Legislator Case Law & Legislation
221/2022 AI generated

Supreme Court dismisses bank's appeal on procedural grounds regarding supplementary appeal arguments and ignored evidence.

Case Number 221/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the bank's appeal against the Third Instance Court's judgment, rejecting the supplementary appeal arguments as untimely. The bank argued that the appellate court had ignored specific documents proving unauthorized withdrawals, but the court found these documents were implicitly considered in the final ruling. Consequently, the appeal was rejected, the costs were shifted to the appellant, and the original judgment stood.

Legislator headnote

AI generated

Art. 569 para. 2 lit. a Civil Procedure Code; Supplementary appeal arguments must be filed thirty full days prior to the hearing, and the court's decision is valid if it implicitly considers evidence even without explicit mention.

Keywords

AI generated
supplementary appeal arguments timely filing requirements implicit consideration of evidence civil procedure code court costs allocation appellate review standards procedural dismissal

Cited Legislation

AI generated
Art. 569 para. 2 lit. a Civil Procedure Code
Art. 495 para. 3 Civil Procedure Code
Art. 176 Civil Procedure Code
Art. 183 Civil Procedure Code
Art. 191 Civil Procedure Code

Cited Case Law

AI generated
AP 132/2004
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 221 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 221/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Εισηγήτρια, Μυρσίνη Παπαχίου, Μαρία Ανδρικοπούλου και Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... Ανώνυμη Εταιρεία" και τον διακριτικό τίτλο "... " που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπύρο Λάλα, ο οποίος δήλωσε στο ακροατήριο ότι παρίσταται η "... Ανώνυμη Εταιρεία", ως καθολική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... Ανώνυμη Εταιρεία".

Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Π. του Ε., κατοίκου .... Παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χριστοφόρο Σαράκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-01-2016 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αγρινίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 47/2019 του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7-10-2019 αίτησή της και τους από 2-02-2021 προσθέτους λόγους της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε τη παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων της, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 569 παρ. 2 εδ.α' ΚΠολΔ, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, και αντίγραφο του οποίου επιδίδεται μέσα την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και στους άλλους διαδίκους.

Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, κεφάλαιο είναι κάθε οριστική διάταξη της τελεσίδικης απόφασης που κρίνει για το παραδεκτό ή το βάσιμο κάθε αυτοτελούς αίτησης παροχής έννομης προστασίας, η οποία εισάγει αντίστοιχα ένα ιδιαίτερο αντικείμενο δίκης, διαφοροποιούμενο από τα λοιπά είτε ως προς το αίτημα είτε ως προς την ιστορική βάση είτε ως προς αμφότερους τους παράγοντες που το οριοθετούν (ΑΠ 132/2004).

Αντιθέτως, πρόκειται για το αυτό αντικείμενο δίκης και επομένως και για το αυτό κεφάλαιο της απόφασης, όταν υπάρχει ταύτιση τόσο ως προς το αίτημα όσο και ως προς την ιστορική βάση. Αναγκαίως συνεχόμενα με τα κεφάλαια της απόφασης που αναιρεσιβλήθηκαν είναι όσα από τα λοιπά κεφάλαιά της παρουσιάζουν προς τα πρώτα στενή συνάφεια είτε διότι βρίσκονται σε σχέση προδικαστικότητας προς αυτά, δηλαδή αφορούν προκριματικά για την παραδοχή τους ζητήματα, είτε διότι έχουν, ως αντικείμενο, δικαιώματα που απορρέουν από την αυτή ιστορική αιτία ή από το αυτό βιοτικό γεγονός, οπότε και δημιουργείται κίνδυνος ασυμβίβαστων αποφάσεων, αν η κρίση περιορισθεί μόνο στα αναιρεσιβληθέντα κεφάλαια και συμβεί αυτή να είναι αντίθετη προς την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τα λοιπά απρόσβλητα κεφάλαια της απόφασής του (ΑΠ 1340/2017, ΑΠ 684/2013).

Στην προκείμενη περίπτωση, ως ημέρα συζήτησης ενώπιον του Α2 Τμήματος του Αρείου Πάγου της κρινόμενης από 7-10-2018 αίτησης για αναίρεση της 47/2019 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Ελλάδος ορίστηκε η δικάσιμος της 8-3-2021 και μετά από επαναπροσδιορισμό της υπόθεσης, κατά το άρθρο 83 παρ. 2 και 3 του ν. 4790/2021, η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμος (27-9-2021), η δε αιτούσα άσκησε προσθέτους λόγους με το από 2-2-2021 ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου την 3-2-2021 και επιδόθηκε αυθημερόν στον αναιρεσίβλητο, δηλαδή τριάντα ημέρες πριν την ορισθείσα ως άνω αρχική δικάσιμο (βλ.

την υπ' αριθμ. 11342β/3-2-3021 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Κ. Ψ., την οποία επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα). Επομένως, οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι παραδεκτοί και πρέπει, συνεκδικαζόμενοι με το από 7-10-2018 κυρίως δικόγραφο, να ερευνηθούν περαιτέρω.

Σύμφωνα, με το άρθρο 361 ΑΚ: "Για τη σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά", κατά δε το άρθρο 914 ΑΚ: "Όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει". Από τον συνδυασμό και τη λογική ερμηνεία των διατάξεων αυτών προς εκείνη των άρθρων 330, 335 και 340 ΑΚ συνάγεται, ότι αν η εξ αδικήματος απαίτηση για αποζημίωση έχει το αυτό αντικείμενο (παροχή) με συρρέουσα απαίτηση εκ συμβάσεως, απόκειται μεν στον δικαιούχο να ασκήσει αυτή που προκρίνει, η ικανοποίηση, όμως, της μιας από αυτές επιφέρει την απόσβεση και της άλλης, ανεξάρτητα ποια εκ των δύο απαιτήσεων εισάγεται και εκκρεμεί επί δικαστηρίου.

Εκ των ανωτέρω και σε συνδυασμό προς τα άρθρα 481, 482, 483, 822, 827, 830, 922 και 926 ΑΚ συνάγεται : α) ότι, εάν με αδίκημα, το οποίο διέπραξε τραπεζικός υπάλληλος, (μόνος ή με συμμετοχή άλλων), εκταμιευθούν από την τράπεζα χρήματα επ' ονόματι καταθέτη κατόπιν παραπλανήσεώς του από τον τραπεζικό υπάλληλο και με χρέωση του λογαριασμού του καταθέτη, ενέχονται έναντι του τελευταίου εις ολόκληρον, τόσο η Τράπεζα, που υπέχει κατ'αρθρο 926 εδ.

α' ΑΚ παράλληλη (αντικειμενική) ευθύνη με τον αδικοπραγήσαντα υπάλληλό της ως προστήσασα αυτόν, όσο και καθένας των συμμετόχων του αδικήματος, για καταβολή αποζημίωσης ίσης με το εκταμιευθέν ποσό, κατά το οποίο απομειώθηκε η κατάθεση του, β) ότι, επιπλέον, η Τράπεζα ενέχεται έναντι του καταθέτη πελάτη της και από τη μεταξύ τους σύμβαση (ανώμαλης) παρακαταθήκης για απόδοση του ιδίου χρηματικού ποσού, γ) ότι, εάν η απαίτηση του καταθέτη για καταβολή των χρημάτων που δικαιούται ικανοποιηθεί ολικώς ή μερικώς είτε από την τράπεζα, είτε από τους δράστες του εις βάρος του αδικήματος (συνοφειλέτες της εξ αδικήματος παροχής), αποσβήνεται αντίστοιχο μέρος, τόσο της απαίτησης του έναντι όλων των εις ολόκληρον εξ αδικήματος συνοφειλετών, όσο και της απαίτησής του από τη σύμβαση έναντι της θεματοφύλακα Τράπεζας (ΑΠ 93/2019, πρβλ.

ΑΠ 116/2014). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 922 ΑΚ, ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλο σε μία υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του. Η εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως προϋποθέτει: α) σχέση προστήσεως, η οποία υπάρχει όταν ο προστήσας διατηρεί το δικαίωμα να δίδει οδηγίες και εντολές στον προστηθέντα, σε σχέση με τον τρόπο εκπληρώσεως της υπηρεσίας του, β) ενέργεια του προστηθέντος παράνομη και υπαίτια, πληρούσα τις προϋποθέσεις του άρθρου 914 Α.Κ.

και γ) η ενέργεια αυτή του προστηθέντος να έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί ή επ'ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας του ή ακόμη και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του αυτής. Κατάχρηση δε της υπηρεσίας του προστηθέντος υφίσταται, όταν η ζημιογόνος πράξη τελέσθηκε εντός των ορίων των καθηκόντων που του ανατέθηκαν ή επ'ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας αλλά κατά παράβαση των εντολών και των οδηγιών που του δόθηκαν ή καθ'υπέρβαση των καθηκόντων του που διέπουν τη μεταξύ αυτού και του προστήσαντος σχέση, εφόσον μεταξύ της ζημιογόνου ενέργειας του προστηθέντος και της υπηρεσίας που του ανατέθηκε υπάρχει εσωτερική συνάφεια, με την έννοια ότι η αδικοπραξία δεν θα ήταν δυνατόν να υπάρξει χωρίς την πρόστηση ή ότι η τελευταία υπήρξε το αναγκαίο μέσο για την τέλεση της αδικοπραξίας (ΑΠ 368/2011, ΑΠ 355/2013).

Παράλληλα, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 297, 298, 299, 914 και 932 Α.Κ. προκύπτει ότι δικαιούχος αποζημιώσεως ή χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης συνεπεία αδικοπραξίας είναι εκείνος που ζημιώθηκε άμεσα ή υπέστη ηθική βλάβη από αυτήν, δηλαδή εκείνος που προσβλήθηκε άμεσα από αυτήν στα δικαιώματα ή τα έννομα συμφέροντά του.

Περιουσιακή ζημία δεν είναι μόνο η διάθεση περιουσιακών στοιχείων αλλά και κάθε προς το χειρότερο αλλοίωση τούτων, ήτοι κάθε μείωση του ενεργητικού ή επαύξηση του παθητικού της περιουσίας του ζημιουμένου. Από την ίδια δε αδικοπραξία μπορούν να ζημιωθούν άμεσα περισσότεροι, τέτοια δε περίπτωση συντρέχει και όταν από αυτήν θίγονται περισσότερα δικαιώματα ή έννομα συμφέροντα διαφορετικών προσώπων.

Έτσι, αμέσως ζημιωθείς από τις πράξεις του τραπεζικού υπαλλήλου είναι ο καταθέτης πελάτης της Τράπεζας (ή και αυτός), όταν οι αναλήψεις που φέρονται ότι έγιναν από τον ίδιο, στην πραγματικότητα έγιναν από τον υπάλληλο, με νόθευση των σχετικών δελτίων αναλήψεως της Τράπεζας, τα οποία φέρεται να έχει παραδώσει υπογραμμένα στον τελευταίο (τραπεζικό υπάλληλο), κατόπιν παραπλάνησής του από αυτόν (ΑΠ 534/2013).

Ειδικότερα, κατά τη διάταξη του άρθρου 298 ΑΚ "Η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία) καθώς και το διαφυγόν κέρδος. Τέτοιο κέρδος λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις, και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί".

Η ως άνω διάταξη, όπως προκύπτει τόσο από τη γραμματική της ερμηνεία, δεδομένου ότι δεν κάνει καμία διάκριση στο αν αφορά ζημία, που να προέρχεται από παραβίαση συμβάσεως ή να προέρχεται από αδικοπραξία, όσο, και την συστηματική της ερμηνεία, δεδομένου ότι τίθεται στις αρχικές, γενικές διατάξεις που ισχύουν επί ενοχών (287 - 334) και από την τελολογική της ερμηνεία που περιλαμβάνει στην έννοια της λέξης "δανειστής" οποιοδήποτε δικαιούχο παροχής, συνάγεται ότι εφαρμόζεται, τόσο στις αποζημιώσεις εξ αδικοπρακτικής όσο και στις αποζημιώσεις λόγω ενδοσυμβατικής ευθύνης.

Εξάλλου κατά την ως άνω διάταξη του άρθρου 298 ΑΚ ως "περιουσία του δανειστή" νοείται, το σύνολο των αποτιμητών σε χρήμα αγαθών ήτοι πραγμάτων και αξιώσεων που νομίμως ανήκουν σ' αυτόν, ήτοι όχι μόνο εμπραγμάτων αγαθών αλλά και αξιώσεών του που πηγάζουν από ενοχικές με τρίτους σχέσεις. Έτσι, συνιστά θετική ζημία, η μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του ζημιωθέντος, όταν υπάρχει μείωση του ενεργητικού, αλλά και αύξηση του παθητικού.

Επίσης, ζημία του δανειστή υπάρχει και όταν δεν μειώνεται μεν η περιουσία του, αλλά αποτρέπεται η αύξησή της, που χωρίς το ζημιογόνο γεγονός θα επερχόταν, δηλαδή θα είχε αύξηση του ενεργητικού (ΟλΑΠ 12/2007, ΑΠ27/2017). Για να είναι ορισμένη κατά το άρθρ. 216 ΚΠολΔ, η αγωγή, με την οποία επιδιώκεται η επιδίκαση διαφυγόντος κέρδους, πρέπει να εκτίθενται σαφώς σ` αυτή τα περιστατικά που προσδιορίζουν την προσδοκία του αντίστοιχου κέρδους.

Έτσι για την πληρότητα της αγωγής, με την οποία επιδιώκεται η επιδίκαση διαφυγόντος κέρδους που συνίσταται στην απώλεια των τόκων που απώλεσε ο καταθέτης τραπεζικού λογαριασμού από την υπεξαίρεση του κεφαλαίου του κατατεθειμένου σε προθεσμιακό λογαριασμό που διέπραξε σε βάρος του προστηθείς υπάλληλος της τράπεζας πρέπει και αρκεί να αναφέρονται στο οικείο δικόγραφο τα κρίσιμα περιστατικά από τα οποία προκύπτει ότι ο ενάγων θα εισέπρατε με πιθανότητα από την συγκεκριμένη κατάθεση τους συγκεκριμένους τόκους κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή με βάση τις ειδικές συνθήκες της συγκεκριμένης περίπτωσης και ιδίως τα ληφθέντα προπαρασκευαστικά μέτρα, αν δεν είχε μεσολαβήσει το συγκεκριμένο ζημιογόνο γεγονός.

Τέλος, η ανεπάρκεια των εκτιθέμενων στην αγωγή ή στην ένσταση πραγματικών περιστατικών σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή τους χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.

Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας την αναφορά περισσότερων στοιχείων από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του αντίστοιχου δικαιώματος. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση της νομικής αοριστίας της αγωγής ή της ένστασης (ΟλΑΠ 18/1998, ΑΠ 1967/2006).

Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 1356/2010). Αντιθέτως η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης (ΑΠ 963/2006) και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθ. 8 και 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1573/1981, ΑΠ703/2019, ΑΠ1966/2017,ΑΠ 1452/2007).

Εκ του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε ακυρότητα, απαράδεκτο, ή έκπτωση από το δικαίωμα που προέρχεται από παραβίαση δικονομικής διατάξεως (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 1419/2019) και όχι διατάξεως ουσιαστικού δικαίου. Με το λόγο αυτό αναιρέσεως ελέγχεται και η αοριστία της αγωγής ποσοτική ή ποιοτική, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής. (Ολ ΑΠ1573/1981, ΑΠ218/2020, ΑΠ571/2004).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσίβλητος ισχυρίσθηκε στην από 11-1-2016 αγωγή του, που παραδεκτά επισκοπείται, ότι ήταν επί σειρά πολλών ετών πελάτης της αναιρεσείουσας τράπεζας, στην οποία διατηρούσε μεγάλου ύψους (1.000.000 ευρώ) καταθέσεις, τις οποίες τοποθετούσε συστηματικά και διαδοχικά (άμα τη λήξει τους) ανανεούμενες σε προθεσμιακούς λογαριασμούς ώστε να επιτυγχάνει μεγαλύτερες αποδόσεις και ότι στα πλαίσια αυτά ο προστηθείς από την τράπεζα διευθυντής της, που είχε αποκτήσει την εμπιστοσύνη του, υπεξαίρεσε τμηματικά καταχρώμενος τη θέση του με τον περιγραφόμενο στην αγωγή τρόπο και μεθοδεύσεις το συνολικό ποσό των 300.000 ευρώ από τις άνω καταθέσεις του.

Το ποσό αυτό ζήτησε να υποχρεωθεί η τράπεζα, ευθυνόμενη αντικειμενικά ως προστήσασα, να του καταβάλει καθώς και χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την άνω υπαίτια και παράνομη πράξη του υπαλλήλου της. Επίσης ζήτησε το ποσό των 46.375 ευρώ το οποίο αντιστοιχεί στους τόκους που θα εισέπραττε από το απωλεσθέν κεφάλαιο αν δεν είχε μεσολαβήσει η πράξη της υπεξαίρεσης, επικαλούμενος ότι παγίως επέλεγε να προβαίνει σε προθεσμιακές καταθέσεις με διάρκεια ενός έτους ενόψει της απόδοσής τους διότι το ελάχιστο γι' αυτές επιτόκιο ήταν 3,5%.

Υπό το προπαρατεθέν περιεχόμενο η αγωγή όσον αφορά το κεφάλαιο περί επιδίκασης του διαφυγόντος κέρδους του αναιρεσίβλητου λόγω των τόκων που απώλεσε από το υπεξαιρεθέν κεφάλαιο είναι επαρκώς ορισμένη καθόσον διαλαμβάνει τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το ασκούμενο με την αγωγή ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρ. 298 ΑΚ).

Συνεπώς ο τρίτος αναιρετικός λόγος με τον οποίον η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του άρ.8 και αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια με την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη τον προβληθέντα με αντίστοιχο λόγο εφέσεως ισχυρισμό της περί αοριστίας της αγωγής ως προς το κονδύλιο του διαφυγόντος κέρδους εν όψει μη αναφοράς του ισχύοντος για τον επίμαχο χρόνο επιτοκίου της και ότι ακολούθως εσφαλμένα δεν κήρυξε την αγωγή απαράδεκτη κατά το κεφάλαιο τούτο είναι αβάσιμος πέραν του απαραδέκτου του συγκεκριμένου ισχυρισμού (άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ) καθόσον δεν προβλήθηκε ως τέτοιος με τις προτάσεις της στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπησή τους, αλλά (προβλήθηκε ισχυρισμός) ότι το εν λόγω κονδύλιο δεν βρίσκει έρεισμα στις οικείες διατάξεις.

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν ο κανόνας δικαίου είτε οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013).

Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ'αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.

Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (ΑΠ 325/2004), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 1947/2006), οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005).

Αντίθετα, η έλλειψη μείζονος πρότασης στην απόφαση ή οι εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου σ' αυτή ως προς την έννοια διάταξης ουσιαστικού δικαίου δεν αρκούν από μόνες τους για να ιδρύσουν το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αν κατά τα λοιπά δεν συνέχονται με την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, αφού το διατακτικό της απόφασης δεν στηρίζεται στις νομικές αναλύσεις του δικαστηρίου, αλλά στις ουσιαστικές παραδοχές του, που διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του.

Παράλληλα, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 26/2004, ΑΠ 2267/2013).

Δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1266/2011).

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι ορισμένος, εφόσον στο αναιρετήριο αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών της απόφασης, δηλαδή εφόσον προσδιορίζεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό, που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε από το ίδιο το αναιρετήριο να προκύπτει η αποδιδόμενη στην απόφαση νομική πλημμέλεια (ΟλΑΠ 20/2005).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει κάποια από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 355/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος τα ακόλουθα: "... Ο ενάγων κατάγεται από το Αγρίνιο όπου διατηρεί πατρική οικία και αγροκτήματα, εργαζόταν παλαιότερα ως τεχνικός διευθυντής στα εργοστάσια της "..." και κατά τα τελευταία έτη δραστηριοποιείτο επιχειρηματικά με την ανέγερση πολυκατοικιών στην Αττική, διαμένοντας στην ...

ήδη δε είναι συνταξιούχος. Επί σειρά ετών είχε επαγγελματική συνεργασία με την εναγόμενη τράπεζα, στην οποία τα έτη 2007-2008 διατηρούσε καταθετικούς λογαριασμούς όψεως και ταμιευτηρίου, συνολικού ύψους 1.000.000 ευρώ περίπου. Διευθυντικό στέλεχος της τράπεζας αυτής ήταν o Γ. Β., o οποίος τα έτη 2007-2013 είχε διατελέσει αλληλοδιαδόχως διευθυντής των επαρχιακών καταστημάτων της τράπεζας αρχικά στο Αγρίνιο, στην Πρέβεζα μέχρι ....

και εκ νέου στο Αγρίνιο, ως Διευθυντής, θέση που κατείχε τον Μάρτιο του 2011. Στα καθήκοντα του Γ. Β. περιλαμβάνονταν, μεταξύ άλλων, η διοίκηση και οργάνωση των υποκαταστημάτων, και, κυρίως, η ευθύνη για την εύρυθμη λειτουργία του, για την τήρηση των κανόνων και διαδικασιών ασφάλειας του υποκαταστήματος και των εκτελούμενων σ' αυτό συναλλαγών, ο έλεγχος και η εποπτεία της ροής εργασιών τους, η ανάπτυξη των εργασιών του κάθε υποκαταστήματος στην αγορά των παραπάνω περιοχών και την προώθηση των προϊόντων και των υπηρεσιών που προσφέρει η εναγόμενη τράπεζα στο κοινό των περιοχών στις οποίες υπάρχουν τραπεζικά καταστήματα των κυριότερων ημεδαπών ανώνυμων τραπεζικών εταιρειών.

Ειδικότερα αναφορικά με τις προθεσμιακές καταθέσεις σύμφωνα με τις εσωτερικές οδηγίες της Τράπεζας κατά το χρονικό διάστημα των ετών 2010-2011 εκτός από την έγγραφη εντολή του πελάτη, επιτρεπόταν η πρόωρη ολική ή μερική ρευστοποίηση προθεσμιακής κατάθεσης με τηλεφωνική εντολή του πελάτη, προς υπάλληλο του υποκαταστήματος, ο οποίος ενημέρωνε τον διευθυντή ή υποδιευθυντή και στη συνέχεια υπέγραφε το σχετικό έντυπο, που θεωρούσε ο διευθυντής ή υποδιευθυντής του υποκαταστήματος.

Ακολούθως υπογραφόταν το σχετικό δελτίο ανάληψης και για την ταυτοποίηση του πελάτη, σε περίπτωση που αυτή διενεργείτο από χρήστη-υπάλληλο, απαιτείτο θεώρηση από τον διευθυντή ή υποδιευθυντή, ενώ στην περίπτωση ταυτοποίησης απευθείας από τον διευθυντή ή υποδιευθυντή δεν απαιτείτο δεύτερη υπογραφή υπαλλήλου.

Ακολούθως το ποσό πιστωνόταν σε λογαριασμό ταμιευτηρίου δια μέσου του οποίου ο πελάτης διενεργούσε οποιαδήποτε συναλλαγή. Αναφορικά με την ανάληψη μετρητών ήταν απαραίτητη η φυσική παρουσία του ενδιαφερόμενου στο κατάστημα, η υπογραφή από αυτόν του δελτίου ανάληψης και η παράδοση σ 'αυτόν προσωπικά του χρηματικού ποσού από τον αρμόδιο υπάλληλο ενώ κατά τους κανονισμούς της τράπεζας το σύστημα ανοίγματος του χρηματοκιβωτίου ήταν "δυαδικό" δηλ.

απαιτείτο η χρήση συνδυασμού κωδικού - συνδυασμού ασφαλείας και κλειδιών που κατείχαν ο διευθυντής και ο κεντρικός ταμίας του καταστήματος. Λόγω της ιδιότητάς του ως διευθυντικού στελέχους στο υποκατάστημα του Αγρινίου, όπου διέμενε περιοδικά o ενάγων, o Γ. Β. γνώριζε την οικονομική επιφάνεια του ενάγοντος στο πεδίο των καταθετικών του κεφαλαίων, με τον οποίο επιδίωξε λόγω της ιδιότητάς του, ως διευθυντής του υποκαταστήματος Αγρινίου, να αναπτύξει προσωπική επαφή και κοινωνική γνωριμία, προσφερόμενος να εξυπηρετεί αυτόν στη σύναψη των προθεσμιακών καταθέσεων, έχοντας τη δυνατότητα να παρακολουθεί, να επιλέγει και να αξιοποιεί τα καλύτερα τραπεζικά προϊόντα με τη μορφή των προθεσμιακών καταθέσεων.

Κατά τη διάρκεια της συνεργασίας του ενάγοντος και του Γ. Β. με την ιδιότητα του Διευθυντή του υποκαταστήματος της εναγόμενης Τράπεζας δημιουργήθηκε κλίμα εμπιστοσύνης, λόγω της οικονομικής δυνατότητας του ενάγοντος και της προθυμίας της εναγόμενης τράπεζας, εκφρασθείσας δια (του) διευθυντή της στην παροχή των ευνοϊκότερων για τον ενάγοντα καταθετικών προϊόντων της, με αποκλειστική πρωτοβουλία του διευθυντή της.

Την προθυμία αυτή επεδείκνυε ο Γ. Β., με την ιδιότητα του διευθυντή παρέχοντας την εξασφάλιση στον ενάγοντα ότι η τακτική αυτή ακολουθείται για τους καλούς και οικονομικά επιφανείς πελάτες από την εναγόμενη αλλά και από άλλες τραπεζικές εταιρείες, οι οποίοι αν δεν διευκολύνονταν, θα επέλεγαν προς εξυπηρέτηση τους άλλες τράπεζες.

Στο πλαίσιο αυτό ο Γ. Β., ως διευθυντής του υποκαταστήματος στο Αγρίνιο, τον οποίο η εναγόμενη τράπεζα περιέβαλε, κατά τον ένδικο χρόνο, με θέση εμπιστοσύνης, προκειμένου να διευκολύνει τους πολύ καλούς πελάτες, προσφέρθηκε και στον ενάγοντα, ο οποίος ακολουθώντας τις συμβουλές του Γ. Β., τα έτη 2009-2012 ασχολήθηκε εντονότερα με τις προθεσμιακές καταθέσεις, ήτοι προέβαινε σε διαδοχικές ανανεώσεις των προθεσμιακών καταθέσεων όταν έληγαν με την επανατοποθέτηση αυτών σε άλλες προθεσμιακές καταθέσεις, διότι η μέθοδος αυτή του εξασφάλιζε υψηλότερα επιτόκια των συνηθισμένων.

Τη διαδικασία αυτή την είχε αναθέσει εξ ολοκλήρου στον Γ. Β., ο οποίος ήταν διευθυντής του καταστήματος της εναγόμενης στο Αγρίνιο, δηλαδή του είχε αναθέσει "εν λευκώ" να κινεί αυτός δια χειρός του αλλά για λογαριασμό του τις προθεσμιακές καταθέσεις του, δεσμεύοντας αυτές χρονικά ανάλογα με το του επιτοκίου.

Στις 24-3-2011 κατά τη λειτουργία του υποκαταστήματος Αγρινίου, υφιστάμενος του Διευθυντή Γ. Β. υπάλληλος, αντιλήφθηκε ότι ο εν λόγω Διευθυντής, αφού υπέγραψε ιδιοχείρως απόδειξη ανάληψης στο όνομα του ενάγοντος, ποσού 50.000 ευρώ, πήγε στο χρηματοκιβώτιο και ανέλαβε ο ίδιος το ποσό αυτό, οπότε αντέδρασε λεκτικά, εις επήκοον των συναδέλφων του, αποδοκιμάζοντας την αντικανονική ενέργεια του διευθυντή με τα λεγόμενα "αυτός (εννοούσε ο διευθυντής) θα μας πάει όλους φυλακή".

Τότε ο Γ. Β., προς άρση της αναστάτωσης και για να καλύψει την ενέργεια ανάληψης του ποσού για τον εαυτό του, όπως αποσκοπούσε, κάλεσε τηλεφωνικά τον ενάγοντα, ζητώντας του να προσέλθει στην Τράπεζα, με το πρόσχημα ότι απαιτείτο για τυπικούς λόγους κάποια υπογραφή του, ο οποίος έστειλε τον γιό του Ε. Π., συνδικαιούχο του λογαριασμού, που υπέγραψε, όπως του ζητήθηκε από τον Γ.

Β. ένα δελτίο ανάληψης, χωρίς ωστόσο να προβεί ο προσελθών σε ανάληψη του ποσού αυτού, εφ'όσον o ενάγων δεν είχε αιτηθεί καμία ανάληψη. Μετά από ενημέρωση των αρμοδίων οργάνων της Τράπεζας για το λεκτικό συμβάν και την αιτία που το προκάλεσε ο Γ. Β. απομακρύνθηκε από τη θέση του Διευθυντή. Με αφορμή την απομάκρυνση αυτή ο ενάγων όταν κατόπιν πληροφορήθηκε την αιτία της δηλ.

την έντονη διαμαρτυρία υπαλλήλου για αντικανονική συμπεριφορά του διευθυντή, ανησύχησε για τυχόν σε βάρος του ενέργειες του τελευταίου, με συνέπεια να προβεί σε αναδρομικό έλεγχο των προθεσμιακών καταθέσεών του στην εναγόμενη. Από την έρευνά του αυτή διαπίστωσε ότι πράγματι ο Γ. Β. είχε αφαιρέσει μεγάλα χρηματικά ποσά από λογαριασμούς του, τα οποία ιδιοποιήθηκε παράνομα- Ειδικότερα: 1) Στις 24-3-2010, ως διευθυντής του καταστήματος στην Πρέβεζα, ανέλαβε από προθεσμιακή κατάθεση του ενάγοντος (αρ.

λογαριασμού ταμιευτηρίου ...), ποσό 200.000 ευρώ προβαίνοντας σε "πρόωρη μερική ανάληψη", αφού δεν είχε λήξει ο χρόνος δέσμευσης της συγκεκριμένης προθεσμιακής κατάθεσης, το ποσό δε αυτό δεν το τοποθέτησε σε νέα προθεσμιακή κατάθεση στο λογαριασμό του. 2) Στις 30-7-2010, ως διευθυντής του καταστήματος στην Άρτα, ανέλαβε από προθεσμιακή κατάθεση του ενάγοντος (αρ.

λογαριασμού ταμιευτηρίου ...) ποσό 50.000 ευρώ, προβαίνοντας σε "πρόωρη μερική ανάληψη", αφού δεν είχε λήξει ο χρόνος δέσμευσης της συγκεκριμένης προθεσμιακής κατάθεσης, το ποσό δε αυτό δεν το τοποθέτησε σε νέα προθεσμιακή κατάθεση στο λογαριασμό του και 3) Στις 24-3-2011, ως διευθυντής του καταστήματος του Αγρινίου, κατόπιν πρόωρης μερικής ρευστοποίησης προέβη σε ανάληψη ποσού 50.000 ευρώ, από τον ...

λογαριασμό, το οποίο δεν επανακατέθεσε. Συνολικά ο Γ. Β. ιδιοποιήθηκε ποσό 300.000 ευρώ, προξενώντας έτσι ισόποση ζημία του ενάγοντος, Η εναγόμενη ομολογεί το ύψος των πρόωρων μερικών εξαγορών των προθεσμιακών καταθέσεων του ενάγοντος. Ο ενάγων αναζήτησε το Γ. Β. ο οποίος παραδέχθηκε τις ανωτέρω χρηματικές αναλήψεις και τη μη επανατοποθέτησή τους στο λογαριασμό του και του υπέγραψε την από 22-6-2012 ιδιόχειρη επιστολή ότι αναγνωρίζει το χρέος του ύψους 330.000 ευρώ και ότι θα το εξοφλήσει τμηματικά πλέον τόκων.

Επειδή ουδέν ποσό είχε καταβάλει, στις 12-2-2013 με νέα ιδιόχειρη επιστολή του o Γ. Β. υποσχέθηκε στον ενάγοντα ότι η εξόφληση του όλου ποσού θα γίνει 31/3/2014 κατά το ήμισυ και 30/8-10/9/2014 το υπόλοιπο ποσό, πλην όμως οι προθεσμίες αυτές παρήλθαν άπρακτες χωρίς o Γ. Β. να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό, ενώ την 1-7-2013 αποχώρησε οικειοθελώς οριστικά από την εναγόμενη.

Παρά δε τις διαβεβαιώσεις του προς τον ενάγοντα προς επιστροφή του παραπάνω ποσού ο Γ. Β., αρνήθηκε να το επιστρέψει. Ο ενάγων, όπως αποδείχθηκε, ουδεμία άλλη συναλλαγή είχε με τον Γ. Β. πέραν της προαναφερόμενης, ήτοι της παρακολούθησης και της κίνησης των προθεσμιακών του καταθέσεων από τον τελευταίο, λόγω της ιδιότητάς του ως διευθυντή της εναγόμενης και γνώστη των τραπεζικών προϊόντων αυτής, η δε τμηματική υπεξαίρεση των ανωτέρω ποσών προκύπτει από τις πρόωρες μερικές εξοφλήσεις των καταθέσεων αυτών, τις οποίες πρόωρες εξοφλήσεις ομολογεί η τράπεζα και προκύπτουν από τις μηχανογραφικά τηρούμενες καταστάσεις αυτής κίνησης των λογαριασμών του ενάγοντος, ώστε, από το συνδυασμό των πραγματικών αυτών γεγονότων, εξάγεται το συμπέρασμα ότι η αναφορά του χρέους ποσού 330.000 ευρώ στις δύο (2) προαναφερόμενες επιστολές του Γ.

Β. αφορά το ανωτέρω ποσό που υπεξαιρέθηκε, πλέον οφειλόμενων τόκων προθεσμιακής κατάθεσης. Ο ενάγων δεν είχε κάποιο λόγο να προβεί στις τρεις (3) προαναφερόμενες πρόωρες αναλήψεις των προθεσμιακών του καταθέσεων, δηλαδή σε μερική πρόωρη εξόφληση ("σπάσιμο") αυτών, οι οποίες συνεπάγονταν σε βάρος του ποινή 636 ευρώ για κάθε πρόωρη εξόφληση, από δε τις κινήσεις των λογαριασμών του προκύπτει ότι μόνο στις τρείς (3) προαναφερόμενες περιπτώσεις έγινε πρόωρη εξόφληση ("σπάσιμο") των καταθέσεων κατά τις οποίες έγινε και η υπεξαίρεση των ποσών των πρόωρων αναλήψεων, ενώ ουδέποτε στο παρελθόν ο ενάγων είχε προβεί σε μερικές εξοφλήσεις, αλλά ανέμενε τη λήξη τους.

Οι αναλήψεις των προαναφερθέντων ποσών δεν έγιναν με συναίνεση του ενάγοντος, όπως, αβάσιμα, υποστηρίζει η εναγόμενη τράπεζα, ο οποίος ουδέποτε έδωσε τέτοια εντολή προς ανάληψη μετρητών στον Γ. Β., πλην των αναλήψεων, που εντάσσονταν στην τραπεζική διαδικασία της εξόφλησης κατά τη λήξη και επανατοποθέτησης των χρημάτων και αποτελούσαν περιεχόμενο του τρόπου ανανέωσης των προθεσμιακών καταθέσεων....

Όλες οι ενέργειες που κατέτειναν στην ανάληψη των χρημάτων ήταν προϊόν μεθοδεύσεων του Γ. Β., ο οποίος εκμεταλλευόμενος την δυνατότητα των συνάψεων προθεσμιακών καταθέσεων και πρόωρων εξοφλήσεων με τηλεφωνική εντολή καθώς και τη δυνατότητα να βεβαιώνει το γνήσιο της υπογραφής ως γνωστού πελάτη και επιπλέον γνωρίζοντας ότι τα δεδομένα των βιντεοεπιτηρήσεων διατηρούνται μόνο για 45 ημέρες στις συνήθεις περιπτώσεις καθώς επίσης και ότι στα υποκαταστήματα της Τράπεζας δεν γινόταν ποτέ καταγραφή των συνομιλιών ....

επινοούσε τους τρόπους για να αναλαμβάνει ο ίδιος το ποσό, βεβαιώνοντας για τα στοιχεία ταυτότητας του ενάγοντος, ώστε να παραπλανά τους συναδέλφους του και να παρακάμπτει την υποχρέωση της αυτοπρόσωπης εμφάνισης του ενάγοντος όπου ήταν αναγκαία. Η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του Γ. Β. εκδηλώθηκε κατά κατάχρηση της ανατεθείσας σ' αυτόν υπηρεσίας από την εναγόμενη, ανώνυμη τραπεζική εταιρεία, επ' ευκαιρία και εξ αφορμής αυτής, αλλά κατά παράβαση των επίσημων εντολών και των οδηγιών που δόθηκαν σ' αυτόν από την εναγόμενη, όμως μεταξύ της ζημιογόνας ενέργειας του προστηθέντος, Γ.

Β., και της υπηρεσίας που ανατέθηκε σ' αυτόν υπάρχει εσωτερική συνάφεια, με την έννοια ότι η προαναφερθείσα αδικοπρακτική συμπεριφορά του δεν θα ήταν δυνατόν να υπάρξει χωρίς την πρόστηση, ενώ, επιπροσθέτως, η πρόστηση αυτή υπήρξε και το αναγκαίο μέσο για την τέλεση της αδικοπραξίας. Χωρίς την πρόστηση του Γ.

Β. στη θέση του διευθυντή του υποκαταστήματος, των μέσων και των ευκαιριών που του χορήγησε η εναγόμενη τράπεζα και χρησιμοποίησε o Γ. Β. για άλλο σκοπό απο εκείνον για τον οποίο του ανατέθηκαν δεν θα γινόταν δυνατή η τέλεση της ένδικης αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του προστηθέντος της. Συγκεκριμένα, η εναγόμενη διατήρησε τον Γ.

Β. στη θέση του διευθυντή των υποκαταστημάτων της, επί μακρό χρόνο, και χωρίς την δέουσα εποπτεία και ελέγχους επιθεώρησης των μεθόδων ενέργειας και επαγγελματικού ανταγωνισμού, που ανέπτυξε στα υποκαταστήματά της με βάση τους οποίους εξυπηρετούσε τους πελάτες των προθεσμιακών καταθέσεων. Ακόμη, διατήρησε αυτόν στην προαναφερθείσα διευθυντική θέση, χωρίς να ασκήσει εσωτερικούς ελέγχους στα ανωτέρω υποκαταστήματα και εποπτεία στον προστηθέντα της, με αποτέλεσμα ο Γ.

Β., μετά από διαδικαστικές παρεκκλίσεις σε σχέση με τις κανονικές και εγκεκριμένες διαδικασίες, όπως αναλήψεις μετρητών χωρίς την αυτοπρόσωπη παρουσία του ενάγοντος, κατά το ως άνω χρονικό διάστημα με την προαναφερθείσα ιδιότητά του, να ιδιοποιηθεί παράνομα το χρηματικό ποσό των 300.000 ευρώ.

Εν προκειμένω δεν συντρέχει η αρνητική προϋπόθεση της άρσης της ευθύνης της εναγόμενης λόγω γνώσης ή δυνατότητας γνώσης του ενάγοντος ότι ο άνω υπάλληλος της εναγόμενης ενεργούσε κατά κατάχρηση της ανατεθείσας υπηρεσίας ενώ του είχε δημιουργηθεί η πεποίθηση ότι τηρούνταν όλες οι προϋποθέσεις εξασφάλισης των καταθέσεών του, ενισχυόμενη και από την εμπιστοσύνη, με την οποία περιέβαλε, για πολλά έτη, η εναγόμενη τον Γ.

Β., ως έντιμο και συνεπή στα υπηρεσιακά του καθήκοντα διευθυντή των υποκαταστημάτων της..... Κατ' ακολουθία κατά τα χρονικά διαστήματα της υπεξαίρεσης, που αποτελεί κολάσιμη πράξη σε βαθμό κακουργήματος κατά το ποινικό δίκαιο (άρθρο 375 ΠΚ) και συνάμα αδικοπραξία κατά το αστικό δίκαιο (άρθρο 914 ΑΚ), την οποία ο Γ.

Β. τέλεσε με σκοπό το όφελος σε βάρος της εναγόμενης, αυτός συνδεόταν με την εναγόμενη τράπεζα με σχέση εξαρτημένης εργασίας ως διευθυντής αυτής, τον οποίο είχε προστήσει στην υπηρεσία της κατά την έννοια των άρθρων 334 και 922 ΑΚ. Κατά συνέπεια, ο Γ. Β., ως προστηθείς της εναγόμενης, ενήργησε επ' ευκαιρία και εξ αφορμής της υπηρεσίας του αλλά κατά παράβαση των διαταγών που του δόθηκαν και κατά παράβαση - κατάχρηση των καθηκόντων του ως υπάλληλος αυτής, μεταξύ δε της ζημιογόνου ενέργειας (υπεξαίρεσης) και της υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί υφίσταται εσωτερική συνάφεια, διότι η πράξη αυτή δεν θα μπορούσε να υπάρξει χωρίς την πρόστηση, η οποία υπήρξε και το αναγκαίο μέσο για την τέλεση της αδικοπραξίας του, αφού, χωρίς την πρόστηση αυτού στη θέση του διευθυντή του υποκαταστήματος της των μέσων και ευκαιριών που του χορήγησε η τελευταία και ο ίδιος χρησιμοποίησε για άλλο σκοπό, από εκείνο, για τον οποίο του ανατέθηκαν, δεν θα γινόταν δυνατή η τέλεση της ένδικης αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του.

Θεμελιώνεται έτσι αντικειμενική ευθύνη της εναγόμενης (προστήσασας) από τη σχέση της πρόστησης, με αποτέλεσμα να ευθύνονται αμφότεροι σε ολόκληρο για τη ζημία που προκλήθηκε στον ενάγοντα (άρθρο 926 ΑΚ). Εκτός από την ανωτέρω θετική ζημία (άρθρο 298 εδ. α' ΑΚ), ο ενάγων υπέστη και αποθετική ζημία, η οποία συνίσταται στο κέρδος από τους τόκους που με βεβαιότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα του επέφεραν οι προθεσμιακές καταθέσεις (άρθρο 298 εδ.

β' ΑΚ). Ειδικότερα, με βάση το ελάχιστο επιτόκιο 3,5% των προθεσμιακών καταθέσεων διάρκειας ενός (1) έτους, το χρόνο και το κεφάλαιο της επένδυσης (προθεσμιακής κατάθεσης), ο ενάγων απώλεσε τόκους 33.250 ευρώ για κεφάλαιο 200 000 ευρώ (4,5 έτη Χ = 16,625% Χ 200.000 = 33.250) και για το υπόλοιπο ποσό των 100.000 ευρώ απώλεσε τόκους 13.125 ευρώ (3,75 έτη Χ 3,75% 13.125% Χ 100.000 = 13.125), ήτοι συνολικά απώλεσε από τόκους 46.375 ευρώ".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή του αναιρεσιβλήτου. Έτσι που έκρινε το Εφετείο και με όσα ανωτέρω δέχθηκε δεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 922, 926 εδ.α', 932ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, αλλά ούτε εκείνες των άρθρων 806, 827, 830 ΑΚ που δεν εφάρμοσε, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά (ταυτιζόμενα με τα αποτελούντα την ιστορική βάση της αγωγής), πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της ευθύνης από πρόστηση της αναιρεσείουσας τράπεζας, αμέσως δε ζημιωθείς από τις παράνομες και υπαίτιες πράξεις του υπαλλήλου της αναιρεσείουσας είναι σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα με την οικεία μείζονα σκέψη, και ο αναιρεσίβλητος, χωρίς να συντρέχει η αρνητική προϋπόθεση της άρσης της ευθύνης της αναιρεσείουσας λόγω γνώσης ή δυνατότητας γνώσης του αναιρεσίβλητου ότι ο αδικοπραγήσας υπάλληλός της ενεργούσε κατά κατάχρηση της ανατεθείσας υπηρεσίας του, καθόσον, κατά τις ως άνω παραδοχές, είχε δημιουργηθεί στον αναιρεσίβλητο η πεποίθηση ότι τηρούνταν όλες οι προϋποθέσεις εξασφάλισης των καταθέσεών του και ότι η εξυπηρέτησή του με τον περιγραφόμενο ως άνω τρόπο ακολουθείτο από την αναιρεσείουσα τράπεζα για τους καλούς και οικονομικά επιφανείς πελάτες της, όπως έκαναν και άλλες τράπεζες, ενισχυόταν δε η ως άνω πεποίθησή του και λόγω της εμπιστοσύνης με την οποία περιέβαλε για πολλά έτη η αναιρεσείουσα τον αδικοπραγήσαντα υπάλληλό της ως έντιμο και συνεπή στα υπηρεσιακά του καθήκοντα, διατηρώντας αυτόν επί μακρόν ως διευθυντή των υποκαταστημάτων της, αλλά και εξ αιτίας της σχέσης εμπιστοσύνης που είχε αναπτυχθεί μεταξύ του τελευταίου και του αναιρεσιβλήτου, λόγω της προθυμίας της αναιρεσίβλητης τράπεζας, εκφρασθείσας δια του διευθυντή της, στην παροχή των ευνοϊκότερων γι'αυτόν καταθετικών προϊόντων της με αποκλειστική πρωτοβουλία του διευθυντή της, και στις επί πολλά έτη διαδοχικές και προσοδοφόρες ανανεώσεις των προθεσμιακών καταθέσεων του αναιρεσιβλήτου.

Επομένως, ο πρώτος αναιρετικός λόγος, κατά το πρώτο, δεύτερο και τρίτο μέρος του, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την μομφή ότι υπέπεσε στην εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια εφαρμόζοντας εσφαλμένα τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 922, 926 εδ.α, 932 ΑΚ και μη εφαρμόζοντας εκείνες των άρθρων 806, 827, 830 ΑΚ, είναι αβάσιμος.

Ο ίδιος λόγος, κατά το τέταρτο μέρος του, με το οποίο η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση αφενός "της έλλειψης νόμιμης βάσης διότι με τις παραδοχές και τη μείζονα σκέψη του το Εφετείο εφάρμοσε ταυτόχρονα τις διατάξεις της συμβατικής και αδικοπρακτικής ευθύνης" και αφετέρου ότι "παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 830, 806, 827 ΑΚ δεχόμενο την αγωγή", επιχειρεί να θεμελιώσει πλημμέλεια εκ του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αόριστος και ως εκ τούτου απαράδεκτος, διότι δεν προσδιορίζει με ποιες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης και υπό ποία μορφή (έλλειψη, ανεπάρκεια, αντιφατικότητα αιτιολογιών) κατέστη αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος της νομικής ακολουθίας της δικανικής κρίσης περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που επικαλείται ότι εφαρμόστηκαν ή περί της μη συνδρομής τούτων που αποκλείει την εφαρμογή τους.

Ανεξαρτήτως αυτού, με τις ως άνω παραδοχές του το Εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση και δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 914 και 922 ΑΚ, αφού από το αιτιολογικό της σαφώς προκύπτουν όλα τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του Δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των ως άνω διατάξεων, που δικαιολογούν την μερική παραδοχή της ένδικης αγωγής, χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω αιτιολογία.

Και τούτο διότι, με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, καταλήγει το Εφετείο στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι η ζημιογόνος αδικοπρακτική συμπεριφορά του προστηθέντος υπαλλήλου της αναιρεσείουσας εκδηλώθηκε κατά κατάχρηση της ανατεθείσας σ' αυτόν υπηρεσίας από την τελευταία, επ' ευκαιρία και εξ αφορμής αυτής και κατά παράβαση των επισήμων εντολών και οδηγιών που δόθηκαν σ' αυτόν από την αναιρεσείουσα τράπεζα, δεχόμενο περαιτέρω ότι μεταξύ της ζημιογόνου ενέργειας του προστηθέντος υπαλλήλου της και της ανατεθείσας σ' αυτόν υπηρεσίας υπάρχει αιτιώδης εσωτερική συνάφεια, με την έννοια ότι η περιγραφόμενη ζημιογόνος αδικοπρακτική συμπεριφορά του δεν ήταν δυνατόν να υπάρξει χωρίς τη συνδέουσα αυτόν και την προστήσασα σχέση πρόστησης, η οποία υπήρξε και το αναγκαίο μέσο για την τέλεση της αδικοπραξίας του, αφού χωρίς την πρόστησή του στη θέση του διευθυντή του υποκαταστήματος της αναιρεσείουσας, των μέσων και των ευκαιριών που του χορήγησε η τελευταία και ο ίδιος χρησιμοποίησε για άλλο σκοπό από εκείνον για τον οποίον του ανατέθηκαν, δεν θα γινόταν δυνατή η τέλεση της ένδικης αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του.

Συνεπώς, σε κάθε περίπτωση, ο ανωτέρω, πρώτος κατά το τέταρτο μέρος του, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα ψέγει την προσβαλλομένη απόφαση για πλημμέλεια εκ του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Από τα άρθρα 300 και 330 ΑΚ, που εφαρμόζονται και σε περίπτωση ευθύνης προστήσαντος από αδικοπρακτική συμπεριφορά προστηθέντος από αυτόν υπαλλήλου του, προκύπτει ότι, αν προκληθεί σε κάποιον ζημία, περιουσιακή ή μη και έχει ανακύψει θέμα ευθύνης άλλου για αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση, αν εκείνος που ζημιώθηκε από αμέλεια, μη καταβολή δηλαδή της επιμέλειας που απαιτείται στις συναλλαγές και ειδικότερα της επιμέλειας του μέσου συνετού ανθρώπου εντός του επαγγελματικού και λοιπού κύκλου αυτού, παρέλειψε θετική πράξη, την οποία όφειλε από το νόμο ή από δικαιοπραξία ή από τις αρχές της καλής πίστεως να επιχειρήσει και η οποία ήταν ικανή, κατ' αιτιώδη συνάφεια, να αποτρέψει τη ζημία, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση ή να μειώσει το ποσό της.

Και τούτο, υπό την προϋπόθεση ότι η πράξη ή παράλειψη του ζημιωθέντος πρέπει να συνδέεται όχι γενικώς, αλλά με όλα τα στοιχεία που αποτελούν το νόμιμο λόγο της ευθύνης του (ΑΠ 368/2011). Επίσης, όπως συνάγεται από το συνδυασμό των άρθρων 300, 334 και 922 του ΑΚ, η ευθύνη του προστήσαντος αίρεται, αν ο προστηθείς έδρασε κατά κατάχρηση της ανατεθείσας σε αυτόν υπηρεσίας και ο εντεύθεν ζημιωθείς γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει την κατάχρηση (ΑΠ93/2019, ΑΠ 355/2013, ΑΠ 351/2013).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την προβληθείσα από την αναιρεσείουσα ένσταση συνυπαιτιότητας του ζημιωθέντος αναιρεσιβλήτου, με την ακόλουθη αιτιολογία: "Στη ζημία αυτή του ενάγοντος δεν συνετέλεσε ίδιο αυτού (αναιρεσιβλήτου) πταίσμα, διότι αυτός επέδειξε την επιμέλεια και τη σύνεση, που οφείλει να καταβάλει κάθε μέσος συνετός άνθρωπος που ασχολείται με τις ίδιες συναλλαγές, ήτοι είχε αναθέσει με εμπιστοσύνη τη διαχείριση των χρημάτων του στην εναγόμενη τράπεζα δια μέσου υπαλλήλου της τελευταίας (διευθυντή της), στα καθήκοντα του οποίου, μεταξύ άλλων, ήταν και η ενημέρωση των πελατών της για τα προϊόντα της και την επωφελή τοποθέτηση των χρημάτων τους αλλά και του κοινού για τα ίδια θέματα με σκοπό την προσέλκυση αυτού.

Ο ενάγων δεν είχε τη δυνατότητα να ελέγχει την κίνηση των λογαριασμών του αφενός μεν από την ενημέρωση των τραπεζικών του βιβλιαρίων, διότι στην ενημέρωση των βιβλιαρίων δεν εμφανίζεται η κίνηση των προθεσμιακών καταθέσεων, αφού αυτές είναι κλειστές και τα χρήματα δεσμευμένα, αφετέρου δε από τις καθολικές ενημερώσεις (Global Statements) που του έστελνε η εναγόμενη στη διεύθυνση της μόνιμης κατοικίας του στην ... (...), διότι σ' αυτές δεν εμφανίζεται η αναλυτική κίνηση των προθεσμιακών καταθέσεων του ενάγοντος παρά μόνο οι αριθμοί των λογαριασμών, η ημερομηνία έναρξης και λήξης, η διάρκεια, το επιτόκιο, το νόμισμα και το αρχικό κεφάλαιο.

Συνακόλουθα αποδείχθηκε ότι ο ενάγων δεν γνώριζε, ούτε όφειλε να γνωρίζει, ότι ο υπάλληλος της εναγόμενης ενεργούσε κατά κατάχρηση της ανατεθείσας υπηρεσίας του, παραβιάζοντας τις οδηγίες και τις αρχές που διέπουν τις τραπεζικές εργασίες και επιβάλλουν την αυτοπρόσωπη παρουσία του συναλλασσομένου στο τραπεζικό κατάστημα κατά την ανάληψη μετρητών, απορριπτομένης έτσι της σχετικής ένστασης της εναγόμενης περί συντρέχοντος πταίσματος του ενάγοντος στην προκληθείσα σ' αυτόν ζημία".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 300 του ΑΚ, αφού, σύμφωνα με τα ως άνω δεκτά γενόμενα από την προσβαλλόμενη απόφαση πραγματικά περιστατικά, δεν αποδείχθηκε οποιαδήποτε αμελής συμπεριφορά του αναιρεσιβλήτου που να επέδρασε αιτιωδώς στην επέλευση της ίδιας αυτού ζημιογόνου συνέπειας, σε τρόπον ώστε, να μην πληρούται το πραγματικό της άνω διατάξεως και να μη δικαιολογείται η παραδοχή της περί οικείου πταίσματος ενστάσεως της αναιρεσείουσας.

Εξάλλου, το Εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσης και δεν παραβίασε εκ πλαγίου την ως άνω διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ, αφού με βάση τα δεκτά γενόμενα με σαφήνεια ως άνω πραγματικά περιστατικά, σύμφωνα με τα οποία ο αναιρεσίβλητος α) δεν γνώριζε ούτε ώφειλε να γνωρίζει ότι ο υπάλληλος της αναιρεσείουσας ενεργούσε κατά κατάχρηση της ανατεθείσας υπηρεσίας, παραβιάζοντας τις οδηγίες και τις αρχές που διέπουν τις τραπεζικές εργασίες και επιβάλλουν την αυτοπρόσωπη παρουσία του συναλλασσομένου στο τραπεζικό κατάστημα κατά την ανάληψη μετρητών και β) επέδειξε την επιμέλεια και τη σύνεση του μέσου συνετού ανθρώπου που ασχολείται με τις ίδιες συναλλαγές έχοντας αναθέσει με εμπιστοσύνη τη διαχείριση των χρημάτων του στην εναγομένη δια του υπαλλήλου (διευθυντή της), στα καθήκοντα του οποίου ήταν μεταξύ άλλων και η ενημέρωση των πελατών της για τα προϊόντα της και την επωφελή τοποθέτηση των χρημάτων τους αλλά και του κοινού με σκοπό την προσέλκυσή του, αποκρούεται η παραδοχή της σχετικής περί συντρέχοντος πταίσματος του αναιρεσίβλητου στην προκληθείσα ζημία του ένστασης της αναιρεσείουσας.

Συνεπώς, ο μοναδικός πρόσθετος λόγος, με το οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση τις από του αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, για την απόρριψη του ανωτέρω ισχυρισμού της, είναι αβάσιμος. Κατά τις λοιπές αιτιάσεις του, ο ως άνω πρόσθετος λόγος της αναιρεσείουσας είναι απαράδεκτος, αφού με αυτές επιχειρεί υπό την επίφαση της συγκεκριμένης πλημμέλειας να πλήξει την ουσία της υπόθεσης που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.

Επιπροσθέτως ο αυτός πρόσθετος λόγος κατά το πρώτο μέρος του με το οποίο η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο ότι υπέπεσε στην εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια με την αιτίαση ότι παραβίασε ευθέως το άρθρο 288 ΑΚ απορρίπτοντας την άνω ένσταση περί συντρέχοντος πταίσματος του αναιρεσίβλητου" είναι απαράδεκτος διότι ερείδεται στην αναληθή προϋπόθεση ότι η συγκεκριμένη διάταξη σύμφωνα με την οποία "ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη" συνιστά τον νόμιμο όρο για την εφαρμογή της εκ του άρθρου 300 ΑΚ ενστάσεως.

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 774/1996 ) προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρισίμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.

ΑΠ 42/2002), εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο) κατά τις παραπάνω διακρίσεις. Για την ίδρυση πάντως του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του (ΑΠ 1134/1993).

Ωστόσο στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθησαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 22/2005).

Για τη πληρότητα όμως του ίδιου λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο εκείνο προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρισίμου κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ7/2019, AΠ412/2019, AΠ 54/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκε και προσκόμισε η αναιρεσείουσα με τις προτάσεις της στη δευτεροβάθμια δίκη προς ανταπόδειξη (κατά την ορθή νοηματική του εκτίμηση) της μη τέλεσης της υπεξαίρεσης από τον προστηθέντα υπάλληλό τους υπό την επίκληση της "πρόωρης εξαγοράς και ανάληψης των επίδικων ποσών σε μετρητά από τον ίδιο τον αναιρεσίβλητο" και ειδικότερα:

α) την από 24-3-2010 ώρα 12.45' έγγραφη εντολή εντύπου της τράπεζας με την ιδιόχειρη υπογραφή του αναιρεσίβλητου για πρόωρη μερική ανάληψη ποσού 200.000 ευρώ, με βεβαίωση του γνησίου της από τον διευθυντή Γ.Β. από την 5/4.2.2010 προθεσμιακή κατάθεση β) την από 24-3-2010 ώρα 13.45 έγγραφη αίτηση εντύπου της τράπεζας (δελτίο ανάληψης) με χρέωση του 00260346410100631187 λογαριασμό με ιδιόχειρη υπογραφή του αναιρεσίβλητου και βεβαίωση του γνησίου από τον διευθυντή Γ.Β.

και τον ταμία Ι.Λ., γ) το από 30-7-2010 ώρα 9.30 σημείωμα χορήγησης από τον ενάγοντα τηλεφωνικής εντολής για πρόωρη ανάληψη ποσού 50.000 ευρώ, δ) την από 30.7.2010 ώρα 10.23' έγγραφη αίτηση σε έντυπο της τράπεζας (δελτίο ανάληψης) με ιδιόχειρη υπογραφή του ενάγοντα και βεβαίωση του γνησίου της από τον Γ.Β. και τον Ι.Λ., ε) το από 24-3-2011 ώρα 11.18'σημείωμα χορήγησης εκ μέρους του ενάγοντα τηλεφωνικής εντολής που πιστοποίησε ο Γ.Β.

για πρόωρη ανάληψη ποσού 50.000 ευρώ, στ) την από 24-3-2011 ώρα 11.41' έγγραφη αίτηση σε έντυπο της τράπεζας (δελτίο ανάληψης) με ιδιόχειρη υπογραφή του υιού του ενάγοντα και βεβαίωση του γνησίου της από τον Γ.Β.. Ωστόσο, στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση γίνεται ρητή αναφορά ότι για το σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματος λήφθηκαν υπόψη (εκτός από τις μνημονευόμενες αναλυτικά ένορκες βεβαιώσεις στο πλαίσιο των άρθρων 421-422, 529 ΚΠολΔ, στο πλαίσιο άλλης δίκης ως δικαστικά τεκμήρια) και "...τα με επίκληση προσαγόμενα έγγραφα των διαδίκων μεταξύ των οποίων και εκείνα που παραδεκτά προσκομίζονται στο παρόν δικαστήριο ως νέα αποδεικτικά μέσα...", σε συνδυασμό δε και με το όλο περιεχόμενο της απόφασης δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα ανωτέρω έγγραφα που φέρονται ως αγνοηθέντα, των οποίων δεν απαιτείτο αντιδιαστολή από τα άλλα έγγραφα ούτε ειδική μνεία αυτών.

Επομένως ο παραπάνω αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος διότι σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο την εκ της ουσίας κρίση του σχημάτισε με βάση τα λεπτομερώς αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα και δη από όλα ανεξαιρέτως τα προσκομισθέντα με επίκληση από τους διαδίκους έγγραφα στα οποία περιλαμβάνονται και τα αναφερόμενα ως "παραληφθέντα" στον παραπάνω λόγο αποδεικτικά μέσα.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και ο πρόσθετος αυτής λόγος να απορριφθούν, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα που ηττήθηκε στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου που κατέθεσε προτάσεις (άρθρ. 176, 183, 191 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 7-10-2019 αίτηση αναιρέσεως και τον από 2-2-2021 πρόσθετο λόγο της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας "..." κατά της με αρ. 47/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Φεβρουαρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Φεβρουαρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ