Supreme Court dismisses both bank and employee appeals on labor dispute merits, awarding costs to each party.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed both the bank's and the employee's appeals regarding a labor dispute settlement. The employee argued the court erred in applying specific pension eligibility clauses, while the bank contended the settlement was legally sound. The court rejected both arguments, finding the lower court correctly applied the relevant labor law provisions and dismissed the appeals as unfounded.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 577 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that appeals must be examined on their merits, and if the lower court correctly applied the law and facts, the appeals are dismissed as baseless.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 221 / 2021 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 221/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου - Εισηγήτρια, Θεόδωρο Μαντούβαλο και Πελαγία Ακάσογλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 28 Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας - αναιρεσίβλητης : ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ALPHA BANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αγγελική Σακοπούλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου - αναιρεσείοντος : Ι. Λ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευστάθιο Γραμμένο, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/11/2011 αγωγή του Ι. Λ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3717/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 1522/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα τραπεζική εταιρεία με την από 19/7/2018 αίτησή της και ο Ι. Λ. με την από 22/8/2018 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του Ι. Λ. ζήτησε την απόρριψη της από 19/7/2018 αίτησης, την παραδοχή της από 22/8/2018 αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 19-7-2018 (αρ. καταθ. 7389/626/7-8-2018 αρ. πιν. 7) αίτηση αναίρεσης της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και από 22-8-2018 (αρ. καταθ. 7746/658/26-2-2018, αρ. πιν. 12) αντίθετη αίτηση αναίρεσης του Ι. Λ. προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθ. 1522/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Η προσβαλλόμενη εκδόθηκε κατόπιν άσκησης της από 16-1-2015 (αρ. εκθ. κατάθ. 381/16-1-2015) έφεσης της εναγομένης Τράπεζας κατά της υπ' αριθ. 3717/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, Οι αιτήσεις αυτές πρέπει να ενωθούν και συνεκδικαστούν, σύμφωνα με το άρθρο 246 ΚΠολΔ, το οποίο, κατά το άρθρο 573 § 1 του ίδιου Κώδικα εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, καθόσον στρέφονται κατά της ίδιας απόφασης και αφορούν τους ίδιους διαδίκους, με τη συνεκδίκασή τους δε, διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων. Οι αιτήσεις αναίρεσης ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 § 3, 566 § 1, 144). Είναι συνεπώς παραδεκτές (ΚΠολΔ 577 § 1) και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων τους (ΚΠολΔ 577 §).
Όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, με την από 29-11-2011 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων - αναιρεσίβλητος ισχυρίστηκε ότι στις 30-9-1974 προσλήφθηκε από την τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΙΟΝΙΚΗ ΚΑΙ ΛΑΪΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" , στη θέση της οποίας υπεισήλθε ως καθολική διάδοχος της το 2000 κατόπιν συγχωνεύσεως δια απορροφήσεως η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα- αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ",με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου εξελιχθείς υπηρεσιακά μέχρι το βαθμό του Τμηματάρχη Α' και ότι υπηρέτησε σε αυτή τη θέση μέχρι την 1.8.2011, ότι την 20.5.2011 υπέβαλε τη δήλωση παραιτήσεως με την οποία δήλωσε στην εναγομένη ότι αποχωρεί από την εργασία του από 1.8.2011 καθόσον είχε συμπληρώσει 36 έτη 10 μήνες και 1 ημέρα ασφάλισης και πληρούσε τις προϋποθέσεις για τη λήψη σύνταξης γήρατος.
Επίσης εξέθετε ότι η σύμβαση εργασίας του, μετά την κατά τα άνω παραίτησή του, μετέπεσε εξ υπαρχής σε αορίστου χρόνου με βάση το άρθρο 32 του Οργανισμού της εναγομένης, η τελευταία όμως δεν του κατέβαλε, κατά την αποχώρησή του, την οφειλόμενη από τη διάταξη του άρθρου 8 εδ. α' ν. 3198/1955 αποζημίωση, η οποία ανέρχεται στο ποσό των 49.690,33 ευρώ, καθ όσον είχε συμπληρώσει υπερδεκαπενταετή υπηρεσία στην εναγομένη, άλλως επικουρικά την οφειλόμενη από τη διάταξη του άρθρου 8 εδ.
β' ν. 3198/1955 αποζημίωση, η οποία ανέρχεται στο ποσό των 39.752,25 ευρώ, καθόσον είχε τις προϋποθέσεις πλήρους συνταξιοδότησης και ήταν και επικουρικά ασφαλισμένος. Με βάση το ιστορικό αυτό και μετά από παραδεκτή τροπή του αγωγικού αιτήματος από καταψηφιστικό σε εν μέρει καταψηφιστικό και εν μέρει αναγνωριστικό με προφορική δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου του πριν την προφορική συζήτηση της αγωγής στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η οποία καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασής του και περιλαμβάνεται στις νομοτύπως και εμπροθέσμως κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις του (άρθρ. 224, 295 παρ.
Ιβ, 591 παρ. 1 Κ. Πολ.Δ), ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το ποσό των 20.000 ευρώ κύρια ως αποζημίωση του άρθρου 8 εδ. α' ν.3198 55, επικουρικά δε ως αποζημίωση του άρθρου 8 εδ. β' ν.3 198/55, και β, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να του καταβάλει το ποσό των 29.690,33 ευρώ κύρια ως αποζημίωση του άρθρου 8 εδ.
α' ν.3198/55, επικουρικά δε το ποσό των 19.752,25 ευρώ ως αποζημίωση του άρθρου 8εδ. β' ν.3198/55, όλων των προαναφερομένων ποσών, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών δικάζοντας κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (ΚΠολΔ 664 επ., όπως ίσχυαν πριν την κατάργησή τους με το άρθρο 4ο Ν. 4335/2015, ως εκ του χρόνου καταθέσεως της αγωγής προ της 1-1-2016, σύμφωνα με το άρθρο 9ο § 2 του ίδιου νόμου.), με την υπ' αρ. 3717/2014 απόφασή του δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή ως προς την κύρια βάση της και επιδίκασε στον ενάγοντα το ποσό των 49.690,33 ευρώ ως αποζημίωση εκ του άρθρου 8 εδ.α του ν.3198/55.
Κατά της απόφασης αυτής η εναγομένη άσκησε την από 16-1-2015 έφεσή της ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο με την υπ’ αρ. 1522/2018 απόφασή του, αφού δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλουμένη και δικάζοντας επί της αγωγής την δέχθηκε εν μέρει ως προς την επικουρική βάση εκ του άρθρου 8 εδ.
β του ν. 3198/55.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 8 εδ. α' του ν. 3198/1955 "Οι μισθωτοί που απασχολούνται με σχέση εργασίας αόριστης διάρκειας και έχουν συμπληρώσει δεκαπενταετή υπηρεσία στον ίδιο εργοδότη ή το προβλεπόμενο από τον οικείο ασφαλιστικό οργανισμό όριο ηλικίας ή, αν δεν προβλέπεται τέτοιο όριο, το 65° έτος της ηλικίας τους (ήδη, από 1-1-2013, το 67ο έτος, σύμφωνα με το άρθρο πρώτο υποπαράγραφος ΙΑ4 περ.2 του ν. 4093/2012), αποχωρώντας από την εργασία τους με τη συγκατάθεση του εργοδότη, δικαιούνται το ήμισυ της οριζόμενης από το ν. 2112/1920 ή το ανωτέρω β.δ.
αποζημίωσης για την περίπτωση της απροειδοποίητης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας. Η αποζημίωση υπολογίζεται όπως ορίζεται στο άρθρο 5 παρ.1 και 2 του ν. 3198/1955". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι για την εφαρμογή της απαιτείται: α) η σχέση εργασίας να είναι αορίστου χρόνου, β) ο εργαζόμενος να αποχωρεί ύστερα από τη συμπλήρωση συγκεκριμένου χρόνου υπηρεσίας ή ορίου ηλικίας και γ) η αποχώρηση να γίνεται με τη συγκατάθεση του εργοδότη.
Ως εκ τούτου, την αποζημίωση δεν δικαιούνται εκείνοι, των οποίων η εργασιακή σχέση είναι ορισμένου χρόνου, όπως συμβαίνει σε περίπτωση σύμβασης κατά την οποία οι εργαζόμενοι έχουν προσχωρήσει σε κανονισμό του εργοδότη, που προβλέπει την αποχώρηση από την εργασία με τη συμπλήρωση προκαθορισμένου ορίου ηλικίας.
Εν τούτοις, γίνεται δεκτό ότι και στην περίπτωση μιας τέτοιας σύμβασης ή σχέσης εργασίας ορισμένου χρόνου, όταν με τον κανονισμό έχει προβλεφθεί η δυνατότητα προώρου λύσεως αυτής, ενυπάρχει διαλυτική αίρεση. Οπότε, πληρωθείσης της αιρέσεως, η σύμβαση εργασίας μεταπίπτει εξαρχής σε σύμβαση αόριστου χρόνου (Ολομ ΑΠ 1110/1986, ΑΠ 1137/2017, ΑΠ 272/2017).
Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 8 εδ. β' του ν. 3198/1955, μισθωτοί εν γένει, που υπάγονται στην ασφάλιση οποιουδήποτε οργανισμού για τη χορήγηση συντάξεως, εφόσον συμπλήρωσαν ή συμπληρώνουν τις προϋποθέσεις για τη λήψη πλήρους συντάξεως γήρατος, δύνανται εάν μεν έχουν την ιδιότητα του εργατοτεχνίτη να αποχωρούν από την εργασία, εάν δε έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλου, είτε να αποχωρούν είτε να απομακρύνονται από την εργασία εκ μέρους του εργοδότη τους, λαμβάνοντας σε όλες αυτές τις περιπτώσεις οι μεν επικουρικώς ασφαλισμένοι τα 40%, οι δε μη ασφαλισμένοι επικουρικώς τα 50% της αποζημιώσεως, την οποία δικαιούνται σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις σε περίπτωση απροειδοποίητης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας εκ μέρους του εργοδότη.
Για τη χορήγηση της αποζημίωσης αυτής εφαρμόζονται, κατά τα λοιπά, πάντα τα οριζόμενα στα άρθρα 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8 και 9 του ν.δ. 3198/1955 ως και στις διατάξεις του ν. 2112/1920 όπως ισχύει, πλην εκείνων που αφορούν στην προειδοποίηση. Αν και για την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 8 εδ. βΛ του ν. 3198/1955 προϋποτίθεται ρητά μόνο η συμπλήρωση των προϋποθέσεων για λήψη πλήρους συντάξεως γήρατος, εξυπακούεται, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, ότι αυτή αφορά και πάλι σε συμβάσεις αόριστου χρόνου, με την επιφύλαξη της μετάπτωσης μίας συμβάσεως ορισμένου χρόνου σε αορίστου χρόνου για την περίπτωση της πλήρωσης αιρέσεως, που αναφέρεται ανωτέρω (Ολομ ΑΠ 1110/1986).
Πράγματι, σε αμφότερες τις περιπτώσεις, η παροχή μιας εξαιρετικής δυνατότητας λύσεως της συμβάσεως εργασίας εξισορροπεί τα συμφέροντα εργοδότη και εργαζόμενου, διότι παρέχει υποχρέωση και αντίστοιχο δικαίωμα σε μειωμένη αποζημίωση (αντί της πλήρους, εάν την πρωτοβουλία της λύσεως είχε ο εργοδότης ή της απώλειας του σχετικού δικαιώματος, εάν την πρωτοβουλία είχε ο εργαζόμενος) και αποβλέπει, ταυτόχρονα, στην ανανέωση του προσωπικού των επιχειρήσεων και στη δημιουργία κενών θέσεων εργασίας.
Άλλωστε, δικαίωμα για τη λήψη αποζημιώσεως δεν παρέχεται στον εργαζόμενο, του οποίου η σύμβαση εργασίας διαρκεί μέχρι τη λήξη του χρόνου, που έχει προκαθορισθεί από τους συμβαλλόμενους ή από το νόμο ή τον κανονισμό που διέπει τις σχέσεις του προσωπικού μιας επιχείρησης, διότι στην περίπτωση αυτή η λύση της συμβάσεως επέρχεται αυτοδικαίως κατά το άρθρο 669 ΑΚ και ο μισθωτός ούτε "απομακρύνεται" από τον εργοδότη ούτε "αποχωρεί οικειοθελώς" από την υπηρεσία του.
Τέλος, όπως συνάγεται από το συνδυασμό των διατάξεων των εδαφίων α' και β' του άρθρου 8 του ν. 3198/1955 και την τελολογική ερμηνεία αυτών, η πρώτη είναι συμπληρωματική της δεύτερης και έχει εφαρμογή όταν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής εκείνης, οπότε με συνδρομή των διαφορετικών προϋποθέσεων του εδ.
α* χορηγείται και πάλι η μειωμένη αποζημίωση (ΑΠ 1181/2017, ΑΠ 686/2017, ΑΠ 1137/207). Περαιτέρω, με το άρθρο 1 παρ. 2 του Ν. 4046/2012 εγκρίθηκε το Μνημόνιο Συνεννόησης μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Τράπεζας της Ελλάδας, το οποίο αποτελείται από τα εξής, επιμέρους, Μνημόνια: α) Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής, β) Συνεννόησης στις Συγκεκριμένες Προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής και γ) Τεχνικό Μνημόνιο Συνεννόησης.
Τα παραπάνω μνημόνια επισυνάφθηκαν στο ν. 4046/2012 ως παραρτήματά του. Με το άρθρο 1 § 6 ν. 4046/2012 ορίσθηκε ότι "Οι ρυθμίσεις που περιλαμβάνονται στο κεφάλαιο Ε Διαρθρωτικές Μεταρρυθμίσεις", παράγραφοι 28 και 29 του Μνημονίου Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής και στο Κεφάλαιο 4 "Διαρθρωτικές Μεταρρυθμίσεις για την Ενίσχυση της Ανάπτυξης" παράγραφος 4.1: "Διασφάλιση της ταχείας προσαρμογής της αγοράς εργασίας και ενίσχυση των θεσμών της αγοράς εργασίας" του Μνημονίου Συνεννόησης στις Συγκεκριμένες Προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής, τα σχέδια των οποίων εγκρίνονται κατά την παράγραφο 2 και προσαρτώνται ως παράρτημα V στον παρόντα νόμο, συνιστούν πλήρεις κανόνες δικαίου άμεσης εφαρμογής.
Με αποφάσεις του Υπουργικού Συμβουλίου ρυθμίζεται κάθε αναγκαίο ζήτημα για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου.". Ειδικότερα, οι παράγραφοι 28 και 29 του Κεφαλαίου Ε' υπό τον τίτλο "Διαρθρωτικές Μεταρρυθμίσεις" του Μνημονίου Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής αναφέρονται αντίστοιχα στην επείγουσα ανάγκη λήψης μέτρων για την αποκατάσταση της ανταγωνιστικότητας της Ελληνικής οικονομίας και την οικονομική ανάπτυξη (παρ. 28), καθώς και στη λήψη μέτρων για τη βελτίωση της λειτουργίας της αγοράς εργασίας, στα οποία περιλαμβάνεται και η αφαίρεση της μονιμότητας σε όλες τις παραδοσιακές (ορθότερα "υφιστάμενες" σε μετάφραση του πρωτότυπου όρου "existing") συμβάσεις σε όλες τις εταιρείες.
Η νέα νομική διάταξη θα μεταμορφώσει αυτομάτως τις συμβάσεις ορισμένου χρόνου (οι οποίες ορίζονται ως έχουσες λήξη κατά το όριο ηλικίας ή την σύνταξη) σε συμβάσεις αορίστου χρόνου για τις οποίες ισχύουν οι κανονικές διαδικασίες απόλυσης (παρ. 29). Η παρ. 4.1 του Κεφαλαίου 4 του Μνημονίου Συνεννόησης στις Συγκεκριμένες Προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής και υπό τον τίτλο "Δεσμεύσεις από το παρελθόν και ειδικοί εργασιακοί όροι" προβλέπει τα εξής: "Πριν την εκταμίευση καταργούνται οι όροι μονιμότητας (συμβάσεις ορισμένου χρόνου, που ορίζουν ότι λήγουν σε κάποιο όριο ηλικίας ή στη συνταξιοδότηση), που περιλαμβάνονται σε νόμο ή σε συμβάσεις εργασίας".
Στη συνέχεια, κατ' εξουσιοδότηση του τελευταίου εδαφίου του άρθρου 1 παρ. 6 του Ν. 4046/2012, εκδόθηκε η πράξη 6 της 28.2.2012, (Π.Υ.Σ.) που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Α' 38/28.2.2012, για τη "ρύθμιση θεμάτων προς εφαρμογή της παρ. 6 του άρθρου 1 του ν. 4046/2012". Στο άρθρο 5 αυτής ορίζεται: "1. Από 14-2-2012 συμβάσεις εργασίας εργαζομένων, που προβλέπεται να λήγουν με τη συμπλήρωση ορίου ηλικίας ή με τη συμπλήρωση των προϋποθέσεων συνταξιοδότησης, νοούνται ως συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου και σε περίπτωση λύσης αυτών εφαρμόζονται οι διατάξεις του ν. 2112/1920, όπως ισχύει.
Οι διατάξεις, που προβλέπονται στο προηγούμενο εδάφιο εφαρμόζονται και σε επιχειρήσεις, εταιρείες ή οργανισμούς που υπάγονται ή είχαν υπαχθεί οποτεδήποτε κατά το παρελθόν στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός είχε οριοθετηθεί κάθε φορά με τις διατάξεις της παραγράφου 6 του άρθρου 1 του ν. 1256/1982 ή με τις διατάξεις του άρθρου 51 του ν. 1892/1990. 2.
Από την 14.2.2012 διατάξεις νόμων ή κανονιστικών αποφάσεων, καθώς και όροι Συλλογικών Συμβάσεων και Διαιτητικών Αποφάσεων, Κανονισμών Εργασίας, Οργανισμών Προσωπικού και αποφάσεων Διοίκησης επιχειρήσεων, που θεσπίζουν όρους που υποκρύπτουν μονιμότητα ή ρήτρες μονιμότητας παρεκκλίνοντας από τους γενικούς κανόνες της εργατικής νομοθεσίας ή και προβλέπουν την εφαρμογή, αναλογική ή ευθεία, διατάξεων του Κώδικα περί Δημοσίων Υπαλλήλων, καταργούνται.
Από τα προαναφερθέντα γίνεται φανερό ότι με τις διατάξεις του άρθρου 5 της παραπάνω Π.Υ.Σ. από τις 14 Φεβρουαρίου 2012 οι συμβάσεις εργασίας εργαζομένων, που προβλέπεται να λήγουν με τη συμπλήρωση ορίου ηλικίας ή με τη συμπλήρωση των προϋποθέσεων συνταξιοδότησης και μέχρι τότε θεωρούνταν ορισμένου χρόνου, θα θεωρούνται στο εξής ως συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, οπότε σε περίπτωση λύσης αυτών θα εφαρμόζονται οι διατάξεις του ν. 2112/1920 Επίσης, ότι καταργούνται οι λεγόμενες ρήτρες μονιμότητας, δηλαδή οι κανονιστικοί εκείνοι όροι με τους οποίους ο εργοδότης αναλαμβάνει την υποχρέωση να μην απολύσει τον εργαζόμενο, παρά μόνο για ορισμένους λόγους που αναφέρονται περιοριστικά και των οποίων η βασιμότητα κρίνεται συνήθως με ορισμένη διαδικασία (Ολομ ΑΠ 11/2017).
Η πρόθεση του νομοθέτη εξαντλείται στην υλοποίηση των ανωτέρω δύο μνημονιακών υποχρεώσεων και δεν ήθελε να καταργήσει σιωπηρά τις διαλαμβανόμενες στη διάταξη του άρθρου 8 εδ. α" και β' του ν. 3198/1955 ρυθμίσεις για τη μειωμένη αποζημίωση των αποχωρούντων από την υπηρεσία εργαζομένων, που έχουν τις νόμιμες προς τούτο προϋποθέσεις, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και το ότι εργαζόταν με σύμβαση αόριστου χρόνου, κατηγορία άλλωστε εργαζομένων, την οποία ουδόλως θίγει άμεσα ή έμμεσα η ρύθμιση του άρθρου 5 της παραπάνω Π.Υ.Σ., αφού τέτοια μνημονιακή υποχρέωση δεν είχε αναληφθεί από την Ελληνική Πολιτεία (ΑΠ 229/2019, ΑΠ 228/2019, ΑΠ 311/2017).
Περαιτέρω, το υπηρεσιακό καθεστώς των υπαλλήλων της τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Ιονική και Λαϊκή Τράπεζα της Ελλάδος" διεπόταν από τον οργανισμό προσωπικού, που είχε καταρτισθεί με την από 1-12-1977 ΣΣΕ, η οποία είχε δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης (ΦΕΚ Β' 1315/29- 12-1977) με την 49468/10730/7-12-1977 απόφαση του Υπουργού Εργασίας, κηρύχθηκε υποχρεωτική με την 15868/10-7-1981 απόφαση του ίδιου Υπουργού (ΦΕΚ Β' 446/27-7-1981) και είχε ισχύ ουσιαστικού νόμου, διότι είχε εκδοθεί κατ' εξουσιοδότηση των άρθρων 2 τταρ.1 και 7 τταρ.1 και 5 του ν. 3239/1955.
Κατά το άρθρο 31 του ως άνω Οργανισμού Προσωπικού της ανωτέρω τράπεζας "1. Η μεταξύ της Τραπέζης και του Προσωπικού αυτής σύμβασης εργασίας λύεται άμα τη συμπληρώσει του 62ου έτους της ηλικίας δια τους άνδρας και του 57ου έ τους της ηλικίας δια τας γυναίκας υπαλλήλους. 2...., 3. Η ως άνω σύμβασις εργασίας λύεται και προ της συμπληρώσεως του ανωτέρω ορίου ηλικίας εις τας εξής περιπτώσεις:
α) ένεκα θανάτου του μισθωτού, β) ένεκα αδικαιολογήτου, συνεχούς απουσίας του μισθωτού επί τριάκοντα εργασίμους ημέρας, θεωρουμένης ως οικειοθελούς αποχωρήσεως, γ) ένεκα καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας δια σπουδαίον λόγον (άρθρο 672 ΑΚ), δ) Συντρεχουσώντων προϋποθέσεων, κατά τα υπό του άρθρου 5 του Νόμου 21 12/1920 οριζόμενα, ως ούτος ετροποποιήθη".
Με την Κ2 - 5127/25-4-2000 απόφαση του Υφυπουργού Ανάπτυξης, η οποία καταχωρήθηκε στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιριών και δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ, με αριθμό 2590/26-04-2000, συγχωνεύτηκε η ανώνυμη τραπεζική εταιρία "Ιονική και Λαϊκή Τράπεζα της Ελλάδος", με την εναγομένη με απορρόφησή της από την τελευταία, η οποία, ως καθολική διάδοχος της, υποκαταστάθηκε στις υφιστάμενες με τον προηγούμενο εργοδότη εργασιακές σχέσεις του προσωπικού της απορροφηθείσας Τράπεζας (άρθρο 6 παρ. 1 του Ν. 2112/1920 σε συνδυασμό με το άρθρο 3 παρ. 2 του πδ 572/1988, βλ.
σχετ. ΑΠ 1100/2009, ΑΠ 488/2006 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Ακολούθως το προσωπικό της απορροφηθείσας Ιονικής και Λαϊκής Τράπεζας της Ελλάδος, το οποίο διεπόταν κατά τα προαναφερθέντα από τις διατάξεις του Οργανισμού Προσωπικού της, που είχε καταρτισθεί με την από 1-12-1977 ΕΣΣΕ και είχε ισχύ νόμου, μετά την παραπάνω συγχώνευση των δύο Τραπεζών και την κατάρτιση του νέου και ισχύοντος Οργανισμού του Προσωπικού της εναγομένης, κατά τις διατάξεις του Ν. 1876/1990, με την από 26-06-2003 Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας (Ε.Σ.
Σ.Ε.), η οποία συνήφθη μεταξύ των νομίμων εκπροσώπων της εναγομένης Τράπεζας και της συνδικαλιστικής οργάνωσης του προσωπικού αυτής και κατατέθηκε νόμιμα στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας στις 30-06-2003 και έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου (άρθρα 2 παρ. 6, 7 παρ.1 και 8 παρ. 3 του Ν. 1876/1990 βλ. ΑΠ 256/2016 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 46/2015 ΤΝΓΙ Δ.ΣΑ.
ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ), προσχώρησε υποχρεωτικά στις διατάξεις του εν λόγω νέου και ισχύοντος Οργανισμού του Προσωπικού της εναγομένης. Και τούτο διότι κατά τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 2 του Ν.Δ. 3789/1957, 12 παρ. 4 του Ν. 1767/1988, 8 παρ. 3 του Ν. 2224/1994 "περί Κανονισμών Εργασίας κ.λ.π.", οι όροι του εφαρμοζομένου, με ισχύ νόμου, κανονισμού εργασίας αποτελούν υποχρεωτικό περιεχόμενο της συμβάσεως εργασίας του μισθωτού και συνεπώς η διεπόμενη από τέτοιο Κανονισμό ατομική σύμβαση εργασίας του μισθωτού περιέχει και τους όρους του κανονισμού (βλ.
ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 907/2012. ΑΠ 1828/2011, ΑΠ 1264/2009, ΑΠ 598/2008, ΑΠ 693/2007 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), επιπρόσθετα δε κατά τη διαδοχή Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας, η νεότερη Σ.Σ.Ε. μπορεί να τροποποιεί τους όρους εργασίας της παλαιότερης Σ.Σ.Ε. τόσο υπέρ όσο και σε βάρος εργαζομένων ΑΠ 1100/2009, ΑΠ 448/2006 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 32 του ισχύοντος κανονισμού εργασίας του προσωπικού της εναγόμενης, ήδη αναιρεσείουσας- αναιρεσίβλητης Τράπεζας, οι εργαζόμενοι στην υπηρεσία της εναγομένης αποχωρούν αυτοδικαίως όταν συμπληρώσουν, οι μεν άνδρες το 62ο έτος της ηλικίας τους, οι δε γυναίκες το 57ο έτος της ηλικίας τους.
Η σύμβαση εργασίας, όμως, όπως προβλέπεται στον ίδιο κανονισμό, μπορεί να λυθεί και πριν από τη συμπλήρωση του ως άνω ορίου ηλικίας, για τους εξής περιοριστικά αναφερόμενους λόγους: α) με το θάνατο του υπαλλήλου, β) με την αδικαιολόγητη ή αυθαίρετη συνεχή απουσία αυτού πέραν του μηνός, η οποία θεωρείται ως οικειοθελής αποχώρηση και επιφέρει αυτοδικαίως και χωρίς άλλο τη λύση της σχέσεως εργασίας, γ) για σπουδαίο λόγο κατά το άρθρο 672 ΑΚ και δ) με την άσκηση ποινικής διώξεως σε βάρος του υπαλλήλου , σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις των νόμων.
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι οι συμβάσεις εργασίας των υπαλλήλων της εναγόμενης Τράπεζας είναι κατ' αρχήν συμβάσεις ορισμένου χρόνου, αφού ο κανονισμός αυτής προβλέπει την αυτοδίκαιη αποχώρηση των μισθωτών από την υπηρεσία της με τη συμπλήρωση του καθοριζομένου ορίου ηλικίας. Εν όψει, όμως, του ότι με τον κανονισμό προβλέπεται η δυνατότητα λύσεως της συμβάσεως εργασίας και πριν από τη λήξη του ορισμένου χρόνου της διάρκειάς της λόγω αδικαιολόγητης, συνεχούς απουσίας του υπαλλήλου πέραν του μηνός, η οποία θεωρείται ως οικειοθελής αποχώρηση αυτού και επιφέρει αυτοδικαίως και άνευ άλλου τινός τη λύση της συμβάσεως, χωρίς να απαιτείται αποδοχή ή συγκατάθεση της Τράπεζας, ενυπάρχει στη σύμβαση διαλυτική αίρεση, σε περίπτωση πληρώσεως της οποίας η σύμβαση μεταβάλλεται εξ αρχής σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου.
Και είναι μεν αληθές ότι κατά το γράμμα του ως άνω όρου του κανονισμού ως οικειοθελής αποχώρηση θεωρείται η αυθαίρετη, συνεχής απουσία του υπαλλήλου πέραν του μηνάς, χωρίς να γίνεται αναφορά σε παραίτηση. Εξ αυτού, όμως, εμμέσως πλην σαφώς συνάγεται ότι η οικειοθελής αποχώρηση του υπαλλήλου, που προβλέπεται αυτοτελώς ως λόγος πρόωρης λύσης της συμβάσεως εργασίας, εξομοιώνεται με σιωπηρή παραίτηση.
Και περαιτέρω, αφού η παραίτηση του υπαλλήλου είναι δυνατό να επέλθει σιωπηρώς, με την οικειοθελή αποχώρηση, δεν μπορεί να αποκλεισθεί και όταν εκδηλώνεται ρητώς, με σχετική δήλωση που δεν συνδέεται με αυθαίρετη απουσία. Διότι εάν ήθελε γίνει δεκτό ότι από τον κανονισμό αποκλείεται η παραίτηση ως λόγος πρόωρης λύσης της συμβάσεως, ο αποκλεισμός αυτός θα μπορούσε ευχερώς να φαλκιδευτεί με τη μεθοδευμένη αυθαίρετη απουσία κάθε φορά που κάποιος υπάλληλος θα επιθυμούσε να αποχωρήσει από την υπηρεσία της Τράπεζας.
Σε όλες τις περιπτώσεις αυτές, από τον κανονισμό δεν προβλέπεται περιθώριο αντίδρασης της Τράπεζας, οπότε θεωρείται ότι ενυπάρχει συγκατάθεση αυτής για τη λύση της συμβάσεως. Ως εκ τούτου, ο προαναφερόμενος όρος του κανονισμού της εναγομένης ήδη αναιρεσείουσας- αναιρεσίβλητης ότι η σύμβαση εργασίας λύεται και πριν από το προβλεπόμενο όριο ηλικίας, με την παραίτηση του υπαλλήλου, χωρίς να απαιτείται αποδοχή ή συγκατάθεση της Τράπεζας, εμπίπτει στην περίπτωση του άρθρου 8εδ.αΛ του ν. 3198/1955 και ταυτίζεται κατά περιεχόμενο με την αποχώρηση αυτού από την υπηρεσία με τη συγκατάθεση της τελευταίας.
Οπότε, η σύμβαση του υπαλλήλου που λύεται με την κατ' αυτόν τον τρόπο παραίτησή του πριν από τη συμπλήρωση του καθορισμένου ορίου ηλικίας του, μετατρέπεται από σύμβαση ορισμένου χρόνου σε σύμβαση αορίστου χρόνου. Συνακόλουθα, εφ' όσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις της διατάξεως του άρθρου 8 εδ.
α' του ν. 3198/ 1955, ο αποχωρών με παραίτηση υπάλληλος της εναγόμενης δικαιούται τη μειωμένη ως άνω αποζημίωση, αφού η συγκατάθεση της Τράπεζας θεωρείται ότι δόθηκε εκ των προτέρων, με το παρεχόμενο από τον κανονισμό αυτής δικαίωμα παραιτήσεως - αποχωρήσεως του μισθωτού από την εργασία του, κατά τον προαναφερόμενο τρόπο, χωρίς να απαιτείται για την άσκηση του δικαιώματος του αυτού ή την επέλευση των αποτελεσμάτων της παραιτήσεως, η αποδοχή αυτής από την Τράπεζα ή η ρητή συγκατάθεση της τελευταίας στην αποχώρηση του εργαζόμενου (ΑΠ 46/2015, ΑΠ 907/2012, ΑΠ 1828/2011, ΑΠ 1941/2008 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Με το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με τον συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 199/2018, ΑΠ 466/2013, ΑΠ 382/2013, ΑΠ 349/2014).
Εν προκειμένω, από την κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε ,κατ' ανέλεγκτη κρίση, τα εξής: Ο ενάγων, ο οποίος γεννήθηκε στις 20.11.1951, προσλήφθηκε στις 30.9.1974 με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας ως υπάλληλος από την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Ιονική και Λαϊκή Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.", της οποίας καθολική διάδοχος, είναι η εναγομένη με συγχώνευση δια απορροφήσεως, που εγκρίθηκε με τη με αριθμό Κ2-5127/25.4.2000 απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 2590/26.4.2000 τεύχος Α.Ε.
και Ε.Π.Ε. Η εργασιακή σχέση του ενάγοντος ήταν εξ υπαρχής ορισμένου χρόνου, καθότι τόσο στον Οργανισμό Προσωπικού της Ιονικής και Λαϊκής Τράπεζας, όσο και σ’ αυτόν της εναγομένης προβλέπεται η αυτοδίκαιη λύση της συμβάσεως εργασίας με τη συμπλήρωση του 620υ έτους εργασίας για τους άνδρες και του 570υ έτους εργασίας για τις γυναίκες.
Ο ενάγων είχε προσχωρήσει από την πρόσληψή του στις διατάξεις του Οργανισμού της υπηρεσίας της Ιονικής και Λαϊκής Τράπεζας και στη συνέχεια προσχώρησε υποχρεωτικά στις διατάξεις του Οργανισμού της εναγομένης. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, έχοντας εξελιχθεί μέχρι το βαθμό του Τμηματάρχη Α', με την από20.5.2011 δήλωση οικειοθελούς αποχώρησής του προς την εναγόμενη, δήλωσε ότι αποχωρεί από την υπηρεσία του από την 1.8.2011.
Κατά το χρόνο που ο ενάγων αποχώρησε από την υπηρεσία του, είχε συμπληρώσει το 61ο έτος της ηλικίας του έχοντας συμπληρώσει πραγματική διαρκή υπηρεσία 36 ετών 10 μηνών και 1 ημέρας και είχε θεμελιώσει δικαίωμα πλήρους συνταξιοδότησης, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη με επίκληση με αριθμό …/….11.2011 απόφαση Διευθυντή του ΙΚΑ.
Με βάση την από 20.5.2011 δήλωση οικειοθελούς αποχώρησής του προς την εναγομένη, η Διεύθυνση Ανθρώπινου Δυναμικού της Τράπεζας τον διέγραψε από τη δύναμη του προσωπικού της από την 1.8.2011. Έτσι, από τότε (1.8.2011) κατά τον ανωτέρω τρόπο επήλθε η λύση της επίμαχης συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος για το μέλλον, χωρίς μάλιστα να απαιτείται η αποδοχή της παραίτησής του αυτής από την εναγομένη Τράπεζα, ούτε και άλλες περαιτέρω διατυπώσεις ολοκλήρωσής της.
Και τούτο διότι ο ισχύων Οργανισμός Προσωπικού της εναγομένης (όπως άλλωστε και ο Οργανισμός Προσωπικού της "Ιονικής και Λαϊκής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε."), προβλέπει, κατά τα προαναφερόμενα, ότι η σύμβαση εργασίας λύεται και πριν από τη συμπλήρωση του ανωτάτου οριζόμενου ορίου ηλικίας, με την αδικαιολόγητη ή αυθαίρετη συνεχή απουσία του υπαλλήλου πέραν του μηνός, που θεωρείται ως οικειοθελής αποχώρηση, η οποία επιφέρει αυτοδικαίως και χωρίς άλλο τη λύση της σχέσεως εργασίας, ενώ ούτε από το νόμο, ούτε από τον Οργανισμό αυτό προβλέπονται περαιτέρω διατυπώσεις για την ολοκλήρωσή της.
Κατόπιν τούτων, με την οικειοθελή αυτή αποχώρηση του ενάγοντος, πληρώθηκε η διαλυτική αίρεση, κατά τις διατάξεις των άρθρων 669 και 202 του ΑΚ που ενυπάρχει στον προαναφερόμενο Οργανισμό του Προσωπικού της εναγομένης, με τη δήλωση παραίτησης που υποβλήθηκε, με συνέπεια η σύμβαση εργασίας του, η οποία ήταν ορισμένου χρόνου αφού προέβλεπε τη λύση της σύμβασης εργασίας του με τη συμπλήρωση ορίου ηλικίας (άρθρο 32 αυτού), να μεταπέσει εξ υπαρχής σε αορίστου χρόνου, απορριπτομένων ως αβασίμων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών της εναγομένης που περιλαμβάνονται στον πρώτο λόγο της έφεσής της.
Εξάλλου, δεδομένη είναι, κατά τα επίσης αναφερόμενα στην οικεία νομική σκέψη της παρούσας που προηγήθηκε, η συγκατάθεση της εναγομένης στην οικειοθελή αποχώρηση του ενάγοντος, αφού είχε εκ των προτέρων παρασχεθεί δυνάμει του ανωτέρω άρθρου του Οργανισμού του Προσωπικού αυτής.
Συνεπώς, με βάση τα ανωτέρω γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα, αφού κατά το χρόνο παραιτήσεώς του, ο ενάγων πληρούσε τις προϋποθέσεις λήψεως πλήρους συντάξεως γήρατος, ενώ ήταν και επικουρικώς ασφαλισμένος (όπως συνομολογείται στην αγωγή) πρέπει να τύχει εφαρμογής το εδάφιο β' του άρθρου 8 του ν. 3198/55 και όχι το εδάφιο α', όπως εσφαλμένα έκρινε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ότι τυγχάνει εφαρμογής, καθ' όσον, η διάταξη του εδαφίου α', ως συμπληρωματική εκείνης του εδαφίου β', τυγχάνει εφαρμογής μόνον όταν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της τελευταίας. Σημειώνεται ότι οι δύο διατάξεις των εδ.α' και β' του άρθρου 8 του ν. 3198/1955 απευθύνονται σε διαφορετική κατηγορία εργαζομένων και συγκεκριμένα το μεν εδ. α' σε εκείνους που δεν έχουν συμπληρώσει τις προϋποθέσεις πλήρους συνταξιοδότησης το δε εδ. β' σε εκείνους που τις έχουν συμπληρώσει, άλλως δεν θα μπορούσαν να ισχύουν παράλληλα αυτές οι δύο διατάξεις των προαναφερομένων εδαφίων και θα εναπόκειτο στη βούληση του εργαζομένου η επιλογή της ευνοϊκότερης διάταξης γι' αυτόν, αφού στην περίπτωση αυτή δεν θα είχε λόγο ύπαρξης γι' αυτόν η δυσμενέστερη διάταξη.
Συνεπώς με τις πιο πάνω διατάξεις ρυθμίζονται θέματα αποζημιώσεων που αφορούν ανόμοιες κατηγορίες εργαζομένων και δεν τίθεται θέμα εφαρμογής της μίας διάταξης εις βάρος της άλλης με βάση την αρχή της εύνοιας υπέρ του εργαζομένου, αλλά ούτε και θέμα εφαρμογής του άρθρου 106 ΕισΝΚΠολΔ. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο επομένως το οποίο έκρινε ότι ο ενάγων δικαιούται την αποζημίωση του άρθρου 8 εδ. α' του ν. 3198/1955 και όχι την αποζημίωση του άρθρου 8 εδ. β' του ιδίου νόμου έσφαλε ως προς την εφαρμογή και την ερμηνεία του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος ο σχετικός λόγος της έφεσης και αφού εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση, να κρατηθεί η υπόθεση και να δικαστεί η ένδικη αγωγή ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, την οποία δέχθηκε εν μέρει κατ' ουσία ως προς την επικουρική βάση εκ του άρθρου 8 εδ.β του ν. 3198/1955, αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγομένης ήδη αναιρεσείουσας - αναιρεσίβλητης να καταβάλει στον ενάγοντα ήδη αναιρεσίβλητο - αναιρεσείοντα το ποσό των 20.000 ευρώ, υποχρεώνοντας επίσης αυτήν να του καταβάλει το ποσό των 19.752,25 ευρώ , νομιμοτόκως κατά τις διατάξεις του άρθρου 74 του Ν. 3863/2010.
Η αναιρεσείουσα εναγομένη Τράπεζα με τον μοναδικό λόγο της από 19-7- 2018 αίτησης αναίρεσής της αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠΟΛΔ ,με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 32 παρ. 2 του Οργανισμού Προσωπικού της εναγομένης -αναιρεσείουσας Τράπεζας και του άρθρου 8 εδ.β του Ν. 3198/1955 ,δεχόμενο ότι με την υποβληθείσα από τον ενάγοντα αναιρεσίβλητο, πριν την αυτοδίκαιη λύση της σύμβασής του με τη συμπλήρωση της κατάλληλης ηλικίας, δήλωση παραίτησής του, η αρχικά ορισμένου χρόνου σύμβαση εργασίας του μετέπεσε εξ υπαρχής σε αορίστου χρόνου και συνεπώς ο ενάγων αναιρεσίβλητος δικαιούται λόγω πλήρους συνταξιοδότησης του την εκ του άρθρου 8 εδ.β του Ν. 3198/1955 αποζημίωση.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από το άρθρο 32 παρ.2 περ.β του έχοντος ισχύ νόμου Οργανισμού Προσωπικού της αναιρεσείουσας εναγομένης Τράπεζας, οι όροι του οποίου αποτελούν περιεχόμενο της ατομικής σύμβασης εργασίας του αναιρεσίβλητου ενάγοντος, σύμφωνα με το οποίο η σύμβαση εργασίας λύνεται και πριν από τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας του 62ου έτους για τους άνδρες, στην περίπτωση της αδικαιολόγητης ή της αυθαίρετης συνεχούς πέραν του μηνός απουσίας του υπαλλήλου, συνάγεται αφενός , ότι η εν λόγω περίπτωση λύση της σύμβασης θεωρείται ως οικειοθελής αποχώρηση δηλαδή παραίτηση του ενάγοντος, η οποία και επιφέρει και τη λύση της σύμβασης χωρίς δικαίωμα εναντιώσεως της Τράπεζας και ταυτίζεται κατά περιεχόμενο με την αποχώρηση αυτού από την υπηρεσία με την συγκατάθεση της τελευταίας, αφετέρου ότι υπάρχει στη σύμβαση εργασίας διαλυτική αίρεση (άρθρα 669,202 ΑΚ), η οποία πληρώθηκε με τη δήλωση παραίτησης, που ο ενάγων υπέβαλε, και έτσι η ορισμένου χρόνου εργασιακή του σύμβαση κατέστη εξ υπαρχής αορίστου χρόνου και λύθηκε η σύμβαση.
Περαιτέρω, ο αναιρεσείων ενάγων με τον μοναδικό λόγο της από 22-8-2018 αίτησης αναίρεσής του αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠΟΛΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο κατά τον προσδιορισμό της οφειλομένης σε αυτόν αποζημίωσης εσφαλμένα δεν εφήρμοσε την ευνοϊκότερη για αυτόν διάταξη του άρθρου 8 εδ α του Ν. 3198/1955, που ήταν εφαρμοστέα και εσφαλμένα εφήρμοσε τη διάταξη του άρθρου 8 εδ β του Ν. 3198/1955 που δεν ήταν εφαρμοστέα .δεχόμενο ότι η περίπτωση α' είναι συμπληρωματική της διάταξης του εδαφίου βχ και έχει εφαρμογή όταν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης του εδ.
β' δηλαδή όταν ο μισθωτός δεν έχει συμπληρώσει τις προϋποθέσεις πλήρους συνταξιοδότησης και ότι στην συγκεκριμένη περίπτωση ήταν εφαρμοστέα η διάταξη του εδ.β" διότι ο ενάγων αναιρεσείων κατά το χρόνο παραίτησής του πληρούσε τις προϋποθέσεις λήψεως πλήρους σύνταξης γήρατος, ενώ ήταν και επικουρικά ασφαλισμένος.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος εφόσον το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τη διάταξη του εδ.β που ήταν εφαρμοστέα, ενώ ορθά δεν εφήρμοσε τη διάταξη του εδ.α, που δεν ήταν εφαρμοστέα διότι είναι συμπληρωματική της δεύτερης και έχει εφαρμογή όταν δεν συντρέχει η προϋπόθεση εφαρμογής εκείνης, εφ' όσον κατάτις αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές του ο ενάγων κατά το χρόνο της παραίτησής του εδικαιούτο πλήρους σύνταξης και ήταν επικουρικά ασφαλισμένος.
Συνακόλουθα, εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν οι αναιρέσεις και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα της από 19-7-2018 αίτηση αναίρεσης ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου Ι. Λ. που δεν κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (ΚΠΟΛΔ 176,183 ΚΑΙ 191 παρ. 2),που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης . Επίσης πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσείων της από 22-8-2018 αίτησης αναίρεσης Ι. Λ. στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (ΚΠΟΛΔ 176,183 ΚΑΙ 191 παρ.2), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει τις ως άνω από 19-7-2018 και 22-8-2018 αιτήσεις.
Απορρίπτει την από 19-7-2018 αίτηση αναίρεσης (αναιρεσείουσα ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ).
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό (1.100) ευρώ.
Απορρίπτει την από 22-8-2018 αίτηση αναίρεσης (αναιρεσείων Ι. Λ.)
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 10 Ιουνίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ταύτης αποχωρήσασας ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 23 Φεβρουαρίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ