες αποδοχές με αυτές που αποκόμιζε απασχολούμενη στην εναγομένη, πλην όμως προτίμησε να μην ανεύρει άλλη απασχόληση προκειμένου να μπορεί να εισπράττει μισθούς υπερημερίας, ενώ την ίδια στιγμή είχε φροντίσει να αποκομίζει εισοδήματα από το κομμωτήριο του συζύγου της, όπου εργαζόταν, χωρίς όμως να εμφανίζεται στις αρμόδιες αρχές ως εργαζομένη.
Επομένως το δικαίωμα της ενάγουσας να απαιτήσει μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από Ιούλιο 2011 έως και Δεκέμβριο 2016 υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος και η ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος πρέπει να γίνει δεκτή ως κατ' ουσία βάσιμη με συνακόλουθο αποτέλεσμα την απόρριψη της αγωγής στο σύνολό της ως κατ' ουσίαν αβάσιμης.
Κατά τον ίδιο τρόπο και συνεπώς ορθά έκρινε στα πλαίσια της εκτίμησης των αποδείξεων το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και έκανε δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσία την ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, απορρίπτοντας εκ του λόγου αυτού την αγωγή στο σύνολό της ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν έσφαλε, αλλά ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε και ο περί του αντιθέτου υποστηρίζων πρώτος λόγος έφεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος".
Ακολούθως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχθηκε τυπικά την έφεση της ενάγουσας, αλλά απέρριψε αυτήν ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται σαφώς: α) Δεν παραβίασε, αναφορικά με την παραδοχή της ένστασης της εναγομένης με την οποία υποστηριζόταν ότι η εκ μέρους της ενάγουσας - αναιρεσείουσας, άσκηση της αξίωσής της για καταβολή των αποδοχών της υπερημερίας του ως άνω χρονικού διαστήματος από 1.7.2011 έως 31.12.2016 είχε ασκηθεί κατά κατάχρηση δικαιώματος, τις ως άνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 281 και 656 του ΑΚ με την εφαρμογή τους και αυτό γιατί πράγματι, με βάση τις ως άνω παραδοχές του Εφετείου και για τους παραπάνω ειδικότερα αναφερόμενους στην προσβαλλόμενη απόφασή του λόγους, η εκ μέρους της ενάγουσας - αναιρεσείουσας άσκηση της αξίωσής της για καταβολή των αποδοχών της υπερημερίας, του αμέσως πιο πάνω χρονικού διαστήματος, είχε ασκηθεί κατά κατάχρηση δικαιώματος ως υπερβαίνουσα προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματός της, εφόσον κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, παρέμεινε άνεργη από κακοβουλία της, διότι μπορούσε να ανεύρει εργασία, αφενός μεν με βάση τα προσόντα της, αφετέρου δε με βάση συγκεκριμένες αγγελίες εταιρειών, που περιείχαν προσφορά εργασίας, ανάλογης με τα προσόντα της, και κυρίως στην όμοια επιχείρηση του συζύγου της Χ.
Θ., ο οποίος λειτουργούσε από το Νοέμβριο του 2011, κομμωτήριο στην οδό ... και στη συνέχεια επί της οδού ... στο ... όπου, όπως δέχθηκε ανελέγκτως η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση "η ενάγουσα παρείχε κανονικά τις υπηρεσίες της, χωρίς όμως να παρουσιάζεται στις αρμόδιες δημόσιες υπηρεσίες ως εργαζόμενη, αποκερδαίνοντας οικονομικά οφέλη τόσο από την προσωπική της εργασία όσο και από την εκμετάλλευση της ανωτέρω επιχείρησης", και β) δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση αναφορικά με το αμέσως πιο πάνω υπό το στοιχείο α' ζήτημα, αφού, κατά τα προεκτιθέμενα, έχει διαλάβει πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες δικαιολογούν πλήρως το συμπέρασμα, στο οποίο, κατά τα άνω κατέληξε, αφού αναφέρονται σ' αυτήν, αφενός μεν τα προσόντα της ενάγουσας και αφετέρου, συγκεκριμένες αγγελίες εταιρειών, που περιείχαν προσφορά εργασίας, ανάλογης με τα προσόντα της, η δε ενάγουσα, αξιοποιώντας τις προσφορές αυτές, θα μπορούσε, όπως δέχεται το Εφετείο, δεδομένης και της υπερεικοσαετούς εμπειρίας της και ευρισκόμενη σε παραγωγική ηλικία με αυξημένα προσόντα στον τομέα της, να είχε βρει εργασία, πράγμα το οποίο, κατά την απόφαση, δόλια δεν επεδίωξε να επιτύχει, επειδή ο σύζυγος της Χ.
Θ. προετοίμαζε και τελικά άνοιξε κομμωτήριο το Νοέμβριο του 2011 επί της οδού ... και εν συνεχεία επί της οδού ... στο ... με την επωνυμία "...", όπου η ενάγουσα παρείχε κανονικά τις υπηρεσίες της, χωρίς όμως να παρουσιάζεται στις αρμόδιες δημόσιες υπηρεσίες ως εργαζόμενη, αποκερδαίνοντας οικονομικά οφέλη τόσο από την προσωπική της εργασία όσο και από την εκμετάλλευση της ανωτέρω επιχείρησης.
Οι αιτιολογίες αυτές καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων που εφαρμόστηκαν και δη εκείνων των άρθρων 281 και 656 του ΑΚ. Επομένως ο πρώτος και ο δεύτερος από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ενιαίως κρινόμενοι, λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους προβάλλεται η αιτίαση α) της ευθείας παραβίασης των άρθρων 281 και 656 του ΑΚ, και β) της έλλειψης νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης λόγω ασαφών, ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών επί του ζητήματος που αναφέρεται ανωτέρω, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. 4.-Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της, κατά το βάσιμο περί τούτου αίτημα της αναιρεσίβλητης, η οποία παρέστη και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176,183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 27.10.2021 και με αριθμό κατ. 8389/1044/27.10.2021 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 1663/29.3.2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.-
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.-
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Δεκεμβρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 9 Φεβρουαρίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ